ΚΟΣΜΟΣ

Γιατί η Ιαπωνία παραμένει μια μονοκομματική δημοκρατία;

Φαινομενικά θα έπρεπε ένα κόμμα που κυβερνά την Ιαπωνία από το 2012 και άρα χρεώνεται πολιτικά όλα όσα έχουν συμβεί στην οικονομία και την κοινωνία αυτό το διάστημα, συμπεριλαμβανομένης μιας πανδημίας που ειδικά από τα μέσα Ιουλίου και μετά είχε μια σημαντική έξαρση, να πήγαινε σε εκλογές στις 31 Οκτωβρίου για να εισπράξει ένα σημαντικό πολιτικό κόστος.

Όμως στην Ιαπωνία αυτό δεν συνέβη. Το Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα, που έχει κυβερνήσει τη χώρα από το 1955 (με την εξαίρεση δύο διαλειμμάτων το 1993-1994 και το 2009-2012) κατάφερε να αυξήσει ελαφρά τις ψήφους του και να διατηρήσει μια άνετη πλειοψηφία με 261 βουλευτές στην κατώτερη Βουλή, μια πλειοψηφία που για τα ιαπωνικά δεδομένα θεωρείται «σταθερή απόλυτη πλειοψηφία» καθώς επιτρέπει όχι μόνο την πλειοψηφία στην ολομέλεια, αλλά και τις προεδρία στις 17 μόνιμες επιτροπής όπως και μια πλειοψηφία στις ίδιες τις επιτροπές. Αυτό θα διευκολύνει σημαντικά τη νομοθετικά δραστηριότητα.

Επιπλέον, η συμμαχία με το συντηρητικό βουδιστικό κόμμα Κομέιτο πάντα θα προσφέρει μια ακόμη πιο ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Άλλωστε και η αύξηση των εδρών του Κόμματος Ιαπωνικής Ανανέωσης, επίσης διαμορφώνει μια ισχυρή δεξιόστροφη και συντηρητική παρουσία μέσα στην Βουλή.

Τα υπαρκτά προβλήματα

Ανεξαρτήτως των αποτελεσμάτων των εκλογών, θα ήταν δύσκολο να θεωρηθεί ότι όλα αυτά σηματοδοτούσαν μια θετική ανταπόκριση στις πολιτικές της τελευταίας δεκαετίας.

Ας μην ξεχνάμε ότι το Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα επέστρεψε στην εξουσία το 2012 λίγο μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση και με την Ιαπωνία ούτως ή άλλως να βρίσκεται στην ιδιότυπη εκδοχή στασιμότητας που την χαρακτηρίζει εδώ και αρκετά χρόνια.

Τότε ήταν που ανέβαινε το άστρο του Σίντζο Άμπε, του πρωθυπουργού που υποστήριξε ότι με τα ‘Abenomics’ θα έβγαζε την Ιαπωνία από τη στασιμότητα.

Στην πραγματικότητα ο Άμπε ακολούθησε τον δρόμο των άλλων οικονομιών μετά την κρίση του 2008, δηλαδή την «ποσοτική χαλάρωση» στην νομισματική πολιτική και την ανοχή στα μεγάλα ελλείμματα, και παράλληλα υποσχέθηκε «δομικές μεταρρυθμίσεις», στην πραγματικότητα μια νεοφιλελεύθερη πολιτική περιορισμού των δικαιωμάτων των εργαζομένων, ιδιωτικοποιήσεων, μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού και συγκράτησης του κόστους εργασίας.

Υποτίθεται ότι όλα αυτά από κοινού θα έφερναν την ανάπτυξη: η «ποσοτική χαλάρωση» θα έλυνε το πρόβλημα του ακριβού γιεν, τα δημοσιονομικά μέτρα θα τόνωναν τη ζήτηση και οι δομικές μεταρρυθμίσεις θα ενίσχυαν την ανάπτυξη.

Παρότι η απασχόληση είχε μεγάλη βελτίωση στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2010 με την ανεργία να φτάνει στο εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό του 2,2% (αν και με πολύ μεγάλη αύξηση του αριθμού των ελαστικά απασχολούμενων), την ίδια στιγμή ισχυρή ανάπτυξη δεν καταγράφηκε. Στις παραμονές της πανδημίας, στο τελευταίο τρίμηνο του 2019, η Ιαπωνία κατέγραφε μια τεχνική ύφεση, με την οικονομία να συρρικνώνεται κατά -1,6%.

Επιπλέον, η Ιαπωνία παρέμεινε κατά 30% λιγότερο παραγωγική από τις ΗΠΑ και η ανάκαμψη από την πανδημία είναι σχετικά αδύναμη. Μόλις τον Οκτώβριο του 2021 έφτασε ο δείκτης PMI το 50.7%, σημάδι μιας επέκτασης της ιδιωτικής οικονομικής δραστηριότητας. Ακόμη και έτσι η πρόβλεψη για την ανάπτυξη είναι για 2.6% το 2021 και 2% για το 2022, με την Τράπεζα της Ιαπωνίας να βλέπει την μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική κοντά στο μηδέν.

Επιπλέον, η χώρα δεν έχει καταφέρει να αντιστρέψει την υποχώρηση του μεριδίου της στις παγκόσμιες εξαγωγές που έφερε η άνοδος της Κίνας και της υπόλοιπης Ανατολικής Ασίας. Γι’ αυτό και σημαντικές ελπίδες έχουν εναποτεθεί στη νέα ευρύτερη ασιατική εμπορική συμφωνία, την Περιφερειακή Συνολική Οικονομική Εταιρική Σχέση (RCEP) που μέσω χαμηλότερων δασμών θα μπορούσε να αυξήσει τις εξαγωγές της Ιαπωνίας προς την Κίνα και την Νότια Κορέα.

Την ίδια στιγμή η χώρα παραμένει ιδιαίτερα άνιση. Το φτωχότερο 20% του πληθυσμού διαθέτει μόλις το 6,5% του συνολικού εισοδήματος. Ως εκ τούτου η Ιαπωνία έχει έναν δείκτη Gini για την εισοδηματική ανισότητα στο 33,9 που είναι αρκετά πάνω από τον μέσο όρο των αναπτυγμένων χωρών (30,3).

Ως προς το περιβάλλον, τα πράγματα επίσης δεν πάνε καλά. Η Ιαπωνία παραμένει κοντά στον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ ως προς τις κατά κεφαλή εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και τα τρία τέταρτα του ιαπωνικού πληθυσμού είναι εκτεθειμένα σε επιβλαβή επίπεδα μόλυνσης του αέρα.

Η αποτυχία της αντιπολίτευσης

Οι εκλογές ήρθαν ύστερα από μια σειρά γεγονότων που περιλάμβαναν την παραίτηση του Σίντζο Άμπε τον Αύγουστο του 2020, ύστερα από επιδείνωση των προβλημάτων υγείας του, την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Γιοσιχίντε Σούγκα, την μεγάλη δυσαρέσκεια για την πολιτική του τελευταίου και την απόφασή του να μη διεκδικήσει την επανεκλογή του και την εκλογή του Φούμιο Κισίντα στην ηγεσία του Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος και την πρωθυπουργία στην τελική ευθεία της προεκλογικής περιόδου.

Παρότι όλα αυτά παραπέμπουν σε μια ορισμένη κρίση της κυβέρνηση και της απήχησής της, εντούτοις η κεντροαριστερή αντιπολίτευση δεν κατάφερε να το εκμεταλλευτεί, παρά τις προσπάθειές της.

Το κεντροαριστερό Συνταγματικό Δημοκρατικό Κόμμα δεν μπόρεσε να κάνει τη διαφορά, παρότι αυτή τη φορά έκανε διάφορες τακτικές επιλογές για να διευκολύνει την εκλογή περισσότερων βουλευτών, με πιο χαρακτηριστική τη συμφωνία με το Ιαπωνικό Κομμουνιστικό Κόμμα ώστε το τελευταίο να μην κατεβάσει υποψηφίους σε όλες τις περιφέρεις ώστε να ενισχυθούν οι πιθανότητα των υποψηφίων του Συνταγματικού Δημοκρατικού Κόμματος να εκλεγεί.

Άλλωστε,  οι εκλογές που σημειωτέον είχαν ιδιαίτερα χαμηλή συμμετοχή (56%), σφραγίστηκαν περισσότερο από μια στροφή προς τα δεξιά, παρά από μια κεντροαριστερή απόρριψη της πολιτικής του κυρίαρχου Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος.

Άλλωστε, η ενίσχυση του σκληρά δεξιού Κόμματος Ιαπωνικής Ανανέωσης, που σε πολλά ζητήματα μπορεί να είναι πιο στενός συνεργάτης του Φιλελεύθερου Δημοκρατικού από ό,τι το Κομέιτο, είναι ενδεικτική.

Στην ίδια δεξιόστροφη μετατόπιση κατατείνει και ο τρόπος που αναδεικνύονται στην ιαπωνική δημόσια συζήτηση ζητήματα όπως η συνταγματική αναθεώρηση και η απόδοση στις ιαπωνικές ένοπλες δυνάμεις (τις λεγόμενες δυνάμεις αυτοάμυνας), μεγαλύτερων περιθωρίων δράσης. Άλλωστε, μέσα στις εντάσεις στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ασίας γίνεται ολοένα και πιο αισθητός ένας νέος ιαπωνικός εθνικισμός, που τροφοδοτείται από τον «νέο Ψυχρό Πόλεμο» των ΗΠΑ με την Κίνα.

Η ώρα του Κισίντα

Ο Φούμιο Κισίντα κατάφερε να εκμεταλλευτεί τη δημοσιότητα που κέρδισε η διαδικασία της διαδοχής μέσα στο Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα και την απομάκρυνση του αντιδημοφιλούς Σούγκα.

Ο ίδιος υποστηρίζει ότι θέλει έναν «νέο καπιταλισμό», που τον παρουσιάζει ως απόρριψη των «νεοφιλελεύθερων» πλευρών της πολιτικής του Άμπε και υποστηρίζει ότι θέλει να περιορίσει την ανισότητα, να βοηθήσει τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και να κάνει την κοινωνία πιο «ίση». Μένει να δούμε τι θα σημαίνουν όλα στην πράξη.

ΠΗΓΗ in.gr

Related Posts