ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες: Το απόγεμα του Μπαλτάσαρ

Share this

ΓΚΑΜΠΡΙΕΛ ΓΚΑΡΣΙΑ ΜΑΡΚΕΣ

Το απόγεμα του Μπαλτάσαρ

ΤΟ ΚΛΟΥΒΙ ήταν τελειωμένο. Ο Μπαλτάσαρ το κρέμασε πάνω από την πόρτα, από συνήθεια. Μέχρι να τελειώσει το μεσημεριανό του, σε όλες τις γειτονιές λεγόταν πως ήταν τ’ ωραιότερο κλουβί του κόσμου. Τόσος κόσμος ήρθε να το δει, ώστε πλήθος μαζεύτηκε μπροστά στο σπίτι κι ο Μπαλτάσαρ υποχρεώθηκε να το ξεκρεμάσει και να μανταλώσει το ξυλουργείο.
– Πρέπει να ξυριστείς του είπε η Ούρσουλα, η γυναίκα του· σαν καπουτσίνος καλόγερος μοιάζεις.
– Κάνει κακό να ξυρίζεσαι μετά το φαΐ, είπε ο Μπαλτάσαρ.

Είχε γένια δυο βδομάδων, τρίχες κοντές, σκληρές και γυαλιστερές, σαν τρίχες από χαίτη μουλαριού και γενικά την έκφραση φοβισμένου παιδιού. Ήταν όμως έκφραση που δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια. Το Φλεβάρη είχε κλείσει τα τριάντα, ζούσε με την Ούρσουλα εδώ και τέσσερα χρόνια, χωρίς να την παντρεύεται και χωρίς να κάνουν παιδιά, η ζωή του είχε δώσει ένα σωρό λόγους να είναι προσεκτικός, αλλά δεν υπήρχε κανένας λόγος να είναι φοβισμένος. Ούτε καν του περνούσε από το μυαλό πως για ορισμένους το κλουβί που μόλις είχε αποτελειώσει, ήταν τ’ ωραιότερο του κόσμου. Γι’ αυτόν, που είχε τη συνήθεια να φτιάχνει κλουβιά από παιδί, ετούτο ήταν μια δουλειά λιγουλάκι πιο δύσκολη από τις προηγούμενες.

– Ξεκουράσου λοιπόν μια στιγμούλα, είπε η γυναίκα του. Με τέτοια γένια δεν είσαι να εμφανιστείς πουθενά.

Ενώ ξεκουραζόταν, χρειάστηκε πολλές φορές ν’ αφήσει το κρεβάτι του, για να δείξει το κλουβί στους γείτονες. Η Ούρσουλα δεν του είχε δώσει καμιά προσοχή μέχρι τότε. Είχε την κακή της, γιατί ο άντρας της είχε εγκαταλείψει τη δουλειά του στο ξυλουργείο, για ν’ αφιερωθεί ψυχή τε και σώματι στο κλουβί: δυο βδομάδες είχε κοιμηθεί άσχημα, στριφογυρίζοντας και παραμιλώντας στον ύπνο του κι ούτε είχε σκεφτεί να ξυριστεί. Όμως της πέρασαν τα νεύρα, όταν βρέθηκε μπροστά στο τελειωμένο κλουβί. Όταν ο Μπαλτάσαρ άνοιξε τα μάτια του από τον ύπνο, η Ούρσουλα του είχε σιδερώσει το πανταλόνι κι ένα πουκάμισο, τα είχε βάλει σε μια καρέκλα κοντά στο κρεβάτι κι είχε ακουμπήσει το κλουβί πάνω στο τραπέζι της τραπεζαρίας. Το πρόσεχε σιωπηλή.

– Πόσο θα το χρεώσεις; ρώτησε.
– Δεν ξέρω, απάντησε ο Μπαλτάσαρ. Θα ζητήσω τριάντα πέσος, για να δω αν θα μου δώσουν είκοσι.
– Να ζητήσεις πενήντα, είπε η Ούρσουλα. Δεν έκλεισες ούτε στιγμή μάτι ετούτες τις δεκαπέντε μέρες. Εξάλλου, είναι και μεγάλο. Πιστεύω πως είναι το μεγαλύτερο κλουβί που έχω δει στη ζωή μου.Ο Μπαλτάσαρ άρχισε να ξυρίζεται.
– Λες να μου δώσουν πενήντα πέσος;
– Αυτά τα λεφτά δεν είναι τίποτα για το δον Τσέπε Μοντιέλ. Και το κλουβί τ’ αξίζει, είπε η Ούρσουλα· θα πρέπει να ζητήσεις εξήντα.

Το σκοτάδι που πλάκωνε το σπίτι σου έκοβε την ανάσα. Ήταν η πρώτη βδομάδα του Απρίλη κι η ζέστη γινόταν πιο ανυπόφορη από το τραγούδι των τζιτζικιών. Όταν απόσωσε το ντύσιμό του, ο Μπαλτάσαρ άνοιξε την πόρτα της αυλής για να πάρει αέρα το σπίτι και μια ομάδα παιδιών μπήκε στην τραπεζαρία. Το νέο είχε διαδοθεί. Ο δόκτωρ Οκτάβιο Χιράλδο, ένας γέρος γιατρός, ευχαριστημένος από τη ζωή, αλλά κουρασμένος από το επάγγελμά του, σκεφτόταν το κλουβί του Μπαλτάσαρ, την ώρα που έτρωγε με την ανάπηρη γυναίκα του. Στην εσωτερική βεράντα, όπου έστρωναν το τραπέζι τις μέρες της ζέστης, υπήρχαν πολλές γλάστρες με λουλούδια και δυο κλουβιά με καναρίνια. Άρεσαν στη γυναίκα του τα πουλιά. Της άρεσαν τόσο, ώστε έτρεφε μίσος για τους γάτους, επειδή είναι ικανοί να τα φάνε. Τη γυναίκα του σκεφτόταν ο δόκτωρ Χιράλδο, καθώς εκείνο το απόγεμα πήγαινε για επίσκεψη σ’ έναν άρρωστο. Στην επιστροφή, πέρασε από το σπίτι του Μπαλτάσαρ, για να κάμει τη γνωριμία του με το κλουβί.

Πολύς κόσμος στριμωχνόταν στην τραπεζαρία. Βαλμένο σαν έκθεμα πάνω στο τραπέζι, το κλουβί έδειχνε τον πελώριο συρμάτινο τρούλο του, τους τρεις ορόφους του – με διαδρόμους κι ειδικά διαμερίσματα για το φαΐ και για τον ύπνο –, τις κούνιες στο χώρο που προοριζόταν για την αναψυχή των πουλιών: έμοιαζε με μοντέλο σε σμικρογραφία ενός γιγάντιου παγοποιείου. Ο γιατρός το εξέτασε προσεκτικά χωρίς να το αγγίξει, από το νου του περνούσε ότι σωστά αυτό το κλουβί είχε αποκτήσει φήμη μεγαλύτερη από τη δική του. Ήταν ωραιότερο απ’ όποιο άλλο κλουβί είχε ονειρευτεί ποτέ για τη γυναίκα του.

– Αυτό είναι σύλληψη της φαντασίας, είπε.

Αναζήτησε τον Μπαλτάσαρ ανάμεσα στον κόσμο και πρόσθεσε, με τα στοργικά του μάτια καρφωμένα πάνω του:

– Θα μπορούσες να είσαι ένας καταπληκτικός αρχιτέκτονας.

Ο Μπαλτάσαρ κοκκίνισε.
– Φχαριστώ, είπε.
– Είναι αλήθεια, είπε ο γιατρός.

Ήταν παχύς, πάχος λείο και μαλακό, σαν γυναίκας που είχε υπάρξει όμορφη στα νιάτα της. Είχε χέρια λεπτά. Η φωνή του έμοιαζε με παπά, που μιλούσε λατινικά.

– Ούτε ίσως θα χρειαστεί να βάλει κανείς πουλιά σε τέτοιο κλουβί, είπε, στριφογυρίζοντας το κλουβί μπροστά στα μάτια του κοινού, σα να επρόκειτο να το πουλήσει· αρκεί να το κρεμάσεις σ’ ένα δέντρο για να κελαηδήσει από μόνο του.

Το ακούμπησε πάλι πάνω στο τραπέζι, σκέφτηκε μια στιγμή, κοιτάζοντας το κλουβί κι είπε:

– Ωραία! Λοιπόν το παίρνω.
– Πουλήθηκε, είπε η Ούρσουλα
– Είναι για το γιο του δον Τσέπε Μοντιέλ, είπε ο Μπαλτάσαρ. Το παράγγειλε να του το φτιάξω, ειδικώς.

Ο γιατρός πήρε ύφος γεμάτο σεβασμό.

– Σου έδωσε το σχέδιο;
– Όχι, είπε ο Μπαλτάσαρ. Είπε πως θα ήθελε ένα μεγάλο κλουβί σαν ετούτο, για ένα ζευγάρι κοτσύφια.

Ο γιατρός κοίταξε το κλουβί.
– Δεν είναι για κοτσύφια.
– Βέβαια κι είναι, γιατρέ, είπε ο Μπαλτάσαρ, πλησιάζοντας στο τραπέζι Τα παιδιά τον τριγύρισαν.
– Τα μέτρα είναι υπολογισμένα, είπε, δείχνοντας με το δάχτυλο τα διάφορα διαμερίσματα.

Ύστερα, χτύπησε με την ανάποδη του χεριού του τον τρούλο και το κλουβί γέμισε αντίλαλους από βαθιές συγχορδίες.

– Είναι το ανθεκτικότερο σύρμα που υπάρχει και κάθε ένωμα είναι κολλημένο μέσα κι έξω, είπε.
– Φτάνει και για παπαγάλο, μπήκε στη μέση ένα από τα παιδιά.
– Οπωσδήποτε, είπε ο Μπαλτάσαρ.

Ο γιατρός κούνησε το κεφάλι του.
– Ωραία, αλλά δεν σου έδωσε το σχέδιο, είπε. Δεν σου έδωσε ειδικές προδιαγραφές, εκτός που σου είπε να είναι ένα μεγάλο κλουβί για κοτσύφια. Έτσι δεν είναι;
– Έτσι είναι, είπε ο Μπαλτάσαρ.
– Τότε δεν υπάρχει πρόβλημα, είπε ο γιατρός. Άλλο πράγμα είναι ένα μεγάλο κλουβί για κοτσύφια κι άλλο είναι ετούτο το κλουβί. Δεν υπάρχουν αποδείξεις πως αυτό είναι το κλουβί που σου παράγγειλαν να φτιάξεις.
– Αυτό ακριβώς είναι, είπε ο Μπαλτάσαρ, νιώθοντας πως είχε μπερδευτεί. Γι’ αυτό το έφτιαξα..

Ο γιατρός έκαμε μια χειρονομία ανυπομονησίας.
– Θα μπορούσες να φτιάξεις άλλο, είπε η Ούρσουλα, κοιτάζοντας τον άντρα της. Κι ύστερα, γυρίζοντας προς το γιατρό:
– Εσείς δε βιαζόσαστε.
– Το υποσχέθηκα στη γυναίκα μου για σήμερα το απόγεμα, είπε ο γιατρός.
– Να με συμπαθάτε, γιατρέ, είπε ο Μπαλτάσαρ, αλλά δε γίνεται να πουληθεί κάτι που είναι κιόλας πουλημένο.

Ο γιατρός σήκωσε τους ώμους. Σκούπισε τον ιδρώτα στο λαιμό του μ’ ένα μαντήλι, εξέτασε προσεκτικά το κλουβί, χωρίς να πει λέξη, χωρίς να στρέψει τη ματιά του από το ίδιο αόριστο σημείο, σαν κάποιος που κοιτάζει ένα πλοίο ν’ αλαργεύει.
– Πόσα σου έδωσαν;

Ο Μπαλτάσαρ στράφηκε προς την Ούρσουλα, χωρίς ν’ απαντήσει.
– Εξήντα πέσος, είπε αυτή.

Ο γιατρός συνέχισε να κοιτάζει το κλουβί.
– Πολύ καλούλι είναι, αναστέναξε. Πάρα πολύ καλούλι.

Ύστερα, πηγαίνοντας προς την πόρτα, άρχισε να κάνει αέρα δυνατά, χαμογελώντας. Η ανάμνηση αυτού του επεισοδίου είχε χαθεί για πάντα από το νου του.
– Ο Μοντιέλ είναι πάμπλουτος, είπε.

Στην πραγματικότητα, ο Χοσέ Μοντιέλ δεν ήταν τόσο πλούσιος όσο φαινόταν, αλλά είχε κάμει τα πάντα για να τον βλέπουν έτσι. Λίγα τετράγωνα πιο πέρα, σ’ένα σπίτι παραγεμισμένο πράγματα όπου ποτέ δεν είχε νιώσει άνθρωπος μυρουδιά που να μην ήταν για πούλημα, έστεκε αδιάφορος στις ειδήσεις που έφταναν για το κλουβί. Η γυναίκα του, τυραννισμένη από την έμμονη ιδέα του θανάτου, έκλεισε πόρτες και παράθυρα, αφού έφαγαν το μεσημέρι και ξάπλωσε για δυο ώρες, με τα μάτια ανοιχτά στο ημίφως του δωματίου, ενώ ο Χοσέ Μοντιέλ κοιμόταν του καλού καιρού. Έτσι τη βρήκε η φασαρία από πλήθος φωνές. Τότε άνοιξε την πόρτα του σαλονιού κι είδε πλήθος τον κόσμο μπροστά στο σπίτι και τον Μπαλτάσαρ με το κλουβί τη μέση του πλήθους, ντυμένο στ’ άσπρα και φρεσκοξυρισμένο, μ’ εκείνη την έκφραση πρέπουσας αθωότητας, που έχουν οι φτωχοί, όταν πηγαίνουν στα σπίτια των πλουσίων.

– Τι υπέροχο πράγμα, αναφώνησε η σύζυγος του Χοσέ Μοντιέλ και το πρόσωπό της έλαμψε, καθώς οδηγούσε τον Μπαλτάσαρ στο εσωτερικό του σπιτιού.
– Δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου τίποτα τέτοιο, είπε.

Και πρόσθεσε, ενοχλημένη από το πλήθος που μαζευόταν στην πόρτα της:
– Φέρτο λοιπόν μέσα, πριν μας κάμουν το σαλόνι άνω-κάτω.

Ο Μπαλτάσαρ δεν ήταν ξένος για το σπίτι του Χοσέ Μοντιέλ. Σε διάφορες ευκαιρίες, μια κι ήταν επιδέξιος και καλός τεχνίτης, τον είχαν φωνάξει για ψιλοδουλειές μαραγκούδικες. Όμως, ποτέ δεν ένιωθε άνετα ανάμεσα στους πλούσιους. Συνήθιζε να τους φέρνει στο μυαλό του, να σκέφτεται τις άσχημες και φωνακλούδες γυναίκες τους, τις μεγάλες και φοβερές χειρουργικές τους εγχειρήσεις και ξυπνούσε μέσα του ένα συναίσθημα οίκτου. Όταν έμπαινε στα σπίτια τους, δεν μπορούσε να κουνηθεί, ούτε να σύρει τα πόδια του.

– Είν’ εδώ ο Πέπε, ρώτησε.

Είχε ακουμπήσει το κλουβί στη μέση του τραπεζιού στην τραπεζαρία.
– Είναι στο σχολείο, είπε η σύζυγος του Χοσέ Μοντιέλ· αλλά δεν πρόκειται ν’ αργήσει.

Και πρόσθεσε:
– Ο Μοντιέλ κάνει το μπάνιο του.

Στην πραγματικότητα, ο Χοσέ Μοντιέλ δεν είχε προλάβει να κάμει το μπάνιο του. Τριβόταν βιαστικά με καμφορούχο οινόπνευμα, να βγει να δει τι συνέβαινε.Ήταν άνθρωπος τόσο προσεκτικός, ώστε κοιμόταν χωρίς ηλεκτρικό ανεμιστήρα, για να έχει το νου του – ενώ κοιμόταν – στους ήχους του σπιτιού.

– Αδελαϊδα, φώναξε. Τι συμβαίνει;
– Έλα να δεις τι υπέροχο πράγμα, φώναξε η σύζυγός του.

Ο Χοσέ Μοντιέλ, σωματώδης και τριχωτός, με την πετσέτα περασμένη στο λαιμό του, έβγαλε το κεφάλι του από την πόρτα της κρεβατοκάμαρας.
– Τ’ είν’ αυτό;
– Το κλουβί του Πέπε, είπε ο Μπαλτάσαρ.

Η Αδελαϊδα τον κοίταξε αμήχανη.
– Ποιανού;
– Του Πέπε, επιβεβαίωσε ο Μπαλτάσαρ.

Κι ύστερα, στρέφοντας προς τον Χοσέ Μοντιέλ, πρόσθεσε:
– Ο Πέπε μου παράγγειλε να το φτιάξω.

Τίποτα δεν συνέβηκε εκείνη τη στιγμή, όμως ο Μπαλτάσαρ αιστάνθηκε σαν κάποιος να είχε ανοίξει την πόρτα της τουαλέτας, ενώ ήταν μέσα. Ο Χοσέ Μοντιέλ βγήκε με τα σώβρακα από την κρεβατοκάμαρα.
– Πέπε, φώναξε.
– Δε γύρισε ακόμα, μουρμούρισε η σύζυγός του, ακίνητη.

Ο Πέπε ξεπρόβαλε στο άνοιγμα της πόρτας. Ήταν γύρω στα δώδεκα κι είχε τα καμπυλωτά φρύδια και την ήρεμη παθητικότητα της μάνας του.
– Έλα δω, του είπε ο Χοσέ Μοντιέλ. Εσύ παράγγειλες να φτιαχτεί ετούτο το πράγμα;

Ο μικρός χαμήλωσε το κεφάλι. Ο Χοσέ Μοντιέλ τον άρπαξε από τα μαλλιά και τον υποχρέωσε να τον κοιτάξει κατάματα.
– Απάντησε.

Ο μικρός δάγκωνε τα χείλια του, χωρίς ν’ απαντάει.
– Μοντιέλ, μουρμούρισε η σύζυγός του.

Ο Χοσέ Μοντιέλ άφησε το παιδί και στράφηκε προς τον Μπαλτάσαρ οργισμένος.
– Λυπάμαι πολύ, Μπαλτάσαρ, είπε. Όμως οφείλεις να συνεννοηθείς μαζί μου πριν βάλεις μπροστά. Μόνο εσύ θα μπορούσες να κλείσεις δουλειά μ’ ένα ανήλικο.

Ενώ μιλούσε, το πρόσωπό του ξανάγινε ήρεμο. Σήκωσε το κλουβί, χωρίς να το κοιτάξει και το έδωσε στον Μπαλτάσαρ.
– Πάρτο από εδώ αμέσως και προσπάθησε να το πουλήσεις σε όποιον μπορέσεις, είπε. Πάνω απ’ όλα, σε θερμοπαρακαλώ να μη μ’ αρχίσεις το κουβεντολόι.

Τον χτύπησε ελαφρά στην πλάτη κι εξήγησε:
– Ο γιατρός μου απαγόρευσε τους εκνευρισμούς.

Το παιδί έστεκε ακίνητο, με τα μάτια ορθάνοιχτα, μέχρι που ο Μπαλτάσαρ το κοίταξε αμήχανος, με το κλουβί στο χέρι. Τότε έβγαλε έναν ήχο βαθιά από το λαρύγγι του, ένα πράγμα σαν γρύλισμα σκύλου, κι έπεσε κατάχαμα ουρλιάζοντας.

Ο Χοσέ Μοντιέλ το παρατηρούσε ασυγκίνητος, ενώ η μάνα του προσπαθούσε να το ηρεμήσει.
– Μην τον σηκώσεις, είπε. Άστον να σπάσει το κεφάλι του στο πάτωμα και μετά ρίξε του αλάτι και λεμόνι να λυσσομανάει από το τσούξιμο, όσο του κάνει κέφι.

Το παιδί φώναζε, χωρίς να κλαίει, ενώ η μάνα του το κρατούσε από τους καρπούς των χεριών.
– Άστον, επέμεινε ο Χοσέ Μοντιέλ.

Ο Μπαλτάσαρ παρατηρούσε το παιδί, σα να παρατηρούσε την επιθανάτια αγωνία ενός λυσσασμένου ζώου. Ήταν σχεδόν τέσσερις η ώρα. Αυτή την ώρα, στο σπίτι του, η Ούρσουλα τραγουδούσε ένα τραγούδι πολύ παλιό, ενώ έκοβε κρεμμύδια σε ροδέλες.
– Πέπε, είπε ο Μπαλτάσαρ.

Πλησίασε το παιδί, χαμογελώντας και του πρότεινε το κλουβί. Το παιδί πετάχτηκε μεμιάς, αγκάλιασε το κλουβί που ήταν τόσο μεγάλο όσο και το μπόι του και στάθηκε, προσέχοντας τον Μπαλτάσαρ μέσ’ απ΄το μετάλλινο πλέγμα, μη ξέροντας τι να πει. Δεν έτρεχε στάλα δάκρυ από τα μάτια του.

– Μπαλτάσαρ, είπε ο Χοσέ Μοντιέλ μαλακά· σου είπα να το πάρεις από εδώ.
– Δώσε το πίσω, διέταξε η σύζυγός του το παιδί.
– Κράτα το, είπε ο Μπαλτάσαρ.

Κι ύστερα, στον Χοσέ Μοντιέλ:
– Στο κάτω-κάτω της γραφής, για το παιδί το έφτιαξα.

Ο Χοσέ Μοντιέλ τον ακολούθησε ώς το σαλόνι.
– Μην είσαι βλάκας, Μπαλτάσαρ, έλεγε, κλείνοντάς του το δρόμο. Πάρε το πράγμα σου στο σπίτι σου και μην κάνεις βλακείες. Δεν έχω σκοπό να σου πληρώσω ούτε δεκάρα.
– Δεν πειράζει, είπε ο Μπαλτάσαρ. Το έφτιαξα επίτηδες, για να το κάμω δώρο στον Πέπε. Δεν είχα στο νου μου να χρεώσω τίποτα.

Όταν ο Μπαλτάσαρ άνοιξε διάδρομο να περάσει ανάμεσα στους περίεργους που έκλειναν την έξοδο, ο Χοσέ Μοντιέλ είχε βάλει τις φωνές, σταματημένος στη μέση του σαλονιού. Ήταν κάτωχρος και τα μάτια του άρχισαν να κοκκινίζουν.
– Ηλίθιε, ούρλιαζε. Ξεφορτώσου με μέ το μαραφέτι σου. Άλλο δεν μου έλειπε, παρά να έρχεται ο πρώτος τυχόντας στο σπίτι μου να δίνει εντολές. Μπάσταρδε!

Στο σφαιριστήριο υποδέχτηκαν τον Μπαλτάσαρ με ζητωκραυγές. Μέχρι εκείνη τη στιγμή σκεφτόταν πως είχε φτιάξει ένα κλουβί καλύτερο από τ’ άλλα, που είχε υποχρεωθεί να χαρίσει στο γιο του Χοσέ Μοντιέλ για να πάψει να κλαίει κι ότι τίποτ’ απ’ όλ’ αυτά δεν είχε ιδιαίτερη σημασία. Όμως, ύστερα κατάλαβε πως όλ’ αυτά είχαν μια κάποια σημασία για πολλούς ανθρώπους κι ένιωσε εμψυχωμένος κάπως.

– Λοιπόν σου έδωσαν πενήντα πέσος για το κλουβί.
– Εξήντα, είπε ο Μπαλτάσαρ.
– Πρέπει να λες δόξα τω Θεώ, είπε κάποιος. Είσαι ο μόνος που κατάφερε να πάρει τόσα πολλά λεφτά από το δον Τσέπε Μοντιέλ. Αυτό πρέπει να το γιορτάσουμε.

Του πρόσφεραν μια μπίρα κι ο Μπαλτάσαρ ανταπόδωσε μ’ ένα κέρασμα για όλους. Όπως ήταν η πρώτη φορά που έπινε, κατά το σούρουπο ήταν ολότελα μεθυσμένος κι έκανε κουβέντα για ένα φανταστικό σχέδιο για χίλια κλουβιά από εξήντα πέσος το καθένα κι ύστερα για ένα εκατομμύριο κλουβιά, ώστε να συμπληρωθούν εξήντα εκατομμύρια πέσος.

– Πρέπει να κάμουμε πολλά πράγματα για να πουλήσουμε στους πλούσιους, πριν μας αφήσουν χρόνους, έλεγε και δεν έβλεπε πέρ’ από τη μύτη του από το μεθύσι. Όλοι τους είναι άρρωστοι και μέλλεται να τα τινάξουν. Μια και δεν πρόκειται να τους αφήσει ρούπι η αρρώστια, δε θα μπορούν πια να λυσσάνε από το κακό τους.

Δυο ολόκληρες ώρες το αυτόματο μηχάνημα με τους δίσκους έπαιζε για λογαριασμό του, χωρίς σταματημό. Όλοι τσούγκριζαν τα ποτήρια τους στην υγεία του Μπαλτάσαρ, στην καλοτυχία του και στα λεφτά του, όλοι τσούγκριζαν να τα κακαρώσουν οι πλούσιοι, αλλά όταν έφτασε η ώρα του δείπνου, τον παράτησαν ολομόναχο στην αίθουσα.

Η Ούρσουλα τον περίμενε μέχρι τις οκτώ μ’ ένα πιάτο τηγανιτό κρέας, σκεπασμένο από ροδέλες κρεμμύδια. Κάποιος της είπε πως ο άντρας της ήταν στο σφαιριστήριο, τρελός από ευτυχία, ότι κερνούσε όλο τον κόσμο μπίρα, αλλά δεν τον πίστεψε, επειδή ο Μπαλτάσαρ δεν είχε μεθύσει ποτέ του. Όταν ξάπλωσε, κατά τα μεσάνυχτα σχεδόν, ο Μπαλτάσαρ σχεδόν βρισκόταν σε μια φωτισμένη αίθουσα, όπου υπήρχαν τραπεζάκια τετράγωνα, με καρέκλες, γύρω-γύρω και πίστα χορού απ’ έξω: εκεί βολτάριζαν ερωδιοί. Το πρόσωπό του είχε γεμίσει κραγιόνια κι όπως δεν ήταν σε θέση να κάμει ούτε βήμα, σκεφτόταν ότι επιθυμούσε να βρεθεί με δυο γυναίκες στο ίδιο κρεβάτι. Είχε ξοδέψει τόσα λεφτά, ώστε υποχρεώθηκε ν’ αφήσει το ρολόι του για εγγύηση, με την υπόσχεση να ξεχρεώσει την επόμενη μέρα. Ένα λεφτό αργότερα, πεσμένος με τα χέρια και τα πόδια ανοιχτά στη μέση του δρόμου, κατάλαβε ότι του έβγαζαν τα παπούτσια, αλλά δε θέλησε να εγκαταλείψει το ευτυχέστερο όνειρο της ζωής του. Οι γυναίκες που πήγαιναν στον όρθρο στις πέντε τα ξημερώματα, δεν τόλμησαν να στραφούν να τον κοιτάξουν, πιστεύοντας πως ήταν πεθαμένος.

Μετάφραση: Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής

  • Πρώτη δημοσίευση: ΤΡΑΜ/ΕΝΑ ΟΧΗΜΑ. Δεύτερη διαδρομή.Έβδομο τεύχος. Γενάρης 1978. Θεσσαλονίκη.

6 libros imprescindibles de Gabriel García Márquez a 6 años de su muerte - Infobae

Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου του 1927 στην Αρακατάκα, ένα παραλιακό χωριό της Κολομβίας, όπου μεγάλωσε κοντά στους παππούδες του από τη μεριά της μητέρας του. Το 1947 άρχισε στο Πανεπιστήμιο της Μπογκοτά τις σπουδές του στα νομικά και τις πολιτικές επιστήμες και τον ίδιο χρόνο η εφημερίδα Ελ Εσπεκταδόρ δημοσίευσε το πρώτο διήγημά του με τίτλο “Η τρίτη παραίτηση”. Το 1948 μετακόμισε στην Καρταχένα των Δυτικών Ινδιών κι εκεί άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα “Ελ Ουνιβερσάλ”. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά και εφημερίδες στην Αμερική και την Ευρώπη.
Το πρώτο μυθιστόρημά του, “Τα νεκρά φύλλα”, εκδόθηκε το 1955 και ακολούθησαν τα έργα “Κακιά ώρα”, “Ο Συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν να του γράψει” και “Η κηδεία της μεγάλης μάμα”. Το 1967 κυκλοφόρησε το έργο “Εκατό χρόνια μοναξιά”, μυθιστόρημα που αποκόμισε αμέσως τις θετικότερες κριτικές και κέρδισε το αναγνωστικό κοινό, καθιερώνοντας έτσι τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ως έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της εποχής μας.
Στο τεράστιο έργο του, που το 1982 του χάρισε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, συμπεριλαμβάνονται και τα μυθιστορήματα: “Το φθινόπωρο του Πατριάρχη”, “Χρονικόν ενός προαναγγελθέντος θανάτου”, “Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας”, “Δώδεκα διηγήματα περιπλανώμενα” και “Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων”. Επίσης έγραψε άρθρα σε περιοδικά, βιβλία με διηγήματα και κινηματογραφικά σενάρια.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή καθώς αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Πέθανε στις 17 Απριλίου 2014, σε ηλικία 87 ετών, στην Πόλη του Μεξικού όπου είχε εγκατασταθεί από το 1961.

Ο Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής γεννήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 1940 στη Χαλκίδα. Ο πατέρας του, ενεργό μέλος της Εθνικής Αντίστασης, εκτελέστηκε τον Απρίλιο του 1944. Αποφοίτησε από το Βαρβάκειο (1958), πέτυχε στις εισαγωγικές εξετάσεις για την Ανωτάτη Εμπορική (1958), αλλά δεν ολοκλήρωσε, εξαιτίας οικονομικών δυσκολιών, τις σπουδές του εκεί. Έγινε δεκτός στο Προπαιδευτικό Έτος της Σορβόννης και, μετά από εξετάσεις, εγγράφηκε στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης, όπου ολοκλήρωσε πτυχιακές σπουδές φιλολογίας και ιστορίας (1968). Το 1993, έγινε δεκτός στο Πανεπιστήμιο του Μονπελιέ Paul Valery (Montpellier III), όπου έλαβε μεταπτυχιακό δίπλωμα στα κλασσικά γράμματα (1995) και διδακτορικό δίπλωμα (1997, έδρα Αδαμάντιος Κοραής) για τη διατριβή του “Οι φιλόσοφοι της ελληνικής Αρχαιότητας και οι πηγές τους στα Δοκίμια του Μισέλ ντε Μονταίνι”. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1962. Έχει δημοσιεύσει μυθιστορήματα, νουβέλες και συλλογές διηγημάτων. Το 1995 αποκήρυξε ένα μέρος του συγγραφικού του έργου και επανεπιμελήθηκε τα μυθιστορήματα: “Σχόλια σχετικά με την περίπτωση”, “Στα ίχνη της παράστασης”, “Προς Οφρύνιο”, “Το άγαλμα”, “Το μήνυμα”, “Η πρόσοψη”. Οι έξι αυτοί τίτλοι συγκροτούν την ενότητα “Εξάμετρον”. Το δοκιμιακό έργο του αναφέρεται σε σύγχρονα προβλήματα, όπως η πολιτική του τρόμου στον 20ο αιώνα (“Ο Φεβρουάριος αιών”), η εξέλιξη της λογοτεχνίας από την Αναγέννηση ως τις μέρες μας (“Παραμύθι της λογοτεχνίας”), οι αλλαγές που κομίζει η τεχνολογία στην αντίληψη της προσωπικής και συλλογικής ιστορικής μνήμης (“Μνήμη και μνήμη”, “Εκτός πλαισίου”), η αντιμετώπιση του ερωτήματος τι; ως υποχρέωσης του σκέπτεσθαι (“Λόγος ερειπίων”). Οι μεταφράσεις του, από τα γαλλικά και ισπανικά, φέρνουν για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό τα πλήρη και σχολιασμένα κείμενα του Μισέλ ντε Μονταίνι (“Δοκίμια”), του Φρανσουά Ραμπελαί (“Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ”), του Ισπανού ιερωμένου και στοχαστή Μπαλτάσαρ Γκρασιάν (“Χρησμολόγιο και τέχνη της φρόνησης”, “Ο ήρωας”), του Πορτογάλου ποιητή Φερνάντο Πεσσόα (“Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καγιέιρο”), του Μεξικανού πεζογράφου Χουάν Ρούλφο (“Η πεδιάδα στις φλόγες”). Επιπλέον, μετέφρασε για το Θέατρο Τέχνης- Κάρολος Κουν το έργο του Ραμόν Μαρία δελ Βάγιε Ινκλάν “Θεϊκά λόγια”, το οποίο ανέβηκε στη σκηνή της οδού Φρυνίχου. Είναι ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, Ιππότης της Τάξης Τεχνών και Γραμμάτων της Γαλλίας, Ιππότης της Τάξης της Ισαβέλλας της Καθολικής (Ισπανία), μέλος της Ελληνικής Λέσχης Αστυνομικής Λογοτεχνίας και έχει τιμηθεί με β’ Kρατικό Bραβείο Mυθιστορήματος (1981). Συνεργάστηκε και συνεργάζεται με λογοτεχνικά έντυπα, αρθρογραφεί και παρουσιάζει βιβλία Ελλήνων και ξένων συγγραφέων και στοχαστών σε περιοδικά και εφημερίδες. Το 2015, δώρισε το προσωπικό αρχείο του (1955-2010), λογοτεχνικά και επιστημονικά βιβλία, ξένα περιοδικά και αντικείμενα τέχνης, στο Μουσείο Μπενάκη, τις συλλογές του λογοτεχνικών περιοδικών στην Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών-Μουσείο Σολωμού και βιβλία τέχνης στο υπό ίδρυση Μουσείο Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή στην Αθήνα. Είναι γνώστης της γαλλικής, της αγγλικής και της ισπανικής γλώσσας. Διατηρεί την ιστοσελίδα: www.philipdracodaidis.gr, όπου μπορεί κανείς ν’ αναζητήσει τις περιλήψεις, καθώς και χαρακτηριστικά αποσπάσματα των έργων του. (Πηγή: www.biblionet.gr)

Share this

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

Related Posts