ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Διάφανες ώρες στην Αττική του Μεσοπολέμου: Τα «μπεν μιξτ»

Share this
  • Του Γιώργου Τσακνιά*

Στο Φάληρο που πλένεσαι,
περιστεράκι γένεσαι.
Σε είδα χθες με το μαγιό,
γεια σου τσαχπίνα μου Μαριώ!
Στης θάλασσας την αμμουδιά,
με άλλον ήσουν αγκαλιά.
Κι εμένα ούτε μια ματιά,
δε μου ‘ριξες, σκληρή καρδιά…

—Μάρκος Βαμβακάρης, 1937—

Η φωτογραφία προέρχεται από το Φωτογραφικό Αρχείο του ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ και είναι τραβηγμένη στο Σούνιο, την Παρασκευή 19 Ιουνίου 1936. Εκείνη τη μέρα, οι Αθηναίοι και οι Αθηναίες είχαν έναν πρόσθετο λόγο να πάνε εκδρομή στο Σούνιο: την ευκαιρία να παρακολουθήσουν ένα σπάνιο αστρονομικό φαινόμενο, τη μοναδική ολική έκλειψη ηλίου του 20ού αιώνα που ήταν ορατή από την Ελλάδα. Την επόμενη μέρα, οι εφημερίδες περιέγραφαν πώς οι κάτοικοι της Αθήνας κατέφυγαν μαζικά στους λόφους της πόλης (Λυκαβηττό, Φιλοπάππου, Τουρκοβούνια), ενώ όσοι είχαν τη δυνατότητα προτίμησαν τις παραλίες. Σε ξενοδοχείο του Σουνίου εξάλλου είχαν καταλύσει και τα μέλη της αυστριακής και της ιταλικής επιστημονικής αποστολής, με σκοπό ακριβώς να παρατηρήσουν το φαινόμενο. Η έκλειψη ήταν ορατή από την Ελλάδα, την Τουρκία, την ΕΣΣΔ, την Κίνα και την Ιαπωνία, ενώ το φαινόμενο έφτασε στη μέγιστη διάρκειά του (151 δευτερόλεπτα, δηλαδή 2:31) στο Μπρατσκ της Σιβηρίας. Ιδού πώς καταγράφηκε η έκλειψη στον ημερήσιο τύπο:

Η παρέα της φωτογραφίας, ωστόσο, δεν πήγε στο Σούνιο μόνο για την έκλειψη. Άντρες και γυναίκες στέκουν και κοιτούν  τον φακό σχεδόν αγκαλιασμένοι, φορώντας τα μαγιό τους. Κι όμως, η φωτογραφία αυτή δέκα χρόνια νωρίτερα θα ήταν αδιανόητη. Ας κάνουμε λοιπόν μια αναδρομή στα μεικτά λουτρά —δηλαδή απλώς στη δυνατότητα ανδρών και γυναικών να κολυμπούν παρέα και όχι χωριστά—, τα διαβόητα «μπεν μιξτ», η καθιέρωση των οποίων σκανδάλισε και υπήρξε μέγα ζήτημα (ή, τέλος πάντων, ζήτημα) για την αθηναϊκή κοινωνία, στις αρχές του εικοστού αιώνα.

O TEMPORA, O MORES!

Τη μόδα του μπάνιου στην Αττική την ξεκίνησε η βασίλισσα Αμαλία, που πήγαινε τακτικά στο Παλαιό Φάληρο· σύντομα άρχισαν να ακολουθούν το παράδειγμά της μέλη της «καλής κοινωνίας» των Αθηνών. Γύρω στο 1850 δημιουργήθηκαν στο Πασαλιμάνι οι πρώτες υποδομές για θαλάσσια λουτρά — βεβαίως χωριστά για τις γυναίκες και τους άντρες[1].

Στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα, η συνήθεια των θαλάσσιων λουτρών είναι πλέον δημοφιλής και φαίνεται πως αρκετοί κάτοικοι της Αττικής συχνάζουν το καλοκαίρι λιγότερο στον Πειραιά και στο Φάληρο και περισσότερο σε άλλα σημεία της ακτογραμμής του Σαρωνικού. Ειδικά για «τα Φάληρα» (Παλιό και Νέο) στα τέλη του 19ου και στις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, διαβάστε το άρθρο της Ματθίλδης Πυρλή στο blog του Φωτογραφικού Αρχείου του ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ.

Παλαιό Φάληρο, Μάιος 1911.
Δεξιά, με το ριγέ μαγιό, ο Νικόλας Κάλας. Στο βάθος, τα λουτρά.
Φωτογραφικό Αρχείο ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ

Παλαιό Φάληρο, 1916.
Στο βάθος, τα λουτρά.
Φωτογραφικό Αρχείο ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ

Όσο αυξάνονται οι λουόμενοι, τόσο πιο δύσκολο είναι να διατηρηθεί το «απαρτχάιντ» μεταξύ των δύο φύλων — γυναίκες και άνδρες απαγορεύεται να συναντηθούν είτε στην παραλία είτε στη θάλασσα. Ο τύπος επισημαίνει την ανάγκη για έφιππες περιπολίες χωροφυλάκων[2], ενώ το λιμενικό τοποθετεί ναύτες σε κρίσιμα σημεία προκειμένου να ελέγχουν την τήρηση της ηθικής τάξεως, αλλά και καθιερώνει περιπολίες με πλωτά μέσα[3], ώστε να σταματήσουν οι δήθεν τυχαίες συναντήσεις στα βαθιά.

Τα μπεν μιξτ ωστόσο συζητιούνται στους αστικούς κύκλους —την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων δημιουργήθηκε και κίνημα με στόχο να επιδιώξει την επίσημη νομιμοποίησή τους[4]— και αποτελούν αγαπημένο θέμα των χρονογράφων των εφημερίδων καθώς και των επιθεωρήσεων. Το καλοκαίρι του 1916 (στις 5 Ιουλίου), το αντιβενιζελικό Εμπρός του Δ. Καλαποθάκη ειρωνεύεται την απαγόρευση:

Περίπου ένα μήνα αργότερα, στις 10 Αυγούστου, η εφημερίδα επανέρχεται και επισημαίνει ότι ήδη αρκετοί αψηφούν την αστυνομική διάταξη, αλλά και ότι γίνονται οι σχετικές προσαγωγές:

Τις ίδιες μέρες (14/7), από την πρώτη σελίδα της ίδιας εφημερίδας, ο Σπύρος Μελάς με το ψευδώνυμο Φορτούνιο καταπιάνεται γενικά με το ζήτημα της αστυνόμευσης της «ηθικής τάξεως» από χωροφύλακες και με την υπερβάλλουσα καχυποψία για το «ηθικό ποιόν» των γυναικών:

Όλο και περισσότερες «μεικτές» παρέες λοιπόν τολμούν να πηγαίνουν για μπάνιο τη νύχτα ή και τη μέρα, αρχικά στις πιο απόμερες παραλίες, πέρα από το Καλαμάκι προς Βούλα και Βουλιαγμένη, ο δρόμος προς τις οποίες ήταν δύσβατος, και προς την άλλη κατεύθυνση στην περιοχή του Σκαραμαγκά.

Το 1926 φαίνεται πως υπάρχουν μερικές εγκαταστάσεις «λουτρών» που ανταγωνίζονται μεταξύ τους — όχι πάντοτε υγιώς αν πιστέψουμε την Εστία (φύλλο της 26ης Ιουλίου):

:

Εκείνη τη χρονιά εξάλλου διαβάζουμε στο Έθνος (13/5/1926) για πρόσκληση της αστυνομίας προς όλους τους υπευθύνους λουτρών στα Φάληρα και στις Τζιτζιφιές προκειμένου να συνεννοηθούν για τις τιμές αλλά και τις προδιαγραφές:

Φαίνεται πως τα μπεν μιξτ νομιμοποιήθηκαν εκ των πραγμάτων και καθιερώθηκαν προς τα τέλη της δεκαετίας του 1920, κατά πάσα πιθανότητα το 1927. Την ίδια πάνω κάτω εποχή, ειδικά ενδύματα για λουομένους, «μπανιερά ή μαγιό» για άντρες και γυναίκες, αντικαθιστούν τις αυτοσχέδιες εμφανίσεις με εσώρουχα, μεσοφόρια, νυχτικιές κ.ά. Ήδη στις 19 Ιουλίου του 1927, η εφημερίδα Πρωία, στη «στήλη διά τας κυρίας» την οποία υπογράφει η «Femina» —άγνωστο αν συντάκτης ήταν όντως γυναίκα—, παρουσιάζει το γυναικείο «κοστούμι της πλαζ». Έτσι είναι το mot d’ordre που μας έρχεται από τας λουτροπόλεις της Ευρώπης:

Στις 24 Ιουλίου του 1927, στην Κυριακή του Ελευθέρου Βήματος δημοσιεύεται χρονογράφημα «ενός λουομένου Αθηναίου» με τίτλο: «Τα μπαιν-μιξτ στο Καλαμάκι». Το κείμενο ξεκινά με τη διαπίστωση ότι τα μπεν μιξτ αποτελούν πλέον πραγματικότητα:

Επέρασε πια η εποχή που τα μπαιν-μιξτ κατεδιώκοντο από την αστυνομίαν, που οι τολμώντες να λούωνται μαζί με τα θήλεα διεπομπεύοντο και ωδηγούντο στο πταίσμα. Πάει πια η καταδίωξις των μικτών λουτρών.

Τώρα ολόκληρη η παραλία του Σαρωνικού, εκτός των Φαλήρων και του Πειραιώς, είνε μια απέραντη πλαζ μπαιν-μιξτ. Από τον Πειραιά έως του Σκαραμαγκά και από το Παληό Φάληρο έως τη Βουλιαγμένη!

Αλλά τα ζωηρότερα, τα πιο όμορφα ως θέαμα μπαιν-μιξτ, ακόμη και τα πιο κοσμικά, είναι του Καλαμακιού — εκεί στο άκρον του Παληού Φαλήρου. […] Ελάτε λοιπόν να χαιρετήσωμεν την ωραίαν επανάστασιν. Τα μπαιν-μιξτ είνε πλέον γεγονός. Η αμμουδιά του Καλαμακιού έχει πλέον μεταβληθή σε μίαν απέραντον πλαζ, όπου χιλιάδες πολύχρωμα μαγιό και μπουρνούζια όλων των ειδών λαμπυρίζουν.

Τ’ αυτοκίνητα σταματούν, γυναίκες και άντρες κατέρχονται, στήνονται προχείρως τεράστιες ομπρέλλες και άλλα κομψά παραπήγματα, και αμέσως η φτωχή παραλία μεταβάλλεται εις Κοτ ντ’Αζύρ. […] Η θριαμβευτική είσοδος των μπαιν-μιξτ είχε και τ’ απρόοπτά της. Πολλοί συνοδοί αβρών πλασμάτων ευρήκαν την ευκαιρίαν να… παρεξηγηθούν με τους θαρραλεωτέρους κολυμβητάς, που απεπειρώντο να αστειευθούν κάπως ζωηρότερον. Το φιλότιμο ήστραψε και πάλιν, αλλά τα νεύρα κατηυνάζοντο ευχερώς, με μίαν τολμηράν ψυχρολουσίαν. 

Άλλοι πάλι, πλατωνικώτεροι εις τας εκδηλώσεις των, συνελήφθησαν κρυφοκυττάζοντες εις τ’ αποδυτήρια των κολυμβητριών. Εννοείται ότι αυτοί εχειροτονήθησαν.

Το άρθρο, το οποίο υπογράφει ο «Κυριακάτικος», εικονογραφούν δύο σχέδια του Μάριου Αγγελόπουλου — ζωγράφου, σκηνογράφου, ενδυματολόγου, σκηνοθέτη, θεατρικού συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή του Λόρκα:

ΔΙΑΦΑΝΕΣ ΩΡΕΣ

Στις 7 Αυγούστου του 1927, η Κυριακή του Ελευθέρου Βήματος φιλοξενεί ένα άρθρο του συγγραφέα Κώστα Ουράνη με τίτλο: «Τα μπαιν-μιξτ κατά μήκος της φαληρικής ακρογιαλιάς. Άλλοτε και τώρα». Εδώ αποτυπώνεται η ιστορία των «μεικτών λουτρών» αλλά και οι συνθήκες που επέτρεψαν την τεράστια αυτή αλλαγή στα ήθη. Είναι ένα κείμενο άκρως διαφωτιστικό για την αθηναϊκή κοινωνία του Μεσοπολέμου, ιδίως για τη σχέση των δύο φύλων, καθώς και για τις μεγάλες αλλαγές στα ήθη οι οποίες συντελέστηκαν εκείνη την τόσο αντιφατική και γόνιμη περίοδο. Αξίζει να το παραθέσουμε ολόκληρο:

Θυμάμαι τα Φαληρικά λουτρά προ του πολέμου [4]… Το κράτος διά των επισήμων αντιπροσώπων του ζούσε τότε με τη φροντίδα της διατηρήσεως «των αγνών ελληνικών ηθών». Ο περιούσιος λαός έπρεπε να μείνη άθικτος από την ευρωπαϊκή διαφθορά, μία από τις εκδηλώσεις της οποίας ήταν και τα «μπαιν-μιξτ». Για το ακριβέστερο, τα μπαιν-μιξτ ήσαν το σύμβολο και η απτή εικόνα του ευρωπαϊκού εκφυλισμού επειδή εγίνονταν υπό το φως της ημέρας, ό,τι πλέον ξετσίπωτο είχε επινοηθή για να προσβάλη «την δημοσίαν αιδώ». Μια τέτοια μόδα να εγένετο ασπαστή κι από μας — και είμαστε χαμένοι και ως άνθρωποι, και ως κράτος, και ως φυλή. Γι’ αυτό και το κράτος είχε λάβει δρακόντια μέτρα όπως αποτρέψη μια τέτοια μόλυνσι. Τα λουτρά του Φαλήρου ήσαν δύο μεγάλα ξύλινα παραπήγματα τα οποία υψώνονταν πάνω σε πασσάλους επί των νερών της ακτής, σκυθρωπά και πένθιμα ως φυλακές.  Στο ένα ελούζονταν οι άνδρες· στο άλλο οι γυναίκες. Μία σεβαστή απόστασι τα εχώριζε, όπως το Ρίον από το Αντίρριον. Οι άνθρωποι που κατέβαιναν να λουστούν σ’ αυτά ήσαν ελάχιστοι, τόσον γιατί ο Έλλην δεν ησθάνετο ιδιαιτέραν κλίσι για τα νερά όσο και γιατί το πράγμα εστερείτο διασκεδάσεως. Οι λουόμενοι είχαν την εντύπωσι ότι ήσαν λεπροί. Ήταν αυστηρώς απαγορευμένο να βγάζουν τη μύτη τους έξω από τους πασσάλους που έφραζαν τον χώρο του λουτρού τους, ως να υπήρχε κίνδυνος να μεταδώσουν καμμιά φρικώδη επιδημία. Βλοσυροί χωροφύλακες της εποχής εκείνης, τοποθετημένοι κατά διαστήματα εις την ακτήν, επέβλεπαν με την πιο σαδιστική απηνότητα όμως μη προβάλη έξω από τον κλειστό χώρο κανένα σώμα και πλησιάσουν τα δύο φύλα το ένα στο άλλο. Αλλοίμονο δε εάν κανείς «ανήθικος» είχε την τόλμη, παραβαίνοντας τις διατάξεις του κράτους, να πλησιάση προς το παράπηγμα όπου ελούοντο «αι μητέρες, αι αδελφαί και αι σύζυγοι» του αγνού ελληνικού λαού. Οι χωροφύλακες έβαζαν κραυγές, εσφύριζαν με τις σφυρίχτρες τους, συνελάμβαναν τον σάτυρον και εάν ήσαν εφοδιασμένοι και με γκράδες θα τον πυροβολούσαν χωρίς να δοκιμάσουν γι’ αυτό την παραμικρότερη τύψι συνειδήσεως…

Α!… ήταν μια πολύ μελαγχολική εποχή εκείνη… Ελκυόμενοι από το ένστικτο αλλά κρατούμενοι εις απόστασι μεταξύ των από τις προλήψεις, τις κουμπούρες των αδελφών, τους χωροφύλακες και το κράτος, οι Έλληνες και οι Ελληνίδες εμαραίνονταν χωρίς να γνωρίσουν καμμία ποτέ άνοιξι στη ζωή τους. Θυμάστε; Τα καφενεία ήσαν γεμάτα από ανθρώπους που έστριβαν μελαγχολικά τα μουστάκια τους στους καναπέδες ή χτυπούσαν λυσσωδώς τα κόκκαλα του ταβλιού ως για να καταπνίξουν με τον κρότο τους «τη φωνή των σειρήνων»… Οσάκις δε μία γυναίκα έμπαινε κάποτε σ’ ένα κέντρο, προασπιζομένη από τη σωματοφυλακή ολοκλήρου του συμπλέγματος των συγγενών της, τι συγκίνησι ήταν εκείνη, θεέ μου, τι συγκίνησι. Τα σβησμένα μάτια των ανδρών άστραφταν, οι άκρες των μουστακιών ανορθούντο, το αίμα κυλούσε ταχύτερα, η καρδιά έπαλλε δυνατώτερα — ως καθένας να είχε δεχτεί εκείνη τη στιγμή μια ένεσι καφεΐνης… Αλήθεια, ήταν μια πολύ μελαγχολική εποχή εκείνη…

Πρέπει —σοβαρώς— να οφείλουμε χάριτες στον πόλεμο για την τεράστια αναστάτωσι που έφερε στα ήθη μας. Ναι, ξέρω: τα άθλια οικονομικά μας, τα στρατιωτικά κινήματα, η ακρίβεια της ζωής, η διαφθορά των χαρακτήρων και των συνειδήσεων… Αλλά επλησίασε τον άνδρα και τη γυναίκα — κι αυτό είνε ένα καλό ανεκτίμητο. Οι Φαρισαίοι θα μου ρίξουν πέτρα αναθέματος. Πώς τολμώ να κάνω μια τέτοια διαβεβαίωσι και να υποστηρίξω μια τέτοια «έκλυσι των ηθών» όπως αυτή εμφανίζεται σήμερα — στα μάτια τους. Δεν μιλώ όμως προς τους Φαρισαίους, «τα ξερά αυτά κλαδιά μέσα στο φουντωμένο δάσος της ζωής» όπως λέει ο ποιητής. Συλλογίζουμαι αυτή τη στιγμή όλους τους νέους και όλες τις νέες της μεταπολεμικής εποχής και τους μακαρίζω και τους χαίρουμαι που δεν εγνώρισαν «το ξεροψήσιμον εις σιγανήν φωτίαν», όπως λέει ο Πτωχοπρόδρομος, και τον καθημερινό, επί χρόνια, μαρασμό των ορμών τους, των χυμών τους, της πηγής της χαράς που ξεπετιέται με το νεαρό αίμα από την καρδιά… Κυττάξτε τη γενεά που βγήκε μετά τον πόλεμο: είνε μία γενεά χαρούμενη. Δε γράφει ποιήματα, δε διαβάζει «σκαλαθύρματα», δεν ρεμβάζει — αλλά ζη. Αισθάνεται κανείς γύρω του σήμερα τη Ζωή, χιλιότροπη αλλά εξ ίσου δυνατή, να τον χτυπάη από παντού με τα ορμητικά της κύματα. Όσοι δεν είνε καθυστερημένοι κι όσοι δεν μαράθηκαν ακόμα τελειωτικά, τον νοιώθουν τον ανοιξιάτικο αυτόν οργασμό της σημερινής ζωής, παρ’ όλες τις δυσκολίες που έφερε ο πόλεμος. Κι αυτό γιατί ο φράχτης των κοινωνικών προλήψεων και του πουριτανισμού έπεσε και τα δύο φύλα επλησίασαν το ένα το άλλο…

Θυμάμαι το στίχο ενός Ρώσσου ποιητού. Καθισμένος στο παράθυρό του κυττάζει έξω προς τον κόσμο, το φως και τη ζωή κι όλα του φαίνονται σαν να ’χουν μια καινούργια έννοια και μια μορφή γιορταστική. Και σκύβοντας προς κάποια παιδάκια που παίζουν, τους φωνάζει, γεμάτος από το πλούσιο και μεγάλο αυτό κοσμογονικό συναίσθημα: «Παιδιά, τι χιλιετηρίδα είνε σήμερα έξω;». Κάτι τέτοιο ανάλογο νοιώθει ο Έλληνας, που έρχεται από τα ξένα αντικρύζοντας σήμερα την καλοκαιρινή ζωή που σφριγάει στο Φάληρο.

Εκεί όπου πρώτα εκάμμυον βλοσυρώς τα μάτια τους οι βρωμεροί χωροφύλακες «επί των ηθών», στην ωραία ακτή που μόνο πήγαιναν μερικοί ν’ αυτοκτονήσουν, εκεί όπου βασίλευε άλλοτε η ερημιά και μόνο, κάποτε, ένας όμιλος «γλεντζέδων» θρηνολογούσε παράτονους αμανέδες και ρωμαντικές εκκλήσεις προς την σελήνην, σήμερα — είνε σαν ένα απέραντο πολύχρωμο και χαρωπό παρτέρ ζωής… «Τι τον ξαφνίζει και παραληρεί;», θα διερωτηθούν μερικοί Φαρισαίοι. «Δύο-τρία ντάνσινγκ, μερικές δεκάδες ξύλινων παραγκών, τα πολύχρωμα ηλεκτρικά λαμπιόνια τα οποία είνε θλιβερώς κρεμασμένα κατά μήκος ελεεινών πασσάλων, οι πωληταί των γιασεμιών και οι βραχνοί φωνογράφοι;» Βέβαια όχι. Όλα αυτά είνε, απεναντίας, ό,τι «ρωμαίικο» συναντάει κανείς ακόμα στο Φάληρο, ό,τι υπάρχει ακόμα για να δείχνη πως η Φαληρική πλαζ απέχει ακόμα πολύ από το να συγκριθή, όχι με τη Ντωβίλ βέβαια ή το Μπιαρίτς, αλλά και με τις δευτερεύουσες ευρωπαϊκές λουτροπόλεις. Τα μεγάλα ξενοδοχεία, οι κομψές πανσιόν, τα πράα πάρκα, οι ωραίοι δρόμοι, τα πλούσια κέντρα, τα καταστήματα με τις ελκυστικές βιτρίνες, οι πλατειοί περίπατοι, κάθε τι που δίνει στις ευρωπαϊκές λουτροπόλεις ένα χαρακτήρα αρχοντιάς, ανέσεως, πολιτισμού και ωμορφιάς, λείπει ακόμα. Είμαστε ακόμα στα τζιεράκια, στην παράγκα, στα τραπεζάκια τα τοποθετημένα ρωμαντικά παρά τα κύματα, στους φυστικάδες, στην εκμετάλλευσι, στη Λουτσία ντε Λαμερμούρ του φωνογράφου, στα γκαρσόνια που βρωμούν εξ αποστάσεως. Αλλ’ όλα αυτά θα λείψουν σύντομα, είμαι βέβαιος, γιατί η ώθησι δόθηκε πια από την εποχή μας, γιατί ο κόσμος τρέχει προς το Φάληρο και γιατί ο κόσμος αυτός είνε ζωντανός και δε μοιάζει τον προπολεμικό ο οποίος εχασμουριότανε εμπρός σ’ ένα καφέ ή μια φούχτα φυστίκια. Η μεγαλύτερη ζωή και το μεγαλύτερο μέλλον περιμένουν τη Φαληρική ακτή γιατί έγινε αυτό το θαύμα: γιατί έπεσε ο φράχτης που κρατούσε μακριά τη γυναίκα από τον άνδρα…

Ντωβίλ, Μπιαρίτς, Οστάνδη
(από το βιβλίο της Μάρως Καρδαμίτση-Αδάμη, Μπαιν-μιξτ, καλοκαίρι στην Αθήνα,
έκδοση του περιοδικού Συλλογές, Αθήνα 1994).

Ό,τι κάνει την ωμορφιά και τη χαρά του Φαλήρου σήμερα είνε οι χιλιάδες των ανδρών και των γυναικών που συνευρίσκονται καθ’ όλον το μήκος της ακτής του, τα βράδια στα ντάνσινγκ και τα εστιατόρια, το πρωί στα μπαιν-μιξτ. Θα ήθελα να ξέρω ποιοι ήσαν οι πρώτοι που εισήγαγαν τα μπαιν-μιξτ στην Ελλάδα και ποίος ο πρώτος διευθυντής της αστυνομίας που τα ηνέχθη. Θα έπρεπε να τους ανεγερθούν αγάλματα γιατί μας εξημέρωσαν, μας ωμόρφηναν τη ζωή και της έδωσαν τη χαρά που οι περασμένες γενεές δεν εγνώρισαν. Οι μικρότερες αιτίες έχουν τα σοβαρώτερα πολλές φορές αποτελέσματα και όπως δεν είνε και τόσο ανόητο όσο φαίνεται το να πιστεύωμεν ότι η εξέλιξις του κόσμου θα ήταν διάφορη εάν η μύτη της Κλεοπάτρας ήταν μικρότερη ή μεγαλύτερη, έτσι δεν είνε παράλογο να υποστηρίξουμε ότι τα μπαιν-μιξτ και τα ντάνσινγκ μετατρέπουν μέρα με την ημέρα τη νεοελληνική φυλή και έκαναν γι’ αυτή πολλά περισσότερα απ’ όσα έκαναν —ή δεν έκαναν— εκατό χρόνια ανεξαρτησίας.

Πριν από αυτά ελυώναμε όλοι μας με τη σκέψι και τον πόθο του ετέρου φύλου. Η στέρησι κάθε επαφής, ψυχικής, σωματικής ή και φιλικής, μας έκανε νευρασθενικούς, μελαγχολικούς, ρεμβώδεις, κατηφείς, δυστυχισμένους. Εζούσαμε καιόμενοι από πόθους και πνίγοντες μέσα μας κάθε πόθο. Μας έλειπαν από τη ζωή όλα εκείνα τα ωραία στοιχεία που φέρνει η γυναίκα και που είνε όλα στοιχεία δυναμικά, στοιχεία ζωής: το κέφι, τη χαρά, την ικανοποίησι, τη διάθεσι προς εργασία, το διαρκές φρεσκάρισμα του μυαλού μας και της ψυχής μας. Μη έχοντες στη ζωή μας τη γυναίκα, την εσκεπτόμαστε πάντα, την εκυνηγούσαμε εις το βιβλίο, εις το θέατρο, εις τον κινηματογράφο, η φαντασία μας ωργίαζε μ’ αυτήν, τα μάτια μας έκαιγαν από φλόγες όταν ετύχαινε να ιδούμε ένα τέταρτο της κνήμης της κι έτσι, σκεπτόμενοι αυτήν διαρκώς, δεν είχαμε ούτε καιρό ούτε διάθεσι να σκεφτούμε τίποτα άλλο. Παρόμοιο μαρτύριο μόνο οι ερημίτες των πρώτων χριστιανικών χρόνων είχαν γνωρίσει — αλλ’ αυτοί τουλάχιστον πίστευαν στην σωτηρία της ψυχής…

Σήμερα, χάρις στα μπαιν-μιξτ, χάρις στα ντάνσινγκ, χάρις εις την επαφή των δύο φύλων, ο νεοέλλην, το δυστυχισμένο αυτό πλάσμα, αρχίζει να ζη. Βλέπω όλους αυτούς τους ανθρώπους που λούζονται στις φαληρικές ακτές, που ανεβοκατεβαίνουν με τα αγοραία αυτοκίνητα, που πλημμυρίζουν τα κέντρα και τις εξοχές. Ο παλαιός πόθος δεν καίει και δεν στεγνώνει πλέον το πρόσωπό τους. Τα μάτια που εκύτταζαν λοξά και που ξέντυναν διά της βοηθείας της φαντασίας τη γυναίκα που αντίκρυζαν είνε γεμάτα ζωή. Η μελαγχολία που τους διέκρινε από τους άλλους λαούς εχάθηκε. Στη μορφή τους απλώθηκε το ημέρωμα, στην ψυχή τους υπάρχει χαρά. Η γυναίκα μπήκε στη ζωή τους…

Εάν υπάρχει κάτι που ημερώνει, που εκπολιτίζει, που κινεί κατά χίλιους δημιουργικούς τρόπους τη ζωή είνε αυτό: η επαφή των δύο φύλων, η κοινή ζωή μεταξύ των δύο φύλων. Έχοντας τη γυναίκα στο πλευρό μας, γύρω μας, επικοινωνώντας μ’ αυτή κάθε μέρα, παύουμε επί τέλους να σκεφτόμαστε μόνο αυτήν και μπορούμε να σκεφτούμε και κάτι άλλο. Αντιλαμβάνεσθε πόσο σημαντικό είνε αυτό και πόσο απέχει της «διαφθοράς» που προκηρύσσουν μερικοί; Βλέπω όλον αυτόν τον κόσμο στα μπαιν-μιξτ του Φαλήρου, όταν είνε μέσα στα νερά, όταν βγαίνουν απ’ αυτά. Τα μάτια όλων έχουν τόσο εξοικειωθεί με το θέαμα των γυναικών, ώστε κανείς πια να μη δίδη την παραμικρότερη προσοχή στα πράγματα αυτά που σ’ άλλη εποχή, εάν ετύχαινε να τα ιδή για μια φορά, θα τον έκαναν δυστυχισμένον επί ολόκληρες εβδομάδες. Άνδρες και γυναίκες μπαινοβγαίνουν στα νερά, ξαπλώνονται στον άμμο, παίρνουν το ούζο τους με το κοστούμι του μπάνιου στις παράγκες της ακτής, γελούν, αστειεύονται, χαίρουν, χωρίς να ταλανισθούν ούτε στιγμή από το δάγκαμα του πόθου. Όλοι αυτοί δεν είνε μόνο απελευθερωμένοι άνθρωποι, είνε ελεύθεροι άνθρωποι, γιατί ξεπέρασαν και αυτή τη γαλήνη που δίνει η δυνατότης της ικανοποιήσεως και έφτασαν στη γαλήνη της εξοικειώσεως και της φιλικής συμβιώσεως μεταξύ των, άνδρες με γυναίκες…

Κι έτσι η απέραντη φαληρική ακτή είναι σήμερα γεμάτη ανθρώπους οι οποίοι, ξεχνώντας τις φροντίδες της καθημερινής ζωής και γαληνεμένοι από τις παλαιές «πονηρές» σκέψεις, περνούν τις ώρες εκείνες που είνε σαν ένα απαλό, ξεκουραστικό χάδι στη ζωή του ανθρώπου, ώρες ευτυχισμένες γιατί δεν έχουν καμιά ιστορία. Μια εύθυμη παρέα εδώ, ένα αργυρό γέλιο, γυναίκες πιο πέρα, ένα τάνυσμα του σώματος κάτω από τα πεύκα, ένα παιχνίδι μέσα στα νερά, μία σιγανή κουβέντα που σβήνει μέσα στη θεία γαλήνη της ημέρας, ένα τραγούδι που σταματάει πριν τελειώση — και γύρω η διάφανη ατμόσφαιρα της Αττικής, η φωτεινή πρασινάδα των πεύκων, το όνειρο του ουρανού και το ήσυχο ξεψύχισμα των κυανών νερών. Υπάρχουν άπειρες λουτροπόλεις στον κόσμο. Θυμάμαι την κοσμικότητα του Ντωβίλ, την χαρωπή κίνησι του Σαν Σεμπαστιάν, τη μελαγχολική γλυκύτητα των ακτών της Βρεττάνης, τον κοσμοπολιτικό χαρακτήρα της Οστάνδης. Πουθενά όμως, όπως στο Φάληρο, καθώς εξελίσσεται σήμερα, και με τη συντροφιά γλυκών γυναικών ή και μόνο το θέαμά τους, δεν ένοιωσα τη μαγεία των ωρών που περνούν σαν να πατούν στις άκρες των ποδιών τους, των ωρών που είνε διάφανες όπως ο ουρανός και που δεν έχουν περισσότερο βάρος παρ’ όσο ο ίσκιος ενός συννέφου που περνάει πάνω από ακίνητα νερά…

Βλέπουμε λοιπόν ότι το καλοκαίρι του 1927 παρουσιάζεται από τον τύπο της εποχής ως ορόσημο για τα μπεν μιξτ, για τα «ήθη της παραλίας», αλλά και για τα ήθη γενικώς. Ας μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε ακριβώς ένα χρόνο μετά τη δικτατορία του Θεόδωρου Πάγκαλου (ανετράπη από τον Κονδύλη τον Αύγουστο του 1926), καθεστώς που έχει μείνει στην ιστορία, μεταξύ άλλων, για την περίφημη αστυνόμευση του μήκους της γυναικείας φούστας — μέτρο ήδη εντελώς παρωχημένο τότε και, ως εκ τούτου, βραχύβιο.

Το επόμενο καλοκαίρι, στις 11 Ιουνίου 1928, διαβάζουμε στην Πρωία ότι η Γλυφάδα […] με τας σκηνάς και τας πολυχρώμους ομβρέλλας αρχίζει κάπως να δικαιολογή τον τίτλον της ευρωπαϊκής πλαζ:

Δύο βδομάδες αργότερα (24/6) βρίσκουμε, πάντα στις σελίδες της Πρωίας, διαφημιστική καταχώριση για ελληνικής κατασκευής «κοστούμια μπάνιου μάλλινα»: Έχομε τα ωραιότερα και ευθηνότερα Μάλλινα Μπανιερά:

Στο σημείο αυτό, μια μικρή παρέκβαση, προκειμένου να απολαύσουμε αναλυτικό φωτορεπορτάζ σχετικά την εξέλιξη των γυναικείων μαγιό παγκοσμίως, από το πρώτο τεύχος του περιοδικού Οικογένεια (22 Ιουλίου 1953):

Το 1929, η δημοφιλία των μπεν μιξτ εμπνέει ένα ευθυμογράφημα του Δημήτρη Ψαθά, ο οποίος, γεννημένος το 1907 στην Προύσα (με καταγωγή από την Τένεδο), είχε έρθει στην Αθήνα το 1923 και από το 1925 συνεργαζόταν με το Ελεύθερον Βήμα. Στο φύλλο της 19ης Ιουνίου, ο νεαρός Ψαθάς γράφει με ψευδώνυμο μ. μ. ψαθ.:

Το καλοκαίρι του 1929, το Ελεύθερον Βήμα δεν χάνει ευκαιρία να δημοσιεύει φωτορεπορτάζ από τη φαληρική ακτή και τα μπεν μιξτ (βλέπουμε λοιπόν ότι τα ρεπορτάζ των τηλεοπτικών καναλιών από τις παραλίες της Μυκόνου κάθε καλοκαίρι δεν πρωτοτυπούν). Τις ίδιες μέρες, συναντάμε στις σελίδες της εφημερίδας και διαφημίσεις οργανωμένων πλαζ, που διαφημίζουν «τα καθαρώτερα νερά»:

Στις 14 Ιουλίου του 1929, συναντάμε τον όρο «μπαιν-μιξτ» σε μια φωτογραφία που κοσμεί το πρωτοσέλιδο της Πρωίας, η οποία την περίοδο εκείνη δημοσίευε πάνω από τον κύριο τίτλο της δύο ή τρεις φωτογραφίες με εντυπωσιακά θέματα από όλο τον κόσμο:

Το καλοκαίρι του 1930, ο Νίκος Γιοκαρίνης [6] δημοσιεύει σειρά άρθρων στην Πρωία με γενικό τίτλο «περίπατοι εις την Αττικήν παραλίαν». Για τους Πειραιώτες αναρωτιέται πού κάνουν μπάνιο, αν κάνουν μπάνιο (στη Φρεαττύδα ή στο Φάληρο) και περιγράφει γλαφυρά το ποδόσφαιρο που παίζουν με πάθος τα πειραιωτάκια πλάι στη θάλασσα. Από την εικονογράφηση των σχετικών χρονογραφημάτων του (δυστυχώς ο εικονογράφος δεν κατονομάζεται) δεν λείπει και η καταγραφή της δόλιας μάνας που, αντί να απολαμβάνει το μπάνιο της, ασχολείται με το παιδί της:

Στο χρονογράφημα της 8ης Ιουνίου 1930 με τίτλο «Γλυφάδα, η αμμουδιά του πολιτισμού», ο Γιοκαρίνης γράφει:

Εις την λείαν αμμουδιάν της Γλυφάδας ετσακίσθη η τελευταία ηλιθία συντηρητικότης που είχεν εκβαρβαρώσει τα παληά μας χρόνια. Η βάρκα του ναύτη ο οποίος εσφύριζεν εις τους κολυμβητάς όταν επλησίαζαν τις κολυμβήτριες με τις μεγάλες νυχτικές και τα δαντελλωτά σκουφάκια θα μείνη ως ανάμνησις του κακού καιρού, όταν ημείς οι άνδρες ισχυριζόμεθα ότι «θα κόψωμεν τα ποδάρια» των γυναικών και των κοριτσιών της οικογενείας μας εάν εφανερώνοντο εις κοινόν θέαμα. Η αμμουδιά της Γλυφάδας εξεπολίτισε τις αγριωπές αντιλήψεις μας και επείσθη επιτέλους ο κόσμος μας ότι μία γυναίκα είνε ασκανδάλιστον πλάσμα του Δημιουργού όταν δεν κρύβεται.

Εις την πλαζ της Γλυφάδας ο πολιτισμός αυτός εκυριάρχησε. Βλέπετε τους άνδρας να αρέσκωνται εις την θέαν ωραίων σωμάτων γυναικείας πλαστικότητος, αλλά θα πιστοποιήσετε κάτι το αξιοθαύμαστον διά την φυλήν μας. Ένας λόγος πειρακτικός δεν βγαίνει από τα χείλη των ανδρών και ο σεβασμός των προς την γυναίκα είνε τόσον αξιέπαινος και αξιοσημείωτος όσον και η αγάπη των προς το ωραίον.

Το θέαμα είνε από τα θελκτικώτερα. Η χαριτωμένη παρέλασις των λουομένων εις την αμμουδιάν, τα παιγνίδια μέσα εις την θάλασσαν, τα αγωνίσματα, τα ξεφωνητά, τα βρεξίματα, όλος αυτός ο κόσμος που χαίρεται την απλήν ζωήν των φυσικών ανθρώπων, μέσα εις ένα περιβάλλον αμοιβαίας συναδελφότητος, είνε η διαπίστωσις του υγιούς πολιτισμού. Το κέντρον εκεί είνε προσηρμοσμένον εις όλην την απότομον εξέλιξιν διά την οποίαν και είνε ο κύριος συντελεστής. Ο ανθών πλάι εις την αμμουδιάν, η ορχήστρα το απόγευμα, η περιποίησις, αι φροντίδες, η τάξις, δίδουν εις την Γλυφάδα την καλήν της εμφάνισιν και την αξίαν της. Και θα προοδεύη ακόμα καλύτερα και θα εξελιχθή, όταν εις την αμμουδιάν περιφέρωνται ολιγώτεροι άνθρωποι με ψαθάκια και σακκάκια και περισσότεροι κολυμβηταί. Λίγο περισσότερο κέφι, περισσοτέρα συναδέλφωσις και ολιγωτέρα βλοσυρότης, για να λείψη το μαράζι αυτό της ράτσας που δεν εννοεί να γελάση και να χαρή έστω και εμπρός εις τα πιο χαρούμενα πράγματα της ζωής της, όπως η [sic] λίγες στιγμές της λουτρικής Βαβυλωνίας στη Γλυφάδα.

Το παραπάνω κείμενο το εικονογραφεί μια εξαιρετική φωτογραφία της πλαζ της Γλυφάδας, στην οποία διακρίνεται πλήθος κόσμου με «ψαθάκια» ή με «μπανιερά», καθώς και το προαναφερθέν «κέντρον»:

ΕΠΙΛΟΓΟΣ: «ΕΛΛΑΔΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ Η ΑΘΗΝΑ»

Βεβαίως, ας μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για την Αθήνα και την Αττική. Στην ελληνική επαρχία τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά και τα «μεικτά λουτρά» άργησαν πολύ περισσότερο να γίνουν αποδεκτά. Θα κλείσουμε με ένα απόσπασμα από το υπέροχο διήγημα «Θερμά θαλάσσια λουτρά» του Ηλία Παπαδημητρακόπουλου, από το ομότιτλο βιβλίο [7]. Ο συγγραφέας, γεννημένος στον Πύργο Ηλείας το 1930, περιγράφει τα καλοκαιρινά μπάνια σε κάποια παραλία της Δυτικής Πελοποννήσου λίγο πριν από το τέλος της δεκαετίας:

Πήγαινα στην αμμουδιά και χάζευα. Μάζευα κοχύλια, αστερίες, ζωντανές άσπρες αχιβάδες. Ανέβαινα ύστερα στις μπανιέρες. Ήταν ξύλινες, κατασκευασμένες από χοντρούς σιδερένιους πασσάλους, που τους είχαν μπήξει μέσα στη θάλασσα, χωριστά μια σειρά μπανιέρες για τους άντρες, χωριστά για τις γυναίκες. Μια γέφυρα, επίσης ξύλινη, ένωνε το κάθε συγκρότημα με την ξηρά.

Οι καμπίνες ήταν στενές, υγρές και μύριζαν μούχλα και κάτουρο. Η εταιρία του τρένου τις είχε χτίσει πριν χρόνια, αλλά σιγά σιγά τις εγκατέλειψε και ρήμαζαν. Έλειπαν αρκετά σανίδια κι έτσι φαινόταν ο αμμουδερός πυθμένας της θάλασσας, καθώς και οι σπασμένοι πάσσαλοι, γεμάτοι φύκια και όστρακα. Μια σκαλίτσα από το άλλο μέρος της κάθε καμπίνας κατέβαζε στα βαθιά, όπου το βάθος του νερού ξεπερνούσε το μέτρο. Παιδιά δεν άφηναν να κολυμπήσουν εκεί. Οι άντρες φορούσαν μακριά μπανιερά, αν και μερικοί νοικοκυραίοι κατέβαιναν τη σκαλίτσα τελείως γυμνοί. Με πολλή σοβαρότητα τοποθετούσαν το αριστερό τους χέρι ανοιχτό μπροστά από τα απόκρυφα μέλη τους, ενώ με το δεξί, μόλις το πόδι τους άγγιζε το νερό, έκαναν αργά αργά το σταυρό τους. Κατόπιν βουτούσαν.

Λίγο πριν από τον πόλεμο, οι μπανιέρες είχαν αρχίσει να ξεχαρβαλώνονται τελείως. Τότε ήταν που έφτασαν στον τόπο μας μερικοί πρόσφυγες από τη Ρωσία, δικοί μας, ή και Λευκορώσοι. Θυμάμαι ένα ξανθό παλληκαράκι ψηλό, με γαλανά μάτια. Κολυμπούσε περίφημα. Έφερνε γύρα όλη την ακτή. Με ωραίες απλωτές πήγαινε στα βαθιά, παρέκαμπτε το ειδικό σύρμα που χώριζε τα χωρικά ύδατα των γυναικών και κολυμπούσε στα νερά τους. Τσιρίδες και φωνές, εκείνες. Οι δικοί μας τον κοίταζαν ζηλόφθονα, διαμαρτύρονταν, αλλά πού να τολμήσουν να τον ακολουθήσουν, σε κείνες τις ακτές με τα ρηχά νερά, κανείς δεν κατάφερνε να μάθει κολύμπι της προκοπής.

* * *

* * *

[1] Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη, Μπαιν-μιξτ, καλοκαίρι στην Αθήνα, Αθήνα, έκδοση του περιοδικού Συλλογές, 1994.

[2] Γιάννης Καιροφύλας, Η Αθήνα της Μπελ Επόκ, Αθήνα, εκδόσεις Φιλιππότη, 1983.

[3] Τασούλα Καραϊσκάκη, «Αι λουόμεναι των Αθηνών», Καθημερινή / Επτά ημέρες, 16/5/1993.

[4] «Θερινές αθηναϊκές απολαύσεις: Η καθιέρωση των αμαρτωλών μπαιν μιξτ!», Μικρός Ρωμηός.

[5] Αναφέρεται στη δεκαετία 1912–1922, που περιλαμβάνει τους Βαλκανικούς πολέμους, τον Α΄ Παγκόσμιο και τη Μικρασιατική Εκστρατεία και Καταστροφή.

[6] Ο Νίκος Γιοκαρίνης γεννήθηκε το 1893. Υπήρξε επιθεωρησιογράφος, δημοσιογράφος των εφημερίδων Αθηναϊκά Νέα και της Πρωία. Ως ανταποκριτής της Πρωίας είχε γνωρίσει προσωπικά τον Μουσολίνι στη Ρώμη τη δεκαετία του 1920. Στα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας διετέλεσε επίσης διευθυντής Γενικών Αρχείων και Δημοσιευμάτων του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο. Επί κατοχικής κυβερνήσεως Τσολάκογλου αποσπάστηκε από το Πανεπιστήμιο και ανέλαβε τη Διεύθυνση Τύπου και Ραδιοφωνίας. Κατά την πρώτη φάση της Κατοχής κατέστη παντοδύναμος άρχων του τύπου. Στις 8/5/1941 ορίστηκε Γενικός Διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, αναπόσπαστο μέρος του οποίου ήταν τότε και η νεοσύστατη ΕΛΣ, και παρέμεινε επί διετία. Κατά τη θητεία του καταγγέλθηκαν όλες οι συμβάσεις εργασίας στο Εθνικό Θέατρο, ενώ υπέδειξε στον αρχιμουσικό Βάλτερ Πφέφερ και στον σκηνοθέτη Ρενάτο Μόρντο, ως εβραϊκής καταγωγής, να παραιτηθούν. Παράλληλα, εργαζόταν συστηματικά για λογαριασμό της ιταλικής προπαγάνδας. Το Δεκέμβριο του 1942 η συνέλευση εργαζομένων τον κατήγγειλε ως συνεργάτη των κατακτητών. Τον Απρίλιο του 1943 ο Γιοκαρίνης εισήγαγε στο δραματολόγιο της Λυρικής Σκηνής δύο όπερες, τη Λουτσία ντι Λάμμερμουρ [Lucia di Lammermoor] και την Αδριανή Λεκουβρέρ [Adriana Lecouvreur] με καλλιτέχνες από τη Σκάλα του Μιλάνου και τη Βασιλική Όπερα της Ρώμης, «προκειμένου να ανυψωθεί το καλλιτεχνικό επίπεδο του ελληνικού μουσικού θεάτρου». Πριν από την απελευθέρωση (12.10.1944), πιθανότατα για να αποφύγει κατηγορίες, έφυγε στην Ιταλία, από εκεί στο Βερολίνο και μετά τον πόλεμο στο Παρίσι, όπου και απεβίωσε γύρω στο 1950. Την επομένη της απελευθέρωσης η Ένωση Συντακτών τον διέγραψε από μέλος της.
(Από την «εικονική έκθεση» του ιστότοπου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.)  http://virtualmuseum.nationalopera.gr/el/eikoniki-ekthesi/prosopa/giokarinis-nikolaos-2475/)

[7] Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Θερμά θαλάσσια λουτρά, Αθήνα, εκδόσεις Νεφέλη, 1995.

*Ο κ. Γιώργος Τσακνιάς είναι Ιστορικός, υπεύθυνος συλλογής τύπου και εφήμερων τεκμηρίων ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ

ΠΗΓΗ: kom-kom.gr

Share this

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

Related Posts