ΥΓΕΙΑ

Καταρράκτης: Η ανάρρωση μετά την επέμβαση. Τι να προσέχουν οι ασθενείς, σύμφωνα με τους ειδικούς

Συστάσεις από την Αμερικανική Ακαδημία Οφθαλμολογίας. Πόσο διαρκεί η ανάρρωση. Τι να προσέχουν οι ασθενείς κάθε μετεγχειρητική ημέρα. Τι ισχύει για φυσική δραστηριότητα, οδήγηση, διάβασμα

Ο καταρράκτης είναι μία από τις συχνότερες παθήσεις των ματιών και οι επεμβάσεις για τη διόρθωσή του από τις πιο συχνές και επιτυχημένες στον κόσμο.

Υπολογίζεται ότι σε ετήσια βάση διενεργούνται παγκοσμίως 10 εκατομμύρια επεμβάσεις, με τη συχνότητά τους να κυμαίνεται από 100 έως 6.000 ανά εκατομμύριο πληθυσμού, αναλόγως με τη χώρα.

Στην Ευρώπη υπολογίζεται ότι η πλειονότητα των Ευρωπαίων ηλικίας άνω των 65 ετών έχουν κάποιου βαθμού καταρράκτη. Κάθε χρόνο, εξ άλλου, πραγματοποιούνται επεμβάσεις σε περισσότερους από 4,5 εκατομμύρια ασθενείς, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Στατιστική Αρχή (Eurostat).

Ο καταρράκτης είναι η σταδιακή θόλωση του φυσικού φακού του οφθαλμού, που βρίσκεται στο πρόσθιο τμήμα του. Η απώλεια της διαύγειάς του συνήθως αρχίζει μετά την ηλικία των 40 ετών. Κατά κανόνα, όμως, γίνεται αντιληπτή μετά τα 60-70 έτη, όταν πια προκαλεί αισθητά συμπτώματα.

Οι περισσότεροι ασθενείς που υποβάλλονται σε επέμβαση καταρράκτη ανακτούν τις φυσιολογικές δραστηριότητές τους μέσα σε μερικές ημέρες ή εβδομάδες. Ωστόσο, μπορεί να χρειασθεί έως και ένας χρόνος έως ότου αισθανθούν φυσιολογική την όρασή τους, αναφέρει η Αμερικανική Ακαδημία Οφθαλμολογίας (AAO).

Η ΑΑΟ εξέδωσε προσφάτως έναν αναλυτικό οδηγό, στον οποίο εξηγεί τι πρέπει να προσέχουν οι ασθενείς κατά την ανάρρωση από την επέμβαση. Ο χειρουργός-οφθαλμίατρος δρ Αναστάσιος-Ι. Κανελλόπουλος, καθηγητής Οφθαλμολογίας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, συνοψίζει τα κυριότερα σημεία του.

Η επέμβαση και η επούλωση

Ο καταρράκτης συνήθως διορθώνεται με διάνοιξη μικροσκοπικής τομής (2-2,8 χιλιοστών) στην πρόσθια επιφάνεια του οφθαλμού. Μέσω αυτής της τομής, «αποσυναρμολογείται» (φακοθρυψία) και αφαιρείται από τον χειρουργό οφθαλμίατρο ο θολωμένος οφθαλμικός φακός (έχει διάμετρο 12 χιλιοστών). Ύστερα, ο χειρουργός τον αντικαθιστά με έναν τεχνητό ενδοφακό.

Μετά την επέμβαση ο οφθαλμός παραμένει ακάλυπτος. Μόνο στη διάρκεια του ύπνου πρέπει το μάτι να προστατεύεται με διαφανές, πλαστικό κάλυμμα, για μερικές ημέρες.

Ο οφθαλμός επουλώνεται σε δύο στάδια. Κατά το πρώτο 24ωρο αρχίζει η επούλωση της τομής στην επιφάνειά του. Οι υποκείμενοι ιστοί χρειάζονται συνήθως μία εβδομάδα για να επουλωθούν πλήρως. Στο μεσοδιάστημα οι ασθενείς ακολουθούν οδηγίες για ενστάλαξη κολλυρίων και προστασίας, για το διάστημα που θα τους υποδείξει ο θεράπων ιατρός.

Συμπτώματα μετά την επέμβαση

Όταν χειρουργείται ο καταρράκτης, είναι φυσιολογικό να έχουν οι ασθενείς ελαφρές ενοχλήσεις και αλλαγές στην εμφάνιση και στην αίσθηση του οφθαλμού τους, όπως:

  • Θολή όραση
  • Κοκκίνισμα του ματιού
  • Αίσθηση ότι υπάρχει ένα ξένο σώμα στον οφθαλμό

Δεν πρέπει όμως να αγγίζουν το μάτι τους, ούτε να το τρίβουν. Υπάρχουν επίσης μερικά άλλα συμπτώματα, για τα οποία πρέπει να επικοινωνούν αμέσως με τον οφθαλμίατρό τους. Αυτά είναι:

  • Απώλεια όρασης
  • Πόνος στο μάτι
  • «Φώτα» που αναβοσβήνουν
  • Μία σκούρα «κουρτίνα» στο οπτικό πεδίο
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Έντονος βήχας

Οι καθημερινές δραστηριότητες

Ο διορθωμένος καταρράκτης χρειάζεται λίγο χρόνο για να επουλωθεί πλήρως. Έτσι, η ανάκτηση των καθημερινών δραστηριοτήτων θα γίνει άμεσα ή σταδιακά, αναλόγως με την τεχνική της επέμβασης και πάντοτε με βάση τις συστάσεις του θεράποντος ιατρού.

Σε γενικές γραμμές, τις πρώτες 48 ώρες μετά την επέμβαση ο ασθενής πρέπει να αποφεύγει τις έντονες δραστηριότητες. Μπορεί, όμως, να κινείται ελεύθερα, να έχει ελεύθερη διατροφή, να χρησιμοποιεί υπολογιστές και να βλέπει τηλεόραση. Μέσα σε 1-5 ημέρες μπορεί και να οδηγεί, σύμφωνα με τις συστάσεις του θεράποντος ιατρού.

Αν ο ασθενής έχει καταρράκτη και στο άλλο μάτι, το οποίο είναι ανεγχείρητο, συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή κατά την οδήγηση.

Οι περισσότεροι ασθενείς μπορούν να κάνουν ελαφρά άσκηση (π.χ. περπάτημα) από την επομένη κιόλας ημέρα της επέμβασης. Οι έντονες ασκήσεις (π.χ. ποδηλασία, τρέξιμο, τένις, γκολφ) συνήθως συνιστώνται τουλάχιστον 1 εβδομάδα αργότερα.

Η κολύμβηση επίσης συνιστάται συνήθως 1-2 εβδομάδες μετά την επέμβαση για να αποφευχθεί ο κίνδυνος μόλυνσης και ερεθισμού του οφθαλμού. Το λούσιμο μπορεί να γίνει με ειδικό τρόπο έτσι ώστε να αποφύγετε το νερό να έρθει σε επαφή ακόμα και σε κλειστά βλέφαρα. Οι γυναίκες πρέπει να αποφεύγουν το μακιγιάζ.

Παθήσεις των ματιών

Όταν αποκαθίσταται ο καταρράκτης, μπορεί να αλλάξουν οι διαθλαστικές ανωμαλίες των ασθενών (π.χ. μυωπία, αστιγματισμός, πρεσβυωπία). Κατ’ αρχάς, έως ότου δώσει την έγκρισή του ο ιατρός, οι ασθενείς δεν πρέπει να φορούν φακούς επαφής.

Επιπλέον, χρειάζονται 1-2 εβδομάδες έως ότου σταθεροποιηθεί η όραση στον οφθαλμό που έγινε η επέμβαση. Όταν συμβεί αυτό, ο οφθαλμίατρος θα ελέγξει την όρασή σας, διότι μπορεί εφεξής να χρειάζεστε νέα γυαλιά για τις διαθλαστικές ανωμαλίες.

Οι ασθενείς με ξηροφθαλμία, βλεφαρίτιδα ή άλλα οφθαλμικά προβλήματα, πρέπει να σταματήσουν για τουλάχιστον 1 εβδομάδα την εφαρμογή θεραπειών γι’ αυτά (π.χ. θερμά επιθέματα στους οφθαλμούς). Ο οφθαλμίατρος θα ενημερώσει επίσης τον ασθενή πότε μπορεί να ξαναρχίσει τη θεραπεία και για άλλες οφθαλμοπάθειες, όπως το γλαύκωμα κ.λπ.

Η χρήση τεχνητών δακρύων δεν απαγορεύεται, αρκεί να χρησιμοποιείται αποστειρωμένη συσκευασία. Δεν πρέπει, όμως, ν βάζετε τεχνητά δάκρυα αμέσως μετά τα αντιβιοτικά και αντιφλεγμονώδη κολλύρια για τον καταρράκτη.

Απαραίτητη η έγκαιρη παρέμβαση

Όσον αφορά τις ιατρικές εξετάσεις για άλλα νοσήματα (π.χ. μαγνητικές τομογραφίες, ακτινογραφίες, υπερηχογραφήματα) αυτές επιτρέπονται οποιαδήποτε στιγμή μετά την επέμβαση καταρράκτη. Αρκεί να μην έρθει κάτι σε επαφή με τον οφθαλμό που χειρουργήθηκε.

«Η επιστημονική μας ομάδα έχει πρωτοστατήσει στα βήματα εξέλιξης της πιο σύγχρονης τεχνικής για τον καταρράκτη, με την πλειονότητα των ασθενών μας να βλέπουν πολύ σύντομα (μόλις σε 1-2 ημέρες) καλύτερα απ’ ό,τι ήταν η όρασή τους προεπεμβατικά. Στην πλειονότητά τους, μάλιστα χωρίς την ανάγκη βοηθητικών γυαλιών», τονίζει ο κ. Κανελλόπουλος.

«Απαιτείται όμως έγκαιρη παρέμβαση από τον θεράποντα ιατρό, όσον αφορά τη μορφολογία και την ωρίμανση του καταρράκτη, για να μπορούν οι ασθενείς να αποκομίσουν τα σημαντικά πλεονεκτήματα γρήγορης ανάρρωσης και ασφαλείας της λιγότερο επεμβατικής τεχνικής», καταλήγει.

Φωτογραφία: iStock

Related Posts