ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τεύκρος Ανθίας: Το κατρακύλημα | Ταξίδι ανεκπλήρωτο | Από τον “Επίλογο”

Share this

ΤΕΥΚΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ

Το κατρακύλημα

Όλο ξεπέφτεις – και ξεπέφτεις δίχως τέλος –
για τιποτένια πραγματάκια της ζωής.
(Είσαι παλιάτσος, κι όμως δείχνεσαι για Οθέλος,
με τι αστείες προσωπίδες που φορείς.)

Το ποιο φινάλε θα ‘χει τέτοια μια ιστορία,
το κατρακύλημά σου αυτό πού σε οδηγεί,
πάντα το σκέφτεσαι με πόνο και πικρία,
μα δε γιτρεύεις τέτοια επίφοβη πληγή.

Πάντοτε λες: “Θα ‘ρθεί μια μέρα να ξεφύγω,
απ’ των πραγμάτων το μηδε΄ν να λυτρωθώ,
και με το πέρασμα του χρόνου λίγο-λίγο,
κάπως ψηλά με περηφάνεια να υψωθώ.”

Κι όως το Χάος σα μαγνήτης σε τραβάι
και, απειθάρχητος, στη Σκέψη πάντα ζεις…
Το κατρακύλημα ποτές δε σταματάει,
για τιποτένια πραγματάκια της ζωής.

Ταξίδι ανεκπλήρωτο

Εμείς, τ’ ανόητα πουλιά, με τη βραχνή λαλιά,
με ψωριασμένα τα φτερά, ψαλιδισμένη ουρά,
μια νύχτα χειμωνιάτικη, χωρίς να λογαριάσουμε,
κατάμονοι, κινήσαμε στα σύγνεφα να φτάσουμε.

Μες στην τρελήν αστροφεγγι΄σ, κάποια φωνή στριγγιά,
τόσο βαριά, τόσο βαριά, του αδέσποτου βοριά,
μας τρόμαξε για μια στιγμή που λίγο επροχωρήσαμε,
κι έτσι, τ’ αγαπημένο μας ταξίδι απαρατήσαμε.

Από τον “Επίλογο”

Αλήτη! Απόψε είν’ η βραδιά τόσο καλή, τόσο καλή.
Μπορείς να πας να κοιμηθείς σ’ ένα παγκάκι, Αλήτη!
Πλάτυνε η Σκέψη τη ζωή τόσο πολύ, τόσο πολύ,
πο ‘κανε ο άνθρωπος τη Γη κι όλο το Σύμπαν: σπίτι.

Δεν έχεις δάκρυα να θρηνείς, ούτε κουράγιο να πονείς,
ούτε κραυγες υστερικές να βγάνεις πέρα ώς πέρα.
Είσ’ ενα κύμα σιωπηλό μιας τρικυμίας παντοτινής,
που γαληνεύει ανήσυχα στην ήσυχην εσπέρα.

[…]

ΤΕΥΚΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ (1903-1968). Ο Τεύκρος Ανθίας (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Ανδρέα Παύλου Χατζημηνά) γεννήθηκε στην Κοντέα της επαρχίας Αμμοχώστου της Κύπρου. Φοίτησε στο Παγκύπριο Ιεροδιδασκαλείο της Λάρνακας (1917-1922) και σπούδασε παιδαγωγικά στην Χοιροκοιτία (1922-1923). Εργάστηκε ως δάσκαλος σε σχολεία της Καρύστας, της Σπάρτης και του Σκλαβοχωρίου του νομού Λακωνίας. Από το 1927 έζησε για τρία χρόνια στην Αθήνα υπό άθλιες οικονομικές συνθήκες. Το 1930 επέστρεψε στην Κύπρο και οργανώθηκε στην κομμουνιστική παράταξη, ενέργεια που προκάλεσε δίωξη και φυλάκισή του κατά τη διάρκεια των Οκτωβριανών (1931, 1933). Το 1935 αφορίστηκε από την Ιερά Σύνοδο της Κύπρου με αφορμή την έκδοση της ποιητικής συλλογής του Η Δευτέρα παρουσία. Συνέχισε να υπηρετεί την κομμουνιστική παράταξη από την Αγγλία, όπου πήγε το 1948 και έμεινε ως το 1955, οπότε γύρισε στη γενέτειρά του για να πάρει μέρος στον αγώνα κατά των Άγγλων. Συνελήφθη, κλείστηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και αφέθηκε ελεύθερος το 1957 μετά από καρδιακή προσβολή. Έφυγε ξανά στο Λονδίνο ως ανταποκριτής της εφημερίδας Το Βήμα, όπου έζησε ως το τέλος της ζωής του. Η σορός του μεταφέρθηκε στη γενέτειρά του. Παντρεύτηκε τη Λόλα Λεοντιάδη, με την οποία απέκτησε ένα γιο και μια κόρη και σε δεύτερο γάμο την Αναστασία Παγώνη, με την οποία απέκτησε ένα γιο και δύο κόρες. Στη λογοτεχνία στράφηκε από την παιδική του ηλικία και από τα δέκα ως τα δώδεκα χρόνια του εξέδωσε έξι ποιητικές φυλλάδες. Συνέχισε να γράφει κατά τη διάρκεια των σπουδών του, ενώ κατά την περίοδο της παραμονής του στη Σπάρτη εξέδωσε το περιοδικό Φλόγα, το οποίο τύπωνε με προσωπικά του έξοδα στον Πειραιά και συνέχισε την έκδοσή του στην Αγγλία, παράλληλα με την έκδοση του περιοδικού Σπίθα που είχε ξεκινήσει να εκδίδει στη Λευκωσία Γνωστός έγινε το 1929 με την ποιητική συλλογή Τα σφυρίγματα του αλήτη. Συνεργάστηκε με περιοδικά της Κύπρου και της Αθήνας, όπως τα Ελευθερία, Νέος Δημοκράτης, Χαραυγή, Φραγγέλιο και το Περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας, της Κύπρου και της Αλεξάνδρειας. Το συγγραφικό έργο του περιλαμβάνει επίσης ένα μυθιστόρημα, μια λαογραφική μελέτη για την Κύπρο και έργα για το θέατρο. Έργα του μεταφράστηκαν στα αγγλικά.
1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Τεύκρου Ανθία βλ. Στεργιόπουλος Κώστας, «Τεύκρος Ανθίας», Η ελληνική ποίηση· Ανθολογία – Γραμματολογία· Η ανανεωμένη παράδοση, σ.452-456. Αθήνα, Σοκόλης, 1980, Αργυρίου Αλεξ., «Ανθίας Τεύκρος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό1. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1983 και Κουδουνάρης Αριστείδης Λ., «Ανθίας Τεύκρος», Βιογραφικόν Λεξικόν Κυπρίων 1800-1920. Λευκωσία, 1995 (έκδοση γ΄). (Πηγή: www.ekebi.gr)

___________________________________________________________

Τεύκρος Ανθίας και Εκκλησία: Από την υποτροφία στον αφορισμό

Τεύκρος Ανθίας και Εκκλησία: Από την υποτροφία στον αφορισμό

Του Πέτρου Παπαπολυβίου*

[…] Η ζωή του [Τεύκρου Ανθία] υπήρξε τόσο πολυκύμαντη και το δημοσιευμένο έργο του τόσο μεγάλο, που καθιστά ασφυκτικά στενά τα όρια του σημερινού μας σημειώματος. Από την άλλη, τα παραπάνω εξηγούν και την αύξηση των μελετών και βιβλίων για τον Ανθία που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, με έμφαση στο ανεξάντλητο και εν πολλοίς άγνωστο δημοσιογραφικό του έργο, μέρος του οποίου γνώρισε στο σημερινό ευρύ κοινό ο Ανδρέας Κλ. Σοφοκλέους, ο μόλις πρόσφατα εκλιπών μελετητής και ιστορικός του κυπριακού Τύπου.

Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι ο Ανθίας, από τα παιδικά του χρόνια μέχρι τον πρόωρό του θάνατο, στα 65 του, είχε συμμετοχή ως ενεργός πολίτης και αενάως αντισυμβατικός διανοούμενος σε όλα τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την εποχή του.

Ως δεκάχρονος λαϊκός ποιητής – παιδί θαύμα – μαθητής της Ε΄ τάξης του Δημοτικού Σχολείου της Κοντέας, με το πρώτο του, πραγματικό όνομα (Ανδρέας Παύλου), τραγούδησε στις πρωτόλειες του ποιητάρικες φυλλάδες (1914) τους ελληνικούς θριάμβους στους Βαλκανικούς πολέμους, τον νικητή βασιλιά Κωνσταντίνο, τον Χριστόδουλο Σώζο και τον Σκαλιώτη Δήμαρχο – τραυματία του Μπιζανίου, Ευάγγελο Χατζηιωάννου. Τον Ιανουάριο του 1917, στη γιορτή των γραμμάτων στη Λάρνακα, προκάλεσε ακουσίως, απαγγέλλοντας ένα ποίημά του προς την ελληνική σημαία, το πιο πολύκροτο επεισόδιο του Εθνικού Διχασμού στην Κύπρο, τον καυγά του βενιζελικού μητροπολίτη Κιτίου Μελέτιου Μεταξάκη με τον φιλοβασιλικό βουλευτή και Δήμαρχο της πόλης, Φίλιο Ζαννέτο. Η συγκεκριμένη απαγγελία του εξασφάλισε υποτροφία από τον Μεταξάκη στο Ιεροδιδασκαλείο της Λάρνακας, όπου μεταπήδησε από το Παγκύπριο Λύκειο, το 1917, και αποφοίτησε με Άριστα το 1922.

Ως τελειόφοιτος είχε φιλόλογο τον Ιωάννη Συκουτρή, ενώ πρωταγωνίστησε σε μια σχολική ανταρσία καταγγέλλοντας στον Αρχιεπίσκοπο Κύριλλο Γ΄ τον διευθυντή της Σχολής. Ενδιάμεσα, το 1918, στα 15 του, στη συλλογή του «Απ’ τα χρυσαφένια ιδανικά. Ξύπνα Λαέ!», που υπέγραψε ως Ανδρέας Π. Φιλόθεος (όπως γράφτηκε και στο Ιεροδιδασκαλείο), εγκατέλειψε την πατριωτική ποίηση η οποία διαπνέει τις προηγούμενες έξι παιδικές του φυλλάδες με ποιητάρικα και την πρώτη του ποιητική συλλογή. Στρέφεται πια στα κοινωνικά θέματα, με ένα πύρινο κήρυγμα για το ξύπνημα της φτωχολογιάς. Ενδεικτικό της μεταστροφής του οι στίχοι: «Εις την Ρωσία που ο λαός κι εκείνος εκοιμάτο / βλέπεις τώρα εξύπνησε. Τους πλουτοκράτες κάτω / έριξε για την λευθεριά. Ισότης έχει γίνει / και τώρα είναι ευτυχείς, δεν ακούονται θρήνοι». (Βλ. αναλυτικά στο βιβλίο του Κων. Γ. Γιαγκουλλή, Τα «ποιητάρικα» και τα πρωτόλεια του Τεύκρου Ανθία, Λευκωσία 2008.)

Αφού ως Ανδρέας Π. Ζαφείρης δούλεψε για ένα χρόνο δάσκαλος στη Χοιροκοιτία, το καλοκαίρι του 1923 ο Ανθίας έφυγε για την Ελλάδα. Εκεί δούλεψε στη Λακωνία για δυο περίπου χρόνια (1924-1926), στη Σπάρτη, στο Σκλαβοχώρι, έξω από την πόλη, και τέλος στη δυσπρόσιτη Καρίτσα του Πάρνωνα, προφανώς με δυσμενή μετάθεση στο εκεί μονοθέσιο Δημοτικό. Επέστρεψε στην Αθήνα, όπου έζησε μέχρι το 1930, σε συνθήκες ακραίας φτώχιας, βγάζοντας το ψωμί του από τα κείμενά του. Άσιτος και άστεγος συχνά, γνώρισε «τα παγκάκια του Ζαππείου», που τον φιλοξένησαν αρκετές νύχτες, συντρόφεψε με τους διανοούμενους του περιθωρίου, αστούς, προλετάριους και εκκεντρικούς πρωτοπόρους, σύχναζε στις λαϊκές ταβέρνες της Πλάκας, ρούφηξε άπληστα «ουσίες και οινοπνεύματα» της εποχής, και ολοκλήρωσε την ιδεολογική ένταξή του στην Αριστερά.

Ξεχώριζε στις φιλολογικές παρέες του αθηναϊκού μεσοπολέμου για τα πλούσια απεριποίητα μαλλιά του που, κατά τον Κώστα Κύρρη, του τα κούρεψε με ένα ψαλίδι μια μέρα για να τον πειράξει ο φίλος του Θανάσης Κλάρας, ο κατοπινός πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ. Και το 1929, σε «κάποιο καφενείο», έγραψε τους διάσημους στίχους, που δημοσιεύτηκαν ως «Επίλογος» στα «Σφυρίγματα του Αλήτη», όπως τους εμπνεύστηκε μια «νύχτα ανοιξιάτικη» στη μοναξιά του ανθρωποταμού της Πανεπιστημίου. Στίχοι που αγαπήθηκαν όσο ελάχιστοι στα χρόνια του, τον έκαναν πασίγνωστο, και σύμφωνα με τους κριτικούς του έργου του, στάθηκε αδύνατο να τους ξεπεράσει ποιητικά στη συνέχεια. Πανανθρώπινοι εμβηματικοί στίχοι που έδωσαν έμπνευση, κουράγιο και απαντοχή για όσους έψαχναν και ψάχνουν γαλήνη, λυτρωμό, ξεκούραση ψυχής, σπίτι. Στις ζωές τους και στο Σύμπαν.

Ένα χρόνο αργότερα επέστρεψε (ή μήπως, «προσγειώθηκε»;) στην Κύπρο και το φθινόπωρο του 1930 διορίστηκε δάσκαλος στη Λάσα της Πάφου. Όμως, για τη συνέχεια της ζωής του, άλλοτε.

*Ο Π. Παπαπολυβίου είναι αναπλ. καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Πηγή: www.apopseis.com

Share this

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

Related Posts