ΚΟΣΜΟΣ

Το «φανάρι» της Γερμανίας – Η συμφωνία, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι

«Έχουμε φανάρι», δήλωσε χθες ο Όλαφ Σολτς , ξεκινώντας να παρουσιάζει τη συμφωνία των τριών κομμάτων  που συγκροτούν τον νέο κυβερνητικό συνασπισμό της Γερμανίας. Με αυτή δε τη συμφωνία, μέσα σε 177 σελίδες, Σοσιαλδημοκράτες, Πράσινοι και Ελεύθεροι Δημοκράτες αποτύπωσαν τις θέσεις τους για την επόμενη τετραετία, υποσχόμενοι να αλλάξουν τη Γερμανία. Μαζί της δε και την Ευρώπη, η τύχη της οποίας είναι άρρηκτα δεμένη με εκείνη της ισχυρότερης οικονομίας της.

Ο νέος καγκελάριος, όπως επίσης οι Κρίστιαν Λίντνερ, Αναλένα Μπέρμποκ και Ρόμπερτ Χάμπεκ, επιχείρησαν να πείσουν ότι η συμφωνία είναι ουσιαστική και δεν υπαγορεύεται από μιικροπολιτικές σκοπιμότητες. Ούτε, βεβαίως, από την αγωνία τους να βρεθούν στην κυβέρνηση.

Φρόντισαν, μάλιστα, να μην κάνουν την παραμικρή αναφορά στην Ανγκελα Μέρκελ, από το «φάντασμα» της οποίας οι «3» επιδιώκουν να απαλλαγούν το συντομότερο δυνατό – στέλνοντας το μήνυμα πως ό,τι έκανε, έκανε και τώρα είναι η δική τους σειρά. Η αλήθεια δε είναι πως ο «ύμνος» του Λίντνερ προς τον Σολτς και τις ικανότητές του, που έμοιαζε με ένα είδος πολιτικής… ερωτικής εξομολόγησης, έκανε τους Χριστιανοδημοκράτες της Μέρκελ να καταλάβουν ότι οι παραδοσιακοί τους σύμμαχοι έχουν πλέον αλλάξει στρατόπεδο και πως οι ίδιοι ίσως αργήσουν να ξαναβρεθούν στην κυβέρνηση.

Από χθες, πάντως, όλοι οι εταίροι της Γερμανίας προσπαθούν να αποκρυπτογραφήσουν το περιεχόμενο της συμφωνίας. Να καταλάβουν πού κρύβονται οι σημαντικότεροι συμβιβασμοί ανάμεσα στους νέους εταίρους, ποιες είναι οι μεγάλες τομές, τι εννοούν πραγματικά και τι απλώς διακηρύττουν οι «3». Με άλλα λόγια, ποιοι φαίνεται από τώρα ότι θα είναι οι χαμένοι και ποιοι οι κερδισμένοι από την πολιτική αλλαγή.

Περισσότερη Ευρώπη, αλλά με όρους

Η νέα κυβέρνηση φρόντισε να ξεκαθαρίσει πως είναι ξεκάθαρα φιλοευρωπαϊκή και διακήρυξε ότι θα εργαστεί ώστε να επιταχυνθεί η πολιτική και οικονομική ολοκλήρωση της ΕΕ. Κάτι που, ανάμεσα στα άλλα, αποτυπώνεται και στη θέση υπέρ της θέσπισης πανευρωπαϊκών λιστών για τις ευρωεκλογές.

Αυτό, αναμφίβολα, είναι κάτι που θα πρέπει να ικανοποιεί τον Εμανουέλ Μακρόν και τον Μάριο Ντράγκι  – οι οποίοι, υπογράφοντας σήμερα στη Ρώμη τη συνθήκη φιλίας Γαλλίας και Ιταλίας, θα επιχειρήσουν να στείλουν ανάλογο μήνυμα και να δηλώσουν έτοιμοι να διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο.

Πώς, όμως, σκέφτονται να το επιτύχουν ο Σολτς και οι εταίροι του; Το πρώτο που σημειώνουν ΜΜΕ και αναλυτές είναι ότι με τις διατυπώσεις που υπάρχουν στη συμφωνία, φαίνεται πως το Βερολίνο θα τηρήσει δημιουργική στάση στις διαπραγματεύσεις για (λελογισμένη) μεταρρύθμιση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης – το οποίο εκτιμούν ότι «απέδειξε την ευελιξία του» και, κατά συνέπεια, δεν απαιτεί ριζικές αλλαγές.

«Βιώσιμο» χρέος, «πράσινες» επενδύσεις

Οι «3» συμφωνούν, πάντως, ότι οι κανόνες για το χρέος «πρέπει να είναι πιο απλοί και με περισσότερη διαφάνεια», διασφαλίζοντας τη «δυνατότητα εξυπηρέτησής» του. Παράλληλα, γίνεται λόγος για αλλαγές που «θα διασφαλίζουν την ανάπτυξη (…) και θα προωθούν βιώσιμες και φιλικές προς το περιβάλλον επενδύσεις».

Είναι κάτι που, με απλά λόγια, αφήνει χώρο ώστε, όπως ζητούν επιμόνως η Ιταλία και άλλες χώρες με μεγάλο χρέος, ορισμένες «πράσινες» επενδύσεις να έχουν μειωμένο συντελεστή βαρύτητας στον υπολογισμό του χρέους, ενδεχομένως και του ελλείμματος. Βεβαίως, το πώς θα συμβεί ακριβώς αυτό θα αποτελέσει αντικείμενο σκληρών διαπραγματεύσεων – όπως, εξάλλου, και το σύνολο των αλλαγών στο Σύμφωνο, καθώς οι «frugals» μοιάζουν να είναι ιδιαιτέρως ανήσυχοι…

Πολύ σημαντική θεωρείται και η δέσμευση ότι η Γερμανία προτίθεται να αποσύρει ένα από τα βασικά εμπόδια στον δρόμο προς την ευρωπαϊκή τραπεζική ένωση. Συγκεκριμένα, η συμφωνία αναφέρει ότι η νέα κυβέρνηση θα στηρίξει ένα «μηχανισμό πανευρωπαϊκής αντασφάλισης για τα εθνικά συστήματα εγγύησης καταθέσεων», με δύο όρους: Αφενός, την ενίσχυση των ισολογισμών των τραπεζών και τη μείωση των επισφαλειών και, αφετέρου, τον αποκλεισμό κάθε σεναρίου που αφορά μια «πλήρη κοινοτικοποίηση» του συστήματος.

Ορόσημο το 2023 για επιστροφή στην «πειθαρχία»

Εμμέσως πλην σαφώς, επίσης, οι «3» άφησαν να εννοηθεί πως και το 2022 θα είναι χρονιά (σχετικής έστω) δημοσιονομικής χαλαρότητας, τόσο για τη Γερμανία όσο και για τους εταίρους της στην ΕΕ και την ευρωζώνη. Κι αυτό επειδή η εμμονή της πανδημίας δεν αφήνει περιθώρια για βεβαιότητα όσον αφορά το τέλος της κρίσης και των έκτακτων μέτρων στήριξης.

Παρ’ όλα αυτά, το 2023 θα είναι μια εντελώς διαφορετική χρονιά. Για τον λόγο αυτό, οι πάντες – και ειδικά οι πιο εκτεθειμένοι – έχουν κατανοήσει προς η «προσαρμογή» πρέπει να ξεκινήσει από το 2022, ώστε να μην βρεθούν στον… αέρα.

Όπως ξεκαθάρισαν Σολτς και Λίντνερ, ως ο νέος υπουργός Οικονομικών, το «φρένο του χρέους» θα τεθεί και πάλι σε πλήρη ισχύ στη Γερμανία από το μεθεπόμενο έτος. Το ίδιο θα συμβεί, συνακόλουθα, και με την απαίτηση – σε πανευρωπαϊκό επίπεδο – να υπάρξει προσαρμογή στους νέους δημοσιονομικούς κανόνες, οι οποίοι όλα δείχνουν ότι θα έχουν καταληχθεί ως το τέλος του 2022.

Η Ευρώπη και ο κόσμος

Όσον αφορά στις σχέσεις της Ευρώπης με τον υπόλοιπο κόσμο, από κανέναν (και κυρίως από το Παρίσι) δεν πέρασαν απαρατήρητες ορισμένες εκφράσεις που περιλαμβάνονται στο κυβερνητικό σύμφωνο. Όπως είναι, για παράδειγμα, η αναφορά στην «στρατηγική κυριαρχία» της Ευρώπης και η ανάγκη η ΕΕ να διαδραματίσει ένα πιο ισχυρό ρόλο στην παγκόσμια αρένα.

Για τον λόγο αυτό, οι «3» τάσσονται υπέρ της ύπαρξης ενός «πραγματικού υπουργού Εξωτερικών της ΕΕ», ο οποίος θα εκφράζει την ενιαία θέση της στα μεγάλα διεθνή θέματα. Ευλόγως δε μπορούμε να υποθέσουμε ότι, με δεδομένη την αδυναμία των «27» να επιτύχουν ομοφωνία στα περισσότερα, το Βερολίνο θα υποστηρίξει και την κατάργηση της αρχής της ομοφωνίας.

Σε κάθε περίπτωση, τόσο από το σύμφωνο όσο και από τις δηλώσεις που έγιναν χθες – κυρίως εκ μέρους της Μπέρμποκ, η οποία έχει «κλειδώσει» τη θέση της υπουργού Εξωτερικών – διαφαίνεται μια σκλήρυνση της στάσης του Βερολίνου απέναντι σε όλους. Κυρίως δε την Κίνα, αλλά και τη Ρωσία, η οποία επικρίνεται έντονα για τη στάση της στην Ουκρανία και τη Λευκορωσία, καθώς και για την καταπίεση των δημοκρατικών δικαιωμάτων, όμως χαρακτηρίζεται ως «βασικός παίκτης στη διεθνή σκηνή», με την οποία η νέα κυβέρνηση «είναι έτοιμη για εποικοδομητικό διάλογο».

Ειδικά όσον αφορά στην Κίνα, είναι χαρακτηριστικό ότι οι νέοι κυβερνητικοί εταίροι εκτιμούν πως «σε αυτό το στάδιο», δεν μπορεί να τεθεί προς έγκριση από τα κράτη-μέλη της ΕΕ η επενδυτική συμφωνία που υπογράφηκε μαζί της λίγες ώρες πριν το τέλος του 2020 – κάτι που αποτελεί καθαρό «άδειασμα» της Μέρκελ, η οποία είχε ασκήσει αφόρητες πιέσεις ώστε να υπάρξει αυτή η εξέλιξη.

Οι σχέσεις με ΗΠΑ-ΝΑΤΟ

«Η διατλαντική εταιρική σχέση και η φιλία με τις ΗΠΑ αποτελούν κεντρικό στοιχείο της διεθνούς μας πολιτικής (…) Η Ευρώπη οφείλει να αδράξει την ευκαιρία και να εμπλακεί σε εντατικές συνομιλίες με τη νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ, με στόχο να υπάρξει εμπόριο και επενδύσεις με υψηλό περιβαλλοντικό και κοινωνικό αποτύπωμα, έτσι ώστε με τον διατλαντικό οικονομικό χώρο να τεθούν πρότυπα σε παγκόσμιο επίπεδο».

Αυτί αναφέρει χαρακτηριστικά το κείμενο της συμφωνίας, διαμηνύοντας ότι το Βερολίνο είναι πρόθυμο για στενές σχέσεις με τους Αμερικανούς, αλλά μόνο εφόσον πληρούνται συγκεκριμένοι όροι. Πετώντας, ουσιαστικά, το μπαλάκι στην Ουάσιγκτον – η οποία καλείται να αποδεχθεί το γεγονός ότι απέναντί της θα έχει μια πιο ισχυρή και απαιτητική Γερμανία και Ευρώπη (τουλάχιστον σε επίπεδο προθέσεων).

Ταυτόχρονα, ο νέος συνασπισμός δεσμεύεται ότι θα διαθέσει το 2% του προϋπολογισμού σε στρατιωτικές δαπάνες – κάτι που αποτελεί πάγιο αίτημα του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ. Δεν διευκρινίζεται, ωστόσο, με ποιο τρόπο θα διατεθούν αυτά τα ποσά, που αντιστοιχούν σε αρκετά δις. ευρώ – έστω και αν διατυπώνεται ρητά ότι «το ΝΑΤΟ παραμένει το αδιαμφισβήτητο θεμέλιο της ασφάλειάς μας».

Γερμανία και Τουρκία

Το κυβερνητικό σύμφωνο των «3» περιλαμβάνει ειδική αναφορά στην Τουρκία, σε δύο παραγράφους. Τα όσα αναφέρονται σε αυτές δε, συνιστούν μια σαφή αποδοκιμασία της πολιτικής του Ταγίπ Ερντογάν.

«Η Τουρκία παραμένει για εμάς, παρά τις εσωτερικές εξελίξεις που προκαλούν ανησυχία και τις εντάσεις σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, ένας σημαντικός γείτονας και εταίρος στο ΝΑΤΟ. Ο μεγάλος αριθμός των ανθρώπων με ρίζες καταγωγής στην Τουρκία δημιουργεί μια ιδιαίτερη εγγύτητα ανάμεσα στις χώρες μας και είναι αυτονόητα τμήμα της γερμανικής κοινωνίας.

Η δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα δικαιώματα των ανθρώπων, των γυναικών και των μειονοτήτων έχουν συρρικνωθεί σημαντικά. Για τον λόγο αυτό, στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις (με την ΕΕ) δεν πρόκειται να κλείσουμε κανένα κεφάλαιο, όπως και δεν πρόκειται να ανοίξουμε κάποιο νέο. Θα δώσουμε ζωντάνια στην ατζέντα του διαλόγου ΕΕ-Τουρκίας και θα ενισχύσουμε τις ανταλλαγές με την κοινωνία των πολιτών και την κινητικότητα των νέων».

Πηγή: ΟΤ

ΠΗΓΗ in.gr

Related Posts