ΓΕΝΙΚΕΣ

Ο πρόεδρος του Ράιχ Χίντενμπουργκ μετά τον διορισμό του Χίτλερ ως καγκελαρίου

Στην πραγματικότητα θα μπορούσαν να είχαν πάρει άλλη τροπή οι εξελίξεις. Γιατί στις αρχές του 1930 όλα έδειχναν ότι ο Άντολφ Χίτλερ και το ναζιστικό του κόμμα NSDAP έπνεαν τα λοίσθια. Αυτό υποστηρίζει ο γερμανοϊσραηλινός συγγραφέας Νταν Ντίνερ για τη χρονική περίοδο που προηγήθηκε από την λεγόμενη κατάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ, στις 30 Ιανουαρίου του 1933. Ένα χρόνο πριν, το φθινόπωρο του 1932, το κόμμα και ο ηγέτης του βρίσκονταν αντιμέτωποι με σοβαρότατες αποτυχίες. Σε σημείο που ακόμη και οι ίδιοι οι Γερμανοί της εποχής εκείνης φάνηκαν να εκπλήσσονται, όταν τελικά έγινε καγκελάριος του Ράιχ. Οι συνέπειες τραγικές: 60 εκ. νεκροί σε όλον τον κόσμο, 6 εκατομμύρια Εβραίοι, Σίντι και Ρόμα διωγμένοι και εξοντωμένοι, άτομα με αναπηρίες και ομοφυλόφιλοι δολοφονημένοι. Η 30ή Ιανουαρίου του 1933 αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα σημεία καμπής της ιστορίας. „Η 30ή Ιανουαρίου 1933 έχει γίνει ένα αρχιμήδειο σημείο στη γερμανική ιστορία”, λέει ο Νταν Ντίνερ σε συνέντευξή του στη DW. „Συνέβη κάτι που μας επιτρέπει ως ιστορικούς, αλλά και ως συγχρόνους ανθρώπους, να προβούμε σε εκτιμήσεις για το διάστημα πριν και μετά. Πρόκειται ίσως για μια από τις κυριότερες και, όσον αφορά την προβολή της, σημαντικότερες ημερομηνίες – κλειδιά της γερμανικής ιστορίας του 20ού αιώνα”.

Δεν ήταν ατύχημα ο Χίτλερ

Ο καθηγητής ιστορίας Νταν Ντίνερ

Ο καθηγητής ιστορίας Νταν Ντίνερ

Κι αυτό ξεκινά με τον όρο “κατάληψη της εξουσίας”, ένα σκόπιμο εφεύρημα της ναζιστικής προπαγάνδας. Στις 30 Ιανουαρίου, η εξουσία δεν καταλήφθηκε από τον Χίτλερ, αλλά παραδόθηκε στον Χίτλερ. Ο πρόεδρος του Ράιχ Πάουλ φον Χίντενμπουργκ τον διόρισε καγκελάριο. Ωστόσο, ο μεγάλης ηλικίας στρατηγός είχε αντισταθεί στον Χίτλερ για μεγάλο χρονικό διάστημα, αρνούμενος να τον κάνει καγκελάριο παρά τα καλά εκλογικά αποτελέσματα τον Αύγουστο του 1932. Επρόκειτο για μια από τις μεγαλύτερες ήττες του Χίτλερ. Ο Βρετανός ιστορικός Ίαν Κέρσοου στο βιβλίο του για τον Χίτλερ, που θεωρείται διεθνώς έργο αναφοράς, απαριθμεί τους διάφορους παράγοντες που οδήγησαν στην ανάληψη της εξουσίας από τους εθνικοσοσιαλιστές. Από τη μία πλευρά, αναφέρει, υπήρχε επί Βαϊμάρης η υπονόμευση της δημοκρατίας για τη διατήρηση ή επιβολή ιδίων οικονομικών συμφερόντων. Και αυτό παράλληλα με την τυφλή αποφασιστικότητα των ακραίων δεξιών συντηρητικών να “εξαλείψουν τη δημοκρατία και να καταστρέψουν τον σοσιαλισμό”. Κατά δεύτερον, στον απόηχο των αναταραχών λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης παρατηρήθηκε στροφή σε ένα αυταρχικό σύστημα διακυβέρνησης. Τέλος, η θέληση του Χίτλερ για εξουσία και καταστροφή υποτιμούνταν συνεχώς. “Ο Χίτλερ δεν ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα ενός γερμανικού “Sonderweg” (ιδιαίτερου δρόμου), λέει ο Κέρσοου, “αλλά ούτε και ´ένα απλό ατύχημα´. Πρέπει να δει κανείς τον Χίτλερ μέσα από το χρονικό πλαίσιο της εποχής του, πόλεμος, επανάσταση, εθνική ταπείνωση και φόβος του μπολσεβικισμού”.

30 Ιανουαρίου 1933: δεξιά από τον Χίτλερ ο Φραντς φον Πάπεν

Κατά τον ιστορικό Νταν Ντίνερ, που έχει κάνει συγκριτικές μελέτες για το θέμα, υπάρχουν πολλοί παράγοντες που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Για τον ίδιο η οικονομική κρίση και η δομή του Συντάγματος της Βαϊμάρης, στο οποίο ριζοσπαστικά κόμματα μπορούσαν να εισέλθουν γρήγορα στο κοινοβούλιο, αποτελούν πολύ σημαντικούς παράγοντες.Παρόλα αυτά υπήρξε μια αντίφαση. “Ο διορισμός του Χίτλερ ήταν ένα αιφνιδιαστικό γεγονός” επισημαίνει ο Ντίνερ. “Το NSDAP ήταν σε αδιέξοδο. Από το φθινόπωρο του 1932 εμφανίστηκαν σημάδια οικονομικής ανάκαμψης. Το NSDAP βρισκόταν σε πτώση, ενώ η οικονομία βρισκόταν σε άνοδο. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο ο Χίτλερ διορίζεται Καγκελάριος του Ράιχ. Στην πραγματικότητα δεν έπρεπε να συμβεί”. Ο Νταν Ντίνερ ασχολείται καιρό με το ερώτημα κατά πόσον ήταν αναπόφευκτη η ανάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ. Το Γερμανικό Ιστορικό Μουσείο στο Βερολίνο, σε μια ασυνήθιστη έκθεση υπό την αιγίδα του, παρουσιάζει τις δυνατότητες που θα μπορούσαν να έχουν αλλάξει τον ρου της ιστορίας. Μια ασυνήθιστη προσέγγιση του ιστορικού γίγνεσθαι. Η έκθεση με τον τίτλο “Roads not taken”΄που θα διαρκέσει μέχρι τις 24 Νοεμβρίου του 2024, είναι αφιερωμένη σε τέτοια ερωτήματα. Όχι μόνο σε σχέση με το 1933, αλλά και με άλλες κεντρικές ημερομηνίες της γερμανικής ιστορίας, από το 1989 και πίσω μέχρι το 1848. “Δεν πρόκειται για εικοτολογική ιστορία”, εξηγεί ο Νταν Ντίνερ, “περισσότερο βασιζόμαστε στην πραγματικότητα για να δούμε ποια πιθανά σπέρματα δυνατοτήτων υπήρχαν, τα οποία όμως στη συνέχεια δεν μπαίνουν πλέον στην ιστορική αφήγηση”.

Αγνόησαν τους κινδύνους

Ο βρετανός ιστορικός Ίαν Κέρσοου

Ο βρετανός ιστορικός Ίαν Κέρσοου

Τα κεντρικά ιστορικά γεγονότα αναλύονται μέσα από μικροσκόπιο. Το γεγονός ότι ο Χίτλερ έγινε καγκελάριος του Ράιχ το 1933 ήταν επίσης σε μεγάλο βαθμό προϊόν μηχανορραφιών στα παρασκήνια της εξουσίας. Ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων έπαιξε καταστροφικό ρόλο σε αυτό, κυρίως ο Φραντς φον Πάπεν, ο οποίος είχε αναγκαστεί να παραιτηθεί από καγκελάριος του Ράιχ μόλις τον Νοέμβριο του 1932 και τώρα έβλεπε την ευκαιρία να ανακτήσει την εξουσία. Και όντως τα κατάφερε, γιατί στην κυβέρνηση Χίτλερ-Πάπεν-Χούγκενμπεργκ διορίστηκε στις 30 Ιανουαρίου 1933 αντικαγκελάριος. Ο φον Πάπεν ήταν έμπιστος του Χίντενμπουργκ. Τον Ιανουάριο του 1933 διαπραγματεύτηκε μαζί με τον Χίτλερ τους όρους για την καγκελαρία και μια κοινή κυβέρνηση υπό τον Χίτλερ και τελικά έπεισε τον Χίντενμπουργκ ότι αυτός ήταν ο σωστός δρόμος.

Ταυτόχρονα, κατέστη σαφές ότι ο απερχόμενος καγκελάριος του Ράιχ Κουρτ φον Σλάιχερ δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί στην εξουσία. Τον Ιανουάριο του 1933 οι υπόλοιποι συμμετέχοντες παρασύρθηκαν από το γεγονός ότι ο Χίτλερ έκανε πίσω, φαινομενικά βέβαια, στις απαιτήσεις του ζητώντας να πάρει “μόνο” την καγκελαρία, το υπουργείο Εσωτερικών και το πρωσικό υπουργείο Εσωτερικών. Θεώρησαν ότι με την ανάληψη της εξουσίας ο Χίτλερ θα εξημερωνόταν, μια μνημειώδης πλάνη. “Υπάρχει μια φράση του Χίτλερ ότι δήθεν οι άλλοι τον ανακάλυψαν, αλλά μου προκαλεί ανατριχίλα, λες και δρουν μαγικές δυνάμεις που μετακινούν έναν άνθρωπο σε μια θέση για να αναπτύξει μετά εκρηκτική πυρηνική δύναμη” λέει ο Ντίνερ για την πορεία της ιστορίας. Η οπτική γωνία της έκθεσης καθιστά σαφές ότι η απληστία για εξουσία και τα προσωπικά συμφέροντα μεμονωμένων παραγόντων άνοιξαν επίσης τον δρόμο για να ανέβει ο Χίτλερ στην εξουσία.

Λαμπαδηδρομία / Πύλη του Βραδεμβούργου / 1933

Λαμπαδηδρομία της ναζιστικής οργάνωσης “Καταιγίδα” στις 30.01.1933

Ο Νταν Ντίνερ εξετάζει επίσης την ιστορία μέσα από τον καθρέφτη ερωτημάτων του παρόντος. Γιατί στις σημερινές κρίσεις εντοπίζει κανείς παραλληλισμούς με το χθες, ακόμη και με το 1933: “Το μεγάλο πρόβλημα ήταν ότι κατέρρευσαν οι θεσμοί που εξασφάλιζαν τη δημοκρατία”, λέει ο Νταν Ντίνερ. Κι αυτό σήμαινε απώλεια ελέγχου. Στην τελική φάση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, η διακυβέρνηση γινόταν μόνο με έκτακτα διατάγματα, το κοινοβούλιο είχε μπλοκαριστεί και ο πρόεδρος του Ράιχ Χίντενμπουργκ μπορούσε να διορίζει και να απολύει καγκελάριους κατά το δοκούν. Τι διδάγματα πρέπει να πάρουμε από αυτό σήμερα; Η απάντηση του Νταν Ντίνερ είναι απλή αλλά ουσιαστική: “Μαθαίνεις από αυτό να σέβεσαι τους θεσμούς”. Και να έχει κανείς τα μάτια ανοιχτά. Παρά το ότι η ναζιστική παραστρατιωτική οργάνωση “Καταιγίδα” το βράδυ της 30ής Ιανουαρίου του 1933 έκανε λαμπαδηδρομία επί ώρες στο νυχτερινό Βερολίνο προς την Πύλη του Βρανδεμβούργου, οι περισσότερο ούτε καν έλαβαν υπόψη τους την καταστροφή που ξεκινούσε. Μεγάλος αριθμός σοβαρών εφημερίδων δεν είδε λόγο ανησυχίας στη νέα κυβέρνηση. Μόνο λίγοι αναγνώρισαν τον κίνδυνο. Αλλά οι προειδοποιήσεις τους δεν εισακούστηκαν.

Γιούλια Χιτς

Επιμέλεια: Ειρήνη Αναστασοπούλου

Πηγή: Deutsche Welle

The post Θα μπορούσε να είχε αποτραπεί η άνοδος του Χίτλερ; first appeared on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

ΓΕΝΙΚΕΣ

Η μάχη του Γκιαούρη και του Χασάν, Ευγένιος Ντελακρουά, 1826

  • ΣΠΥΡΟΣ ΚΟΥΤΡΟΥΛΗΣ

Από όσα κατά καιρούς έχει γράψει ο Χ. Γιανναράς, ο ισχυρισμός του ότι η ελληνική επανάσταση ήταν λάθος, γιατί δημιούργησε εθνικό κράτος είναι αυτός που περισσότερο απ’ οποιονδήποτε άλλο δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ως ιδεολογικά υπεύθυνο για την εξέλιξη αυτή θεωρεί τον Α. Κοραή. Μετά όμως την ήττα της επανάστασης στη Μολδοβλαχία και την αδυναμία της να ξεσπάσει στην Κωνσταντινούπολη, εκ των πραγμάτων περιορίστηκε στην περιοχή που αποτέλεσε αρχικά το ελληνικό κράτος. Ποιοι πραγματικά μπορούν να υποστηρίξουν ότι ήταν προτιμότερη η τουρκοκρατία; Μπορούσαν οι Φαναριώτες, οι «δουλοπρίγκιπες» να κληρονομήσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία; Η επανάσταση των Νεοτούρκων έδειξε ότι η τελευταία οδηγούνταν σ’ ένα εθνικώς καθαρό κράτος, που δεν θα είχαν λόγο ύπαρξης τα άλλα έθνη. Αν δεν υπήρχε το ελληνικό κράτος, ο μικρασιατικός ελληνισμός θα είχε υποστεί μια μεγαλύτερη σε μέγεθος γενοκτονία από αυτή που υπέστησαν οι Αρμένιοι.

Στο έξοχο τελευταίο τεύχος των Τετραδίων, ο Γ. Κοντογιώργης γράφει ότι η «Επανάσταση του 1821 στοιχειοθετούσε τη συντριπτική ήττα του Ελληνισμού», ενώ «η Μικρασιατική Καταστροφή αποτελεί προέκταση και ολοκλήρωση της συντριπτικής ήττας των Ελλήνων στην Επανάσταση» (σελ. 191). Επίσης αναφέρεται στη δυνατότητα «ο Ελληνικός Κόσμος να οικειοποιηθεί την Οθωμανική Αυτοκρατορία» (σελ. 194). Θα συμπληρώσει ότι η «διακήρυξη της Μεγάλης Ιδέας υπηρέτησε αποκλειστικά εσωτερικούς πολιτικούς σκοπούς και συγκεκριμένα την πολιτική νομιμοποίηση μιας άρχουσας τάξης η οποία σε καμία περίπτωση δεν πίστεψε ή μάλλον δεν θέλησε να υπηρετήσει την εθνική ολοκλήρωση» (σελ.196), ενώ το τέλος της δημοκρατίας «δεν τοποθετείται στον 4ο αιώνα π.Χ. αλλά στο τέλος της Τουρκοκρατίας» (σελ. 192).

Επιγραμματικά έχουμε να πούμε ξεκινώντας από το τελευταίο:

α. Η δημοκρατία δεν τέλειωσε με το τέλος της Τουρκοκρατίας, γιατί δεν υπήρχε δημοκρατία. Ο κοινοτισμός είχε δημοκρατικά χαρακτηριστικά, σε περιοχές όπως τα Αμπελάκια, τις Σπέτσες και τα Ψαρά, αλλά αλλού καθαρώς ολιγαρχικά και σε κάθε περίπτωση ο υπόδουλος ελληνισμός είχε τα δικαιώματα που είχε ο ραγιάς, ο δούλος.

β. Η ελληνική επανάσταση ήταν η πρώτη νίκη του ελληνισμού με την οποία ξεκίνησε η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Συνεχίστηκε και μετά την αναγνώριση της ελληνικής ανεξαρτησίας στην Κρήτη, στη Μακεδονία, μέχρι το 1922.

γ. Η Μεγάλη Ιδέα διακηρύχτηκε για πρώτη φορά από τον Καποδίστρια και στη συνέχεια από τον Κωλέττη, αλλά αποτελούσε το όραμα και τον πόθο του ελληνισμού να ενωθεί σ’ ένα κράτος, όπως έλεγε ο Ι. Δραγούμης, να ενωθούν Ελλαδίτες και Τουρκομερίτες.

δ. Ποτέ δεν υπήρξε καμία πιθανότητα ο ελληνισμός να οικειοποιηθεί και να κληρονομήσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι «δουλοπρίγκιπες», οι Φαναριώτες, εξαγόραζαν όπως και οι πατριάρχες τ’ αξιώματα τους από τον σουλτάνο και οποιαδήποτε στιγμή μπορούσαν ν’ αποκεφαλιστούν. Στο τελευταίο στάδιο, με τους Νεότουρκους, οι Έλληνες ή θα εξοντώνονταν ή θ’ απελαύνονταν.

Πηγή: https://ardin-rixi.gr/archives/248882

The post Η επανάσταση του 1821 δεν ήταν λάθος, ήταν ανολοκλήρωτη first appeared on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

ΓΕΝΙΚΕΣ

Η Μεγάλη του Γένους Σχολή (τουρκικά: Fener Rum Erkek Lisesi) είναι το αρχαιότερο σε λειτουργία εκπαιδευτικό ίδρυμα του Ελληνισμού. Επανιδρύθηκε μετά την Άλωση Κωνσταντινουπόλεως (ως συνέχεια της Οικουμενικής Πατριαρχικής Σχολής που ιδρύθηκε τον 4ο αιώνα από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο) από τον Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο, ο οποίος κάλεσε τον Θεσσαλονικέα φιλόσοφο Ματθαίο Καμαριώτη και του ανέθεσε την ανασυγκρότηση της διαλυμένης Πατριαρχικής Ακαδημίας. Αποτελεί ουσιαστικά την ιστορική συνέχεια της Πατριαρχικής Σχολής ή Πατριαρχικής Ακαδημίας ή Μεγάλου Βήματος που ιδρύθηκε τον 9ο αιώνα.

Από τη σύστασή της έως το έτος 1803 η Πατριαρχική Ακαδημία στεγάζεται σε διάφορα οικήματα του Φαναρίου. Το έτος 1804 η Σχολή μεταφέρεται στο μέγαρο του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου στην Ξηροκρήνη (Κουρούτσεσμε) όπου και λειτούργησε έως το 1825. Τότε επανήλθε στην αρχική της έδρα στο Φανάρι και μεταφέρθηκε εκ νεόυ στην Ξηροκρήνη από το έτος 1837 έως το 1849. Τη χρονία εκείνη εγκαταστάθηκε οριστικά στο Φανάρι.

Χάρη στις δωρεές του Γεωργίου Ζαρίφη, των πατέρων της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου, καθώς κι άλλων δωρητών, στις 30 Ιανουαρίου 1880 εορτή των Τριών Ιεραρχών, τοποθετείται ο θεμέλιος λίθος ενός επιβλητικού ως έμελλε να είναι κτιρίου, που δεσπόζει επί του Κερατίου Κόλπου, στην συνοικία του Μουχλίου και πλησίον του ομωνύμου ναού της Παναγίας. Αρχιτέκτονας ο Κωνσταντίνος Δημάδης.

Τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν από τον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ στις 12 Σεπτεμβρίου 1882.

Από τότε, μέχρι και το 1821 (οπότε και έκλεισε για 4 συνεχόμενα έτη) άλλαξε αρκετές τοποθεσίες. Το 1825 ξεκινάει πάλι να λειτουργεί αλλάζοντας την ονομασία της από “Πατριαρχική Ακαδημία” σε “Μεγάλη του Γένους Σχολή”, την οποία και διατηρεί μέχρι σήμερα.

Από το 1454 λειτουργεί σχεδόν αδιαλείπτως, παρέχοντας υψηλού επιπέδου μόρφωση στους Έλληνες και όχι μόνο μαθητές της. Μεταξύ των αποφοίτων της περιλαμβάνονται οι γόνοι των διαπρεπών Φαναριώτικων οικογενειών, πλήθος πατριαρχών και Ορθοδόξων Ιεραρχών, υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της Υψηλής Πύλης (ακόμη και Τούρκοι) μέχρι και πολιτικοί του Νέου Ελληνικού κράτους. Σήμερα λειτουργεί ως σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Στα 500 χρόνια λειτουργίας του άλλαξε αρκετές φορές έδρα. Αρχικά λειτουργούσε εντός του Πατριαρχείου, που την εποχή εκείνη στεγαζόταν στο ναό των Αποστόλων και στην Παμμακάριστο. Κατά καιρούς λειτούργησε σε διάφορες οικίες στο Φανάρι ή στα χωριά του Βοσπόρου. Το πότε έπαψε να λειτουργεί είναι ένα θέμα ανοικτό για τη σύγχρονη έρευνα.

Η επανίδρυση της σχολής

Το 1661 ο Μανωλάκης Καστοριανός επανίδρυσε την Πατριαρχική Σχολή της Κωνσταντινούπολης, για την οποία όχι μόνο αγόρασε ειδικό κτίριο στο Φανάρι, αλλά ανέλαβε να χρηματοδοτεί και τρεις δασκάλους. Όμως η χρονολογία αυτή κρίνεται ως επισφαλής από τη νεώτερη έρευνα: συγκεκριμένα ο Παρανίκας στηρίχθηκε σε μια επιστολή του Ευγένιου Γιαννούλη προς τον Μανωλάκη Καστοριανό στην οποία υπάρχει η χρονολογία αυτή, η οποία είναι μεταγενέστερη προσθήκη πιθανότατα με το ίδιο χέρι και είναι λανθασμένη και αμφίβολη.[ Βρίσκεται μετά την προσφώνηση και όχι στο τέλος της επιστολής. Επί πατριαρχίας Ιωακείμ Γ’ αποφασίστηκε η ανέγερση μεγαλοπρεπούς κτιρίου, κοντά στην έδρα του Πατριαρχείου, που θα φιλοξενούσε τη Σχολή. Υπό τη διεύθυνση του Έλληνα αρχιτέκτονα Κωνσταντίνου Δημάδη οι εργασίες ολοκληρώθηκαν μέσα σε μια διετία (1881-1883). Η κατασκευή του κόστισε 17.210 Οθωμανικές λίρες και το κτηριακό συγκρότημα αποτελεί σήμα κατατεθέν του Κερατίου κόλπου, σύμβολο της χρυσής περιόδου του Ελληνισμού της Πόλης. Αποκαλείται δε συχνά από τους ντόπιους Κόκκινο Κάστρο ή Κόκκινο Σχολείο λόγω του χαρακτηριστικού σχεδίου και χρώματός του. Σήμερα, είναι το δεύτερο μεγαλύτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα στην περιοχή.

Το 1952 και 1958 η Μεγάλη του Γένους Σχολή απέκτησε δύο ακίνητα, ένα μέσω δωρεάς και ένα μέσω αγοράς. Η απόκτηση του ακινήτου αμφισβητήθηκε από το Δημόσιο Ταμείο (Hazine) της Τουρκίας και μέσω Τουρκικού δικαστηρίου δικαιώθηκε επικαλούμενος απόφαση του Ανώτερου Ακυρωτικού Δικαστηρίου το 1974 κατά την οποία ιδρύματα της μειονότητα δεν μπορούν να αποκτούν ακίνητα. Το 1996 έγινε προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και η Μεγάλη του Γένους Σχολή δικαιώθηκε στις 9 Ιανουαρίου 2007. Με την απόφαση αυτή η Τουρκία υποχρεώθηκε να επιστρέψει τα ακίνητα και να καταβάλει αποζημίωση 890.000 ευρώ και 20.000 ευρώ για τα δικαστικά έξοδα.

The post Μεγάλη του Γένους Σχολή first appeared on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

ΓΕΝΙΚΕΣ

Κρίση των Ιμίων ονομάζεται συμβατικά η ένοπλη αμφισβήτηση της Ελληνικής θαλάσσιας κυριαρχίας που έλαβε χώρα τον Ιανουάριο του 1996 από την Τουρκία, με αφορμή την προσάραξη πλοίου στις βραχονησίδες των Ιμίων. Κατά την διάρκεια της ολιγοήμερης αυτής κρίσης, οι δύο χώρες μετέφεραν στρατιωτικές δυνάμεις (κυρίως ναυτικές) γύρω από τα Ίμια και τις ανέπτυξαν φτάνοντας κοντά στην ένοπλη σύρραξη. Τελικά με την παρέμβαση του ΝΑΤΟ, και κυρίως των ΗΠΑ, η ένταση εκτονώθηκε και οι δύο χώρες απέσυραν τους στόλους τους.
Την εποχή της κρίσης αυτής πρωθυπουργός της Ελλάδας ήταν ο Κώστας Σημίτης. Υπουργός Εξωτερικών ήταν ο Θεόδωρος Πάγκαλος, υπουργός Εθνικής Αμύνης ο Γ. Αρσένης και Αρχηγός ΓΕΕΘΑ ο ναύαρχος Χ. Λυμπέρης, ενώ πρωθυπουργός της Τουρκίας ήταν η Τανσού Τσιλέρ και υπουργός Εξωτερικών Ντενίζ Μπαϊκάλ.

Αφορμή της κρίσης ήταν η αμφισβητούμενη από την Τουρκία εγκυρότητα ενός προσαρτήματος της Ιταλοτουρκικής Σύμβασης του 1932 που καθόριζε τα θαλάσσια σύνορα μεταξύ των Ιταλικών Δωδεκανήσων και των ακτών της Τουρκίας. Η τουρκική κυβέρνηση απέρριψε το προσάρτημα ως νομικά άκυρο, με την αιτιολογία ότι δεν είχε κατατεθεί στην Κοινωνία των Εθνών στη Γενεύη. Αυτό, σύμφωνα με την τουρκική θέση, σημαίνει ότι η κυριαρχία σε έναν άγνωστο αριθμό μικρών νησίδων και βραχονησίδων στα Δωδεκάνησα παραμένει απροσδιόριστη και πρέπει να καθοριστεί με κάποια καινούργια σύμβαση. Αντίθετα, η ελληνική θέση υποστήριξε ότι το εν λόγω προσάρτημα παραμένει έγκυρο.

Περί τις τελευταίες ώρες της κρίσης, τρεις Έλληνες αξιωματικοί, του Πολεμικού Ναυτικού έχασαν την ζωή τους όταν το ελικόπτερο όπου επέβαιναν κατέπεσε στην θάλασσα. Η επίσημη εκδοχή του ελληνικού κράτους ήταν ότι το ελικόπτερο κατέπεσε λόγω κακοκαιρίας και απώλειας προσανατολισμού του πιλότου[1]. Η τουρκική πλευρά δεν ανέφερε απώλειες.

Καθ’όλη τη διάρκεια της κρίσης φάνηκε η μεγάλη δυσπιστία του Σημίτη προς την ηγεσία της Ε.Υ.Π. (Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών) και των Ενόπλων Δυνάμεων. Όπως γράφει Το Βήμα: «Οι αξιωματικοί αυτοί είχαν μάθει να λειτουργούν με τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος λάτρευε τις συσκέψεις με στρατιωτικούς, τις υπηρεσίες από κλειστές πηγές και τη διαχείριση κρίσεων όπως εκείνη του Μαρτίου του 1987. Ο κ. Σημίτης τους θεωρούσε «ανδρεϊκούς», ξένους στη δική του κουλτούρα και ύποπτους για το στήσιμο παγίδων τις κρίσιμες εκείνες ώρες.»

Από αυτή την κρίση δεν βγήκε κερδισμένη ούτε η Τουρκία, που ισχυριζόταν ότι τα Ίμια της ανήκουν, ούτε η Ελλάδα η οποία αναγκάστηκε να αποσύρει τους στρατιώτες της. Ουσιαστικός παράγοντας και κερδισμένη πλευρά υπήρξαν οι ΗΠΑ.

Η φράση του Πρωθυπουργού Σημίτη, «Ευχαριστούμε τους Αμερικανούς», που είπε από το βήμα της Βουλής κατά τη διάρκεια σχετικής συζήτησης, έχει παραμείνει στα χρονικά της χώρας, καθώς είχε ερμηνευτεί από πολλούς ως ταπεινωτική για την χώρα. 

Καθεστώς των νησιών

Πρωτόκολλο του 1932
Οριοθετική γραμμή
Γεωγραφικά σημεία
Τουρκική πλευρά
ΣτίξηΟνομασία στο κείμενοΣύγχρονη ονομασία
AMordala I.
BKara AdaKara Ada
CGuirejik I.Gürecik Adası
DUtchian I.Kargı Adası
EArkialla Pt.
FHussein Pt.Hüseyin Burnu
GLodoYassıada
HAtsakiTopan Adası / Zouka
IKato I.Çavuş Adası
JPondikusaBüyükkiremit Adası
KSandama Peninsulaİnce Burnu
LC. MonodendriTekeağaç
Ιταλική (και αργότερα Ελληνική) πλευρά
ΣτίξηΟνομασία στο κείμενοΣύγχρονη ονομασία
AC. PhukaAg. Fokas
BLuro PtAkr. Psalidi
CKum Pt.Akr. Ammoglossa
DC. RussaAkr. Roussa
EVasiliki Pt.Vasiliki
FKarapsili Pt.Akr. Atsipas
GKardak (Rks)Imia/Kardak
HKalolimnoKalolimnos
IAgia KiriakiAg. Kiriaki
JPharmakoFarmakonisi
Πηγή: Κείμενο της συνθήκης του 1932 για τα σύνορα, και σύγχρονοι χάρτες της περιοχής.

Τα Ίμια αποτελούν μία συστάδα νησίδων της Δωδεκανήσου. Αυτά εκχωρήθηκαν στην Ελλάδα μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου σύμφωνα με το άρθρο 14 της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων (10-12-1947) όπου η Ιταλία εκχώρησε στην Ελλάδα εν πλήρει κυριαρχία τις νήσους της Δωδεκανήσου απαριθμούμενες: Αστυπάλαια, Ρόδο, Χάλκη, Κάρπαθο, Κάσο, Τήλο, Νίσυρο, Κάλυμνο, Λέρο, Πάτμο, Λειψούς, Σύμη, Κω και Καστελόριζο ως και τις παρακείμενες νησίδες. Σε προγενέστερη μάλιστα διμερή σύμβαση του 1932, ανάμεσα στην Ιταλία και την Τουρκία τα Ίμια συμπεριλαμβάνονταν σε χάρτη με τα ιταλικά εδάφη. Αργότερα, καθώς όλες οι ιταλικές κτήσεις επί της Δωδεκανήσου πέρασαν στην ελληνική κυριότητα, ομοίως και τα Ίμια ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος. Το Τουρκικό κράτος είχε αποδεχτεί το καθεστώς επικυριαρχίας της Ελλάδας στα νησιά αυτά.

Σύμφωνα με το άρθρο 189 του Κ.Δ.Ν.Δ. εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων δικαίωμα για παροχή επιθαλάσσιας αρωγής δίδεται μόνο στα υπό ελληνική σημαία ρυμουλκά ή ναυαγοσωστικά.

Ιστορικό της κρίσης

Δεκέμβριος 1995: Το πρώτο επεισόδιο

Στις 25 Δεκεμβρίου 1995 το τουρκικό φορτηγό πλοίο Φιγκέν Ακάτ προσάραξε σε αβαθή ύδατα κοντά στην Μικρή Ίμια (Ανατολική) και εξέπεμψε σήμα κινδύνου. Το λιμεναρχείο Καλύμνου –το πλησιέστερο στην περιοχή– διέθεσε ρυμουλκό για να αποκολλήσει το τουρκικό πλοίο, αλλά ο πλοίαρχος αρνήθηκε, υποστηρίζοντας ότι βρισκόταν σε τουρκική περιοχή και άρα οι τουρκικές αρχές είχαν την αρμοδιότητα να του προσφέρουν βοήθεια.

Στις 26 Δεκεμβρίου το λιμεναρχείο ενημέρωσε την αρμόδια διεύθυνση του υπουργείου Εξωτερικών, το οποίο μέσω του γραμματέα της ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα Γιάννη Παπαμελετίου, ειδοποίησε τον γραμματέα της Διεύθυνσης Ελληνικών Υποθέσεων του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών Τσινάρ Εγκίν ότι, αν δεν παρέμβαινε ρυμουλκό, το τουρκικό πλοίο θα κινδύνευε. Στις 27 Δεκεμβρίου το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών ενημερώνει την ελληνική πρεσβεία ότι, ανεξαρτήτως του ποιος θα ανελάμβανε τη διάσωση του πλοίου, υπήρχε γενικότερα θέμα με τα Ίμια.

Τελικά, στις 28 Δεκεμβρίου δύο ελληνικά ρυμουλκά αποκόλλησαν το τουρκικό φορτηγό και το οδήγησαν στο λιμάνι Κιουλούκ της Τουρκίας. Στις 29 Δεκεμβρίου το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών επιδίδει διακοίνωση στο αντίστοιχο ελληνικό, όπου αναφέρεται ότι οι βραχονησίδες Ίμια είναι καταχωρημένες στο κτηματολόγιο Μούγλα του νομού Μπόντρουμ (Αλικαρνασσού) και ανήκουν στην Τουρκία. Το γεγονός στάθηκε αφορμή να τεθεί από την Τουρκία θέμα ιδιοκτησίας των νησιών.

Ιανουάριος 1996: Η κρίση

Το μνημείο για τους πεσόντες αξιωματικούς κατά το επεισόδιο των Ιμίων το 1996. Βρίσκεται επί της οδού Βασιλίσσης Σοφίας, κοντά στη Λέσχη Αξιωματικών, Αθήνα.

Ο τότε δήμαρχος της Καλύμνου Δημήτρης Διακομιχάλης, θορυβημένος από το γεγονός ότι η Τουρκία εγείρει εδαφικές αξιώσεις στα Ίμια, ύψωσε την ελληνική σημαία στη Μικρή Ίμια στις 25 Ιανουαρίου 1996 συνοδευόμενος από τον αστυνομικό διευθυντή Καλύμνου Γ. Ριόλα και δύο κατοίκους του νησιού ενώ την επόμενη μέρα υψώθηκε η σημαία και στην άλλη βραχονησίδα.

Τα τουρκικά τηλεοπτικά κανάλια μετέδωσαν εικόνες με την ελληνική σημαία υψωμένη στα Ίμια, κάτι που προκάλεσε σάλο στην κοινή γνώμη της Τουρκίας. Δύο δημοσιογράφοι του γραφείου της εφημερίδας Χουριέτ στη Σμύρνη, μετέβησαν με ελικόπτερο στις 27 Ιανουαρίου στη Μικρή Ίμια, υπέστειλαν την ελληνική σημαία και ύψωσαν την τουρκική σημαία. Η όλη επιχείρηση των δημοσιογράφων βιντεοσκοπήθηκε και προβλήθηκε από το τηλεοπτικό κανάλι που ανήκει στη Χουριέτ. Το γεγονός αυτό πήρε σημαντικές διαστάσεις.

Η κρίση κλιμακώθηκε τις επόμενες μέρες. Την Κυριακή το πρωί στις 28 Ιανουαρίου 1996 το περιπολικό του Πολεμικού Ναυτικού “Αντωνίου” κατέβασε την τουρκική σημαία και ύψωσε την ελληνική παραβαίνοντας την πολιτική εντολή που ήταν μόνο να υποσταλεί η τούρκικη σημαία. Το βράδυ Έλληνες βατραχάνθρωποι αποβιβάστηκαν στη Μικρή Ίμια από το περιπολικό “Πυρπολητής” προκειμένου να φυλάξουν τη σημαία κατά τις νυχτερινές ώρες και να επιστρέψουν στο σκάφος τους πριν την ανατολή του ηλίου. Το μεσημέρι της Δευτέρας ο σχεδιασμός άλλαξε και αποφασίστηκε η συνεχής φύλαξή της σημαίας, οπότε οι βατραχάνθρωποι επέστρεψαν στη βραχονησίδα.

Τη Δευτέρα το απόγευμα στις 29 Ιανουαρίου, ο νέος πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης, στις προγραμματικές του δηλώσεις στη Βουλή, στέλνει μήνυμα προς την Τουρκία, ότι σε οποιαδήποτε πρόκληση η Ελλάδα θα αντιδράσει άμεσα και δυναμικά. Την Τρίτη στις 30 Ιανουαρίου, η πρωθυπουργός της Τουρκίας Τανσού Τσιλέρ δηλώνει κατηγορηματικά μέσα στην Τουρκική βουλή ότι την επόμενη μέρα η ελληνική σημαία και ο ελληνικός στρατός θα απομακρυνθούν από τα Ίμια.

Στις 31 Ιανουαρίου και ώρα 01:40 Τουρκικές ειδικές δυνάμεις αποβιβάζονται στη Μεγάλη Ίμια (Δυτική). Στις 05:30 της ίδιας μέρας ελικόπτερο του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού, που απονηώθηκε από τη φρεγάτα Ναυαρίνο για να διαπιστώσει την πληροφορία παρουσίας Τούρκων στη βραχονησίδα κατέπεσε κατά την επιστροφή του στη φρεγάτα και τα τρία μέλη του πληρώματος, ο υποπλοίαρχος Χριστόδουλος Καραθανάσης, ο υποπλοίαρχος Παναγιώτης Βλαχάκος και ο αρχικελευστής Έκτορας Γιαλοψός, σκοτώθηκαν. Σχετικά με τις αιτίες πτώσης του ελικοπτέρου έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις. Η επίσημη θέση του Πολεμικού Ναυτικού είναι ότι το ελικόπτερο κατέπεσε λόγω κακοκαιρίας και απώλειας προσανατολισμού του πιλότου (Vertigo). Την θέση αυτή υποστήριξε πρόσφατα ο πρώην αρχηγός ΓΕΝ ναύαρχος Αντώνης Αντωνιάδης, αναφέροντας μάλιστα πως η τουρκική φρεγάτα Γιαβούζ προσφέρθηκε να βοηθήσει, αλλά πήρε άμεσα από τους πιλότους του ελικοπτέρου αρνητική απάντηση. Ωστόσο, χωρίς να έχει τεκμηριωθεί μέχρι και σήμερα επίσημα, υπάρχει διαδεδομένη στην Ελλάδα η άποψη ότι το ελικόπτερο καταρρίφθηκε είτε από το Τουρκικό Ναυτικό είτε από τους Τούρκους καταδρομείς που υπήρχαν πάνω στο νησί, και ότι η αληθινή αιτία της πτώσης αποκρύφτηκε προκειμένου να λήξει η κρίση και να μην οδηγηθούν οι δύο χώρες σε γενικευμένη σύρραξη ή ακόμα και σε πόλεμο.

Εκτόνωση της κρίσης

Κατά τη διάρκεια της κρίσης υπήρξαν έντονες πιέσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες προκειμένου να λήξει το επεισόδιο. Ο Αμερικανός πρόεδρος Μπιλ Κλίντον ενημερώθηκε πρώτα από την Τούρκο πρωθυπουργό Τανσού Τσιλέρ πως Ελλάδα και Τουρκία ξεκινούν πόλεμο, επειδή δύο Τούρκοι δημοσιογράφοι και κάποιοι Έλληνες βαρκάρηδες συνεπλάκησαν σε έναν βράχο που κατοικούσε μία κατσίκα.

Ο διπλωμάτης Richard Holbrooke ενημερωμένος από τον Αμερικανό πρόεδρο, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τους δύο πρωθυπουργούς που δεσμεύτηκαν να αποσύρουν τις δυνάμεις τους και να υποστείλουν τις σημαίες. Τα πολεμικά σκάφη και οι καταδρομείς των δύο χωρών αποχώρησαν από τις βραχονησίδες το πρωί της 31ης Ιανουαρίου 1996 υπό την επίβλεψη αεροσκαφών του 6ου αμερικανικού στόλου της Μεσογείου.

Συνέπειες

Η κρίση έδωσε αφορμή στο Τουρκικό κράτος να θέσει ζήτημα των Γκρίζων ζωνών, αμφισβητώντας την κυριαρχία της Ελλάδας σε αρκετά νησιά, συμπεριλαμβανομένων των Ιμίων. Επρόκειτο για την πρώτη τουρκική διεκδίκηση που αφορούσε καθ΄αυτή την κυριαρχία ελληνικού εδάφους. Παρόλα αυτά η ελληνική πλευρά δεν αποδέχτηκε ποτέ την ύπαρξη τέτοιου θέματος, επικαλούμενη διάφορες διεθνείς συνθήκες.

Για την Τουρκία, η προσέγγιση των Ελληνικών βραχονησίδων των Ιμίων, δεν γίνεται σαν να πρόκειται για μια τυχαία βραχονησίδα. Για την Τουρκία ένας συμβιβασμός στις βραχονησίδες μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες που ενδέχεται να φθάσουν ακόμη και ως την εξαφάνιση του ζωτικού χώρου της Τουρκίας στο Αιγαίο. Κατά την διάρκεια της κρίσης, αναφέρει ο Αχμέτ Νταβούτογλου, το γεγονός ότι στους χάρτες που διανεμήθηκαν από το Τουρκικό κράτος στις ευρωπαϊκές χώρες κατά τις εκεί διπλωματικές ενέργειες της Τουρκίας, οι βραχονησίδες εμφανίζονταν να είναι εντός των 12 ναυτικών μιλίων, γεγονός που υποστήριζε τις Ελληνικές θέσεις, προξένησε ασυγχώρητη ζημιά στην Τουρκία. Η έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των διαφορετικών μονάδων της Τουρκικής κρατικής μηχανής έβλαψε την Τουρκία.

Συμβάντα μετά την κρίση

Πάσχα του 1996

Στις 17 Απριλίου του 1996 συνέβη άλλο ένα επεισόδιο. Ενώ οι δύο πλευρές έκαναν τις συνηθισμένες περιπολίες τους, κατά τις 2 το μεσημέρι εμφανίστηκε ένα ταχύπλοο πολιτικό σκάφος με επιβαίνοντες τρία άτομα. Κατά την αναγνώριση διαπιστώθηκε πως ήταν μέλη της οργάνωσης Ελληνοαμερικάνικη Ένωση και ήθελαν να τελέσουν τρισάγιο στην μνήμη των στρατιωτών που χάθηκαν, στην Μεγάλη Ίμια, έχοντας άδεια από το Λιμεναρχείο Καλύμνου.

Παρ’ όλο που τους δόθηκε η εντολή να τελέσουν το τρισάγιο εν πλω, πέρασαν στην πίσω πλευρά των Ιμίων, όπου η ελληνική πλευρά δεν είχε οπτική επαφή και ελέγχεται από τουρκικές ακταιωρούς. Αργότερα φαίνονται να αποβιβάστηκαν στο νησί, αφήνοντας ένα στεφάνι και δύο μικρές σημαίες, μία ελληνική και μία αμερικάνικη και αποχωρούν. Μετά από λίγο δύο τουρκικά αεροσκάφη και ένα ελικόπτερο πετούν πάνω από την Μεγάλη Ίμια.

Επιτελείς του ελληνικού στρατού κρίνοντας πως σκοπός των Τούρκων είναι να πάρουν τις σημαίες, ενημέρωσαν το ελληνικό Υ.ΕΘ.Α (Υπουργείο Εθνικής Αμύνης). Η εντολή που πήραν είναι να πάρουν τις σημαίες από το νησί, πριν από τους Τούρκους. Στην περιοχή κατέφθασε μία ελληνική κανονιοφόρος, ενώ βατραχάνθρωποι από την Μονάδα Υποβρυχίων Αποστολών Λιμενικού Σώματος κατέβηκαν σε φουσκωτό στο νησί. Στον αέρα πέταγαν τα τουρκικά F-16 εμποδίζοντας την κάθοδο των βατραχανθρώπων μέχρι να φθάσουν στην περιοχή ελληνικά μαχητικά, και να αρχίσουν τις εμπλοκές.

Στις 5 το απόγευμα ανακοινώνεται το πέρας της αποστολής με αίσιο τέλος καθώς οι βατραχάνθρωποι είχαν καταφέρει να κατεβάσουν τις σημαίες και το στεφάνι και να επιστρέψουν με αυτά. Μετά το συμβάν, ομολογούν πως « Νικάς όταν κατεβάζεις τα σύμβολα και φεύγεις;».

Απρίλιος 2005

Στις 12 Απριλίου 2005, υπήρξε ένα ακόμα συμβάν στη περιοχή των Ιμίων. Κατά τη διάρκεια επίσημης επίσκεψης στην Τουρκία του τότε Υπουργού Εξωτερικών της Ελλάδας Πέτρου Μολυβιάτη, τουρκικές ακταιωροί πλησίασαν αρκετά στα νησιά αρνούμενες να αποχωρήσουν, ακόμα και όταν ελληνικά σκάφη κατέφτασαν στην περιοχή.

Ιανουάριος 2017

Στις 29 Ιανουαρίου του 2017, τούρκικη πυραυλάκατος του Πολεμικού Ναυτικού πλησίασε πολύ κοντά στις μικρονησίδες των Ιμίων, συνοδευόμενη από δύο πλοία ανορθόδοξου πολέμου με επιβιβαζόμενο δυναμικό Τούρκων πεζοναυτών, όπως ανέφεραν τα Τούρκικα Μ.Μ.Ε.. Στην πυραυλάκατο, υπήρχε ο Αρχηγός του Τούρκικου Επιτελείου Στρατού, Χουλουκί Ακάρ.

Η Ελληνική κανονιοφόρος “Κραταιός” επέπλεε εκείνη την στιγμή, με το προσωπικό να αναγνωρίζει την παραβίαση των Ελληνικών συνόρων, προειδοποιώντας για άμεση αποχώρηση. Επιπλέον, την παρουσία του έκανε και το Ελληνικό Λιμενικό, συνοδεύοντας την κανονιοφόρο παρακολουθώντας τις κινήσεις των Τούρκων.

Τα τούρκικα πλεούμενα παρέμειναν 7 λεπτά σύμφωνα με ανακοίνωση του Ελληνικού Γ.Ε.ΕΘ.Α. (Γενικό Επιτελείο Εθνικής Αμύνης) και στην συνέχεια αναχώρησαν με πιθανό προορισμό το λιμάνι της Αλικαρνασσού. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος δήλωσε για το συμβάν σε συνέντευξη του το 2017 στο Πορτογαλικό κανάλι APTP πως: Η σημερινή παραβίαση ήταν πάρα πολύ σοβαρή γιατί δεν παραβιάστηκαν μόνο τα Ελληνικά σύνορα αλλά και τα σύνορα της Ευρώπης. Παραβιάστηκε η Συνθήκη της Λωζάννης.

Φεβρουάριος 2018

Στις 12 Φεβρουαρίου 2018, ελληνικό σκάφος του λιμενικού σώματος με 27 άτομα πλήρωμα που βρισκόταν σε περιπολία στη θαλάσσια περιοχή των Ιμίων, εμβολίστηκε από τουρκική ακταιωρό, η οποία μετά το συμβάν απομακρύνθηκε προς τα τουρκικά παράλια. Το σκάφος υπέστη υλικές ζημιές και μεταφέρθηκε στη Λέρο για επισκευή, ενώ δεν υπήρξε κανένας τραυματισμός στα μέλη του πληρώματος.

Το ελληνικό αρχηγείο Λιμενικού -και συγκεκριμένα το Κέντρο Επιχειρήσεων- ενημέρωσε άμεσα τα υπουργεία Εθνικής ‘Αμυνας και Εξωτερικών για το συμβάν.

Στις 17 Ιανουαρίου είχε σημειωθεί και άλλο συμβάν με τουρκική ακταιωρό, όταν ήρθε σε επαφή με την κανονιοφόρο «Νικηφόρος» του Πολεμικού Ναυτικού, η οποία βρισκόταν σε προγραμματισμένη περιπολία στην ευρύτερη περιοχή των Ιμίων. Ειδικότερα, κατά τη διέλευση του «Νικηφόρου», η τουρκική ακταιωρός προχώρησε σε επικίνδυνο ελιγμό, ο οποίος οδήγησε σε πλευρική επαφή με το πλοίο του πολεμικού ναυτικού.

The post Κρίση των Ιμίων – έλαβε χώρα τον Ιανουάριο του 1996  first appeared on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ορθώς διεκδικούμε τα κλεμμένα γλυπτά του Παρθενώνα, τα γνωστά ως Ελγίνεια μάρμαρα από το όνομα του διαπράξαντος την αρπαγή. Και ορθότατα δεν αναγνωρίζουμε κυριότητα ή νομή στο Βρετανικό Μουσείο. Όμως η εθνική αυτή εκστρατεία πρέπει να υποστηριχθεί από την ενίσχυση των Κλασικών Σπουδών και από τη καλύτερη γνώση της γλώσσας και της ιστορίας των Αρχαίων Ελλήνων.

Για να είμαστε πιο πειστικοί στη διεκδίκηση των γλυπτών του Παρθενώνα οφείλουμε να φέρουμε τους νέους μας πιο κοντά προς την κλασική και ανθρωπιστική παιδεία. Σε μία εποχή τεχνοκρατική και υλιστική η καλλιέργεια της γλωσσικής καλλιέπειας και της διαχρονικής ιστορικής συνειδήσεως θα βοηθήσει πολύπλευρα και ποικιλόμορφα. Προτείνω λοιπόν:

Να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στο μάθημα της Ενιαίας Ελληνικής Γλώσσας. Τα Αρχαία Ελληνικά κείμενα να μελετώνται από τα παιδιά μας διττά: Ως γλωσσική αγωγή και ως κείμενα που παρέχουν πρότυπα. Η Αρχαία Ελληνική δεν είναι για εμάς ξένη γλώσσα. Η Ελληνική έχει συνέχεια και διαχρονία. Μέσω της Κοινής Ελληνικής των Ευαγγελίων και μέσω της Θείας Λειτουργίας ο σύγχρονος Έλληνας βρίσκεται πολύ κοντά στους γλωσσικούς τύπους της αρχαιότητος. Η γνώση της λογίας ελληνικής που χρησιμοποιήθηκε κατά τους τελευταίους αιώνες είναι επίσης χρήσιμη. Επί παραδείγματι πώς θα κατανοήσει ένας πρωτοετής φοιτητής της Νομικής το θαυμάσιο κείμενο του πρώτου Συντάγματος της επαναστατημένης Ελλάδος, που συνετάγη από την Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου;

Ο Μέγας Βασίλειος, Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας, τόνισε ήδη από τον 4ο αιώνα μ.Χ. τη μορφωτική αξία των Αρχαίων Ελληνικών κειμένων. Πρόβαλλε πρότυπα για τα παιδιά κάθε εποχής μέσα από τα κείμενα, όπως πχ τον Περικλή, τον Σωκράτη, τον Μέγα Αλέξανδρο. Ο Επιτάφιος του Περικλέους, τον οποίο κατέγραψε ο Θουκυδίδης, είναι οικουμενικό μήνυμα πατριωτισμού και δημοκρατίας. Κι όμως κατά καιρούς κόβεται από το πρόγραμμα των Λυκείων μας στο όνομα ενός ψευδεπίγραφου προοδευτισμού. Όταν ήλθε στην Ελλάδα ο πρώην Πρόεδρος των ΗΠΑ Μπάρακ Ομπάμα απήγγειλε αποσπάσματα από τον Επιτάφιο. Όμως εκείνη την εποχή κάποιος Έλληνας Υπουργός Παιδείας (του ΣΥΡΙΖΑ) είχε βγάλει αυτό το κείμενο από τα ελληνικά σχολεία.

Να αναδείξουμε επιστημονικά και τεκμηριωμένα την πολιτιστική και πνευματική συνέχεια του Ελληνισμού. Οι Έλληνες ποτέ δεν έχασαν την επαφή με τις αξίες του παρελθόντος. Οι Βυζαντινοί δίδασκαν τον Όμηρο ως θεμελιώδες μάθημα στα σχολεία. Και οι Έλληνες του 1821 διατρανώνουν την αίσθηση της συνέχειας μιλώντας για την Αρχαιότητα και για το Βυζάντιο/Ρωμανία. Οι ανιστόρητοι συμπατριώτες μας, οι οποίοι διδάσκουν τον μύθο ότι δεν υπήρχε ελληνική συνείδηση πριν από το 1821, ρίχνουν νερό στον μύλο των ξένων προπαγανδών. Ενισχύουν αυτούς που δεν θέλουν την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα στην Ελλάδα.

Φέτος έχουμε την ευκαιρία να μελετήσουμε το έργο ενός σπουδαίου Έλληνα Μακεδόνα. Του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ηχητικά το 2023 θυμίζει το 323 π.Χ., τη χρονιά θανάτου του στρατηλάτη που μετέδωσε τον ελληνικό πολιτισμό στη Μέση Ανατολή και στην Ινδία. Ήδη η Ιερά Μητρόπολη Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας έχει ανακοινώσει ότι στη διάρκεια του έτους θα διοργανώσει εκδηλώσεις για τον Αλέξανδρο. Ας μιλήσουμε στα παιδιά μας για αυτή τη μεγάλη προσωπικότητα. Ας μην αφήνουμε να τον διεκδικούν οι βόρειοι γείτονες.

Πηγή: εφημερίδα Παραπολιτικά, 21.1.2023

The post Η ενίσχυση των Κλασικών Σπουδών θα βοηθήσει τη διεκδίκηση των γλυπτών first appeared on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

ΓΕΝΙΚΕΣ

Η Άμυνα του Ρορκς Ντριφτ, Πίνακας του Αλφόνς ντε Νεβίλ (1882)

H Μάχη του Ρορκς Ντριφτ, γνωστή επίσης και σαν Άμυνα του Ρορκς Ντριφτ, ήταν μία μάχη του Πολέμου Βρετανίας-Ζουλού. Η άμυνα του ιεραποστολικού σταθμού του Ρορκς Ντριφτ, υπό τη διοίκηση του Υπολοχαγού Τζον Τσαρντ του Βασιλικού Μηχανικού, ακολούθησε αμέσως μετά την ήττα του Βρεττανικού Στρατού στη Μάχη της Ισαντλουάνα στις 22 Ιανουαρίου 1879 και συνεχίστηκε και την επόμενη ημέρα, στις 23 Ιανουαρίου. Μόλις πάνω από 150 Βρετανοί Στρατιώτες και άποικοι υπερασπίστηκαν με επιτυχία τη φρουρά έναντι των λυσσαλέων επιθέσεων 3000 – 4000 πολεμιστών Ζουλού. Οι μαζικές αλλά αποσπασματικές, επιθέσεις των Ζουλού στο Ρορκς Ντριφτ έφτασαν πολύ κοντά στην κατανίκηση της ισχνής φρουράς αλλά τελικά αποκρούστηκαν. Στους αμυνόμενους απονεμήθηκαν 11 Σταυροί της Βικτωρίας, μαζί με πολλές άλλες διακρίσεις και τιμές.

Το Ρορκς Ντριφτ, γνωστό σαν κβαΤζιμ (“Γη του Τζιμ”) στη γλώσσα των Ζουλού, ήταν ένας ιεραποστολικός σταθμός και παλαιότερα εμπορικός σταθμός του Τζέιμς Ρορκ, ενός Ιρλανδού εμπόρου. Αυτό βρισκόταν κοντά σε μία κοίτη του ποταμού Μπάφαλο, ο οποίος εκείνη την εποχή ήταν το όριο μεταξύ της Βρετανικής Αποικίας του Νατάλ και του Βασιλείου των Ζουλού. Στις 9 Ιανουαρίου 1879, η 3η (Κεντρική) φάλαγγα, υπό τη διοίκηση του Λόρδου Τσελμσφορντ έφτασε και στρατοπέδευσε στην κοίτη.

Στις 11 Ιανουαρίου, ημέρα εκπνοής του Βρετανικού τελεσίγραφου προς τους Ζουλού, η φάλαγγα πέρασε το ποτάμι και στρατοπέδευσε στην απέναντι όχθη. Μία μικρή δύναμη η οποία αποτελούταν από τον 2ο Λόχο του 2ου Τάγματος του 24ου Συντάγματος Πεζικού, υπό τον Υπολοχαγό Γκόνβιλ Μπρόμχεντ αποσπάστηκε ως φρουρά του σταθμού, ο οποίος είχε μετατραπεί σε σταθμό ανεφοδιασμού και νοσοκομείο, υπό τη διοίκηση του Επίτιμου Ταγματάρχη Χένρι Σπόλντινγκ του 104ου Συντάγματος Πεζικού, μέλους του επιτελείου του Τσέλμσφορντ.

Στις 20 Ιανουαρίου, μετά από αναγνωρίσεις και κατασκευή ενός μονοπατιού για τις άμαξες της, η φάλαγγα του Τσέλμσφορντ προέλασε στην Ισαντλουάνα, περίπου 10 χιλιόμετρα ανατολικά, αφήνοντας πίσω τη μικρή φρουρά. Ένας ενισχυμένος λόχος του 2ου/3ου Αποσπάσματος Αυτοχθόνων του Νατάλ (NNC) υπό τον Λοχαγό Ουίλλιαμ Στήβενσον διατάχθηκε να παραμείνει στον σταθμό ώστε να ενισχύσει τη φρουρά. Αυτός ο λόχος αριθμούσε μεταξύ 100 και 350 ανδρών.

Ο 7ος Λόχος του 1ου Τάγματος του 24ου Συντάγματος διατάχθηκε με μετακινηθεί από τη βάση του στο Χελπμακάαρ, 16 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά, μετά από την αντικατάσταση του, ώστε να ενισχύσει ακόμα περισσότερο το Ρορκς Ντριφτ. Το ίδιο απόγευμα,ένα τμήμα της 2ης Φάλαγγας υπό τον Επίτιμο Συνταγματάρχη Άντονυ Ντάρνφορντ έφτασε στον σταθμό και στρατοπέδευσε στην όχθη προς την πλευρά των Ζουλού, όπου και παρέμεινε μέχρι την επόμενη ημέρα.

Αργά το απόγευμα της 21ης Ιανουαρίου, ο Ντάρνφορντ διατάχθηκε να προσχωρήσει στην Ισαντλουάνα, όπως επίσης και ένα μικρό απόσπασμα του 5ου Λόχου του Βασιλικού Μηχανικού, το οποίο διοικούταν από τον Υπολοχαγό Τζον Τσαρντ, ο οποίος είχε καταφτάσει στις 19 του μηνός στην περιοχή προκειμένου να επισκευάσει τις γέφυρες με τις οποίες είχε ζευχθεί ο ποταμός Μπάφαλο. Ο Τσαρντ κινήθηκε πριν από το απόσπασμα του στην Ισαντλουάνα το πρωί της 22ης Ιανουαρίου προκειμένου να αποσαφηνίσει τις διαταγές του, αλλά απεστάλη πίσω στο Ρορκς Ντριφτ μόνο με την άμαξα του και τον οδηγό του ώστε να κατασκευάσει αμυντικές θέσεις για τον αναμενόμενο λόχο ενίσχυσης, διασταυρούμενος καθ’ οδόν με τη φάλαγγα του Ντάρνφορντ που κινούταν προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Ο Υπλγός Τζων Τσαρντ

Ο Υπλγός Γκόνβιλ Μπρόμχεντ

Κάποια στιγμή γύρω στο μεσημέρι της 22ας Ιανουαρίου, ο Ταγματάρχης Σπόλντινγκ άφησε τον σταθμό για το Χελπμακάαρ ώστε να αναζητήσει τον 7ο Λόχο του Ρέινφορθ, ο οποίος είχε αργήσει και άφησε επικεφαλής τον Υπολοχαγό Τσαρντ. Ο Τσαρντ μετέβη στο στρατόπεδο του μηχανικού στο ποτάμι. Λίγο μετά, κατέφτασαν δύο επιζήσαντες από την Ισαντλουάνα, ο Υπολοχαγός Γκερτ Αντεντόρφφ του 1ου Λόχου του 3ου Τάγματος του NNC και ένας ιππέας των Έφιππων Τυφεκιοφόρων του Νατάλ φέρνοντας τα νέα της ήττας και ότι ένα μέρος του ίμπι των Ζουλού πλησίαζε στον σταθμό.

Μαθαίνοντας τα νέα, ο Τσαρντ, ο Μπρόμχεντ και άλλος ένας αξιωματικός του σταθμού, ο Βοηθός Επιμελητείας Τζέιμς Ντάλτον του Σώματος Επιμελητείας και Μεταφορών, συσκέφτηκαν γρήγορα για να αποφασίσουν τι θα ήταν καλύτερο να πράξουν – να επιχειρήσουν μία υποχώρηση προς το Χελπμακάαρ ή να υπερασπιστούν τις θέσεις τους. Ο Ντάλτον παρατήρησε ότι μία μικρή φάλαγγα, η οποία θα ταξίδευε σε ανοικτό έδαφος βραδυπορώντας από τις άμαξες με τους ασθενείς του νοσοκομείου, θα ανατρεπόταν εύκολα από μία υπέρτερη αριθμητικά δύναμη των Ζουλού, οπότε σύντομα αποφασίστηκε ότι η μόνη αποδεκτή λύση ήταν να παραμείνουν εκεί και να πολεμήσουν.

Αμυντικές προετοιμασίες

Από τη στιγμή που οι Βρετανοί αξιωματικοί αποφάσισαν να παραμείνουν, οι Τσαρντ και Μπρόμχεντ έδωσαν οδηγίες στους άνδρες τους να προετοιμαστούν για την άμυνα του σταθμού. Με τους περίπου 400 άνδρες της φρουράς να δουλεύουν γρήγορα, κατασκευάστηκε μία αμυντική περίμετρος από σακιά καλαμποκάλευρου. Αυτή η περίμετρος περιέκλειε την αποθήκη, το νοσοκομείο και ένα λιθόχτιστο οίκημα κράαλ. Τα οικήματα οχυρώθηκαν με το άνοιγμα τρυπών στους εξωτερικούς τοίχους και οι εξωτερικές τους πόρτες οχυρώθηκαν με έπιπλα.

Περίπου στις 3.30 το μεσημέρι, μία μικτή ίλη περίπου 100 ανδρών του Ιππικού Αυτοχθόνων του Νατάλ (NNH) υπό τον Υπολοχαγό Άλφρεντ Χέντερσον έφτασε στον σταθμό έχοντας υποχωρήσει με τάξη από την Ισαντλουάνα. Προσφέρθηκαν εθελοντικά για την κάλυψη της εξωτερικής πλευράς του λόφου Όσκαρμπεργκ (Σιγιάνε), ο οποίος δεσπόζει του σταθμού και από την πίσω πλευρά του οποίου αναμενόταν η προσέγγιση των Ζουλού.

Με τις οχυρώσεις να έχουν σχεδόν ολοκληρωθεί και τη μάχη να επίκειται, ο Τσαρντ είχε στη διάθεση του αρκετές εκατοντάδες ανδρών: τον 2ο Λόχο του Μπρόμχεντ, τον ενισχυμένο λόχο του NNC του Στήβενσον, την ίλη του NNH υπό τον Χέντερσον και διάφορους άλλους (οι περισσότεροι από αυτούς ασθενείς του νοσοκομείου αλλά “δυνάμενοι”), οι οποίοι ανήκαν σε διάφορες βρετανικές και αποικιακές μονάδες.Ο Άντεντορφφ έμεινε επίσης μαζί τους, ενώ ο ιππέας ο οποίος τον συνόδευε κάλπασε προς το Χελπμακάαρ για να προειδοποιήσει τη φρουρά.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Τσαρντ, η δύναμη αυτή ήταν αρκετή για να αποκρούσει τους Ζουλού. Ο Τσαρντ έταξε τους Βρετανούς στρατιώτες στην περίμετρο, προσθέτοντας μερικούς από τους δυνάμενους ασθενείς, μερικούς αποίκους και πολίτες και τους άνδρες του NNC που έφεραν όπλα στις οχυρώσεις. Οι υπόλοιποι άνδρες του NNC, οπλισμένοι μόνο με λόγχες, τοποθετήθηκαν έξω από το τείχος των σακιών καλαμποκάλευρου και των κουτιών μπισκότων μέσα στο πέτρινο κράαλ.

Ο πρίγκιπας Νταμπουλαμάντζι καΜπάντε

Η δύναμη των Ζουλού που πλησιάζε ήταν σημαντικά μεγαλύτερη: τα αμαμπούθο ουΝτλόκο, ουΘλουάνα, ινΝτλόντο, τα οποία αποτελούνταν από παντρεμένους άντρες ηλικίας 30-50 ετών και το ιμπούθο ινΝτλου-γιένγκουε που αποτελούνταν από ανύπαντρους νέους αριθμούσαν 3000-4000 πολεμιστές, από τους οποίους κανένας δεν συμμετείχε στη μάχη της Ισαντλουάνα. Αυτή η δύναμη των Ζουλού ήταν τα “πλευρά” ή εφεδρείες του στρατού στην Ισαντλουάνα και συχνά αναφέρεται σαν το Σώμα Ούντι. Αυτό εξετέλεσε έναν ευρύ ελιγμό μακριά από την αριστερή πλευρά των Βρετανών και πέρασε νοτιοδυτικά του λόφου της Ισαντλουάνα, ώστε να τοποθετηθεί κάθετα στη γραμμή επικοινωνιών και υποχώρησης των Βρετανών και των συμμάχων Αποίκων τους ώστε να αποκόψει τη διαφυγή τους στο Νατάλ μέσω της κοίτης του ποταμού Μπάφαλο που οδηγούσε στο Ρορκς Ντριφτ.

Όταν το Σώμα Ούντι έφτασε στο Ρορκς Ντριφτ στις 4:30 μ.μ., είχαν ήδη καλύψει με ταχύ βήμα περίπου 32 χιλιόμετρα από το στρατόπεδο τους από το οποίο είχαν ξεκινήσει στις 8.00 π.μ. Για τις επόμενες 11μιση ώρες, θα διενεργούσαν συνεχείς εφόδους στις βρετανικές οχυρώσεις του Ρορκς Ντριφτ.

Οι περισσότεροι Ζουλού πολεμιστές ήταν οπλισμένοι με το ικλούα (το αντίστοιχο δόρυ κρούσης ασεγκάι για τους Ζουλού) και μία ασπίδα από δέρμα αγελάδας. Ο στρατός των Ζουλού ασκούταν τόσο στην ατομική όσο και στην τακτική χρήση αυτού του συνδυασμού όπλων. Μερικοί Ζουλού διέθεταν επίσης παλαιά μουσκέτα και απηρχαιωμένα τυφέκια, αν και η σκοπευτική τους ικανότητα ήταν φτωχή και η ποιότητα και ποσότητα των πυρομαχικών τραγική.

Η στάση των Ζουλού σχετικά με τα πυροβόλα όπλα ήταν η ακόλουθη: “Η πλειονότητα των ποελμιστών Ζουλού, ωστόσο, δεν διέθεταν πυροβόλα όπλα – τα όπλα ενός δειλού, όπως έλεγαν, αφού βοηθούσαν τον ύπουλο να σκοτώσει τον γενναίο χωρίς να περιμένει την επίθεση του.” Αν και τα πυρά τους ήταν ανακριβή, ήταν υπεύθυνα για το θάνατο πέντε από τους συνολικά 17 θανάτους Βρετανών στο Ρορκς Ντριφτ.

Ιστορική φωτογραφία πολεμιστών Ζουλού περίπου της ίδιας εποχής με τα γεγονότα του Ρορκς Ντριφτ

Ενώ το Σώμα Ούντι διοικούνταν από τον ινκόσι καΜπίθα κατά τη μάχη της Ισαντλουάνα, η διοίκηση του Σώματος πέρασε στον Πρίγκιπα Νταμπουλαμάντζι καΜπάντε (ετεροθαλή αδελφό του Σετσουάγιο καΜπάντε, βασιλιά των Ζουλού) όταν ο καΜπίθα τραυματίστηκε στις αψιμαχίες εκκαθάρισης των Βρετανών φυγάδων από την Ισαντλουάνα. Ο Πρίγκιπας Νταμπουλαμάντζι θεωρούνταν οξύθυμος και επιθετικός και αυτός ο χαρακτηρισμός του αποδόθηκε από την παραβίαση της διαταγής του Βασιλιά Σετσουάγιο να τηρήσει αμυντική στάση υπεράσπισης της χώρας των Ζουλού έναντι της εισβολής των Βρεατνών στρατιωτών και να μην μεταφέρει τον πόλεμο από την άλλη πλευρά των συνόρων. Η επίθεση στο Ρορκς Ντριφτ ήταν περισσότερο μία απρογραμμάτιστη επιδρομή και όχι μία οργανωμένη αντεπιθετική εισβολή, καθώς πολλοί Ζουλού του Σώματος Ούντι αποσπάστηκαν για να επιδράμουν άλλα αφρικανικά κράαλ και υποστατικά, ενώ το κύριο σώμα προέλασε προς το Ρορκς Ντριφτ.

Περίπου στις 4.00 μ.μ., ο Χειρουργός Τζέιμς Ρέινολντς, ο Ότο Βιτ – ο Σουηδός ιεραπόστολος ο οποίος διηύθυνε την ιεραποστολή στο Ρορκς Ντριφτ και ο στρατιωτικός ιερέας Αιδεσιμότατος Τζορτζ Σμιθ κατέβηκαν από τον λόφο Όσκαρμπεργκ με το νέο ότι ένα σώμα των Ζουλού περνούσε τον ποταμό στα νοτιοανατολικά και βρισκόντουσαν “όχι περισσότερο από πέντε λεπτά μακριά”. Σε αυτό το σημείο, ο Βιτ αποφάσισε να φύγει από το σταθμό, καθώς η οικογένεια του ζούσε σε μία απομονωμένη φάρμα περίπου 30 χιλιόμετρα μακριά και ήθελε να βρίσκεται μαζί τους. Ο ιθαγενής υηρέτης του Βιτ, Ουμκβελναντάμπα, έφυγε μαζί του· το ίδιο έπραξε και ένας από τους ασθενείς του νοσοκομείου, ο Υπολοχαγός Τόμας Πέρβις του 1ου Λόχου του 3ου Τάγματος του NNC.

Η μάχη

Σχεδιάγραμμα του σταθμού του Ρορκς Ντριφτ, από την Ιστορία του Σώματος του Βασιλικού Μηχανικού.

Η Άμυνα του Ρορκς Ντριφτ της Λαίδης Μπάτλερ (1880). Μεταξύ των εικονιζομένων είναι οι υπολοχαγοί Τσαρντ και Μπρόμχεντ (κέντρο) που διευθύνουν τη μάχη, ο Στρατιώτης Χιτς (δεξιά, όρθιος) που μοιράζει πυρομαχικά ενώ είναι τραυματισμένος και ο Χειρουργός Ρέινολντς και ο Αποθηκάριος Μπάιρν που φροντίζουν τον τραυματισμένο Δεκανέα Σκάμελ (ο Ρέυνολντς γονατιστός· ο Μπάιρν πέφτει από σφαίρα)

Περίπου στις 4:20 μμ η μάχη άρχισε με τους ιππείς του NNH υπό τον Υπολοχαγό Χέντερσον, οι οποίοι στάθμευαν πίσω από το λόφο Όσκαρμπεργκ, να εμπλέκονται για λίγο με την εμπροσθοφυλακή της κύριας δύναμης των Ζουλού. Ωστόσο, κουρασμένοι από τη μάχη και την υποχώρηση από την Ισαντλουάνα και με ελλείψεις σε πυρομαχικά για τις καραμπίνες τους, οι άνδρες του Χέντερσον έφυγαν για το Χελπμακάαρ. Ο ίδιος ο Χέντερσον ανέφερε στον Τσαρντ ότι ο εχθρός πλησίαζε και ότι “οι άνδρες του δεν θα υπάκουαν τις διαταγές του αλλά έφευγαν προς το Χελπμακάαρ”.

Στη συνέχεια ο Χέντερσον ακολούθησε τους άνδρες του που έφευγαν. Μόλις είδε την αποχώρηση της ίλης του NNH υπό τον Χέντερσον, ο λόχος του NNC υπό τον Λοχαγό Στίβενσον εγκατέλειψε το κράαλ – σταύλο και έφυγε, ελαττώνοντας δραματικά τη δύναμη της αμυνόμενης φρουράς. Εξοργισμένοι με την εγκατάλειψη των οχυρώσεων από τον Στίβενσον και τους αποίκους υπαξιωματικούς του, μερικοί Βρετανοί στρατιώτες άνοιξαν πυρ εναντίον τους, σκοτώνοντας τον Δεκανέα Ουίλλιαμ Άντερσον.

Με τους Ζουλού να έχουν σχεδόν φτάσει στο σταθμό, η φρουρά τώρα αριθμούσε μεταξύ 154 και 156 ανδρών. Από αυτούς, μόνο ο Λόχος του Μπρόμχεντ μπορούσε να θεωρηθεί μία συμπαγής μονάδα. Επίσης, μέχρι και 39 από τους άνδρες του σταθμού βρισκόντουσαν εκεί ως ασθενείς του νοσοκομείου, αν και λίγοι μόνο από αυτούς ήταν ανίκανοι να κρατήσουν όπλο. Έχοντας πια λιγότερους άνδρες, ο Τσαρντ συνειδητοποίησε την ανάγκη τροποποίησης των οχυρώσεων και διέταξε την κατασκευή ενός τείχους από κουτιά μπισκότων εγκάρσια στο μέσο του σταθμού, ώστε να είναι δυνατή η εγκατάλειψη του νοσοκομείου, αν ανέκυπτε κάποια τέτοια ανάγκη. 

Στις 4:30 μμ, οι Ζουλού παρέκαμψαν το λόφο Όσκαρμπεργκ και προσέγγισαν το νότιο τείχος. Ο Στρατιώτης Φρέντερικ Χιτς, ο οποίος είχε τοποθετηθεί σαν παρατηρητής πάνω στην αποθήκη, ανέφερε την προσέγγιση μίας φάλαγγας 4000-6000 Ζουλού. Η εμπροσθοφυλακή των Ζουλού, 600 άνδρες του Ντλουγιένγκουε, επιτέθηκαν στο νότιο τείχος το οποίο συνέδεε το νοσοκομείο και την αποθήκη. Οι Βρετανοί άνοιξαν πυρ στα 460 μέτρα.

Η πλειονότητα της επιτιθέμενης δύναμης των Ζουλού κινήθηκε αντίθετα για να επιτεθεί στο βόρειο τείχος, ενώ μερικοί από αυτούς καλύφθηκαν και είτε καθηλώθηκαν από το συνεχές πυρ των Βρετανών είτε υποχώρησαν στην κορυφή του λόφου Όσκαρμπεργκ. Από εκεί άρχισαν με τη σειρά τους πυρά παρενόχλησης. καθώς συνέβαινε αυτό, άλλη μία ομάδα των Ζουλού εφόρμησε στο νοσοκομείο και στο νοτιοδυτικό τείχος.

Οι Βρετανοί που βρισκόντουσαν στις οχυρώσεις – συμπεριλαμβανομένων των Ντάλτον και Μπρόμχεντ – ενεπλάκησαν σύντομα σε άγριες μάχες σώμα με σώμα. Το Βρετανικό τείχος ήταν πολύ ψηλό για να το υπερβούν οι Ζουλού, οπότε προσπαθούσαν είτε να περάσουν κάτω από το τοίχος, αρπάζοντας τα όπλα των υπερασπιστών τους κάτω από το τείχος. Σε κάποια σημεία, ανέβαιναν πάνω στα σώματα των συντρόφων τους για να απωθήσουν τους Βρετανούς από το τείχος, αλλά τελικά αποκρούστηκαν.

Τα πυρά των Ζουλού, τόσο από εκείνους που βρισκόντουσαν κάτω από το τείχος όσο και από εκείνους που βρισκόντουσαν στον Όσκαρμπεργκ προκάλεσαν μερικές απώλειες και πέντε από τους 17 που σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν θανάσιμα χτυπήθηκαν ενώ βρισκόντουσαν στο βόρειο τείχος.

Η Άμυνα του Νοσοκομείου

Ο Τσαρντ συνειδητοποίησε ότι το βόρειο τείχος, το οποίο βρισκόταν σχεδόν υπό συνεχή πίεση των Ζουλού, δεν μπορούσε να κρατηθεί, οπότε στις 6.00 μμ σύμπτυξε τους άνδρες του στην αυλή, εγκαταλείποντας κατά την κίνηση αυτή τα δύο εμπρός δωμάτια του νοσοκομείου. Η κατάσταση στο νοσοκομείο ήταν αφόρητη· οι τρύπες για τα όπλα στους τοίχους ήταν πια πρόβλημα, καθώς αν κάποιος έβγαζε το όπλο του προς τα έξω για να πυροβολήσει, οι Ζουλού το άρπαζαν από την κάννη – αν κάποια τρύπα έμενε κενή, οι Ζουλού έβαζαν σε αυτές τα δικά τους όπλα και πυροβολούσαν μέσα στο δωμάτιο. Μεταξύ των στρατιωτών που είχαν τοποθετηθεί στο νοσοκομείο ήταν ο Δεκανέας Γουίλιαμ Γουίλσον Άλλεν και οι Στρατιώτες Κόουλ, Ντάνμπαρ, Χιτς, Χόριγκαν, Τζπν Γουίλιαμς, Τζόζεφ Γουίλλιαμς, Άλφρεντ Χένρι Χουκ, Ρόμπερτ Τζόουνς και Γουίλιαμ Τζόουνς.

Οι Στρατιώτες Χόριγκαν, Τζον Γουίλιαμς και Τζόζεφ Γουίλιαμς και οι ασθενείς προσπάθησαν να κρατήσουν μία είσοδο του νοσοκομείου με καραμπίνες και εφ’ όπλου λόγχη. Ο Τζόζεφ Ουίλιαμς υπερασπιζόταν ένα μικρό παράθυρο κάτω από το οποίο αργότερα βρέθηκαν 14 νεκροί Ζουλού. Καθώς γινόταν όλο και περισσότερο σαφές ότι το εμπρός τμήμα του νοσοκομείου καταλαμβανόταν σταδιακά από τους Ζουλού, ο Τζον Γουίλιαμς άρχισε να δημιουργεί μία δίοδο διαφυγής ανοίγοντας μία τρύπα στον ενδιάμεσο τοίχο ανάμεσα στο κεντρικό δωμάτιο και ένα γωνιακό δωμάτιο στο πίσω μέρος του νοσοκομείου. Μόλις είχε δημιουργήσει μία τρύπα ικανού μεγέθους, η πόρτα του κεντρικού δωματίου υπέστη μαζική επίθεση από τους Ζουλού και μόλις που πρόλαβε να τραβήξει δύο κατακεκλιμένους ασθενείς πριν η πόρτα τελικά υποχωρήσει στην επίθεση.

Στο γωνιακό δωμάτιο στο οποίο ο Τζον Γουίλιαμς τράβηξε τους δύο ασθενείς βρισκόντουσαν ο Στρατιώτης Χουκ και άλλοι εννιά ασθενείς. Ο Τζον Γουίλιαμς άρχισε να σκάβει τον τοίχο με το πτυοσκάπανο του, ενώ ο Χουκ συγκρατούσε τους Ζουλού. Μια άγρια μάχη εξερράγη καθώς οι Ζουλού πυροβολούσαν μέσα από την πρότα και ο Χουκ ανταπέδιδε τα πυρά, – δεχόμενος το χτύπημα ενός ασεγκάι στο κράνος του, κάτι που τον ζάλισε προσωρινά.

Ο Γουίλιαμς έκανε την τρύόπα αρκετά μεγάλη ώστε να περάσει στο επόμενο δωμάτιο, στο οποίο βρισκόντουσαν μόνο ο ασθενής Στρατιώτης Γουώτερς και μέσα από αυτή έσυρε τους ασθενείς. Ο τελευταίος άνδρας που βγήκε ήταν ο Χουκ, ο οποίος σκότωσε μερικούς Ζουλού που είχαν ρίξει την πόρτα, πριν βουτήξει και αυτός μέσα από την τρύπα. Ο Τζον Γουίλιαμς έπιασε πάλι πυρετωδώς δουλειά στον επόμενο τοίχο, έχοντας να σκεφτεί και το ότι η οροφή του νοσοκομείου είχε ήδη πιάσει φωτιά, καθώς ο Χουκ υπερσπιζόταν την τρύπα και ο Γουότερς συνέχιζε να πυροβολεί μέσα από μία τρύπα στον τοίχο.

Μετά από πενήντα λεπτά, η τρύπα ήταν αρκετά μεγάλη για να περάσουν μέσα από αυτή οι ασθενείς και οι άνδρες – εκτός από τους Στρατιώτες Γουότερς και Μπέκετ, οι οποίοι κρύφτηκαν στο βεστιάριο (Ο Γουότερς τραυματίστηκε και ο Μπέκετ πέθανε από πλήγματα δοράτων)- βρισκόντουσαν πια στο τελευταίο δωμάτιο, το οποίο υπερασπίζονταν οι Στρατιώτες Ρόμπερτ Τζόουνς και Γουίλιαμ Τζόουνς. Από εδώ, οι ασθενείς βγήκαν από ένα παράθυρο και διέσχισαν τρέχοντας την αυλή για να φτάσουν στο τείχος.

Από τους 11 ασθενείς, εννέα επέζησαν από τη δοκιμασία, όπως και όλοι οι υγιείς άνδρες. Σύμφωνα με τον Τζέιμς Χένρι Ρέινολντς μόνο τέσσερις υπερασπιστές σκοτώθηκαν μέσα στο νοσοκομείο: ένας ήταν μέλος του Συντάγματος Αυτοχθόνων του Νατάλ με σπασμένο πόδι· ο Λοχίας Μάξφιλντ και ο Στρατιώτης Τζένκινς οι οποίοι ήταν άρρωστοι με πυρετό και αρνήθηκαν να μετακινηθούν και ένας Στρατιώτης Άνταμς ο οποίος επίσης αρνήθηκε να μετακινηθεί. Ένας Στρατιώτης Κόουλ ο οποίος είχε τοποθετηθεί στο νοσοκομείο σκοτώθηκε ενώ έβγαινε τρέχοντας.

Υπάρχουν αναφορές ότι ο Τζένκινς σκοτώθηκε αφού συνελήφθη και διατρυπήθηκε από τα δόρατα· ένας άλλος ασθενής του νοσοκομείου που σκοτώθηκε ήταν ο Ιππέας Χάντερ της Έφιππης Αστυνομίας του Νατάλ. Μεταξύ των ασθενών του νοσκομείου που διέφυγαν ήταν ένας Δεκανέας Μάγιερ του NNC· ο πυροβολητής Λιούις του Βασιλικού Πυροβολικού και ο Ιππέας Γκριν της Έφιππης Αστυνομίας του Νατάλ, ο οποίος τραυματίστηκε σοτ μηρό από αδέσποτη σφαίρα. Ένας Στρατιώτης Κόνλεϊ με σπασμένο πόδι τραβήχτηκε από τον Χουκ μακριά από τον κίνδυνο, αν και στην προσπάθεια αυτή το πόδι του Κόνλεϋ έσπασε ξανά.

Με την εκκένωση του νοσοκομείου ολοκληρώθηκε η σύμπτυξη της περίμετρου. Καθώς έπεφτε η νύχτα, οι επιθέσεις των Ζουλού έγιναν όλο και εντονότερες. Το κράαλ υπέστη εκ νέου επίθεση και εκκενώθηκε γύρω στις 10.00 μ.μ., περιορίζοντας τους άνδρες που είχαν απομείνει σε έναν μικρό προμαχώνα φύρω από την αποθήκη. Καθόλη τη διάρκεια της νύχτας, οι επιθέσεις των Ζουλού στις βρετανικές θέσεις ήταν συνεχείς· οι επιθέσεις τους αυτές άρχισαν να εξασθενούν μετά από τα μεσάνυχτα και τελικά σταμάτησαν μετά τις 2.00 π.μ. για να αντικατασταθούν από συνεχή πυρά παρενοχλήσεως – πυρά τα οποία διακόπηκαν μόνο στις 4.00 π.μ.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή η δύναμη του Τσαρντ είχε χάσει 14 νεκρούς. Δύο ακόμα ήταν θανάσιμα τραυματισμένοι και ακόμα 8 άτομα – μεταξύ τους και ο Ντάλτον – ήταν βαριά τραυματισμένοι. Ουσιαστικά όλοι οι άνδρες είχαν κάποιο είδος τραύματος. Όλοι τους ήταν εξαντλημένοι, έχοντας πολεμήσει στην καλύτερη περίπτωση επί τουλάχιστον 10 ώρες και τα πυρομαχικά τους τελείωναν. Από τα 20.000 φυσίγγια που βρισκόντουσαν αποθηκευμένα στο σταθμό, απέμεναν μόνο 900.

Σύγχρονη άποψη του πεδίου της μάχης. Τα κτίρια είναι σύγχρονα και οι θέσεις τους δεν αντιστοιχούν στις θέσεις της αποθήκης και του νοσοκομείου όπως ήταν κατά την εποχή της μάχης.

Μετά τη μάχη

Με την αυγή, οι Βρετανοί μπορούσαν να δουν ότι οι Ζουλού είχαν αποχωρήσει· οι μόνοι που είχαν μείνει ήταν οι νεκροί και οι βαριά τραυματίες. Εκπέμφθηκαν περίπολοι για την αναγνώριση του πεδίου της μάχης, ανάκτηση τουφεκιών και αναζήτηση για επιζώντες, πολλοί από τους οποίους εκτελούνταν με την ανακάλυψη τους. Περίπου στις 7:00 π.μ. εμφανίστηκε ξαφνικά ένα ίμπι Ζουλού και οι Βρετανοί επάνδρωσαν και πάλι τις θέσεις τους.

Καμία επίθεση δεν εκδηλώθηκε, καθώς αυτοί οι Ζουλού βρισκόντουσαν ήδη σε κίνηση επί έξι ημέρες πριν από τη μάχη και δεν είχαν φάει σωστά για τις προηγούμενες δύο. Στις τάξεις τους βρισκόντουσαν εκατοντάδες τραυματίες και το κοντινότερο σημείο εφοδιασμού τους απείχε πολλές ημέρες πεζοπορίας. Ελάχιστα μετά την εμφάνιση τους, οι Ζουλού έφυγαν από εκεί που είχαν έρθει.

Περίπου στις 8:00 π.μ., εμφανίστηκε άλλη μία δύναμη και οι Βρετανοί Στρατιώτες άφησαν το πρωινό τους στη μέση για να επανδρώσουν και πάλι τις θέσεις τους, ωστόσο η δύναμη αυτή αποδείχθηκε ότι ήταν η φάλαγγα απεγκλωβισμού του Λόρδου Τσέλμσφορντ.

Ανάλυση των απωλειών Βρετανών και αποίκων:

  • 1/24 Τάγμα Πεζικού: 4 νεκροί ή θανάσιμα τραυματισμένοι· 2 τραυματίες
  • 2/24 Τάγμα Πεζικού: 9 νεκροί ή θανάσιμα τραυματισμένοι· 9 τραυματίες
  • Σώμα Επιμελητείας και Μεταφορών: 1 νεκρός· 1 τραυματίας
  • Έφιππη Αστυνομία του Νατάλ: 1 νεκρός· 1 τραυματίας
  • 1/3 Τάγμα του NNC: 1 νεκρός
  • 2/3 Τάγμα του NNC: 2 τραυματίες

Επίσης, ένα μέλος του 2/3 Τάγματος του NNC, υπό τον Στήβενσον, ο Δεκανέας Γουίλιαμ Άντερσον, σκοτώθηκε από βρετανικά πυρά κατά τη φυγή του από το σταθμό μόλις πριν από την άφιξη των Ζουλού.

Συνολικά καταμετρήθηκαν 351 πτώματα Ζουλού μετά τη μάχη, αλλά έχει εκτιμηθεί ότι ο αριθμός των τραυματιών και αιχμαλώτων Ζουλού που σφαγιάστηκαν μπορεί να έφτασε τουλάχιστον τους 500. Έχοντας γίνει μάρτυρες του σφαγείου της Ισαντλουάνα, τα μέλη της δύναμης απεγκλωβισμού του Τσέλμσφορντ δεν έδειξαν κανένα έλεος στους αιχμαλώτους τραυματίες Ζουλού που έπεφταν στα χέρια τους. Το ίδιο έκαναν και οι στρατιώτες της φρουράς. Ο Ιππέας Γουίλιαμ Τζέιμς Κλαρκ της Έφιππης Αστυνομίας του Νατάλ περιέγραψε στο ημερολόγιο του ότι “συνολικά θάψαμε 375 Ζουλού και μερικοί πληγωμένοι πετάχτηκαν μέσα στον τάφο. Έχοντας δει τους ακρωτηριασμένους τραυματίες μας που είχαν συρθεί έξω από το νοσοκομείο…ήμασταν πολύ θυμωμένοι και δεν λυπηθήκαμε τους πληγωμένους Ζουλού”.

Ο Σάμιουελ Πιτ, ο οποίος υπηρέτησε σαν στρατιώτης στον 2ο Λόχο κατά τη διάρκεια της μάχης, είπε στη Western Mail της Ουαλίας το 1914 ότι οι επίσημες απώλειες ήταν πολύ χαμηλές: “Υπολογίζουμε ότι είχαμε σκοτώσει περίπου 875, αλλά τα βιβλία θα σας πουν για 400-500”. Ο Υπολοχαγός Χόρας Σμιθ-Ντόριεν, μέλος του επιτελείου του Τσέλμσφορντ, έγραψε ότι τη μέρα μετά τη μάχη στήθηκε μία αυτοσχέδια αγχόνη για τον απαγχονισμό των Ζουλού που θεωρούνταν ότι είχαν διαπράξει προδοσία”.

Σταυροί της Βικτωρίας και Μετάλλια Διακεκριμένων Πράξεων

Ο Τζον Τσαρντ ως Αντισυνταγματάρχης

Έντεκα Σταυροί της Βικτωρίας απονεμήθηκαν στους υπερασπιστές του Ρορκς Ντριφτ, επτά από τους οποίους σε άνδρες του 2ου Τάγματος του 24ου Συντάγματος Πεζικού – οι περισσότεροι που απονεμήθηκαν ποτέ σε ένα σύνταγμα για μία πολεμική επιχείρηση (και όχι, όπως συνήθως πιστεύεται, οι περισσότεροι που απονεμήθηκαν σε μία πολεμική επιχείρηση ή οι περισσότεροι που απονεμήθηκαν σε μία ημέρα· 16 απονεμήθηκαν στη Μάχη του Ίνκερμαν, στις 5 Νοεμβρίου 1854· 28 απονεμήθηκαν στην Πολιορκία του Λούκνοου, στις 14–22 Νοεμβρίου 1857).

Επίσης απονεμήθηκαν τέσσερα Μετάλλια Διακεκριμένων Πράξεων. Αυτός ο υψηλός αριθμός παρασημοφορήσεων για ανδρεία έχει ερμηνευθεί σαν μία αντίδραση στην προηγούμενη ήττα κατά τη Μάχη της Ισαντλουάνα – η υπερπροβολή της νίκης στο Ρορκς Ντριφτ απέσπασε την προσοχή της κοινής γνώμης από τη μεγάλη ήττα της Ισαντλουάνα και το γεγονός ότι ο Λόρδος Τσέλμσφορντ και ο Μπαρτλ Φρερ είχαν προκαλέσει τον πόλεμο χωρίς την έγκριση της Κυβέρνησης της Αυτής Μεγαλειότητος.

Σίγουρα, ο Σερ Γκάρνετ Γούλσλεϊ, ο οποίος ανέλαβε την αρχιστρατηγία από τον Λόρδο Τσέλμσφορντ αργότερα την ίδια χρονιά, δεν εντυπωσιάστηκε από τις διακρίσεις που απονεμήθηκαν στους υπερασπιστές του Ρορκς Ντριφτ, λέγοντας ότι “είναι τερατώδες να θεωρούνται ήρωες εκείνοι οι οποίοι κλείστηκαν μέσα σε κτίρια στο Ρορκς Ντριφτ, δεν μπορούσαν να επιτεθούν και πολέμησαν σαν ποντίκια για τις ζωές τους τις οποίες δεν μπορούσαν να σώσουν με άλλο τρόπο”. Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πολλοί από τους υπερασπιστές του Ρορκς Ντριφτ – και κάθένας από τους 15 τιμηθέντες με το Σταυρό της Βικτωρίας και το Μετάλλιο Διακεκριμένων Υπηρεσιών – επέδειξαν πράγματι τη συμπεριφορά που απαιτούνταν για να κερδίσουν αυτές τις διακρίσεις· εκείνη της προφανούς ανδρείας στο πρόσωπο του εχθρού.

Απονομές του Σταυρού της Βικτωρίας:

  • Υπολοχαγός Τζων Ράουζ Μέρριοτ Τσαρντ, 5ος Λόχος Βασιλικού Μηχανικού
  • Υπολοχαγός Γκόνβιλ Μπρόμχεντ, 2ος Λόχος, 2ο Τάγμα, 24ο Σύνταγμα Πεζικού
  • Δεκανέας Γουίλλιαμ Γουίλσον Άλλεν, 2ος Λόχος, 2ο Τάγμα, 24ο Σύνταγμα Πεζικού
  • Στρατιώτης Φρέντερικ Χιτς; 2ος Λόχος, 2ο Τάγμα, 24ο Σύνταγμα Πεζικού
  • Στρατιώτης Άλφρεντ Χένρυ Χουκ; 2ος Λόχος, 2ο Τάγμα, 24ο Σύνταγμα Πεζικού
  • Στρατιώτης Ρόμπερτ Τζόουνς; 2ος Λόχος, 2ο Τάγμα, 24ο Σύνταγμα Πεζικού
  • Στρατιώτης Γουίλλιαμ Τζόουνς; 2ος Λόχος, 2ο Τάγμα, 24ο Σύνταγμα Πεζικού
  • Στρατιώτης Τζων Γουίλλιαμς; 2ος Λόχος, 2ο Τάγμα, 24ο Σύνταγμα Πεζικού
  • Χειρουργός Τζαίημς Χένρυ Ρέυνολντς; Υγειονομικό Σώμα Στρατού
  • Βοηθός Επιμελητής Τζαίημς Λάνγκλεϋ Ντάλτον; Σώμα Επιμελητείας και Μεταφορών
  • Δεκανέας Κρίστιαν Φέρντιναντ Σις; 2ο Τάγμα, 3ο Σύνταγμα Αυτοχθόνων του Νατάλ

Το 1879 δεν υπήρχε πρόβλεψη για τη μεταθανάτια απονομή του Σταυρού της Βικτωρίας και έτσι δεν μπορούσε να απονεμηθεί σε άτομο το οποίο είχε πεθάνει κατά την εκτέλεση πράξης ανδρείας. Με βάση αυτό θα μπορούσε να προστεθεί ένας 12ος Σταυρός της Βικτωρίας στα άτομα που αναφέρθηκαν ανωτέρω: Ο Στρατιώτης Τζόζεφ Γουίλλιαμς, 2ος Λόχος, 2ο Τάγμα, 24ο Σύνταγμα Πεζικού, ο οποίος σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της μάχης στο νοσοκομείο και για την οποία αναφέρθηκε στην ημερησία διαταγή ότι “αν ζούσε, θα είχε προταθεί για τον Σταυρό της Βικτωρίας”.

Απονομές του Μεταλλίου Διακεκριμένων Πράξεων:

  • Πυροβολητής Τζων Κάντγουελ· Πυροβολαρχία Ν, 5η Ταξιαρχία Βασιλικού Έφιππου Πυροβολικού (ο οποίος είχε υποβιβαστεί από το βαθμό του Πυροβολητή – Ελάτη την προηγουμένη της μάχης)
  • Στρατιώτης Τζων Γουίλλιαμς Ρόυ· 1ο Τάγμα, 24ο Σύνταγμα Πεζικού
  • Επιλοχίας Φρανκ Έντουαρντ Μπορν; 2ος Λόχος, 2ο Τάγμα, 24ο Σύνταγμα Πεζικού
  • Υποδεκανέας Φράνσις Άτγουντ; Σώμα Υπηρεσιών Στρατού

Στις 15 Ιανουαρίου 1880, έγινε πρόταση απονομής του Μεταλλίου Διακεκριμένων πράξεων για τον Στρατιώτη Μάικλ ΜακΜάχον, της Νοσοκομειακής Υπηρεσίας του Στρατού. Η πρόταση αυτή αποσύρθηκε στις 29 Ιανουαρίου 1880, λόγω των κατηγοριών αδικαιολογήτου απουσίας και κλοπής που βάρυναν τον προτεινόμενο.

Αναπαραστάσεις και δραματοποιήσεις

Τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά την επίθεση στο Ρορκς Ντριφτ δραματοποιήθηκαν αρχικά από ζωγράφους στρατιωτικών θεμάτων, κυρίως την Ελίζαμπεθ Μπάτλερ και τον Αλφόνς ντε Νεβίλ. Τα έργα τους εκείνη την εποχή ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή μεταξύ των πολιτών της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.

Η κινηματογραφική ταινία του 1964 Ζουλού είναι μία αναπαράσταση του Ρορκς Ντριφτ. Η ταινία γενικά έλαβε πολύ θετικά σχόλια από τους κριτικούς. Ωστόσο, μερικές λεπτομέρειες της ταινίας, έχουν κριτικαριστεί ως ιστορικά ανακριβείς. (Για παράδειγμα, στην ταινία το Σύνταγμα αποκαλείται Σύνταγμα των Οριοφυλάκων της Νότιας Ουαλλίας, αλλά το όνομα αυτό αποδόθηκε στη μονάδα αυτή 2 χρόνια μετά τη μάχη, αν και ήδη στάθμευε στο Μπρέκον της Νότιας Ουαλλίας από το 1873.

Ενώ οι περισσότεροι από τους άνδρες του 1ου Τάγματος, του 24ου Συντάγματος Πεζικού (1/24) είχαν στρατολογηθεί από τις βιομηχανικές πόλεις και τις αγροτικές τάξεις της Αγγλίας, κυρίως από το Μπέρμιγχαμ και τις γειτονικές νοτιοδυτικές περιοχές, μόνο 10 από τους στρατιώτες του 1/24 Τάγματος που πολέμησαν στη μάχη ήταν Ουαλλοί. Από τους 122 στρατιώτες του 24ου Συντάγματος που ήταν παρόντες στη μάχη του Ρορκς Ντριφτ, είναι γνωστό ότι οι 49 ήταν Άγγλοι, 32 ήταν Ουαλλοί, 16 ήταν Ιρλανδοί, 1 ήταν Σκωτσέζος και 3 από αυτούς δεν γεννήθηκαν στα Βρετανικά Νησιά. Οι εθνικότητες των υπολοίπων 21 είναι άγνωστες.

Η μάχη του Ρορκς Ντριφτ έχει το δικό της κεφάλαιο στο βιβλίο του ιστορικού Βίκτωρ Ντέιβις Χάνσον Carnage and Culture, ως μία από τις αρκετές κομβικές μάχες που κατέδειξαν την ανώτερη αποτελεσματικότητα των στρατιωτικών πρακτικών της Δύσης. Το 1990 ή εταιρία παιχνιδιών Impressions Games παρουσίασε ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι βασισμένο στην ιστορική μάχη. Η μάχη αυτή επίσης παρουσιάστηκε από την Mad Doc Software στο ηλεκτρονικό της παιχνίδι στρατηγικής Empire Earth II: The Art of Supremacy του 2006, σαν μία από τις “κομβικές” μάχες του παιχνιδιού.

ΠΗΓΗ: wikipedia

The post Μάχη του Ρορκς Ντριφτ – στον πόλεμο Βρετανίας – Ζουλού (1879) first appeared on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

ΓΕΝΙΚΕΣ
  • ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΣΩΝΙΤΗΣ

Δεν είναι τίτλος ταινίας της Φίνος Φιλμ. Είναι τα όσα  απίστευτα και ταπεινωτικά συμβαίνουν με αφορμή τον θάνατο του έκπτωτου και αποπεμφθέντος τέως βασιλιά Κωνσταντίνου Γλύξμπουργκ (γνωστού  με το προσωνύμιο: Κοκός), που γεννούν μαύρες σκέψεις, κατάμαυρες. Δεν είναι απλώς η διαίρεση του λαού σχετικά με τον Κ.Γ., όπως καταγράφεται με πάθος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι ότι αποδεικνύεται, με τον πιο δυσάρεστο τρόπο, ότι η πλειοψηφία του λαού έχει σε πρώτη μοίρα τον εγωϊσμό και την ανασφάλειά της και σε τελευταία το  κοινωνικό, εθνικό συμφέρον. Έχει πρώτα απ’ όλα το εγώ, όχι το εμείς. Έχει το κόμμα που υποστηρίζει ο καθένας, όχι την πατρίδα.

Το θέμα με τον θανόντα δεν είναι πολιτικό, κομματικό, είναι εθνικό. Ο Κ.Γ δεν εκδιώχθηκε επειδή ήταν βασιλιάς, δεξιός, ξενόφερτος ή ο,τιδήποτε άλλο. Κατηγορήθηκε και αποπέμφθηκε επειδή πρόδωσε την χώρα παραβιάζοντας το Σύνταγμα, το οποίο είχε ορκισθεί να φυλάττει. Πώς το παραβίασε εν γνώσει του και οδήγησε εν γνώσει του την χώρα στον γκρεμό;

Α) Αρνούμενος παράνομα και αντισυνταγματικά να ορκίσει τον Γεροπαπανδρέου ως υπουργό Εθνικής Αμύνης.

Β) Ορκίζοντας παράνομα τις τρεις  κυβερνήσεις των αποστατών, 1965-1966 (με αρχιερέα της αποστασίας τον Μητσοτάκη πατέρα που ανταπέδωσε χαρακτηρίζοντας unfair το δημοψήφισμα που κατήργησε την βασιλεία). Όρκισε, ο Κ.Γ.,  κατά παράβαση του Συντάγματος που όριζε και ορίζει η εντολή σχηματισμού κυβερνήσεως να  δίδεται από τον αρχηγό του κράτους στον επικεφαλής του εκάστοτε πλειοψηφούντος κόμματος, ποτέ σε μέλη του κόμματός του (εκτός προβλεπομένων εξαιρέσεων: θάνατος πρωθυπουργού, υπηρεσιακή κυβέρνηση, κυβέρνηση εθνικής ενότητας κλπ). Ο Κ.Γ το παραβίασε και όρκισε παράνομα τις κυβερνήσεις των αποστατών που έφεραν την καταστροφή. Έβλαψε και ζημίωσε συνειδητά την Ελλάδα.

Γ) ΄Ορκισε, αντί να αρνηθεί, την χούντα χαρίζοντάς της την πρώτη επίσημη και καθοριστική νομιμοποίηση. Και αφ’ ότου απέτυχε το κίνημα-οπερέττα που 7 μήνες αργότερα οργάνωσε (ενώ πριν την χούντα ετοίμαζε κι ο ίδιος το λεγόμενο πραξικόπημα των στρατηγών) και έφυγε από την χώρα, δεν προέβη  σε καμμία ενέργεια κατά της χούντας. Αντιθέτως διαπραγματευόταν την επιστροφή του. Δεν έκανε καν μια δήλωση εναντίον της -ούτε για το Πολυτεχνείο ούτε για την Κύπρο, όπως άλλωστε κι ο Καραμανλής. Ούτε ποτέ ζήτησε συγγνώμη για όσα διέπραξε. Όμως: Χωρίς την αποστασία δεν θα υπήρχε χούντα, και χωρίς χούντα δεν θα γινόταν ούτε η απόσυρση της μεραρχίας από την Κύπρο ούτε το πραξικόπημα κατά του Μακάριου και δεν θα έμπαιναν οι Τούρκοι στην Κύπρο.

Γι’ αυτά και άλλα που διέπραξε λοιπόν, κι όχι επειδή ήταν ξένος ή βασιλιάς, ούτε για κάποιο θεωρητικό ζήτημα σχετικά με την βέλτιστη πολιτειακή μορφή, εκδιώχθηκε με το δημοψήφισμα ο θανών, που ήταν και υπέρ της συμφωνίας των Πρεσπών. Και τι βλέπουμε; Υπουργούς και στελέχη του κυβερνώντος κόμματος, της ΝΔ, και έναν τέως πρωθυπουργό, τον κ. Σαμαρά, να δίνουν συγχωροχάρτι με κάθε είδους έωλα  επιχειρήματα στον Κ.Γ. Δεν έχουν τέτοιο δικαίωμα. Δεν τους νοιάζει η χούντα και η Κύπρος -και το ξεπούλημα της Μακεδονίας. Δεν τους νοιάζει η  Μικρασία που χάθηκε με απόλυτη ευθύνη των βασιλικών κυβερνήσεων και του προηγούμενου Κωνσταντίνου Γκύξμπουργκ, του οποίου το άγαλμα καμμιά κυβέρνηση δεν τολμάει να μεταφέρει απ’ το πεδίο του Άρεως. Τους νοιάζει ο Κοκός, δηλαδή η υπεράσπιση της ιδεολογίας και του κόμματός τους, δηλαδή του εαυτού τους. Τα κόμματα, να θυμίσω, και οι θεσμοί υπάρχουν για να υπηρετούν τον λαό και το έθνος, όχι το αντίθετο.

Όπως βέβαια δεν νοιάζει το ΚΚΕ και τους οπαδούς του η δήλωση του Ζαχαριάδη: «εμείς όχι μόνο δεν λυπηθήκαμε αλλά επιδιώξαμε την ήττα της αστικομπουρζουάδικης εκστρατείας στην Μικρασία». Δεν τους νοιάζει που οδήγησαν την χώρα στον εμφύλιο και ήθελαν να διχοτομήσουν την Ελλάδα και να παραδώσουν την Ήπειρο, τη Μακεδονία και την Θράκη στον σοσιαλιστικό φασισμό/ιμπεριαλισμό (σχέδιο Λιμνών).  Δεν νοιάζει τους οπαδούς του ΚΚΕς/Σύριζα η παράδοση του ονόματος της Μακεδονίας στους Βούλγαρους των Σκοπίων. Ούτε ότι έκαναν «ναι» το «όχι» του δημοψηφίσματος του 2015 και παρέδωσαν την χώρα σε νέα μνημόνια. Ούτε το Πασοκ και τους οπαδούς του νοιάζει που ο Γ.Α. Παπανδρέου υποδούλωσε την χώρα και υποθήκευσε το μέλλον της.  Ούτε τους χουντικούς, που κρύβονταν με διάφορα προσωπεία  και εμφανίστηκαν τώρα επικαλούμενοι ψευδοναθρωπιστικά φληναφήματα, νοιάζει η κατάλυση της δημοκρατίας και η τούρκικη εισβολή και κατοχή στην Κύπρο που επηρεάζει το μέλλον της Ελλάδας (βλ. 12 μίλια, ΑΟΖ, Αιγαίο) και όλου του ελληνισμού.

Τους νοιάζει, όλους αυτούς, όλον τον ελληνικό λαό, δηλαδή, η δικαίωση ΜΟΝΟ της επιλογής τους, της ιδεολογίας τους, της ιδεοληψίας τους. Κι ας ακρωτηριάζεται η χώρα κι ο ελληνισμός. Κι ας είμαστε de facto υπόδουλοι της Τουρκίας κι ας μας περιφρονούν  και  λοιδορούν  Αλβανοί, Λίβυοι, Σκοπιανοί, να μην πω για ΕΕ, ΝΑΤΟ, ΗΠΑ κλπ.

Είναι πέραν της ανοησίας, δηλαδή της θλίψεως, και μάλλον έχει σχέση με την αυτοκαταστροφική  ψυχοσύνθεσή μας. Ποιο μέλλον μας περιμένει όμως με τέτοια νοοτροπία και μυαλά; Αφορά και τους Κυπρίους (και όχι ΄Ελληνοκυπρίους: Κύπριος ίσον Έλληνας) το ερώτημα, φυσικά. Πώς θα αντιμετωπίσουμε την Τουρκία, τον θέσει, αν όχι φύσει, εχθρό μας, που μας εξευτελίζει καθημερινώς και με απειλή πολέμου δεν μας επιτρέπει να ασκήσουμε την κυριαρχία μας, Ελλάδα και Κύπρος, όταν δεν μπορούμε να αποτιμήσουμε στοιχειωδώς τον πολιτικώς εγκληματήσαντα, καταστροφέα Κ.Γ;  Θυμίζω ότι οι Τούρκοι κρέμασαν τον Μεντερές, αλλά ο Μεντερές τους έβαλε στην Κύπρο, με συνέργεια Καραμανλή-Αβέρωφ βέβαια, και εκδίωξε με πογκρόμ απ’ την Κωνσταντινούπολη τους γηγενείς Έλληνες κατοίκους της. Μπορεί να κρεμάσουν μεθαύριο και τον Ερντογάν, αλλά ο Ερντογάν ωφέλησε κι ωφελεί πολλαπλώς την πλαστό κράτος τους στην Μικρασία. Δεν χρειάζεται να καταντήσουμε σαν κι αυτούς,  αυτοσεβασμός και φιλοπατρία χρειάζεται που δεν έχουμε.

Και δυστυχώς  όλα δείχνουν ότι θα πορευθούμε αλληλομαχόμενοι (γιατί ο εμφύλιος δίνει πάντα την ψευδαίσθηση ότι λύνει το αληθινό πρόβλημα) μέχρι την ολική μας κατάρρευση, υποδούλωση ή την εξαφάνιση. Το δείχνει κι η αδιαφορία μας για την μείωση του πληθυσμού και για όλα τα υπόλοιπα που μας ταλανίζουν καθημερινώς. Όπως έχω ξαναγράψει, φαίνεται πως οι Έλληνες έχουμε αποφασίσει να χαθούμε από την Ιστορία, και μάλιστα αυτοδιασυρόμενοι. Δεν ξέρω γιατί, ούτε ξέρω τι μπορώ να προτείνω ή να κάνω με τέτοια δεδομένα.

Φάνηκε και κάτι άλλο δυσάρεστο: ότι ο πατριωτισμός αρκετών για το Μακεδονικό, για την Τουρκία, είχε κι έχει κομματικό κι όχι εθνικό, συλλογικό, κοινωνικό χαρακτήρα. Εναντιώθηκαν στο κόμμα που ξεπούλησε την Μακεδονία, όχι στο ξεπούλημα. Δυστυχώς, και πάλι.  Ως πότε, όμως; 100 χρόνια καταστροφών δεν δίδαξαν τίποτε σε κανέναν;

Και κάτι ακόμα: Ενώ μέχρι τώρα επισείαμε τα παράδοξα πρωτεία τού να έχουμε απαλλαγεί, με την εθνική τραγωδία της Κύπρου, από μια δεξιά δικτατορία και εμείς, με καθοδήγηση λαμπρή των ΚΚΕ και ΚΚΕς, να θρηνούμε επί 48 χρόνια που δεν γίναμε κομμουνιστική δικτατορία, με τον θάνατο του Κοκού κατακτήσαμε κι άλλα πρωτεία: Αποδείχθηκε ότι η πλειοψηφία, μάλλον, της δεξιάς παράταξης ζούσε με βουβό θρήνο το ανείπωτο δράμα τού να έχει στερηθεί, ωιμέ! μια μοναρχία που παραβίαζε το Σύνταγμα, αλλοίωνε το πολίτευμα και οδηγούσε σε συμφορές (απεδείχθη επίσης ότι η δεξιά είναι επιρρεπής σε αιτιολόγηση ή υποστήριξη θεσμικών εκτροπών). Καθόλου τυχαία βέβαια, οι δυο αυτές παρατάξεις, δεξιά κι αριστερά, είναι ένοχες για όλες τις καταστροφές του ελληνισμού από το 1922 μέχρι το 2018, σε έναν φαύλο αλληλοτροφοδοτούμενο κύκλο. Στους μερακλήδες της μοναρχίας ωστόσο, αφιερώνω το τραγούδι του Μάρκου Βαμβακάρη: Μας ξανάρθες, βασιλιά.

ΥΓ: Εντύπωση μου προκαλεί η αλαλία του Ευάγγελου Βενιζέλου αλλά και της Ενώσεως Ελλήνων Συνταγματολόγων  που δεν εξέδωσαν κάποια ανακοίνωση (εκτός αν δεν την είδα) για να τονίσουν και να εξηγήσουν τα συνταγματικά εγκλήματα του θανόντος, που δεν είναι κατανοητά στο ευρύ κοινό και επιτρέπουν στην δεξιά (από βασιλοχουντικούς μέχρι Σαμαρά) να διαστρεβλώνει την ιστορία. Ευκαιρία όμως να θυμηθούμε τον Αλκμαίωνα του Κρότωνα και της Μεγάλης Ελλάδας: Μοναρχία εστί νόσου ποιητική, η δ’ υγεία συνεκτική των δυνάμεων ισονομία.(Σωζόμενα των Προσωκρατικών, Β4).

 Ο Αλέξανδρος Ασωνίτης είναι συγγραφέας. Τελευταίο του βιβλίο, το μυθιστόρημα Καθαρμοί, απ’ τις εκδόσεις Πατάκη. Διευθύνει την σχολή σεμιναρίων Ανοιχτή Τέχνη, στο Σύνταγμα.

Πηγή: https://ardin-rixi.gr/archives/248668

The post Ο Λαός και ο Κοκός first appeared on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

ΓΕΝΙΚΕΣ

Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός

Η Στάση του Νίκα (στάση = εξέγερση) ήταν εξέγερση που έλαβε χώρα στην Κωνσταντινούπολη το 532 μ.Χ. Η εξέγερση αυτή είχε διάρκεια μίας εβδομάδας και ήταν η πιο βίαιη ταραχή στην ιστορία της Κωνσταντινούπολης, με τη μισή σχεδόν πόλη να καίγεται ή να καταστρέφεται και με δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους να σκοτώνονται.

Τμήμα του Παλατιού με τον Ιππόδρομο

Η Ρωμαϊκή και η Βυζαντινή αυτοκρατορία είχαν αναπτύξει οργανώσεις φιλάθλων του ιπποδρόμου, ειδικά για τις αρματοδρομίες, μία δημοφιλή ενασχόληση για τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Υπήρχαν τέσσερις κύριοι σύνδεσμοι, καθορισμένοι ανάλογα με το χρώμα της στολής της αγαπημένης τους αγωνιστικής ομάδας. Αυτοί ήταν οι Βένετοι (Γαλάζιοι), οι Ρούσσοι (Κόκκινοι), οι Πράσινοι και οι Λευκοί, αν και κατά τη Βυζαντινή περίοδο οι μόνες ομάδες που εξακολουθούσαν να διαθέτουν κάποια επιρροή και πολιτική δύναμη ήταν οι Βένετοι και οι Πράσινοι. Οι αυτοκράτορες συχνά υποστήριζαν τη μία ομάδα έναντι της άλλης. Ο Ιουστινιανός ήταν υποστηρικτής των Βένετων, τουλάχιστον μέχρι τη Στάση.

Κάποτε είχαν καταδικαστεί, με την κατηγορία της δολοφονίας, σε απαγχονισμό στον ιππόδρομο μέλη Βενετών και Πρασίνων αλλά εξαιτίας κάποιων προβλημάτων της αγχόνης, γλίτωσαν κι οι δύο.

Κάποιοι από τους συγκλητικούς είδαν τη στάση σαν ευκαιρία να ανατρέψουν τον Ιουστινιανό, δυσαρεστημένοι από νέους, βαρείς φόρους που αυτός είχε επιβάλει και τον ψαλιδισμό των δικαιωμάτων των ευγενών γενικότερα. Οι στασιαστές, οπλισμένοι και μάλλον ελεγχόμενοι από τους συμμάχους τους στη Σύγκλητο,πυρπολούν κτίρια, πολιορκούν το παλάτι προξενούν ζημιές ακόμη και στην Αγία Σοφία και απαιτούσαν την αποπομπή του Έπαρχου Ιωάννη του Καππαδόκη, ο οποίος ήταν αρμόδιος για τη συλλογή των φόρων, καθώς και του αυλικού Τριβωνιανού, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την αναθεώρηση του ποινικού κώδικα. Ο Ιουστινιανός υποσχέθηκε να απομακρύνει από τις θέσεις τους τον Τριβωνιανό και τον Ιωάννη Καππαδόκη, αλλά η έκκλησή του στον Ιππόδρομο δεν πέτυχε και ανακηρύχθηκε νέος αυτοκράτορας ο Υπάτιος, ανιψιός του Αυτοκράτορα Αναστάσιου Α’.

Ο Ιουστινιανός ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει την Πόλη, αλλά η σύζυγός του, η Θεοδώρα τον έπεισε να παραμείνει. Ο Ιουστινιανός διέταξε τότε τους στρατηγούς του, τον Βελισάριο και τον Μούνδο να καταστείλουν την εξέγερση. Αυτοί δωροδοκώντας κάποιους αρχηγούς των στασιαστών τους έφεραν με το μέρος του αυτοκράτορα, προκαλώντας έτσι διχόνοια μεταξύ των στασιαστών. Σε κάθε περίπτωση, οι εξεγερθέντες εγκλωβίστηκαν στον Ιππόδρομο, όπου και σφαγιάστηκαν. Οι πηγές αναφέρουν ως θύματα συνολικά περίπου τριάντα πέντε χιλιάδες στασιαστές. Την επομένη, διατάχθηκε να εκτελεσθούν ο Υπάτιος και ο αδελφός του, ενώ η περιουσία τους δημεύθηκε, όπως και πολλών συγκλητικών που εξορίστηκαν επειδή είχαν υποστηρίξει τη στάση.

Με αυτή την ονομασία έμεινε στην ιστορία η λαϊκή εξέγερση που συνέβη στο Βυζάντιο την εποχή του Ιουστινιανού και πνίγηκε στο αίμα από τον αυτοκράτορα. Πληροφορίες από «πρώτο χέρι» μας δίνει ο σύγχρονος του Ιουστινιανού, ιστορικός Προκόπιος, στο βιβλίο του «Η ιστορία των Πολέμων».

Πρωταγωνιστές της εξέγερσης ήταν οι δήμοι των «Πράσινων και «Βένετων» (μπλε), οργανώσεις φιλάθλων με λαϊκή καταγωγή, που ζούσαν για τις αρματοδρομίες στις εξέδρες του Ιπποδρόμου της Κωνσταντινούπολης. Οι «Ρούσσοι» και οι «Λευκοί» υπολείπονταν αρκετά σε δημοτικότητα των άλλων δύο δήμων. Οι αρματοδρομίες ήταν ένα ιδιαίτερα δημοφιλές άθλημα εκείνη την περίοδο, όπως σήμερα είναι το ποδόσφαιρο.

Οι ιστορικοί χαρακτηρίζουν του δήμους κάτι ανάμεσα σε συμμορία και πολιτικό κόμμα, καθώς συχνά προσπαθούσαν να επηρεάσουν τις πολιτικές αποφάσεις.

Το 531, ένας «βένετος» και ένας «πράσινος» συλλαμβάνονται με την κατηγορία της δολοφονίας και καταδικάζονται σε θάνατο δια απαγχονισμού. Ο Ιουστινιανός, δεδηλωμένος οπαδός των Βένετων, μετατρέπει τη θανατική ποινή σε φυλάκιση. Οι «Πράσινοι» και «Βένετοι» αξιώνουν την πλήρη απαλλαγή τους. Ο αυτοκράτορας, όμως, τους αγνοεί.

Στις 11 Ιανουαρίου του 532 ξεσηκώνονται, πυρπολούν κτίρια, πολιορκούν το παλάτι και προξενούν ζημιές ακόμη και στην Αγία Σοφία. Η ιαχή «Νίκα» δονεί την ατμόσφαιρα. Είναι το σύνθημα που φώναζαν στον Ιππόδρομο για να εμψυχώσουν τους αρματοδρόμους.

Το πλήθος των εξεγερμένων όλο και μεγαλώνει, καθώς ο λαός δυσφορούσε για τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις του αυτοκράτορα, τη βαριά φορολογία και την κρατική αυθαιρεσία. Απαιτεί την παραίτηση του Ιωάννη Καππαδόκη (Υπουργού Οικονομικών της εποχής) και του διάσημου νομομαθούς Τριβωνιανού.

Την κατάσταση επιχειρούν να εκμεταλλευτούν προς όφελός τους οι συγκλητικοί και οι ευγενείς, που έβλεπαν τα δικαιώματά τους να ψαλιδίζονται από τις μεταρρυθμίσεις του Ιουστινιανού. Συγκεντρώνονται στον Ιππόδρομο και ανεβάζουν στο θρόνο τον Υπάτιο, ανιψιό του πρώην αυτοκράτορα Αναστάσιου.

Ο Ιουστινιανός αδυνατεί να ελέγξει την κατάσταση. Είναι καινούργιος στην εξουσία και έχει ένα σωρό προβλήματα, με τους Πέρσες στα ανατολικά της αυτοκρατορίας. Για μια στιγμή περνά από το νου να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη. Η αυτοκρατορική σύζυγος, η δυναμική και αποφασιστική Θεοδώρα, γρήγορα τον μεταπείθει και οι στρατηγοί Βελισάριος και Μούνδος αναλαμβάνουν δράση. Εγκλωβίζουν τους επαναστάτες στον Ιππόδρομο και κυριολεκτικά τους κατασφάζουν. Η καταστολή της «Στάσης του Νίκα» στις 18 Ιανουαρίου του 532 άφησε πίσω της 30.000 νεκρούς.

Ο Ιουστινιανός πατούσε πλέον γερά στα πόδια του και την επομένη μέρα έδωσε εντολή να εκτελεσθούν ο σφετεριστής του θρόνου Υπάτιος και ο αδελφός του. Η περιουσία τους δημεύθηκε, όπως και πολλών ευγενών, που εξορίστηκαν, επειδή είχαν υποστηρίξει την εξέγερση. Η αυτοκρατορική θητεία μιας από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες του Βυζαντίου, όπως ήταν ο Ιουστινιανός, ξεκίνησε με τη χειρότερη περίοδο βίας και αναρχίας που γνώρισε η Βασιλεύουσα.

Συνέπειες της εξέγερσης ήταν η ενίσχυση της αυτοκρατορικής εξουσίας και ο περιορισμός της δύναμης των δήμων.

The post Στάση του Νίκα / στην Κωνσταντινούπολη το 532 μ.Χ. first appeared on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

ΓΕΝΙΚΕΣ

Ο Μάρκος Αντώνιος (Marcus Antoniusα[›], 14 Ιανουαρίου 83 π.Χ. – 1 Αυγούστου 30 π.Χ.) ήταν Ρωμαίος πολιτικός και στρατηγός, ο οποίος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο κατά τη μετατροπή της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Ο Μάρκος Αντώνιος ήταν υποστηρικτής του Ιούλιου Καίσαρα και υπηρέτησε ως ένας από τους στρατηγούς του κατά την κατάκτηση της Γαλατίας και κατά τον εμφύλιο πόλεμο. Διορίστηκε διοικητής της Ιταλίας ενώ ο Καίσαρας εξάλειψε τους πολιτικούς αντιπάλους του στην Ελλάδα, τη Βόρεια Αφρική και την Ισπανία. Με τη βοήθεια του Ιούλιου Καίσαρα, ο Μάρκος Αντώνιος έγινε ταμίας, δήμαρχος, ίππαρχος και έπειτα ύπατος, περίπου το 44 π.Χ..

Το 43 π.Χ. δημιούργησε τριανδρία, μαζί τον Οκταβιανό και τον Λέπιδο, με σκοπό να τιμωρήσουν ενωμένοι τους δολοφόνους του Ιούλιου Καίσαρα. Αμέσως οι τρεις άντρες διέταξαν τις “προγραφές”, κατά τις οποίες εκατοντάδες Ρωμαίοι πολίτες, αντίθετοι με το καθεστώς, γράφτηκαν σε καταλόγους, συνελήφθησαν και θανατώθηκαν. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Κικέρωνας, σφοδρός πολέμιος του Μάρκου Αντώνιου.

Το 42 π.Χ. ο Αντώνιος, μαζί με τον Οκταβιανό, νίκησε στους Φιλίππους της Μακεδονίας τους δολοφόνους του Καίσαρα, τον Βρούτο και τον Κάσσιο. Μετά τη νίκη τους, τα τρία μέλη της Τριανδρίας μοιράστηκαν τις κτήσεις του ρωμαϊκού κράτους. Ο Αντώνιος έλαβε υπό τον έλεγχό του την Ανατολή.

Κατά την περίοδο που ετοίμαζε την εκστρατεία του εναντίον των Παρθών, ο Μάκρος Αντώνιος γνώρισε την Κλεοπάτρα, την οποία είχε αρχικά αποφασίσει να τιμωρήσει επειδή είχε συνταχθεί με το πλευρό του Βρούτου και του Κάσσιου. Ωστόσο, γοητευμένος από τη βασίλισσα της Αιγύπτου, αποφάσισε να γίνει εραστής της. Η επιρροή της πάνω του ήταν τόση που σύντομα προκάλεσε την αντίδραση των πολιτών της Ρώμης. Εξαιτίας της, ο Αντώνιος ήλθε σε ρήξη με τη Σύγκλητο και τον ίδιο τον Οκταβιανό.

Όταν ο Μάρκος Αντώνιος προσέφερε ως δώρο στην Κλεοπάτρα εκτεταμένα εδάφη της Ασίας και ζήτησε διαζύγιο από τη νόμιμη σύζυγό του Οκταβία τη Νεότερη, αδελφή του Οκταβιανού, η Σύγκλητος και ο ρωμαϊκός λαός εξοργίστηκαν. Ο Οκταβιανός κήρυξε εναντίον του πόλεμο, ο οποίος κρίθηκε στο ακρωτήριο Άκτιο, στην είσοδο του Αμβρακικού κόλπου.

Ο Αντώνιος, νικημένος, επέστρεψε στην Αίγυπτο, όπου τον ακολούθησε ο νικητής Οκταβιανός. Βλέποντας τους άντρες του να στρέφονται τελικά με το μέρος του Οκταβιανού και να επιτίθενται στην Αλεξάνδρεια, ο Αντώνιος αποφάσισε να αυτοκτονήσει. Παρόμοια ήταν η κατάληξη και της τελευταίας συζύγου του, Κλεοπάτρας, με τον θάνατο της οποίας η Αίγυπτος έγινε τελικά επαρχία του ρωμαϊκού κράτους.

Η ζωή του Μάρκου Αντώνιου ήταν ταραχώδης και αυτό οδήγησε τον Πλούταρχο στην παράλληλη βιογράφησή του με τον Δημήτριο τον Πολιορκητή, καθώς και οι δύο, αν και σπουδαίοι στρατηγοί και πολιτικοί, καταστράφηκαν εξαιτίας του χαρακτήρα τους.

Καταγωγή

Ο Μάρκος Αντώνιος γεννήθηκε στις 14 Ιανουαρίου του 83 π.Χ.. Καταγόταν από την οικογένεια των Αντωνίων, οι οποίοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους απόγονους του Ηρακλή.

Πατέρας του ήταν ο Μάρκος Αντώνιος ο Κρητικός και παππούς του ο Μάρκος Αντώνιος ο Ρήτορας. Τον τελευταίο σκότωσε ο Γάιος Μάριος, όταν συντάχθηκε με την πλευρά του Σύλλα (87 π.Χ.). Μητέρα του ήταν η Ιουλία, η οποία ανήκε στο γένος των Ιουλίων Καισάρων και ήταν 3η εξαδέλφη του Ιουλίου Καίσαρα.

Όταν ο πατέρας του απεβίωσε, η μητέρα του παντρεύτηκε τον Κορνήλιο Λέντλο, τον οποίο σκότωσε ο Κικέρωνας, λόγω της συμμετοχής του στη συνωμοσία του Κατιλίνα. Κατά τον Πλούταρχο, αυτή ήταν και η αρχή για το μίσος, που ένοιωθε ο Μάρκος Αντώνιος για τον Κικέρωνα, ο οποίος θα γίνει σύντομα πολιτικός του αντίπαλος και θα εκφωνήσει μια σειρά από διάσημους λόγους εναντίον του. Ο Αντώνιος μάλιστα, δεν θα διστάσει να παραδώσει για εκτέλεση ακόμη και τον αδελφό της μητέρας του, Λεύκιο Καίσαρα, με αντάλλαγμα τον θάνατο του Κικέρωνα.

Αδέλφια του Μάρκου Αντώνιου ήταν ο Γάιος Αντώνιος (Gaius Antonius) και ο Λεύκιος Αντώνιος (Lucius Antonius).

Τα πρώτα χρόνια

Τα νεανικά του χρόνια τα πέρασε ζώντας άσωτα. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι είχε καταφέρει να δημιουργήσει χρέος διακοσίων πενήντα ταλάντων και για τον λόγο αυτό ο πατέρας του τον έδιωξε από το σπίτι. Ανάμεσα στους φίλους του, εκείνη την εποχή, ήταν ο Κουρίωνας και ο δημαγωγός Κλώδιος, ο οποίος ήταν αντίπαλος του Κικέρωνα και τον είχε κατηγορήσει για την εκτέλεση του Λέντλου. Μετά τον θάνατό του Κλώδιου, ο Αντώνιος θα πάρει για σύζυγό του τη χήρα του, Φουλβία.

Ο Αντώνιος έφυγε από την Ιταλία στην Ελλάδα, όπου περνούσε τον καιρό του με ασκήσεις σε στρατιωτικούς αγώνες και μελετώντας τη ρητορική τέχνη και πιο συγκεκριμένα τον τρόπο ρητορείας που ονομαζόταν «Ασιανός», που ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής εκείνη την εποχή.

Το 57 π.Χ. συμμετείχε ως αρχηγός του ιππικού του στρατού του Ρωμαίου έπαρχου της Συρίας, Αύλου Γαβίνιου, κατά της εξέγερσης που οργάνωσε ο Αλέξανδρος Μακκαβαίος και υποστήριξε ο πατέρας του, πρώην βασιλιά της Ιουδαίας, Αριστόβουλος Β’, εναντίον του αρχιερέα των Ιεροσολύμων (και θείου του Αλέξανδρου), Υρκανού του Β’. Ο Γαβίνιος και ο Αντώνιος κατάφεραν να νικήσουν τον στρατό των εξεγερμένων Ιουδαίων στα οχυρά του Αλεξάνδρειου (εκεί όπου, όπως αναφέρει ο Ιώσηπος για τη γενναιότητά του, «…κατὰ ταύτην ἀριστεύει τὴν μάχην ὁ ἡγεμὼν Μᾶρκος Ἀντώνιος, πανταχοῦ μὲν γενναῖος ἀεὶ φανείς, οὐδαμοῦ δ᾽ οὕτως…») και του Μαχαιρούντα και να βοηθήσει τον Γαβίνιο να συλλάβουν, τελικά, τον Αλέξανδρο και τον πατέρα του Αριστόβουλο (56 π.Χ.).

Έπειτα, μετά από πρόταση του Πτολεμαίου, ο Γαβίνιος εισέβαλε στην Αίγυπτο. Ο Αντώνιος στάλθηκε με το ιππικό προς το Πηλούσιο, στο Δέλτα του Νείλου. Κατάφερε και κυρίευσε την πόλη και έκανε ασφαλές το πέρασμα του στρατού του Πτολεμαίου και του Γαβίνιου από εκεί. Μάλιστα, κατάφερε να πείσει τον Πτολεμαίο να μην τιμωρήσει τους κατοίκους της πόλης, πράξη η οποία – σε συνδυασμό με τις αποδεδειγμένες πολεμικές του ικανότητες – του προσέδωσε δόξα. Στη φήμη του συνέβαλαν και οι τιμές που έδειξε στον νεκρό Αρχέλαο, γιό του στρατηγού Αρχελάου Καππαδόκη.

Αντώνιος και Ιούλιος Καίσαρας

Ο Κουρίωνας, ο οποίος μέσω του Κράσσου είχε αποκτήσει πρόσβαση στο περιβάλλον του Ιούλιου Καίσαρα, ήταν αυτός που οδήγησε τον Αντώνιο στον Ρωμαίο στρατηγό. Ο Καίσαρας, ενθουσιασμένος από τις στρατιωτικές ικανότητες του Μάρκου Αντώνιου, του παραχώρησε μια θέση μεταξύ του στρατού του, το 54 π.Χ. κατά την εκστρατεία εναντίον της Γαλατίας. Κατά την περίοδο αυτή οι δυο άνδρες ανέπτυξαν μια γερή φιλία.

Μέσω της επιρροής και των χρημάτων του Καίσαρα, ο Μάρκος Αντώνιος κατάφερε να γίνει, το 52 π.Χ. κοιαίστορας (ταμίας). Επέστρεψε στη Γαλατία, μετά την επανάσταση των Γαλατών υπό τον στρατηγό Βερκιγγετόριξ, και συμμετείχε ως επικεφαλής του ιππικού του Καίσαρα κατά την πολιορκία της Αλεσίας, όπου οι Ρωμαίοι κατάφεραν να νικήσουν τους εξεγερμένους και να υποτάξουν ολοκληρωτικά την περιοχή. Μετά τη μάχη, ο Καίσαρας τον έχρισε λεγάτο, δίνοντας υπό την ηγεσία του δύο λεγεώνες.

Το 49 π.Χ. ο Μάρκος Αντώνιος κατάφερε να εκλεγεί δήμαρχος της Ρώμης (Tribunus plebis). Από τη θέση του δημάρχου ο Αντώνιος βοήθησε να περάσουν πολλές θέσεις που ευνοούσαν τον Καίσαρα.

Στη συζήτηση της Συγκλήτου, το 49 π.Χ. σχετικά με τα στρατεύματα του Πομπήιου και του Καίσαρα, ο Αντώνιος διαφώνησε με τον Κάτωνα, αποχώρησε από τη Ρώμη και ενώθηκε με τον Καίσαρα. Ο Καίσαρας, εκμεταλλευόμενος την αφορμή πως η Σύγκλητος εκδίωξε έναν δήμαρχο από τη Ρώμη, επιτέθηκε με τον στρατό του στην πρωτεύουσα.

Ο Κικέρων, στους Φιλιππικούς του, κατηγόρησε τον Αντώνιο για τη στάση του, ως υπαίτιο του Εμφυλίου πολέμου. Ο Καίσαρας αποκατέστησε τον Αντώνιο στη θέση του δημάρχου και του ανέθεσε τη διοίκηση της Ιταλίας και το στρατό. Ο χαρακτήρας του όμως έκανε πολλούς Ρωμαίους να τον μισήσουν.

Ο Αντώνιος βοήθησε τον Καίσαρα στις μάχες του στην Ελλάδα, και διακρίθηκε σε διάφορες περιπτώσεις, αποκτώντας μεγάλη φήμη ανάμεσα στους στρατιώτες. Στη Μάχη των Φαρσάλων, ο Αντώνιος ήταν επικεφαλής της αριστερής πτέρυγας του στρατού του Καίσαρα. Μετά τη νίκη του, ο Καίσαρας αναγορεύτηκε δικτάτορας και έχρησε τον Αντώνιο αρχηγό του ιππικού, που ήταν το δεύτερο στη σειρά αξίωμα μετά τον δικτάτορα.

Στη Ρώμη ο Αντώνιος αντιτάχθηκε στο δήμαρχο Δολαβέλλα, γιατί πίστεψε πως είχε ατιμάσει το γάμο του και γιατί ο Δολαβέλλας προσπάθησε να περάσει με τη βία νόμους για την παραγραφή των χρεών. Αποφάσισε να επιτεθεί στους άνδρες του, κάτι που τον έκανε ακόμα πιο μισητό σε πολλούς. Σε αυτό ευθυνόταν και η τρυφηλή ζωή του. Ο Καίσαρας όταν επέστρεψε, απάλλαξε τον Δολαβέλλα από τις κατηγορίες του Αντωνίου.

Ο Αντώνιος παντρεύτηκε τη Φουλβία, χήρα του Κλώδιου, ενώ αγόρασε και την πρώην οικία του Πομπήιου. Όταν ο Καίσαρας έγινε για πέμπτη φορά ύπατος, διάλεξε για δεύτερο ύπατο τον Αντώνιο, ενώ στη θέση του αρχηγού του ιππικού τοποθέτησε τον Λέπιδο. Αν και ο Καίσαρας ήθελε να παραχωρήσει την εξουσία του στο Δολαβέλλα, ο Αντώνιος αντιτάχθηκε και τελικά ο Καίσαρας υπαναχώρησε.

Ο Καίσαρας, αν και αντιλαμβανόταν την περίεργη συμπεριφορά του Αντώνιου, τις περισσότερες φορές συγχωρούσε τα σφάλματά του. Κατά τη Ρωμαϊκή “Εορτή των Λυκαίων” ή “Λουπερκάλια” (15 Φεβρουαρίου 44 π.Χ.), ο Αντώνιος προσπάθησε να στεφανώσει τον Καίσαρα με “βασιλικό διάδημα”, ένα στεφάνι από δάφνη. Ο Καίσαρας αρνήθηκε, γιατί ο βασιλιάς ήταν ένας τίτλος που δεν ανέχονταν οι πολίτες της Ρώμης, καθώς το θεωρούσαν κατάργηση της ελευθερίας τους. Ο Αντώνιος επέμενε, παρά τις αποδοκιμασίες του πλήθους. Ο Καίσαρας τότε πρότεινε τον λαιμό του και φώναξε πως όποιος θέλει μπορεί να τον σφάξει. Το στεφάνι κρεμάστηκε σε κάποιον από τους ανδριάντες του, αλλά όταν κάποιοι δήμαρχοι το απέσπασαν, ο Καίσαρας τους καθαίρεσε. Η χειρονομία αυτή του Αντώνιου έκανε μερικούς, που ήταν αφοσιωμένοι στο δημοκρατικό ιδεώδες, να υποπτευθούν και τον Καίσαρα, ενισχύοντας αυτούς που προγραμμάτιζαν τη δολοφονία του.

Ο Αντώνιος γνώριζε για το σχέδιο ενάντια στον Καίσαρα, αλλά ήταν ενάντια σε αυτό, αν και δεν μαρτύρησε τους συνωμότες. Για τον λόγο αυτό, είχαν αποφασίσει να σκοτώσουν και αυτόν, μετά τη δολοφονία του Καίσαρα. Την ημέρα της δολοφονίας του Καίσαρα (15 Μαρτίου 44 π.Χ.), είχαν αναθέσει σε κάποιους να κρατήσουν τον Αντώνιο απασχολημένο έξω από τη Σύγκλητο. Μετά τη δολοφονία, ο Αντώνιος, ντυμένος υπηρέτης, κρύφτηκε αρχικά για να γλιτώσει. Αργότερα όμως αποφάσισε να προσεγγίσει τον Κάσσιο και τον Βρούτο, και, τελικά, ήταν αυτός (μαζί με τον Λέπιδο) που πρότεινε στη σύγκλητο να δοθεί αμνηστία στους συνωμότες , να τους διανεμηθούν επαρχίες, αλλά και να μην γίνει κάποια αλλαγή σε αυτά που είχαν αποφασιστεί από τον Καίσαρα. Η κίνησή του αυτή, έκανε τον Αντώνιο συμπαθή, καθώς θεωρήθηκε πως είχε δώσει τέλος στον εμφύλιο. Όμως, τη στιγμή που η σορός του Καίσαρα μεταφερόταν για ταφή, εκφώνησε εγκώμιο για αυτόν στην Αγορά και εξέγειρε το λαό εναντίον των δολοφόνων, που ζήτησε την τιμωρία τους. Μάλιστα, οι πολίτες άναψαν εκεί φωτιά και έκαψαν το σώμα του Καίσαρα, και στη συνέχεια επιτέθηκαν στα σπίτια των δολοφόνων με αναμμένα ξύλα από τη φωτιά. Ο Βρούτος και οι οπαδοί του αναγκάστηκαν να φύγουν από τη Ρώμη, και οι οπαδοί του Καίσαρα ενώθηκαν με τον Αντώνιο, ενώ και η χήρα του Καίσαρα, Καλπουρνία, του εμπιστεύτηκε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Η Σύγκλητος, κατηγόρησε τον Αντώνιο ως υπεύθυνος για την καύση του σώματος στην Αγορά. Ο Αντώνιος συνέλαβε και διέταξε να σκοτώσουν τον Αμάτιο, που είχε παρουσιαστεί ως απόγονος του Γάιου Μάριου, και με τη συμπαράσταση του λαού είχε κυνηγήσει τους δολοφόνους του Καίσαρα.

Ο Αντώνιος απέκτησε μεγάλη εξουσία, και είχε ως συνάρχοντες τους αδελφούς του, τον Γάιο ως στρατηγό και τον Λεύκιο ως δήμαρχο. Επίσης, έγινε κυβερνήτης της Μακεδονίας και έκανε τον Δολαβέλλα κυβερνήτη της Συρίας.

Β’ Τριανδρία

Οι πρώτες διαμάχες με τον Οκταβιανό

Ο Ιούλιος Καίσαρας είχε υιοθετήσει τον ανιψιό του, Γάιο Οκτάβιο Θουρίνο. Όταν ο Ιούλιος Καίσαρας δολοφονήθηκε, ο Γάιος Οκτάβιος βρισκόταν στην Ιλλυρία, εν αναμονή του πολέμου με τους Πάρθους. Μετά τον θάνατο του Καίσαρα, έγινε γνωστό πως αυτός ήταν ο νόμιμος διάδοχος του και επέστρεψε στη Ρώμη. Σύμφωνα με τον Αππιανό, ο Οκτάβιος όταν επέστρεψε στην Ιταλία, έμαθε για τη διαθήκη του Καίσαρα, άλλαξε το όνομά του σε Γάιος Ιούλιος Καίσαρ Οκταβιανός -ο ίδιος αποκαλούσε τον εαυτό του Καίσαρα- και αποφάσισε να να γίνει πολιτικός κληρονόμος του θείου του αλλά και των δύο τρίτων της προσωπικής του περιουσίας.

Ο Οκταβιανός απευθύνθηκε στον Αντώνιο, που τον αναγνώριζε ως πατρικό φίλο, ζητώντας να τηρήσει τη διαθήκη του Καίσαρα, που εκτός των άλλων όριζε και την καταβολή 75 δραχμών σε κάθε Ρωμαίο. Ο Αντώνιος αρχικά προσπάθησε να τον αποστρέψει από τις διεκδικήσεις του, ενώ αντιτάχθηκε στην απόφαση του να γίνει δήμαρχος και απείλησε να τον κλείσει στη φυλακή. Ο Οκταβιανός βρήκε ένα σύμμαχο στο πρόσωπο του Κικέρωνα. Ο Κικέρωνας, που είχε αποκτήσει τεράστια δύναμη ανάμεσα στο λαό, κατάφερε με τους λόγους του να στρέψει τη Σύγκλητο εναντίον του Αντωνίου. Στις 2 Σεπτεμβρίου του 44 π.Χ., εκφώνησε τον πρώτο από τους 14 περίφημους Φιλιππικούς του λόγους κατά του Αντωνίου, που ονομάστηκαν έτσι συγκρινόμενοι με αυτους του Δημοσθένη κατά του Φίλιππου της Μακεδονίας. Ο Αντώνιος και ο Οκταβιανός προσπάθησαν ο καθένας να πάρει με το μέρος του τον στρατό. Ο Αντώνιος προσπάθησε να περάσει νόμους που θα του εξασφάλιζαν τη διοίκηση της Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατίας. Εκεί όμως, ο Βρούτος Αλμπίνος αρνήθηκε να την παραδώσει, και ο Αντώνιος τον πολιόρκησε στη σημερινή Μοντένα, τον Οκτώβριο του 44 π.Χ.. Ο Κικέρωνας κατάφερε να πείσει τη Σύγκλητο, τον Ιανουάριο του 43 π.Χ., να ψηφίσει ότι ο Αντώνιος ήταν εχθρός του λαού, να στείλει τη ράβδο και όλα τα διακριτικά του στρατηγού στον Οκταβιανό και να στείλει τους ύπατους εκείνου του έτους, Πάνσα και Ίρτιο, να διώξουν τον Αντώνιο από την Ιταλία.

Η δημιουργία της Β΄ Τριανδρίας

Ο Οκταβιανός, συμμετείχε μαζί με τους δύο ύπατους, στη νικηφόρα μάχη κατά του Αντωνίου στη Μυτίνη, τον Απρίλιο του 43 π.Χ., όπου ο Πάνσας και ο Ίρτιος σκοτώθηκαν. Ο Αντώνιος έφυγε και προσπάθησε να συναντήσει τον Λέπιδο, που ήταν φίλος του. Καθώς όμως δεν συνάντησε φιλική αντιμετώπιση από αυτόν, αποφάσισε να τον πολεμήσει. Μιλώντας στους στρατιώτες του Λέπιδου, κατάφερε να πείσει αρκετούς από αυτούς να μην του αντισταθούν. Μάλιστα, κάποιοι από αυτούς, ντυμένοι εταίρες, έφτασαν κρυφά στο στρατόπεδο του Αντωνίου, και του πρότειναν να σκοτώσουν τον Λέπιδο. Ο Αντώνιος απαγόρευσε να γίνει κάτι τέτοιο, και ξεκίνησε την επίθεση, κυριεύοντας εύκολα το στρατόπεδο του Λέπιδου. Ο Αντώνιος συμπεριφέρθηκε με μεγάλες τιμές στον Λέπιδο, και δεν του αφαίρεσε τον τίτλο του στρατηγού αυτοκράτορα (αρχιστράτηγος). Με τον ίδιο τρόπο συμπεριφέρθηκε και στον Μουνάτιο Πλάγκο. Έτσι, με μία δύναμη δεκαεπτά λεγεώνων πεζών και δέκα χιλιάδων ιππέων, διέσχισε τις Άλπεις προς την Ιταλία, ενώ άφησε και έξι λεγεώνες στη Γαλατία.

Ο Μάρκος Αντώνιος (αριστερά) και ο Οκταβιανός (δεξιά), σε aureus από την εποχή της Β’ Τριανδρίας. Επιγρ.: M. ANT. IMP. AVG. III VIR ReiPublica Constituendae – Marcus BARBATius Quaestor Propraetor / CAESAR IMP. PONT. III VIR ReiP. Constituendae. 7,95 γραμ., 21,5 χλστ.

Ο Οκταβιανός, αφού αποκόπηκε από τον Κικέρωνα, όταν κατάλαβε πως ο τελευταίος ήταν αφοσιωμένος στην ελευθερία, αναζήτησε τον συμβιβασμό με τον Αντώνιο. Το Νοέμβριο του 43 π.Χ., ο Οκταβιανός, ο Λέπιδος και ο Αντώνιος συναντήθηκαν κοντά στη σημερινή Μπολόνια και αφού συζήτησαν για τρεις μέρες, αποφάσισαν να δημιουργήσουν μία Τριανδρία. Η εξουσία της τριανδρίας (Β’ Τριανδρία), που διήρκεσε πέντε χρόνια, υποστηριζόταν με νόμο, σε αντίθεση με την αντίστοιχη των Καίσαρα, Πομπηίου και Κράσσου (Α’ Τριανδρία), που ήταν ανεπίσημη. Το κύριο μέλημα της τριανδρίας ήταν ο διωγμός των δολοφόνων του Καίσαρα και των οπαδών τους. Οι τρεις άνδρες, αφού μοίρασαν την εξουσία ανάμεσά τους, κλήθηκαν να αποφασίσουν για αυτούς που θα θανατώνονταν, διατάζοντας “προγραφές”, γράφοντας δηλαδή σε καταλόγους τους αντιπάλους τους και διατάζοντας τη σύλληψη και τη θανάτωσή τους. Οι προγραφές αυτές περιλάμβαναν και άτομα προσκείμενα στα ίδια τα μέλη της Τριανδρίας. Έτσι, ο Οκταβιανός παρέδωσε τον Κικέρωνα στον Αντώνιο, με αντάλλαγμα τον Λεύκιο Καίσαρα, αδελφό της μητέρας του Αντωνίου, Ιουλίας. Επίσης, σκότωσαν τον αδελφό του Λέπιδου, Παύλο.

Οι στρατιώτες ζητούσαν, για να επιβεβαιωθεί η συμφωνία, ο Οκταβιανός να πάρει για σύζυγο του την Κλαυδία Πούλχρα, κόρη της συζύγου του Αντωνίου, Φουλβίας, από τον πρώτο της γάμο με τον Πούμπλιο Κλαύδιο Πούλχερ (ο Αντώνιος ήταν ο τρίτος σύζυγός της). Οι δύο άνδρες συμφώνησαν, αλλά ακολούθησαν νέες προγραφές και θανατώθηκαν και άλλοι 300 άνδρες. Ο Πλούταρχος αναφέρει πως όταν θανατώθηκε ο Κικέρωνας, ο Αντώνιος διέταξε να κοπεί το κεφάλι και το δεξί του χέρι, με το οποίο έγραψε τους λόγους του, και αφού του τα έφεραν να τα δει, διέταξε να τοποθετηθούν στο βήμα στην Αγορά. Αντίθετα με τον Κικέρωνα, ο Λεύκιος Καίσαρ κατέφυγε στην αδελφή του, την Ιουλία, η οποία δεν άφησε να τον συλλάβουν και του έσωσε τη ζωή.

Συνολικά, 300 συγκλητικοί και 2000 ιππείς κηρύχθηκαν εκτός νόμου, έχασαν τις περιουσίες τους και, όσοι δεν κατάφεραν να διαφύγουν, θανατώθηκαν. Τα περιουσιακά τους στοιχεία τα δέσμευσαν οι τρεις σύμμαχοι, και με αυτά σκόπευαν να πληρώσουν τους στρατιώτες για τον πόλεμο εναντίον του Βρούτου και του Κάσσιου.

Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης, που σήμερα ονομάζεται «Ρωμαϊκή Επανάσταση», ήταν η εκκαθάριση της παλαιάς τάξης και η προετοιμασία για την ανάδειξη του νέου πολιτεύματος με τον Οκταβιανό, της Αυτοκρατορίας. Η τριανδρία ήταν μισητή στους Ρωμαίους πολίτες και κύριος υπεύθυνος για αυτό θεωρούταν ο Αντώνιος, που ήταν μεγαλύτερος από τον Οκταβιανό και ισχυρότερος από τον Λέπιδο. Σε αυτό συντελούσε, για μία ακόμα φορά, ο τρόπος ζωής του. Οι Ρωμαίοι θλίβονταν, κυρίως, βλέποντάς τον να κατοικεί στο σπίτι του Πομπηίου του Μεγάλου, που ήταν ένας συνετός και δημοκρατικός άνδρας, ενώ ο Αντώνιος το χρησιμοποιούσε για τα διάφορα γλέντια του, διώχνοντας με προσβλητικό τρόπο από αυτό τους διάφορους πρέσβεις, ηγεμόνες και στρατηγούς που ήθελαν να τον συναντήσουν. Επιπλέον, πουλούσαν τις περιουσίες αυτών που σκότωναν και τους συκοφαντούσαν αυτούς και τις οικογένειές τους. Κατηγορήθηκαν επίσης πως έκλεψαν τα χρήματα από τις Εστιάδες Παρθένες.

Οι μάχες στους Φιλίππους

Ο Μάρκος Αντώνιος και ο Οκταβιανός, ξεκίνησαν για τη Μακεδονία, ενάντια στους Κάσσιο και Βρούτο. Ο στρατός τους αποτελούταν από 19 λεγεώνες πεζικό, σχεδόν πλήρης, καθώς και από 13.000 ιππείς με τον Οκταβιανό και 20.000 με τον Αντώνιο. Ο Λέπιδος έμεινε πίσω στη Ρώμη.

Στρατοπέδευσαν κοντά στους εχθρούς τους. Η μάχη δόθηκε στην περιοχή των Φιλίππων (κοντά στη σημερινή Καβάλα, που τότε ονομαζόταν Νεάπολη και ήταν το επίνειο των Φιλίππων). Στη μάχη τις 3 Οκτωβρίου του 42 π.Χ., ο Αντώνιος παρατάχθηκε αρχικά απέναντι στον Κάσσιο, ενώ ο Οκταβιανός απέναντι στο Βρούτο. Ο Οκταβιανός ηττήθηκε αρχικά κατά κράτος από τον Βρούτο, χάνοντας το στρατόπεδό του και δραπετεύοντας την τελευταία στιγμή. Αντίθετα, ο Αντώνιος νίκησε τον Κάσσιο. Ο δε Κάσσιος, πιστεύοντας ότι ο Βρούτος είχε ηττηθεί, διέταξε ένα από τους πιστούς του απελεύθερους, τον Πίνδαρο, να τον σκοτώσει. Λίγες μέρες αργότερα, στις 23 Οκτωβρίου, ο Οκταβιανός και ο Αντώνιος παρατάχθηκαν για δεύτερη φορά απέναντι στο Βρούτο. Αυτή τη φορά, ο Αντώνιος και ο Οκταβιανός νίκησαν τον Βρούτο, ο οποίος αυτοκτόνησε. Ο Αντώνιος πήρε τη δόξα για τη νίκη αυτή, καθώς ο Οκταβιανός ήταν άρρωστος.

Κατά τη διάρκεια των “προγραφών”, ο Βρούτος, για να εκδικηθεί για το θάνατο του Κικέρωνα, είχε σκοτώσει τον αδελφό του Μάρκου Αντώνιου, τον Γάιο Αντώνιο. Όταν ο Αντώνιος ανακάλυψε το σώμα του νεκρού Βρούτου, είπε ότι περισσότερο υπεύθυνος για τον θάνατο του αδελφού του ήταν ο Ορτήσιος. Διέταξε τότε να σφάξουν τον Ορτήσιο πάνω από τον τάφο του αδελφού του. Αντίθετα, έριξε το μανδύα του πάνω στο νεκρό Βρούτο και διέταξε κάποιον από τους απελεύθερους του Βρούτου να φροντίσει για την ταφή, πληρώνοντας αυτός τα έξοδα. Αργότερα, μαθαίνοντας ότι αυτός πήρε τον μανδύα και κάποια από τα λεφτά για τον εαυτό του, τον σκότωσε.

Ο Μάρκος Αντώνιος επωφελήθηκε από τη σύγκρουση αυτή για να μειώσει τον Οκταβιανό, που τον κατηγόρησε για δειλία και γιατί παρέδωσε τη διοίκηση του στρατού του στον Μάρκο Βιψάνιο Αγρίππα.

Αρχικά, ο Αντώνιος κατέβηκε νότια στην Ελλάδα, με σκοπό να μαζέψει χρήματα για τους στρατιώτες από τις ανατολικές επαρχίες, ενώ ο Οκταβιανός γύρισε στη Ρώμη. Στους Έλληνες φέρθηκε φιλικά και συμμετείχε σε αγώνες και τελετές μυήσεων και τους έκανε πολλά δώρα, και ιδιαίτερα στην πόλη των Αθηνών. Επίσης υποσχέθηκε να ολοκληρώσει τον ναό του Πυθίου Απόλλωνα στους Δελφούς. Έπειτα άφησε τον Λεύκιο Κηνσωρίνο στην Ελλάδα και προχώρησε προς την Ασία. Εκεί περνούσε την ώρα του διασκεδάζοντας, εισπράττοντας τους φόρους των περιοχών.

Αντώνιος και Κλεοπάτρα Ζ΄

Η γνωριμία με την Κλεοπάτρα Ζ΄

Αντώνιος και Κλεοπάτρα, πίνακας του σερ Λώρενς Άλμα-Τάντεμα.

Ο Αντώνιος ετοιμαζόταν για πόλεμο με τους Πάρθους. Κάλεσε την Κλεοπάτρα Ζ΄ να λογοδοτήσει για την κατηγορία πως έδωσε χρήματα στον Κάσσιο και γιατί δεν τους είχε βοηθήσει στη μάχη των Φιλίππων. Η συνάντηση θα γινόταν στην Κιλικία. Ο απεσταλμένος του Δέλλιος, προβλέποντας ότι ο Αντώνιος θα εντυπωσιαζόταν από την Κλεοπάτρα και ότι δεν υπήρχε περίπτωση να την τιμωρήσει, τη συμβούλευσε να μην φοβάται και να παρουσιαστεί στον Αντώνιο. Μεταβαίνοντας στην Κιλικία η Κλεοπάτρα, μέσα από τον ποταμό Κύδνο, τον Οκτώβριο του 41 π.Χ., παριστάνοντας μία νέα Αφροδίτηβ[›], με ακολουθία από Ερωτιδείς, Νηρηίδες και Χάριτες, κατάφερε να εκπλήξει τον Αντώνιο που την έκανε αμέσως ερωμένη του. Η Κλεοπάτρα δικαιολογήθηκε πως ήταν έτοιμη να βοηθήσει τον Αντώνιο και τον Οκταβιανό, εξεστράτευσε η ίδια, αλλά συνάντησε καταστροφικό καιρό και κατόπιν ασθένησε βαριά. Την εξήγηση αυτή, την αποδέχθηκε ο Αντώνιος. Στη συνέχεια μετέβησαν στην Αλεξάνδρεια.

Την περίοδο εκείνη, που ο Αντώνιος βρισκόταν με την Κλεοπάτρα στην Αλεξάνδρεια, ξοδεύοντας τεράστια ποσά σε δείπνα και λοιπές γιορτές, στη Ρώμη η γυναίκα του Φουλβία και ο αδελφός του Λεύκιος αντιμετώπιζαν τον Οκταβιανό, ενώ ο στρατός των Πάρθων βρισκόταν στη Μεσοποταμία, αναγορεύοντας αυτοκράτορα τον Ρωμαίο αποστάτη Λαβιηνό και προετοιμάζοντας εισβολή στη Συρία. Ο Αντώνιος δεν δίστασε να ικανοποιήσει διάφορες επιθυμίες της Κλεοπάτρας. Έτσι σκότωσε την αδελφή της Αρσινόη, έναν άνδρα που η ίδια υποστήριζε πως ήταν ο αδελφός της Πτολεμαίος ΙΓ’ και ακόμα τον διοικητή της Κύπρου,ως σύμμαχο του Κάσσιου. Ο Αντώνιος πέρασε το χειμώνα του 41 – 40 π.Χ. στην Αίγυπτο. Την άνοιξη του 40 π.Χ., έμαθε τα νέα από τη Ρώμη, για την ήττα της Φουλβίας και αναγκάστηκε να επιστρέψει πίσω. Η Φουλβία όμως πέθανε μετά από λίγες μέρες στη Σικυώνα και ο Αντώνιος φτάνοντας στην Ιταλία συμφιλιώθηκε με τον Οκταβιανό. Με τον Οκταβιανό χώρισαν το κράτος, έχοντας ως σύνορο το Ιόνιο, το φθινόπωρο του 40 π.Χ., με τη Συνθήκη του Βρινδησίου. Ο Αντώνιος πήρε την ανατολική περιοχή και ο Οκταβιανός τη δυτική. Ο Λέπιδος κράτησε τη Λιβύη. Τότε, έλαβε για νέα του σύζυγο την αδελφή του Οκταβιανού, την Οκταβία τη Νεότερη (Σεπτέμβριος του 40 π.Χ.), που ήταν χήρα του Γάιου Κλαυδίου Μάρκελλου και θεωρούσαν πως είχε μεγάλη ομορφιά αλλά και σύνεση, κάτι που θα βοηθούσε και τον Αντώνιο.

Οι εκστρατείες στην Παρθία

Αφού βοήθησε στους διακανονισμούς με τον Σέξτο Πομπήιο, γιου του Πομπηίου του Μεγάλου, το 39 π.Χ. με τη Συμφωνία του Μισηνού, αποφάσισε να στείλει τον Βεντίδιο στην Ασία, για να αντιμετωπίσει τους Πάρθους. Ο ίδιος μαζί με την Οκταβία, που είχε ήδη γεννήσει μία κόρη από τον Αντώνιο, έφυγαν από την Ιταλία για την Αθήνα. Εκεί έμαθε ότι ο Βεντίδιος είχε νικήσει τους Πάρθους, είχε σκοτώσει τον Λαβιηνό και είχε αιχμαλωτίσει τον Φρανιπάτη, τον πιο ικανό στρατηγό του βασιλιά Ορώδη. Ο Αντώνιος αποφάσισε να πάει στον πόλεμο. Ο γιος του βασιλιά Ορώδη, Πάκορος επιτέθηκε στη Συρία, όμως ο Βεντίδιος τον αντιμετώπισε με επιτυχία και τον σκότωσε. Στη συνέχεια πολιόρκησε τον Αντίοχο της Κομμαγήνης και όταν ζήτησε να του παραδοθεί, του πρότεινε να μιλήσει στον Αντώνιο, που πλησίαζε. Ο Αντώνιος όμως δεν άφησε τον Βιντίδιο να υποχωρήσει και συνέχισε αυτός την πολιορκία. Οι πολιορκημένοι όμως αντιστάθηκαν γενναία και ο Αντώνιος αναγκάστηκε να υπογράψει ειρήνη για να απεμπλακεί, και να επιστρέψει στην Αθήνα. Και διάφοροι άλλοι στρατηγοί του επέτυχαν διάφορες νίκες στην Ανατολή, κάνοντας το όνομα του Αντωνίου γνωστό σε αυτές τις περιοχές.

Ο Αντώνιος συνάντησε τον Οκταβιανό στο λιμάνι του Τάραντα το 37 π.Χ.. Με τη μεσολάβηση της Οκταβίας, οι δύο τους αποφάσισαν να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον. Ο Αντώνιος θα έστελνε 120 πλοία για τη μάχη κατά του Πομπηίου, που δεν είχε τηρήσει τη συμφωνία του Μισένου, ενώ ο ίδιος θα λάμβανε 20.000 λεγεωνάριους για τον πόλεμο κατά της Παρθίας. Αυτό έφερε και την ανανέωση της Τριανδρίας για άλλα 5 χρόνια. Επίσης συμφώνησαν η Οκταβία, που ήταν έγκυος στη δεύτερη της κόρη της από τον Αντώνιο, να παραμείνει στην Ιταλία μαζί με τον Οκταβιανό και τα παιδιά της Φουλβίας. Η συμφωνία όμως δεν τηρήθηκε τελικά, αφού ο Οκταβιανός έστειλε πολύ λιγότερο στρατό (2.000 άνδρες), κάτι για το οποίο ο Αντώνιος θα τον κατηγορούσε στη συνέχεια.

Ο Αντώνιος πηγαίνοντας στη Συρία, ενώθηκε ξανά με την Κλεοπάτρα. Αναγνώρισε τα δίδυμα παιδιά που είχε αποκτήσει με αυτή, τον Αλέξανδρο Ήλιο και την Κλεοπάτρα Σελήνη, ενώ απέκτησαν και ένα τρίτο. Επίσης, ζήτησε οικονομική στήριξη από αυτή για τον πόλεμο. Χάρισε στην Κλεοπάτρα τη Φοινίκη, την Κοίλη Συρία, την Κύπρο και ένα μέρος της Κιλικίας. Επίσης, ένα μέρος από την περιοχή των Ιουδαίων και από την Αραβία όση επεκτείνεται στην εξωτερική θάλασσα. Όλα αυτά προκάλεσαν, για άλλη μία φορά, την αγανάκτηση στους Ρωμαίους. Ο Αντώνιος δεν δίστασε να σκοτώσει τον βασιλιά Αντίγονο τον Ιουδαίο και να τοποθετήσει στη θέση του ένα δικό του σύμμαχο, τον Ηρώδη.

Όταν ο Φραάτης σκότωσε τον πατέρα του Ορώδη και ανέλαβε βασιλιάς των Πάρθων, ένας από τους επιφανείς άνδρες των Παρθών που δραπέτευσε ήταν ο Μοναίσης. Αυτός πήγε στον Αντώνιο, που του χάρισε τις πόλεις Λάρισα, Αρεθούσα, και την Ιεράπολη (Βαμβύκη). Ο Φραάτης προσέφερε ειρήνη στο Μοναίση και ο Αντώνιος προσπάθησε να εξαπατήσει, μέσα από αυτόν, τον βασιλιά των Πάρθων. Μέσα από την Αρμενία και την Αραβία, έφτασε εκεί που ήταν συγκεντρωμένος ο στρατός του έτοιμος να επιτεθεί στους Πάρθους. Αν και οι δυνάμεις ήταν πολυάριθμες και πανίσχυρες, η βιασύνη του Αντωνίου να ξεκινήσει τον πόλεμο αποδείχθηκε καταστροφική. Ο Αντώνιος οδήγησε τον στρατό του προς την πόλη Ατροπατηνή που προσπάθησε να καταλάβει, χωρίς όμως να κάνει κάποια ενδιάμεση στάση για να περάσει το χειμώνα και να ξεκουράσει τους στρατιώτες από την πορεία τους. Επιπλέον, είχε αφήσει πίσω τις πολιορκητικές μηχανές, πράγμα που αποδείχθηκε τεράστιο λάθος. Ο Φραάτης επιτέθηκε στις μηχανές και τις κατέστρεψε. Οι Αρμένιοι, απελπισμένοι με τους Ρωμαίους, τους εγκατέλειψαν, ενώ ο Φραάτης κινήθηκε ενάντια στον Αντώνιο, και τον απέκλεισε. Τελικά ο Αντώνιος πείστηκε πως δεν είχε καμία πιθανότητα να νικήσει τους Πάρθους – αλλά και την πείνα και τον χειμώνα – και αναγκάστηκε να αποχωρήσει.

Μετά από μία μεγάλη και εξαντλητική πορεία, με συνεχείς επιθέσεις των Πάρθων και τεράστιες απώλειες, αλλά και διάφορες σπουδαίες νίκες εναντίον τους, χάνοντας όμως το ένα τέταρτο του στρατού τουγ[›], έφτασε σε μια περιοχή (Λευκό Χωριό) κοντά στη Βηρυτό και τη Σιδώνα, όπου και συνάντησε ξανά την Κλεοπάτρα. Ο βασιλιάς των Μήδων, Μήδος, μάλωσε με τον Φραάτης και αποφάσισε να ενωθεί με τον Αντώνιο. Η Οκταβία πήγε στην Αθήνα για να βρει τον Αντώνιο και να του παραδώσει τους 2.000 στρατιώτες που του έστελνε ο Οκταβιανός. Ο Αντώνιος την ενημέρωσε με επιστολές για την εκστρατεία του, της ζήτησε να μείνει εκεί και να τον περιμένει, και να του στείλει τους στρατιώτες και προμήθειες. Η Κλεοπάτρα κατάλαβε πως η Οκταβία είχε ως σκοπό να την ανταγωνιστεί και να κάνει τον Αντώνιο να επιστρέψει σε αυτήν. Τελικά, κατάφερε να πείσει τον Αντώνιο να αναβάλει την συνάντηση με τους Μήδους και να επιστρέψουν στην Αλεξάνδρεια. Για να διατηρήσει τις φιλικές σχέσεις με τον Μήδο, ο Αντώνιος πάντρεψε έναν από τους γιους της Κλεοπάτρας με την κόρη του βασιλιά των Μήδων.

Ο πόλεμος εναντίον του Οκταβιανού

Η κήρυξη του πολέμου

Με ανοικτό πράσινο οι περιοχές Συρία, Κύπρος, Αρμενία και Κυρηναϊκή που δώρισε στην Κλεοπάτρα Ζ΄ και τα παιδιά τους ο Αντώνιος (με το σκούρο πράσινο, το αρχικό βασίλειο της Κλεοπάτρας).

Πίσω στη Ρώμη, ο Οκταβιανός, εκτοπίζοντας τον Λέπιδο και καταλαμβάνοντας τη Σικελία από τον Πομπήιο, είχε πια την απόλυτη εξουσία. Η Οκταβία επέστρεψε στη Ρώμη, θεωρώντας μεν ότι ο Αντώνιος της φέρθηκε περιφρονητικά, μη θέλοντας όμως να γίνει αιτία για να ξεκινήσει κάποια διαμάχη ανάμεσα στον Αντώνιο και τον αδελφό της. Για τον λόγο αυτό, συνέχισε να συμπεριφέρεται σαν να βρισκόταν ο Αντώνιος δίπλα της. Αυτό όμως είχε αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που περίμενε, καθώς οι Ρωμαίοι δεν μπορούσαν να ανεχτούν τον τρόπο με τον οποίο της φερόταν ο Αντώνιος.

Σε εκστρατεία του στην Αρμενία για να τιμωρήσει τον Αρταουάσδη, βασιλιά των Αρμενίων που τον εγκατέλειψε στη μάχη με τους Πάρθους, ο Αντώνιος, αφού νίκησε και πήρε αιχμάλωτο τον Αρταουάσδη, τον παρουσίασε σε θρίαμβο στην Αλεξάνδρεια μπροστά από την Κλεοπάτρα. Αυτό ερχόταν σε αντίθεση με τη Ρωμαϊκή παράδοση που ήθελε όλους τους θριάμβους να γίνονται στην Ιερά Οδό στη Ρώμη. Έπειτα ανακήρυξε την Κλεοπάτρα «Βασίλισσα των Βασιλέων», βασίλισσα της Αιγύπτου, της Κύπρου, της Λιβύης και της Κοίλης Συρίας, με συμβασιλέα («Βασιλεύς των Βασιλέων»), τον γιό της Καισαρίωνα, ως νόμιμο διάδοχο του Ιουλίου Καίσαρα. Ανακήρυξε τους γιούς του από την Κλεοπάτρα, το μεν Αλέξανδρο Ήλιο «Μέγαν Βασιλέα» της Αρμενίας και όλων των ανατολικών επαρχιών των εδαφών του Αλεξάνδρου του Μεγάλου μέχρι την Ινδία (όταν θα τα κατακτούσε), τον δε Πτολεμαίο Φιλάδελφο βασιλιά της Συρίας και της Μικράς Ασίας. Η Κλεοπάτρα Σελήνη ανακηρύχτηκε βασίλισσα της Κυρηναϊκής. Η δε Κλεοπάτρα, κυκλοφορούσε ντυμένη ως αρχαία Αιγύπτια θεά και την αποκαλούσαν “Νέα Ίσιδα”. Ο Αντώνιος αποκαλούσε τον εαυτό του “Νέο Διόνυσο”.

Αργυρό δηνάριο με επιγραφή του Μάρκου Αντωνίου (32 π.Χ.). Επιγρ.: ΑΝΤ. ΑVG. ΙΙΙ VIR R[ei]P[ublicæ] C[onstituendæ] / LEG III. 17 χλστ., 3,7 γραμ.

Όλα αυτά ήταν αρκετά στον Οκταβιανό για να κατηγορήσει τον Αντώνιο στη Σύγκλητο 33 π.Χ., ότι ήθελε να κάνει κέντρο του κράτους την Αλεξάνδρεια. Η Ρώμη χωρίστηκε στα δύο. Κάποιοι εγκατέλειψαν τον Αντώνιο και στράφηκαν στον Οκταβιανό το φθινόπωρο του 32 π.Χ.. Οι Μουνάτιος Πλάνκος και ο Μάρκος Τίτιος, που ήταν αρχικά με τον Αντώνιο, έδωσαν στη Σύγκλητο τις αποδείξεις σχετικά με την αλήθεια των ισχυρισμών του Οκταβιανού. Ο Οκταβιανός, μπαίνοντας με τη βία στο ιερό των Εστιάδων Παρθένων, απέσπασε από αυτές τη μυστική διαθήκη του Αντωνίου, η οποία έδινε όλες τις κυριευμένες από τη Ρώμη περιοχές στους γιους του και προέβλεπε την ανέγερση ενός ταφικού μνημείου στην Αλεξάνδρεια για εκείνον και την Κλεοπάτρα. Στα τέλη του 32 π.Χ. η Σύγκλητος επισήμως αφαίρεσε από τον Αντώνιο τα αξιώματά του και κήρυξε τον πόλεμο κατά της Αιγύπτου.

Ο Αντώνιος είχε μάθει από πριν για τις κινήσεις του Οκταβιανού, είχε ήδη αρχίσει να ετοιμάζεται για πόλεμο, πριν ακόμα βγει η απόφαση εναντίον του. Αν και ζήτησε από την Κλεοπάτρα να μην παρέμβει και να μείνει στην Αίγυπτο, εκείνη αρνήθηκε και επέμενε να τον ακολουθήσει. Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που ο Πλάνκος και ο Τίτος εγκατέλειψαν τον Αντώνιο. Αφού συγκέντρωσε στρατό από όλες τις ανατολικές επαρχίες, προχώρησε προς την Ελλάδα. Αλλά έκανε πάλι λάθος και αντί να επιτεθεί αμέσως στη Ρώμη προτίμησε να καθυστερήσει, διασκεδάζοντας με την Κλεοπάτρα. Το χειμώνα του 33 – 32 π.Χ. τον πέρασε στην Έφεσο, όπου ήταν συγκεντρωμένος ο στρατός. Στη συνέχεια προχώρησαν στη Σάμο και μετά στην Αθήνα, απ’ όπου έστειλε στην Ιταλία να ανακοινώσουν πως έπαιρνε διαζύγιο από την Οκταβία και να τη διώξουν από το σπίτι του. Η Οκταβία έφυγε, παίρνοντας μαζί της και τα παιδιά του Αντώνιου από τη Φουλβία, εκτός από τον Μάρκο Αντώνιο Αντύλλο, που ήταν μαζί με τον πατέρα του. Τότε ήταν που ο Οκταβιανός διάβασε τη διαθήκη του Αντωνίου στη Σύγκλητο.

Η ναυμαχία στο Άκτιο

Ο Αντώνιος, αν και είχε πιο πολλές πιθανότητες να νικήσει στην ξηρά, αποφάσισε, παρασυρμένος από το περιβάλλον της Κλεοπάτρας, να πολεμήσει στη θάλασσα. Είχε, αρχικά, κοντά στα 500 πλοία, και ανάμεσα σε αυτά και τη ναυαρχίδα του πτολεμαϊκού στόλου “Αντωνιάς”, αλλά τα περισσότερα από αυτά ήταν με ελάχιστο πλήρωμα, μεγάλα, πλούσια στολισμένα και δυσκίνητα. Αντίθετα με αυτόν, ο στόλος του Οκταβιανού, ήταν τέλεια επανδρωμένος, με πλοία μικρά και ευέλικτα.

Η ναυμαχία στο Άκτιο, πίνακας του Lorenzo A. Castro

Αρχικά, ο Οκταβιανός κάλεσε τον Αντώνιο να έρθει με τον στόλο του στον Τάραντα και το Βρινδήσιο, προσφέροντάς του αγκυροβόλιο και χρόνο για να οργανωθεί. Ο Αντώνιος απέρριψε την πρόκληση, και προκάλεσε με τη σειρά του τον Οκταβιανό σε μονομαχία, ή, αν ήθελε, να παραταχθούν στα Φάρσαλα, όπως παλιότερα ο Καίσαρας με τον Πομπήιο. Ο Οκταβιανός πέτυχε μια πρώτη νίκη στις αρχές του 31 π.Χ., όταν ο Αγρίππας κατάφερε επιτυχώς να διασχίσει με τον στόλο τους την Αδριατική. Πέρασε το Ιόνιο και έφτασε σε μια περιοχή που λεγόταν Τορύνηδ[›]. Ο Αντώνιος φοβούμενος μία επίθεση συγκέντρωσε τα πλοία του κοντά στο Άκτιο. Διάφοροι από την πλευρά του, όπως ο Δομίτιος και οι βασιλείς Αμύντας και Δηιόταρος, έφυγαν από αυτόν και πήγαν με τον Οκταβιανό, αυξάνοντας ακόμα περισσότερο τη δύναμη του τελευταίου. Αν και ο αρχηγός του πεζικού του, Κανίδιος, του πρότεινε να αποχωρήσουν και να δώσουν αργότερα μάχη στη στεριά, όταν θα είχε και τη βοήθεια των Γετών, η Κλεοπάτρα διαφώνησε. Αλλά τα πλοία της είχαν διαταχθεί έτσι που να είναι έτοιμα για φυγή μάλλον παρά για μάχη.

Η ναυμαχία ξεκίνησε στις 2 Σεπτεμβρίου του 31 π.Χ.. Ο Αντώνιος είχε κάψει τα περισσότερα Αιγυπτιακά πλοία, αφήνοντας μόνο 60, εξοπλίζοντας τα πιο καλά και μεγάλα. Ο Αντώνιος είχε το δεξί κέρας, ο Ποπλικόλας και ο Κλοίος το αριστερό και στο κέντρο οι Μάρκος Οκτάβιος και Μάρκος Ινστήιος. Ο Οκταβιανός παρέταξε τον Αγρίππα αριστερά και αυτός κράτησε το δεξί κέρας. Στο πεζικό ο Κανίδιος ήταν αρχηγός από την πλευρά του Αντώνιου και ο Ταύρος από την πλευρά του Οκταβιανού. Η έναρξη της ναυμαχίας καθυστέρησε λόγω άπνοιας. Όταν η ναυμαχία άρχισε, δεν έγινε ό,τι συνήθως μέχρι τότε, δηλαδή εμβολισμός του αντίπαλου πλοίου, γιατί τα μεν πλοία του Αντώνιου ήταν τεράστια και δεν μπορούσαν να κινηθούν εύκολα, τα δε πλοία του Οκταβιανού δεν είχαν τη δύναμη να προκαλέσουν ζημιές σε αυτά του Αντωνίου. Έτσι, τα πλοία του Οκταβιανού προσέγγιζαν αυτά του Αντωνίου και η μάχη γινόταν μεταξύ των πληρωμάτων, σώμα με σώμα και με καταπέλτες που υπήρχαν στα πλοία του Αντωνίου. Ενώ η μάχη ήταν αμφίβολη, τα πλοία της Κλεοπάτρας, ξαφνικά, σήκωσαν πανιά και απομακρύνθηκαν προς την Πελοπόννησο. Μετά από λίγο, ο Αντώνιος ακολούθησε και αυτός την Κλεοπάτρα. Κάποια από τα πλοία του Οκταβιανού τον ακολούθησαν, αλλά μόλις οι Αιγύπτιοι τους επιτέθηκαν, οπισθοχώρησαν όλα, εκτός από αυτό του Ευρυκλή, που κατάφερε να εμβολίσει τη μία από τις δύο ναυαρχίδες των Αιγυπτίων, αλλά όχι αυτή στην οποία βρισκόταν ο Αντώνιος και η Κλεοπάτρα. Στη συνέχεια, αφού κατέφυγαν στο Ταίναρο, ο Αντώνιος ειδοποίησε τον Κανίδιο να υποχωρήσει προς την Ασία. Έπειτα επέστρεψαν στην Αφρική.

Στο Άκτιο ο στόλος του Αντώνιου συνέχισε να αντιστέκεται και τελικά όταν είχε πια υποστεί μεγάλες ζημιές από τα κύματα, παραδόθηκε. Αν και οι νεκροί δεν ήταν περισσότεροι από 5.000, σύμφωνα με τον Οκταβιανό είχαν κυριευθεί 300 πλοία. Στη στεριά ο στρατός του Αντώνιου δεν μπορούσαν να πιστέψουν πως ο αρχηγός τους τους είχε εγκαταλείψει και συνέχισαν να αμύνονται. Όταν μετά από επτά ημέρες ο Κανίδιος τους εγκατέλειψε και αυτός, παραδόθηκαν στον Οκταβιανό.

Ο θάνατος του Μάρκου Αντώνιου

Ο Αντώνιος πήγε αρχικά στη Λιβύη, στέλνοντας την Κλεοπάτρα στην Αίγυπτο. Όταν ο αρχηγός του στρατού του στη Λιβύη αποστάτησε, προσπάθησε να αυτοκτονήσει, αλλά οι φίλοι του τον σταμάτησαν και τον έστειλαν στην Αλεξάνδρεια, όπου βρήκε την Κλεοπάτρα να επιχειρεί να μεταφέρει τα πλοία της από τη στεριά του ισθμού που χώριζε τη Μεσόγειο από την Ερυθρά θάλασσα. Οι κάτοικοι της περιοχής Πέτρας, έκαψαν τα πρώτα πλοία, και τελικά η Κλεοπάτρα σταμάτησε. Ο Αντώνιος εγκαταστάθηκε σε ένα μέρος στην περιοχή του Φάρου, με μια παρέα φίλων, απομονωμένος από τους υπόλοιπους, μιμούμενος, όπως έλεγε, τη ζωή του Τίμωνα του Αθηναίου.

Αντώνιος και Κλεοπάτρα – Giovanni Maria Mosca, Βενετία 1520-1530, Μουσείο Bode, Βερολίνο

Εκεί τον βρήκε ο Κανίδιος, και του ανακοίνωσε την απώλεια των δυνάμεων στο Άκτιο, την προσχώρηση του Ηρώδη, του ανθρώπου που είχε τοποθετήσει ο ίδιος βασιλιά στην Ιουδαία, στην πλευρά του Οκταβιανού, καθώς και την αποστασία διαφόρων άλλων δυναστών. Ο Αντώνιος αποφάσισε να πάει κοντά στην Κλεοπάτρα και να προετοιμαστεί για το τέλος που έβλεπε πως πλησίαζε. Άρχισε τότε να παραθέτει ξανά συμπόσια στους φίλους του, ενώ η Κλεοπάτρα προσπαθούσε να ανακαλύψει έναν τρόπο για μία γρήγορη και, όσο γινόταν, λιγότερο οδυνηρή αυτοκτονία. Διέλυσαν τη σύνοδο των Αμιμητοβίων και δημιούργησαν μία καινούργια από φίλους που σκόπευαν να πεθάνουν μαζί τους. Αυτή ονομάστηκε σύνοδος των Συναποθανουμένων.

Έστειλαν πρέσβεις, ζητώντας από τον Οκταβιανό, η μεν Κλεοπάτρα την εξουσία της Αιγύπτου για τα παιδιά της, ο δε Αντώνιος να γυρίσει στη Ρώμη ως απλός πολίτης. Επίσης προσπάθησαν ανεπιτυχώς να αποτρέψουν τον Ηρώδη από την αποστασία. Ο Οκταβιανός αρνήθηκε τη χάρη στον Αντώνιο, ενώ προέτρεψε την Κλεοπάτρα να θανατώσει τον Αντώνιο ή να τον εξορίσει, αν ήθελε να έχουν μία επιεική μεταχείριση τα παιδιά της. Τον Οκταβιανό κάλεσε πίσω στη Ρώμη ο Αγρίππας, γράφοντάς του για γεγονότα που ήθελαν την παρουσία του εκεί, αναβάλλοντας έτσι για λίγο τον πόλεμο.

Μόλις πέρασε ο χειμώνας, ο Οκταβιανός επιτέθηκε από τη Συρία και τη Λιβύη, κυριεύοντας το Πηλούσιο, και προχώρησε προς την Αλεξάνδρεια, το καλοκαίρι του 30 π.Χ.. Η Κλεοπάτρα είχε κατασκευάσει τάφο, όπου είχε συγκεντρώσει τους πιο σημαντικούς βασιλικούς θησαυρούς. Ο Αντώνιος, αφού αρχικά αντιμετώπισε τον Οκταβιανό σε θέση κοντά στον Ιππόδρομο, τον προκάλεσε σε μονομαχία, αλλά αυτός αρνήθηκε. Ύστερα, αποφάσισε να επιτεθεί, από στεριά και θάλασσα.ε[›] Την ημέρα που θα γινόταν η επίθεση, την 1η Αυγούστου του 30 π.Χ., τα πλοία του Αντώνιου ενώθηκαν με αυτά του Οκταβιανού και επιτέθηκαν όλα μαζί στην πόλη. Βλέποντας αυτό, τον εγκατέλειψε και το ιππικό του. Όταν ηττήθηκε το πεζικό του, αναχώρησε για την πόλη, από τους λόφους που γινόταν η μάχη. Κατηγόρησε την Κλεοπάτρα πως τον πρόδωσε, και αυτή κλείστηκε στον τάφο της, ενώ έβαλε να του πουν πως αυτοκτόνησε. Ο Αντώνιος, μαθαίνοντας ότι η Κλεοπάτρα αυτοκτόνησε, διέταξε έναν πιστό του υπηρέτη, με το όνομα Έρως, να τον σκοτώσει. Όμως αυτός προτίμησε να αυτοκτονήσει. Τελικά, ο Αντώνιος αποφάσισε να ακολουθήσει το παράδειγμά του, τρυπώντας την κοιλιά του. Δεν πέθανε αμέσως όμως και ζήτησε από αυτούς που ήταν δίπλα του να τον σκοτώσουν. Τότε, μεταφέρθηκε στον τάφο της Κλεοπάτρας. Αυτή, εκεί, με τις δύο υπηρέτριές της που είχαν κλειστεί μαζί της, ανέσυραν με λουριά τον Αντώνιο μέσα στον τάφο. Εκεί ο Αντώνιος ξεψύχησε.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, όταν ο Οκταβιανός έμαθε πως ο Αντώνιος πέθανε, άρχισε να θρηνεί και ζήτησε από τον Προκλήιο να μην αφήσει την Κλεοπάτρα να αυτοκτονήσει. Ο Προκληίος κατάφερε να συλλάβει την Κλεοπάτρα, την οποία συνάντησε αργότερα ο Οκταβιανός. Αυτή τον παρακάλεσε να της επιτρέψει να προσφέρει χοές στο νεκρό Αντώνιο, και εκείνος το επέτρεψε. Μετά από αυτό, αυτοκτόνησε και αυτή. Θάφτηκε μαζί με τον Αντώνιο. Ο γιος του Αντώνιου και της Φουλβίας, Αντύλλος, που βρισκόταν πάντα μαζί με τον πατέρα του, αποκεφαλίστηκε από τους στρατιώτες του Οκταβιανού. Ο Οκταβιανός μετέφερε τα παιδιά του Αντώνιου και της Κλεοπάτρας στη Ρώμη όπου τα περιέφερε στον θρίαμβό του. Αργότερα όμως, τα πήρε και αυτά υπό την προστασία της η Οκταβία.

Σύζυγοι και Παιδιά

Φαδία. Για την πρώτη σύζυγο του Μάρκου Αντώνιου, οι μόνες πληροφορίες προέρχονται από έναν λόγο του Κικέρωνα. Η Φαδία ήταν κόρη ενός απελεύθερου, ενώ ο Κικέρων αναφέρει ότι είχε αποκτήσει και παιδιά από αυτόν.

Αντωνία Υβρίδα. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο την έδιωξε, όταν θεώρησε πως τον απάτησε με τον Δολαβέλλα.

  • Αντωνία Πρίμα, παντρεύτηκε τον Πυθόδωρο τον Τραλλιανό.

Φουλβία. Πρώην σύζυγος του Πόπλιου Κλαύδιου Πούλχερ και του Γάιου Κουρίωνα. Απέκτησε από τον Αντώνιο δύο γιους:

  • Μάρκος Αντώνιος Άντυλλος. Ήταν το μόνο από τα παιδιά του Αντωνίου, που σκότωσε ο Οκταβιανός.
  • Ίουλλος Αντώνιος. Νυμφεύτηκε την Κλαυδία Μαρκέλλα, κόρη της Οκταβίας της Νεότερης.

Οκταβία η Νεότερη – Αδελφή του Οκταβιανού, πρώην σύζυγος του Γάιου Κλαύδιου Μάρκελλου. Απέκτησε δύο κόρες από τον Αντώνιο:

  • Αντωνία η Πρεσβύτερη, παντρεύτηκε τον Λεύκιο Δομίτιο Αηνοβάρβο. Ο γιος της Γναίος Δομίτιος Αηνόβαρβος (ύπατος το 32) είχε γιο τον Αυτοκράτορα Νέρωνα.
  • Αντωνία η Νεότερη, παντρεύτηκε τον Ν. Κλ. Δρούσο τον Πρεσβύτερο, γιό της Λιβίας. Ήταν η μητέρα του Κλαύδιου και του Γερμανικού. Ο Γερμανικός είχε γιο τον Αυτοκράτορα Καλιγούλα.

Κλεοπάτρα Ζ΄ βασίλισσα της Αιγύπτου. Από τον Αντώνιο απέκτησε τρία παιδιά:

  • Αλέξανδρος Ήλιος.
  • Κλεοπάτρα Σελήνη Β΄, παντρεύτηκε τον Ιόβα Β΄ βασιλιά της Νουμιδίας και αργότερα και της Μαυριτανίας. Ήταν η μητέρα του Πτολεμαίου της Μαυριτανίας.
  • Πτολεμαίος Φιλάδελφος.

Εξωτερική εμφάνιση

Η μορφή του Μάρκου Αντώνιου μας είναι κυρίως γνωστή από τα διάφορα νομίσματα της εποχής και κάποιες, ελάχιστες, προτομές του, καθώς ο Οκταβιανός κατέστρεψε τους περισσότερους ανδριάντες του. Ο Πλούταρχος πάντως, δίνει μια περιγραφή του. Σύμφωνα με αυτή, ο Αντώνιος είχε ευγενική φυσιογνωμία, γενειάδα, πλατύ μέτωπο και αετίσια μύτη. Τα χαρακτηριστικά του έμοιαζαν με τους πίνακες του Ηρακλή, από τον οποίο πίστευαν, πως κατάγονταν οι Αντώνιοι (από τον γιό του Άντωνο). Ο Αντώνιος, που πίστευε αυτή την παράδοση, προσπαθούσε και με την ενδυμασία του να την επιβεβαιώνει. Φορούσε, όταν είχε να εμφανιστεί κάπου, ένα χιτώνα μέχρι το μηρό, κρεμούσε στο πλευρό του ένα μεγάλο σπαθί και φορούσε από πάνω ένα βαρύ μανδύα.

Η προσωπικότητα του Μάρκου Αντώνιου

Ο Μάρκος Αντώνιος ήταν μία ενδιαφέρουσα προσωπικότητα. Αν και καταγόταν από μία οικογένεια, γνωστή μεν, αλλά χωρίς να έχει κάποια τεράστια επιρροή, κατάφερε με τη δύναμη και την αποφασιστικότητά του να αναδειχθεί στην εξουσία. Ο Πλούταρχος πίστευε, πως ο σκοπός για τον οποίο κατέκτησε την εξουσία ήταν, γιατί ήθελε να υποδουλώσει τους Ρωμαίους.

Ο Αντώνιος κατάφερε με τη συμπεριφορά του να γίνει αντιπαθής. Αυτή οφειλόταν, κατά ένα βαθμό, στη συνάντησή του με τον Κουρίωνα, που οδήγησε το νεαρό Αντώνιο στο να δημιουργήσει ένα μεγάλο χρέος διακοσίων πενήντα ταλάντων, περνώντας τον καιρό του μεθώντας, φλερτάροντας και κάνοντας τεράστια έξοδα. Όταν, νεαρός, κατέφυγε στην Ελλάδα έμαθε την τέχνη της ρητορείας. Φαίνεται πως πρέπει να ήταν πολύ καλός σε αυτό, αφού πολλές φορές κατάφερε να εντυπωσιάσει τους ακροατές του, όπως για παράδειγμά την ημέρα που μίλησε στην αγορά, στην κηδεία του Καίσαρα, ή όταν βρέθηκε να πολεμά τον Λέπιδο και μιλώντας στους στρατιώτες του (Λέπιδου), κατάφερε να τους πείσει να μην προβάλουν αντίσταση εναντίον του. Με τις πολεμικές του επιτυχίες απέκτησε σπουδαία φήμη στο στρατό, και μπορούσε άνετα να ζήσει με ελάχιστα όταν η κατάσταση στον πόλεμο το απαιτούσε.

Ήταν υπερβολικά γενναιόδωρος, καθώς συχνά προσέφερε μεγάλα δώρα στους φίλους του. Κάποια φορά, διέταξε να δοθούν σε κάποιον από τους φίλους του διακόσιες πενήντα χιλιάδες δραχμές (δεκίης). Ο ταμίας του, θέλοντας να του δείξει το μέγεθος του ποσού, έδωσε τα χρήματα μπροστά σε πολλούς και ρώτησε τον Αντώνιο τί ήταν όλα αυτά; Εκείνος απάντησε πως ήταν το δώρο του, αλλά επειδή νόμιζε πως η δεκίης ήταν περισσότερα, διέταξε να δώσουν τα διπλά. Συνήθιζε να διοργανώνει μεγάλα δείπνα και γιορτές, όπου μεθούσε και ξόδευε τεράστια ποσά. Ο Κικέρων έλεγε πως στους συνετούς ανθρώπους έγινε μισητός λόγω του τρόπου ζωής του. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο κοιμόταν την ημέρα ή τριγυρνούσε με παράλογη συμπεριφορά, ενώ τα βράδια ήταν σε γλέντια και θέατρα ή μαζί με μίμους και γελωτοποιούς, που τον ακολουθούσαν παντού. Μάλιστα, αφού παρακολούθησε κάποια φορά τον γάμο ενός μίμου, εμφανίστηκε την επομένη στην αγορά, παραφουσκωμένος από το φαγητό, και έκανε εμετό πάνω στο ρούχο που κρατούσε κάποιος φίλος του. Συνήθιζε επίσης, συνεχίζει ο Πλούταρχος, να χρησιμοποιεί λιοντάρια στα άρματα και τα σπίτια διαφόρων οικογενειών για καταλύματα για πόρνες και οργανοπαίκτριες. Κάποτε, όταν πήγε στην Έφεσο, οι κάτοικοι τον υποδέχτηκαν σαν να ήταν ο Διόνυσος, θεός με τον οποίο προσπαθούσε να ταυτιστεί.

Ο Αντώνιος εμπιστευόταν εύκολα τους φίλους του και επηρεαζόταν από τους επαίνους και την κολακεία. Συχνά, όταν ανακάλυπτε πως έκανε κάποιο λάθος, είχε τη δύναμη να το παραδεχθεί και να προσφέρει γενναιόδωρη αποζημίωση σε ένδειξη μετανοίας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σχέσεις του με το γυναικείο φύλο και κυρίως με την Κλεοπάτρα. Ο Πλούταρχος έχει την άποψη πως, κατά ένα μέρος, η σχέση υποταγής προς την Κλεοπάτρα οφειλόταν στην παλαιότερη σχέση του με τη Φουλβία, η οποία ήταν πολύ ισχυρή προσωπικότητα, και, η οποία, διαμόρφωσε τον χαρακτήρα του Αντωνίου απέναντι στις γυναίκες. Έτσι, όταν γνώρισε την Κλεοπάτρα, με τον ιδιαίτερα εντυπωσιακό χαρακτήρα της, παραδόθηκε εντελώς στις ορέξεις της πραγματοποιώντας κάθε επιθυμία που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της. Η Κλεοπάτρα κατάφερε να του προσφέρει έναν χαρούμενο τρόπο ζωής, ξεγνοιασιάς και καλοπέρασης. Αυτό οδήγησε στην επιδείνωση των ελαττωμάτων του και στην καταστροφή του, αφού άλλοτε έπαιρνε βιαστικές αποφάσεις και άλλοτε υποχωρούσε μπροστά στις λανθασμένες επιλογές της. Αν και η Οκταβία, η νόμιμη σύζυγός του, ήταν, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, πιο όμορφη και πιο νέα από την ερωμένη του Κλεοπάτρα, δεν δίστασε να την παρατήσει για χάρη της δεύτερης, παρά τις επιπτώσεις που γνώριζε πως θα είχαν οι πράξεις του. Αναζητώντας περισσότερο χρόνο για να βρίσκεται κοντά στην Κλεοπάτρα, παράτησε σπουδαίες ευκαιρίες για κατορθώματα. Αυτό έγινε και η αιτία που μετά τις αποτυχίες του σε διάφορες εκστρατείες κατηγορήθηκε ότι είχε πετύχει πιο μεγάλα κατορθώματα όταν δεν ήταν ο ίδιος παρών, αλλά είχε στείλει τους στρατηγούς του σε αυτά.

Δεν δίστασε να παραδώσει τον αδελφό της μητέρας του, για να σκοτώσει τον Κικέρωνα και να εξευτελίσει τον νεκρό ρήτορα. Αντίθετα συμπεριφέρθηκε με τιμές στο νεκρό Βρούτο. Η πτώση του οφειλόταν στον ίδιο, αφού εγκατέλειψε, πρώτος αυτός, τους πιστούς σε αυτόν άνδρες.

Ο Μάρκος Αντώνιος στην τέχνη

Ο έρωτάς του με την Κλεοπάτρα και η περιπετειώδης ζωή του έχουν εμπνεύσει διάφορους καλλιτέχνες.

  • Θέατρο
  • Ουίλιαμ Σαίξπηρ: στο έργο «Ιούλιος Καίσαρ» και στο «Αντώνιος και Κλεοπάτρα».
  • Ρομπέρτ Γκαρνιέρ: «Μάρκος Αντώνιος».
  • Τζον Ντράιντεν: «Όλα για την αγάπη».
  • Ahmed Shawqi: «Ο Θάνατος της Κλεοπάτρας».
  • Σάμιουελ Ντάνιελ: «Κλεοπάτρα».
  • Όπερα
  • Σάμιουελ Μπάρμερ: «Αντώνιος και Κλεοπάτρα».
  • Λογοτεχνία
  • Κωνσταντίνου Καβάφη: Απολείπειν ο θεός ΑντώνιονΕν δήμω της Μικράς ΑσίαςΤο 31 π.X. στην Αλεξάνδρεια
  • Τζον Κλίβελαντ, «Μάρκος Αντώνιος», ποίημα 1613-1658).
  • Σάμιουελ Ντάνιελ: «Ένα γράμμα από την Οκτάβια προς τον Αντώνιο», ποίημα.
  • Μάργκαρετ Τζώρτζ: «Οι Αναμνήσεις της Κλεοπάτρας».
  • Conn Iggulden : «Emperor» σειρά μυθιστορημάτων.
  • Colleen McCullough : «Masters of Rome», σειρά.
  • Allan Massie : «Antony» μυθιστόρημα.
  • Τερέντσι Μόιτς: «Μην πεις πως ήταν όνειρο» μυθιστόρημα.
  • Ζωγραφική
Σε πίνακες διαφόρων ζωγράφων όπως του Sir Lawrence Alma Tadema, του Jan de Bray και του Giovanni Battista Tiepolο (τοιχογραφίες στο Palazzo Labia της Βενετίας).

Αντώνιος και Κλεοπάτρα – προσχέδιο του Τζιοβάνι Μπατίστα Τιέπολο για τις τοιχογραφίες στο Palazzo Labia της Βενετίας

  • Κινηματογράφος
    (σαν χαρακτήρας σε διάφορες κινηματογραφικές ταινίες)
  • «Antony and Cleopatra» (1908) των J. Stuart Blackton και Charles Kent
  • «Julius Caesar» (1911) του Frank R. Benson
  • «Cleopatra» (1912) του Charles L. Gaskill
  • «Marcantonio e Cleopatra» (1913) του Enrico Guazzoni
  • «Cleopatra» (1917) του J. Gordon Edwards
  • «Oh! Oh! Cleopatra» (1931) του Joseph Santley (κωμωδία)
  • «Cleopatra» (1934) του Cecil B. DeMille
  • «Shake, Mr. Shakespeare» (1936) του Roy Mack (μιούζικαλ)
  • «La vida íntima de Marco Antonio y Cleopatra» (1947) του Roberto Gavaldón (κωμωδία)
  • «Julius Caesar» (1950) του David Bradley
  • «Due notti con Cleopatra » (1953) του Mario Mattoli (κωμωδία)
  • «Serpent of the Nile» (1953) του William Castle
  • «Julius Caesar» (1953) του Joseph L. Mankiewicz
  • «The Story of Mankind» (1957) του Irwin Allen
  • «Le legioni di Cleopatra» (1960) του Vittorio Cottafavi
  • «Giulio Cesare, il conquistatore delle Gallie» (1962) του Tanio Boccia
  • «Cleopatra» (1963) του Joseph L. Mankiewicz
  • «Carry on Cleo» (1964)του Gerald Thomas(παρωδία της προηγούμενης)
  • «Julius Caesar» (1970) του Stuart Burge
  • «Antony and Cleopatra» (1972) του Charlton Heston
  • «Cleópatra» (2007) του Júlio Bressane
  • Τηλεόραση
    (σαν χαρακτήρας σε διάφορες τηλεοπτικές σειρές )
  • Julius Caesar (1938)
  • “BBC Sunday-Night Theatre” Julius Caesar
  • “Studio One”
  • Julius Caesar (1959)
  • Julius Caesar (1960)
  • “Festival” – Julius Caesar (1960)
  • “Cleópatra” (1962)
  • “The Spread of the Eagle”
  • Julius Caesar (1966)
  • “BBC Play of the Month” – Julius Caesar (1969)
  • “Xena: Warrior Princess”
  • “Empire” (2005)
  • “Ancient Rome: The Rise and Fall of an Empire”
  • “Rome” (σε 22 διαφορετικά επεισόδια)

Αρχαίες πηγές

Κύριες πηγές για τον Αντώνιο αποτελούν τα παρακάτω έργα:

  • Ιούλιος Καίσαρ – Commentarii de Bello GallicoCommentarii de Bello Civili
  • Μάρκος Τύλλιος Κικέρων – Φιλλιπικοί (Κείμενα)(Αγγλικά)Επιστολές.
  • Πλούταρχος – Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι : Αντώνιος.
Επίσης, αναφορές σε αυτόν υπάρχουν και σε άλλα έργα του Πλουτάρχου: Κικέρων, Ιούλιος Καίσαρ, Βρούτος (Πρωτότυπα Κείμενα σε Βικιθήκη).
  • Αππιανός – Ρωμαϊκά : Εμφυλίων Β΄.
  • Δίων Κάσσιος – Ρωμαϊκή Ιστορία Βιβλίο 46, Βιβλίο 47, Βιβλίο 48, Βιβλίο 49, Βιβλίο 50, Βιβλίο 51 – πρωτότυπο και γαλλική μετάφραση

Αναφορές σε άλλους συγγραφείς

  • Σουητόνιος – Αναφορές στην βιογραφία του για τον Οκταβιανό, Παράγρ. 9-17 (Κείμενο) (Αγγλικά)
  • Φλαύιος Ιώσηπος – Ιστορία Ιουδαϊκού πολέμου πρὸς Ῥωμαίους, Βιβλίο 1ο (Βικιθήκη).

Άλλες πηγές

Στα Αγγλικά

  • Eck, Werner translated by Deborah Lucas Schneider; new material by Sarolta A. Takacs. (2003) The Age of Augustus. Oxford: Blackwell Publishing (hardcover, ISBN 0-631-22957-4; paperback, ISBN 0-631-22958-2).
  • Rowell, Henry Thompson (1962) The Centers of Civilization Series: Volume 5; Rome in the Augustan Age. Norman: University of Oklahoma Press. ISBN 0-8061-0956-4
  • Huzar, Eleanor Goltz (1975) Mark Antony, a biography. U of Minnesota Press ISBN 0-8166-0863-6, επανέκδοση Routledge (1986) ISBN 0-7099-4719-4

Σημειώσεις

  • ^ α: M•ANTONIVS•M•F•M•N, “Marcus Antonius Marci Filius Marci Nepos” στα ελληνικά: “Μάρκος Αντώνιος γιος του Μάρκου εγγονός του Μάρκου”.
  • ^ β: Είχε κυκλοφορήσει η φήμη πως η Αφροδίτη (Κλεοπάτρα) ερχόταν να γλεντήσει με τον Διόνυσο (Αντώνιο), για το καλό της Ασίας (Πλούταρχος Βίοι Παράλληλοι, Αντώνιος 26.5).
  • ^ γ: Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, είχαν σκοτωθεί είκοσι χιλιάδες πεζοί και τέσσερις χιλιάδες ιππείς, οι πιο πολλοί από αρρώστιες. Είχαν επίσης, συνεχίζει ο Πλούταρχος, 27 ημέρες πορείας όταν μπήκαν στην Αρμενία και είχαν νικήσει τους Πάρθους σε 17 μάχες, αλλά όχι κατά κράτος. (Πλούταρχος Βίοι Παράλληλοι, Αντώνιος 50)
  • ^ δ: Το όνομα τορύνη (περιοχή στο μέρος που βρίσκεται η Πάργα) σημαίνει κουτάλα. Όταν οι άνδρες του Αντώνιου, θορυβημένοι, συζητούσαν για το θέμα, η Κλεοπάτρα ρώτησε: “Τί δεινόν εἰ Καῖσαρ ἐπὶ τῇ τορύνῃ κάθηται;” δηλαδή “Γιατί είναι φοβερό που ο Καίσαρας κάθεται στην κουτάλα;” (Πλούταρχος Βίοι Παράλληλοι, Αντώνιος 62.6).
  • ^ ε: Τη νύχτα πριν την επίθεση, αφού έγινε ένα μεγάλο τραπέζι, λένε πως ενώ η πόλη ήταν ήσυχη, ακούστηκαν ξαφνικά φωνές, όργανα και τραγούδια, από την μέση της πόλης προς την εξωτερική πύλη. Αυτό θεωρήθηκε σημάδι, πως ο Διόνυσος, που ο Αντώνιος ταυτιζόταν μαζί του, τον εγκατέλειπε. (Πλούταρχος Βίοι Παράλληλοι, Αντώνιος 75). Ο στίχος του Πλούταρχου “ἀπολείπειν ὁ θεὸς Ἀντώνιον” χρησιμοποιήθηκε από τον Κ. Καβάφη στο ομώνυμο ποίημα του (1911), που περιγράφει την ατμόσφαιρα που επικρατούσε.

The post Μάρκος Αντώνιος (83 π.Χ. – 30 π.Χ.) Ρωμαίος πολιτικός και στρατηγός first appeared on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

ΓΕΝΙΚΕΣ

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος (Σαλαμίνα, 11 Ιανουαρίου 1878 – Κηφισιά, 27 Φεβρουαρίου 1952) ήταν στρατιωτικός, κινηματίας και συνωμότης κατ΄ επανάληψη, που αναδείχθηκε δικτάτορας πρωθυπουργός και πρόεδρος της Δημοκρατίας. Συμμετείχε στο κίνημα στου Γουδή, στους Βαλκανικούς πολέμους, στο κίνημα της Θεσσαλονίκης, στη Μικρασιατική εκστρατεία, στην επανάσταση του 1922, ενώ από το 1925, με το κίνημα της 25ης Ιουνίου ανέλαβε την πρωθυπουργία, ουσιαστικά ως δικτάτορας. Στη συνέχεια υποχρεώνοντας σε παραίτηση τον τότε πρόεδρο της Δημοκρατίας Παύλο Κουντουριώτη, μετά από μια εκλογική παρωδία εξελέγη πρόεδρος της Δημοκρατίας. Παρέμεινε στην εξουσία μέχρι το 1926, συλλαμβάνοντας και εκτοπίζοντας άνευ δίκης τους πολιτικούς του αντιπάλους στη Νάξο, οπότε και ανατράπηκε από το κίνημα του Κονδύλη. Από το 1926 μέχρι τον θάνατό του, το 1952, αποσύρθηκε, με μερικά μικρά διαλείμματα, από την πολιτική ζωή του τόπου. Από τους ιστορικούς έχει χαρακτηριστεί ως αρκετά αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Θεωρείται πως είχε ανάμειξη στον σχηματισμό των δωσιλογικών Ταγμάτων Ασφαλείας κατά την Κατοχή.

Ο πολιτικός Θεόδωρος Πάγκαλος είναι εγγονός του.

Γεννήθηκε το 1878 στη Σαλαμίνα (στην οικία Κυριάκου Πάλλα επί της οδού Αγίου Μηνά 7, όπου αργότερα λειτούργησε το τριτάξιο ελληνικό σχολείο Σαλαμίνας) και ήταν το τρίτο παιδί[α] του γιατρού και βουλευτή Αττικοβοιωτίας Δημητρίου Πάγκαλου και της Κατίγκως Χατζημελέτη, κόρης αρχοντικής οικογένειας της Ελευσίνας με αρβανίτικη καταγωγή.[β] Η οικογένεια Πάγκαλου καταγόταν από τη Μικρά Ασία και εμφανίζεται ήδη από τα βυζαντινά χρόνια. Ανάδοχος του Θεοδώρου ήταν ο στρατηγός και μακρινός συγγενής του, Τιμολέων Βάσσος – Μαυροβουνιώτης. Ο πατέρας του, Δημήτριος, πολιτευόταν με την παράταξη του Χαρίλαου Τρικούπη και είχε εκλεγεί βουλευτής της Η΄ βουλευτικής περιόδου (από τις 23 Σεπτεμβρίου 1879 μέχρι τις 22 Οκτωβρίου 1881) μαζί με τον Στέφανο Ν. Δραγούμη.

Αποφοίτησε από την Ιωνίδειο Σχολή Πειραιά. Το 1895 έκανε αίτηση για τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, από την οποία απορρίφθηκε. Τελικά κατέληξε να σπουδάζει στην ιατρική σχολή, λογικά λόγω του επαγγέλματος του πατέρα του, την οποία όμως εγκατέλειψε δύο χρόνια αργότερα για να εισαχθεί τελικά στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων.

Στρατιωτική σταδιοδρομία

Τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 ο Θεόδωρος Πάγκαλος τον παρακολούθησε ως πρωτοετής της Σχολής Ευελπίδων. Τα συναισθήματα τα οποία ένιωσε μετά την ήττα της Ελλάδας περιγράφονται στα απομνημονεύματά του και είναι τα ίδια με αυτά της πλειονότητας των άλλων αξιωματικών. Υπεύθυνοι για την ήττα, σύμφωνα με τον Πάγκαλο, ήταν οι πολιτικοί, αλλά και ο ίδιος ο διάδοχος Κωνσταντίνος.

Η πορεία του Πάγκαλου στην Ευελπίδων ήταν αρκετά αξιόλογη. Ήταν αρχηγός στην τάξη του όλες τις χρονιές, με συμμαθητές όπως τον Αλέξανδρο Οθωναίο, τον πρίγκιπα Ανδρέα, τον Μαργαρίτη κ.ά. Μάλιστα το 1899 δημιουργήθηκε επεισόδιο μεταξύ του συνταγματάρχη Νικολάου Ζορμπά, διοικητή της σχολής Ευελπίδων, και της βασιλικής Αυλής εξαιτίας της προαγωγής του Πάγκαλου σε επιλοχία, σε αντίθεση με τον συμμαθητή του, πρίγκιπα Ανδρέα, ο οποίος έμεινε στον ίδιο βαθμό. Τον επόμενο χρόνο αποφοίτησε από τη σχολή Ευελπίδων πρώτος στην τάξη του με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού.

Στα απομνημονεύματά του, ο Πάγκαλος αναφέρει πως, τον Οκτώβριο του 1908, στο σπίτι του συγκεντρώθηκαν οι Πάσσαρης, Σιώχας, Γεωργακόπουλος, Σάρρος, Ψύχας, Πανάς, Κατσούλης, Φαληρέας, Καθενιώτης και Χατζημιχάλης για να συζητήσουν για τα προβλήματα του στρατού και της χώρας και πως στο τέλος αυτής της συνάντησης ιδρύθηκε ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος[4]. Ο Σύνδεσμος θα αποτελέσει τη βάση του κινήματος στο Γουδί και είχε ως σκοπό να προωθήσει μεταρρυθμίσεις στο στρατό, την οικονομία, τη διοίκηση και γενικά στο κράτος. Εκείνη την εποχή ο Θεόδωρος Πάγκαλος υπηρετούσε στον 2ο λόχο του 7ου συντάγματος πεζικού υπό τον Σάρρο. Μέχρι το 1909, στην οργάνωση είχαν ενταχθεί και ανώτεροι αξιωματικοί, όπως οι Νικόλαος Ζορμπάς, Επαμεινώνδας Ζυμβρακάκης, Γεώργιος Σ. Καραϊσκάκης, εγγονός του ομώνυμου οπλαρχηγού του ’21, Γεώργιος Κονδύλης κ.ά. Πολλές από τις συνεδριάσεις του στρατιωτικού συνδέσμου πραγματοποιούνταν στο σπίτι του Πάγκαλου, στην οδό Αριστοτέλους 37 ή σε αυτό στην Ελευσίνα[εκκρεμεί παραπομπή].

Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος γρήγορα μύησε πολλούς αξιωματικούς του στρατού και του ναυτικού και η δράση του έγινε γνωστή και στους κύκλους των ανακτόρων. Η κυβέρνηση Ράλλη, φιλικά προσκείμενη στα ανάκτορα, εξαπέλυσε κύμα μεταθέσεων και παρέπεμψε 12 αξιωματικούς, μεταξύ αυτών και τον Πάγκαλο, στο Ανακριτικό Συμβούλιο προς απόταξη. Εκτός από τον Πάγκαλο οι υπόλοιποι 11 αξιωματικοί καταδικάστηκαν, αλλά και οι δώδεκα αποτάχθηκαν από το στράτευμα. Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, βλέποντας τον κίνδυνο ματαίωσης του κινήματος, πήρε την απόφαση να δράσει.

Στις 14 Αυγούστου του 1909 ο Πάγκαλος απελευθέρωσε με τη βία αξιωματικούς του στρατού που κρατούνταν φυλακισμένοι λόγω της τότε πολιτικής κατάστασης. Η αποστολή πέτυχε και ο Πάγκαλος με τους συνεργάτες του και τους δραπέτες κατέφυγε στο σπίτι Παπαμαλέκου στην Καστέλλα. Το πρωί όλοι μαζί πήγαν στο Γουδί, όπου είχε δοθεί εντολή να ξεκινήσει η επανάσταση. Το ίδιο πρωί συνέβη ένα περιστατικό με πρωταγωνιστή τον Πάγκαλο και τον Παπούλα, αρκετά παράξενο αν σκεφτεί κανείς τη μεταξύ τους διαφορά στην ιεραρχία. Ο Παπούλας μαζί με τον Σπυρίδωνα Μερκούρη έφτασαν νωρίς το πρωί ως απεσταλμένοι του Ράλλη για να διαπραγματευτούν. Τότε ένας στρατιώτης ρώτησε τον Πάγκαλο αν θα έπρεπε να πάρουν εκτός από τα όπλα και το σπαθί του Παπούλα. Τότε ο Πάγκαλος απάντησε: «Όχι, ας το κρατήσει όπως ο Ναπολέων στο Σεντάν». Το επεισόδιο δεν είχε συνέχεια.

Τον Ιανουάριο του 1910 ο Πάγκαλος αντικατέστησε τον ανθυπολοχαγό Λιδωρίκη στη θέση του γραμματέα στη διοικητική επιτροπή του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Ήταν από τους πρώτους που υποστήριξαν τον ερχομό του Ελευθερίου Βενιζέλου. Στις 15 Μαρτίου 1910 και μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Βενιζέλο, ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος διαλύθηκε, έχοντας πετύχει τις επιδιώξεις του.

Το 1911 εισήχθη στη σχολή πολέμου και στη συνέχεια στάλθηκε για σπουδές μαζί με άλλους τέσσερις αξιωματικούς στο Παρίσι και συγκεκριμένα στη Γαλλική Ακαδημία Πολέμου. Το 1912 τον βρίσκει διοικητή του λόχου του 7ου συντάγματος πεζικού. Με την έκρηξη του Α΄ Βαλκανικού πολέμου στέλνεται στο Ναύπλιο και λίγο αργότερα στη Λάρισα. Σημαντική ήταν και η συμμετοχή του στη μάχη των Γιαννιτσών στις 19 και 20 Οκτωβρίου του 1912. Ήταν από τους πρώτους που μπήκαν στη Θεσσαλονίκη, από την οποία όμως αναχώρησε λίγο μετά με το 18ο σύνταγμα πεζικού. Στις 24 Νοεμβρίου καταλαμβάνει τη Φλώρινα και επτά μέρες αργότερα επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη. Από εκεί φεύγει για το οχυρό του Μπιζανίου, το οποίο, όπως εξομολογείται στα απομνημονεύματά του, δεν θα καταλαμβανόταν χωρίς τη συμβολή του Ιωάννη Μεταξά. Τον Μάρτιο του 1913 επιστρέφει μαζί με όλα τα άλλα τάγματα στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, και αφού οι πολεμικές συγκρούσεις σταματούν, πετυχαίνει να πάρει ολιγοήμερη άδεια για να επισκεφθεί την οικογένειά του. Στην Αθήνα έρχεται σε επαφή με τον Βενιζέλο, με τον οποίο συζητά θέματα πολεμικής φύσεως.

Στις 16 Ιουνίου 1913 ξεσπάει ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος μεταξύ Ελλάδας, Σερβίας, Τουρκίας και Βουλγαρίας. Συμμετείχε στη μάχη του Λαχανά, όπου μάλιστα εν μέσω εχθρικών πυρών οδήγησε τις πυροβολαρχίες μέσα από την περιοχή των συγκρούσεων με ελάχιστες απώλειες. Τις επόμενες μέρες θα αναλάβει το 9ο ευζωνικό τάγμα, το οποίο και θα οδηγήσει στο Μπέλες, όπου διεξήχθη νικηφόρα για τον ελληνικό στρατό μάχη. Στις 27 Ιουνίου καταλαμβάνει το Σιδηρόκαστρο και στις 10 Αυγούστου ο σύντομος αυτός πόλεμος έληξε. Ο Πάγκαλος, λόγω των διαφωνιών που αντιμετώπιζε με τον Χατζανέστη, μετατέθηκε στο 1/38 τάγμα ως υπασπιστής.

Ο Πάγκαλος (αριστερά) με τον στρατηγό Νίδερ, το 1917

Το Φθινόπωρο του 1913 αναχώρησε για τη Γαλλία, για να σπουδάσει στην Ανώτατη Σχολή Πολέμου μέχρι και τον Αύγουστο του 1914, όταν και εξερράγη ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, στον οποίο η Ελλάδα αρχικά κράτησε ουδέτερη στάση, με συνέπεια να ξεκινήσει ο Εθνικός Διχασμός και να εκδιωχθεί ο βασιλιάς Κωνσταντίνος. Συγκεκριμένα ο βασιλιάς άσκησε πιέσεις για να παραμείνει η χώρα ουδέτερη, καθώς και αυτός και ο κυριότερος σύμβουλός του, ο υπουργός Εξωτερικών Γεώργιος Στρέιτ, ήταν πεπεισμένοι για την ανωτερότητα του γερμανικού κοινωνικοπολιτικού συστήματος και την τελική νίκη της Γερμανίας. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, πρωθυπουργός τότε, θεωρώντας ως επέμβαση στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης τη στάση του βασιλιά, γεγονός που αντέβαινε στο Σύνταγμα, παραιτήθηκε και λίγο αργότερα προχώρησε στο κίνημα της Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, ο Πάγκαλος διορίστηκε επιτελάρχης της 8ης μεραρχίας στην Πρέβεζα. Λίγους μήνες αργότερα μετατέθηκε στην 4η μεραρχία Ναυπλίου. Το καλοκαίρι του 1916 θα είναι καθοριστικό για την πολιτική ζωή του τόπου. Ο Πάγκαλος μαζί με τον Φικιώρη συστήνουν κρυφή ομάδα αξιωματικών με σκοπό την είσοδο της χώρας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Μέχρι τα τέλη Αυγούστου είχαν μυηθεί πάνω από 60 αξιωματικοί του στρατού. Το κίνημα της Θεσσαλονίκης, στο οποίο αναφερθήκαμε παραπάνω, ξεσπά και αμέσως η ομάδα Πάγκαλου σπεύδει να το ενισχύσει.

Στις 12 Σεπτεμβρίου αναχωρεί μαζί με άλλους στρατιωτικούς και πολιτικούς με πλοίο από τον Πειραιά και εγκαθίσταται στη Μυτιλήνη, όπου διορίζεται από την Προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας διοικητής Αιγαίου. Στη συνέχεια διορίζεται στρατιωτικός διοικητής Ηρακλείου και τον Μάρτιο του 1917 προάγεται σε αντισυνταγματάρχη, αναλαμβάνοντας παράλληλα τη διοίκηση του 9ου Συντάγματος. Ο Βενιζέλος με τη βοήθεια των δυνάμεων της Αντάντ καταφέρνει να εκδιώξει τον Κωνσταντίνο, να ανέλθει στην κυβέρνηση και ουσιαστικά να εγκαινιάσει την είσοδο της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.

Με το 9ο σύνταγμα ο Πάγκαλος εισέρχεται στην Αθήνα και εγκαθίσταται στον στρατώνα του Ρουφ αμέσως μετά την έξωση του Κωνσταντίνου. Στις 15 Μαρτίου του 1917 ο Πάγκαλος, έχοντας την απόλυτη εμπιστοσύνη του Βενιζέλου, γίνεται προσωπάρχης του υπουργείου στρατιωτικών, το χαρτοφυλάκιο του οποίου είχε ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Κατά τη διάρκεια της θητείας του δημιουργήθηκε παρεξήγηση με τον βασιλιά Αλέξανδρο εξαιτίας κάποιων κατηγοριών του Πάγκαλου που εξελήφθησαν ως ύβρεις κατά του έκπτωτου βασιλιά Κωνσταντίνου Α. Ύστερα όμως από τις απαραίτητες εξηγήσεις προς τον βασιλιά Αλέξανδρο, η παρεξήγηση λύθηκε. Ο Πάγκαλος ήταν ο κύριος εισηγητής και εκτελεστής του νόμου με τον οποίο όλοι οι λιποτάκτες θα έπρεπε εντός 48ωρου να επιστρέψουν στις θέσεις τους, αλλιώς θα εκτελούνταν, νόμο που αργότερα ο Βενιζέλος αναίρεσε. Στις 18 Ιανουαρίου του 1918 ο Πάγκαλος παύθηκε από τη θέση του προσωπάρχη. Λίγες μέρες αργότερα μετατέθηκε στη μεραρχία Σερρών και τον Μάιο του ίδιου χρόνου έγινε διοικητής της 1ης μεραρχίας.

Ο Πάγκαλος με τον Παρασκευόπουλο και τον Στεργιάδη στη Σμύρνη, Οκτώβριος 1920

Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συμμετείχε σε διάφορες μάχες, για τις οποίες τιμήθηκε με εύφημη μνεία και πολεμικό σταυρό. Απότοκος όλων αυτών των διακρίσεων ήταν και η επιλογή του από τον αρχιστράτηγο του στρατού Λεωνίδα Παρασκευόπουλο ως γενικού επιτελάρχη της στρατιάς. Τον Μάιο του 1919 αποβιβάστηκε στη Σμύρνη και εγκαταστάθηκε εκεί ως αρχηγός του επιτελείου. Οι συγκρούσεις του με τον Αριστείδη Στεργιάδη, αρμοστή της Σμύρνης, ήταν αρκετές, με αποτέλεσμα να προταθεί από αυτόν και τον Παρασκευόπουλο η αντικατάστασή του. Ο Πάγκαλος εκείνη την εποχή αναχώρησε για το Παρίσι για κατ’ ιδίαν συζητήσεις με τον Βενιζέλο και τους Ευρωπαίους στρατηγούς. Η καλή συνεργασία που είχαν είχε ως αποτέλεσμα την παραμονή του στη θέση του αρχηγού του επιτελείου.

Χάρη στην εξυπνάδα του ο ελληνικός στρατός προέλασε στη Μικρά Ασία και μάλιστα έφτασε να καταλάβει την Προύσα και να σώσει τους Άγγλους στρατιώτες που βρίσκονταν σε δεινή θέση. Η κίνηση αυτή όμως εξόργισε τον Βενιζέλο, αφού η Προύσα δεν εντασσόταν στο σχέδιο δράσης. Στις 22 Αυγούστου του 1920, και ύστερα από διαμάχη του Βενιζέλου με τον Παρασκευόπουλο, λόγω της κατάληψης της Προύσας, ο δεύτερος παραιτείται. Ο Πάγκαλος, παρών στο επεισόδιο, δηλώνει και αυτός την παραίτησή του. Τελικά δεν γίνονται δεκτές. Τις επόμενες μέρες ο Πάγκαλος προάγεται σε υποστράτηγο.

Με την άνοδο της φιλοβασιλικής κυβέρνησης Γούναρη, ο Πάγκαλος ανακαλείται από το μέτωπο και αποστρατεύεται τον Νοέμβριο του 1920. Μέχρι τα γεγονότα της Μικρασιατικής καταστροφής, ο Πάγκαλος είχε αποσυρθεί στην Ελευσίνα, απ’ όπου παρακολουθούσε τις πολιτικές εξελίξεις.

Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1922, παράλληλα με το στρατιωτικό κίνημα της Χίου, ο Πάγκαλος έχοντας συστήσει από καιρό μια ομάδα αξιωματικών, σχηματίζει την επιτροπή Αθηνών, η οποία προχωρεί κατευθείαν σε συλλήψεις πολιτικών και απελευθερώσεις φιλελεύθερων προσωπικοτήτων. Με την έλευση της επαναστατικής επιτροπής Πλαστήρα-Φωκά-Γονατά, ο Πάγκαλος διορίζεται διοικητής της σχολής Ευελπίδων. Μέχρι την έλευση της Επαναστατικής Επιτροπής συμπεριφερόταν ως αρχηγός αυτής καθώς είχε την πίστη ότι αυτή θα τίθετο υπό της διαταγές του. Παρ’ όλα αυτά όχι μόνο αγνοήθηκε, αλλά αρκετές αποφάσεις για τη σύλληψη στελεχών της κυβέρνησης που είχαν πραγματοποιηθεί από αυτόν ακυρώθηκαν. Ο Πάγκαλος μαζί με τον Αλέξανδρο Οθωναίο και τον Αλέξανδρο Χατζηκυριάκο αποτελούσαν ανεξάρτητη ομάδα από την επαναστατική επιτροπή, με την οποία αν και συνεργάζονταν διαφωνούσαν ριζικά ως προς το θέμα της τιμωρίας των υπευθύνων για την καταστροφή. Αυτή η ομάδα δεν είχε συμμετάσχει στη μικρασιατική εκστρατεία παραμένοντας στην Αθήνα και διατηρώντας ζωντανή τη νοοτροπία του διχασμού. Υποστηρίζεται ότι σε αυτόν οφείλεται η παραπομπή των οκτώ σε στρατιωτικό δικαστήριο μέσω των έντονων πιέσεων που ασκούσε στον Πλαστήρα.

Στις 5 Οκτωβρίου συστήθηκε ανακριτική επιτροπή για την τιμωρία των υπευθύνων της Μικρασιατικής Καταστροφής με πρόεδρο τον Θεόδωρο Πάγκαλο. Στην επιτροπή κατέθεσαν όλοι οι κατηγορούμενοι και στις 24 Οκτωβρίου εκδόθηκε το πόρισμα αυτής με το οποίο καταλόγιζε ευθύνες στους κατηγορουμένους. Στη συνέχεια συστήθηκε έκτακτο στρατοδικείο, του οποίου τα μέλη, σε μεγάλο βαθμό, ορίστηκαν από τον Πάγκαλο. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε ο Πάγκαλος και στην ουσιαστική αθώωση του πρίγκιπα Ανδρέα, συμμαθητή του στη σχολή Ευελπίδων, τον οποίο μάλιστα συνόδευσε ο ίδιος στο Φάληρο απ’ όπου αναχώρησε για το εξωτερικό. Παραδίδεται μάλιστα και χαρακτηριστικός διάλογος μεταξύ των δύο κατά τη διάρκεια της ανάκρισης. Στο ερώτημα του Πάγκαλου προς τον πρίγκιπα Ανδρέα αν έχει παιδιά, ο δεύτερος του απάντησε καταφατικά. Τότε ο Πάγκαλος αποκρίθηκε: «Κρίμα που θα μείνουν ορφανά», σίγουρος ότι, παρά τις διεθνείς πιέσεις, το δικαστήριο δεν θα τον αθώωνε, προκειμένου να ικανοποιήσει το λαϊκό αίσθημα. Μετά από χρόνια ο ίδιος ο Πάγκαλος δήλωσε ότι «οι έξι εκτελεσθέντες υπήρξαν μοιραία κατ’ ανάγκην θύματα στο βωμό της πατρίδας σε κρίσιμες στιγμές».

Η στρατιά του Έβρου

Στις 14 Νοεμβρίου του 1922 διορίστηκε υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Στυλιανού Γονατά. Από τη θέση αυτή έλεγχε όλες τις προαγωγές και μεταθέσεις προωθώντας, κατά παράβαση της επετηρίδας, τους ευνοούμενούς του. Στις 12 Δεκεμβρίου παραιτήθηκε για να αναλάβει την αρχιστρατηγία της Στρατιάς του Έβρου. Εγκαταστάθηκε στην Αλεξανδρούπολη έχοντας έκτακτες εξουσίες. Για να διευκολυνθεί στο έργο του η κυβέρνηση, κατόπιν υποδείξεώς του, εξέδωσε δύο νόμους, σύμφωνα με τους οποίους η κλοπή υλικού από τον στρατό και η εκ δόλου έκδοση απαλλακτικού σε στρατιώτη από αξιωματικό της υγειονομίας θα τιμωρείτο με εκτέλεση. Οι δύο αυτοί νόμοι, καθώς και οι φήμες περί δεκάδων εκτελέσεων που επίτηδες άφησε να διαρρεύσουν ο ίδιος ο Πάγκαλος, επέβαλαν σε μεγάλο βαθμό την πειθαρχία στο καταπονημένο και διαλυμένο στράτευμα.

Σύντομα κατάφερε να μετατρέψει μια διασκορπισμένη μάζα στρατού με χαμηλό ηθικό σε ισχυρό και αξιόμαχο ετοιμοπόλεμο στρατό 115.000 ανδρών. Στην αντίθετη πλευρά ο τουρκικός στρατός της Θράκης δεν ήταν ικανός σε σχέση με αυτόν του Έβρου. Ο Πάγκαλος πίστευε ότι μπορούσε να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, αφού οι συνθήκες τον ευνοούσαν. Η ελληνική διπλωματία, γνωρίζοντας το αξιόμαχο του στρατού, προσπάθησε να χρησιμοποιήσει αυτόν ως όπλο προκειμένου να συνθηκολογήσει με την Τουρκία, αποτρέποντας τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Στις 24 Ιουλίου του 1923 υπογράφηκε η ελληνοτουρκική Συνθήκη της Λωζάννης. Η συνθηκολόγηση αυτή δεν ικανοποίησε τον Πάγκαλο, αφού θεωρούσε ότι η κατάληψη της Ανατολικής Θράκης δεν θα ήταν δύσκολη για έναν τέτοιο στρατό. Οι απόψεις του, οι οποίες αντιτίθεντο προς την επαναστατική κυβέρνηση, επέφεραν σύγκρουση μεταξύ της επαναστατικής κυβέρνησης και του ίδιου. Στη Θεσσαλονίκη μάλιστα συγκάλεσε και σύσκεψη με άλλους στρατηγούς προκειμένου να κινηθούν εναντίον της κυβέρνησης. Ο Πλαστήρας έλαβε γνώση της συνάντησης και τον εξανάγκασε σε παραίτηση, παρά τις προσπάθειες του Οθωναίου για συνδιαλλαγή.

Πολιτική σταδιοδρομία

Μετά την παραίτησή του, ο Θεόδωρος Πάγκαλος αναχώρησε για το εξωτερικό όπου επισκέφθηκε τη Γαλλία και την Ελβετία. Στη Βέρνη μάλιστα συνάντησε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, με τον οποίο διατηρούσε στενή επαφή. Τρεις ημέρες μετά την προκήρυξη εκλογών για τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους (1923) ξέσπασε το Κίνημα Λεοναρδόπουλου – Γαργαλίδη, στην κατάπνιξη του οποίου συμμετείχε ο ίδιος εκδίδοντας διαταγές προς τις στρατιωτικές δυνάμεις από το Υπουργείο Στρατιωτικών.

Το κύρος που είχε αποκτήσει καθώς και η μεγάλη απήχηση που διατηρούσε στους κύκλους των προσφύγων, τον οδήγησαν στην απόφαση να συμμετάσχει στις εκλογές του Δεκεμβρίου του 1923. Με δηλώσεις και άρθρα του υποστήριξε την άμεση πολιτειακή μεταβολή. Όταν τον Οκτώβριο κλήθηκε από τους Πλαστήρα – Γονατά να συζητήσουν, μαζί με άλλες τριάντα προσωπικότητες της οικονομικής και πολιτικής ζωής του τόπου, ο Πάγκαλος, μαζί με τον Χατζηκυριάκο, τον Κονδύλη και τον Οθωναίο, δεν παρουσιάστηκε, διοργανώνοντας την ίδια στιγμή συγκέντρωση στον Πειραιά υπέρ της εξώσεως του Βασιλιά.

Στις 16 Δεκεμβρίου του 1923 το κόμμα των Φιλελευθέρων κέρδισε τις εκλογές. Ο Πάγκαλος είχε αποχωρήσει από τη Δημοκρατική Ένωση και είχε υποβάλει υποψηφιότητα ως ανεξάρτητος στην περιφέρεια Θεσσαλονίκης καταφέρνοντας να εκλεγεί. Οι διαμάχες εντός και εκτός της Βουλής με φόντο το πολιτειακό ζήτημα ήταν ιδιαίτερα έντονες. Ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ είχε εγκαταλείψει την Ελλάδα και ο Βενιζέλος είχε αναλάβει τα ηνία της χώρας. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1924 δημιουργήθηκε επεισόδιο μεταξύ του Πάγκαλου και του βουλευτή Άρτας Τζώνη, όταν ο δεύτερος επιτέθηκε στον πρώτο στο προαύλιο της Βουλής.

Σε μια κατάσταση έντονων πολιτικών συγκρούσεων ο δημοκρατικός συνασπισμός διαλύεται. Ο Βενιζέλος παραιτείται από πρωθυπουργός, ενώ ο Γεώργιος Καφαντάρης, ο οποίος τον έχει αντικαταστήσει, πράττει το ίδιο λίγες εβδομάδες μετά. Ο Θεόδωρος Πάγκαλος ηγείται πια του κόμματος των Δημοκρατικών Φιλελευθέρων. Στις 25 Μαρτίου η κυβέρνηση Παπαναστασίου ανακηρύσσει την αβασίλευτη Δημοκρατία, η οποία θα επικυρωνόταν λίγες μέρες αργότερα με δημοψήφισμα, και στις 31 Μαρτίου ο Πάγκαλος αναλαμβάνει το χαρτοφυλάκιο του Υπουργείου Εννόμου Τάξεως. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους αναλαμβάνει και το Υπουργείο των Στρατιωτικών. Την ίδια εποχή διεξαγόταν έρευνα από ανακριτική επιτροπή, και με πρόεδρο τον Κωνσταντίνο Μαζαράκη περί των στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Μικρά Ασία. Με βάση το πόρισμα της επιτροπής θα αποδίδονταν ευθύνες σε στρατιωτικούς σχετικά με λάθη ή παραλείψεις τους. Το πόρισμα της επιτροπής δεν ικανοποίησε την τότε στρατιωτική ηγεσία με αποτέλεσμα ο Μαζαράκης να πέσει σε δυσμένεια. Από την άλλη ο Πάγκαλος άφηνε σκόπιμα να διαρρέουν στον τύπο αποσπάσματα από την έκθεση ενοχοποιητικά για πολλούς αξιωματικούς προξενώντας την αντίδραση του Μαζαράκη, ο οποίος με επιστολή του στον τύπο ζήτησε τη δημοσίευση όλης της έκθεσης. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους δημοσιεύθηκε η έκθεση της ανακριτικής επιτροπής με αποτέλεσμα ο Πάγκαλος να διατάξει τη φυλάκιση του Μαζαράκη. Ο τελευταίος αρνήθηκε ότι έστειλε την έκθεση στον τύπο ενώ με παρέμβασή του διευθυντή του Ελεύθερου Βήματος έγινε γνωστό πως ο Πάγκαλος ήταν ο υπεύθυνος της διαρροής.

Στις 19 Ιουλίου η κυβέρνηση Παπαναστασίου παραιτήθηκε με αποτέλεσμα να ακολουθήσουν άλλες δύο κυβερνήσεις: του Θεμιστοκλή Σοφούλη και του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου. Προς το τέλος του 1924 ο Πάγκαλος ξεκίνησε την οργάνωση κινήματος για την ανατροπή της κυβέρνησης και την κατάληψη της εξουσίας.

Δικτατορία Παγκάλου

Ο Πάγκαλος, το 1925

Στις 25 Ιουνίου 1925, εκδηλώθηκε το Στρατιωτικό Κίνημα του στρατηγού Θεόδωρου Πάγκαλου, που το βοήθησε να επικρατήσει η χαλαρή αντίδραση της κυβέρνησης Ανδρέα Μιχαλακόπουλου, η οποία δίστασε να το αντιμετωπίσει δυναμικά. Ο Πάγκαλος, αμέσως μετά την επικράτησή του, σχημάτισε κυβέρνηση που πήρε ψήφο εμπιστοσύνης στη συνέλευση (Κυβέρνηση Θεόδωρου Πάγκαλου 1925), αλλά πολύ γρήγορα εγκατέλειψε τα δημοκρατικά προσχήματα.

Μια πρώτη ένδειξη των πραγματικών διαθέσεων ήταν το διάταγμα της 13 Ιουλίου 1925 για την «κατοχύρωση του Δημοκρατικού Πολιτεύματος», με το οποίο παραπέμπονταν σε στρατοδικεία όσοι μετέδιδαν ειδήσεις που διατάρασσαν τη δημόσια τάξη ή στρέφονταν κατά κάποιο τρόπο εναντίον της κυβέρνησης. Σε εφαρμογή του άρχισαν διώξεις δημοσιογράφων και εφημερίδων, όπως της Εστίας, της Καθημερινής και του Ριζοσπάστη.

Η εκβιαστική άνοδος του Θεόδωρου Πάγκαλου στην εξουσία και η συνακόλουθη νομιμοποίησή του από τη Συνέλευση μπορούν να εξηγηθούν μόνο στο φως της σοβαρής χαλάρωσης των κοινοβουλευτικών αρχών, καθώς και της εξίσου σοβαρής φθοράς της Συνέλευσης, η οποία αδυνατούσε να εξελιχτεί σε ουσιαστική αντιπροσωπευτική εξουσία, όπως αδυνατούσε να εκπληρώσει τη Συντακτική αποστολή της. Ο Πάγκαλος εκμεταλλεύτηκε το έντονα αντικομμουνιστικό κλίμα, που είχε δημιουργηθεί από τις αλλεπάλληλες απεργίες και άλλες εργατικές εκδηλώσεις, και τον πανικό του αστικού κόσμου, για να καταλάβει την εξουσία, ενώ ο αστικός πολιτικός κόσμος εύκολα συγκατατέθηκε να του δώσει πίστωση χρόνου, προκειμένου να επιβάλει μια σειρά αντιδημοκρατικών μέτρων, τα οποία οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις απέφευγαν για ευνόητους λόγους.

Μετά από σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών, ο Θεόδωρος Πάγκαλος ανέλαβε την πρωθυπουργία την 26η Ιουνίου του 1925. Στην κυβέρνηση που σχημάτισε, κράτησε ο ίδιος το Υπουργείο Στρατιωτικών. Στη Βουλή παρουσιάστηκε ως πρωθυπουργός και πήρε ψήφο εμπιστοσύνης από όλους τους βουλευτές, πλην δεκατεσσάρων. Τα κόμματα Μιχαλακόπουλου και Καφαντάρη απείχαν. Με διάταγμα της 30ης Σεπτεμβρίου του 1925 κατήργησε τη βουλή με το αιτιολογικό ότι “είχε χάσει την εμπιστοσύνη του Έθνους”. Οι πολιτικοί αρχηγοί, πιστεύοντας στις δεσμεύσεις Πάγκαλου, του επέτρεψαν ουσιαστικά να αναλάβει αναίμακτα τα ηνία της χώρας.

Τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου πραγματοποιήθηκαν δημοτικές εκλογές. Στη Θεσσαλονίκη εξελέγη δήμαρχος ο Μηνάς Πατρίκιος, ο οποίος όμως καθαιρέθηκε με ειδικό νόμο, επειδή είχε υποστηριχθεί από την Αριστερά και το Εργατικό Κέντρο της πόλης. Τον Δεκέμβριο οι εκλογές επαναλήφθηκαν, ο Πατρίκιος επανεξελέγη και ο Πάγκαλος, μη θέλοντας να διώξει τον δήμαρχο, εξόρισε τους φίλα προσκείμενους δημοτικούς συμβούλους, αντικαθιστώντας τους με δικούς του.

Στις 3 Ιανουαρίου 1926 παραιτήθηκε ο ναύαρχος Αλέξανδρος Χατζηκυριάκος από το Υπουργείο των Ναυτικών, ένας από τους σημαντικότερους υποστηρικτές του Πάγκαλου. Τον Φεβρουάριο αποτράπηκε η πραγματοποίηση κινήματος από τον Κονδύλη. Στις 15 Μαρτίου παραιτήθηκε και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Παύλος Κουντουριώτης, διαμαρτυρόμενος για τις αυθαιρεσίες της δικτατορίας Πάγκαλου. Η είδηση της παραίτησής του κυκλοφόρησε τρεις μέρες αργότερα, καθώς δεν δημοσιεύθηκε αμέσως για λόγους σκοπιμότητας. Ο Πάγκαλος αμέσως προκήρυξε εκλογές για την ανάδειξη νέου προέδρου, προερχόμενου αυτή τη φορά από το λαό. Τα δημοκρατικά κόμματα όμως δεν κατάφεραν να εκμεταλλευθούν αυτή την ευκαιρία. Ο Κωνσταντίνος Δεμερτζής, τον οποίο πρότειναν για την προεδρία, δεν είχε μεγάλη απήχηση στο λαό, ενώ η αποχή που ζήτησαν δεν είχε αποτέλεσμα. Ο Πάγκαλος εξελέγη άνετα πρόεδρος της Δημοκρατίας, λαμβάνοντας 782.589 ψήφους έναντι 56.126 του Δεμερτζή. Έτσι στις 18 Απριλίου ορκίστηκε πρόεδρος της Δημοκρατίας, διατηρώντας παράλληλα το αξίωμα του πρωθυπουργού.

Τον Ιούλιο του 1926 άρχισαν οι προσπάθειες για την εύρεση κάποιου που θα αναλάμβανε την πρωθυπουργία. Αρχικά η πρόταση σχηματισμού κυβέρνησης ανατέθηκε στον Λεωνίδα Παρασκευόπουλο, που γι’ αυτόν τον λόγο ήρθε στην Αθήνα από το Παρίσι. Την τελευταία στιγμή όμως άλλαξε γνώμη και αρνήθηκε. Και ενώ όλα έδειχναν ότι κυβέρνηση θα σχημάτιζε ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου, ο Πάγκαλος διόρισε στις 19 Ιουλίου του 1926 πρωθυπουργό τον Αθανάσιο Ευταξία. Για μια από τις πράξεις που επικρίθηκε, αλλά και σχολιάστηκε ειρωνικά ο Πάγκαλος από τους σύγχρονούς του ιστορικούς, ήταν η απονομή στον εαυτό του του Μεγαλόσταυρου του Σωτήρος.

Φυσιογνωμία του καθεστώτος Παγκάλου

Το καθεστώς του στρατηγού Πάγκαλου στερούνταν ιδεολογικής βάσης, ενώ δεν διέθετε λαϊκό έρεισμα. Γνωρίζοντάς το, ο ίδιος ο δικτάτορας προσπάθησε να του αποδώσει χαρακτηριστικά άλλων ολιγαρχικών ή δικτατορικών κυβερνήσεων της εποχής του, όπως εκείνης του Μπενίτο Μουσολίνι ή του Πρίμο ντε Ριβέρα κλπ. Επιπλέον, με επανειλημμένες προσπάθειές του, ο Πάγκαλος επιχείρησε να εξασφαλίσει για τον εαυτό του εξουσίες παρόμοιες με αυτές του Προέδρου των ΗΠΑ αλλά απέτυχε, καθώς οι έγκριτοι συνταγματολόγοι στους οποίους απευθύνθηκε του κατέστησαν σαφές πως κάτι τέτοιο ήταν ανεφάρμοστο. Γενικά ο Πάγκαλος, ο οποίος θεωρούσε ότι επειδή υπήρξε καλός στρατιωτικός ηγέτης θα μπορούσε να ηγηθεί της χώρας του και σε πολιτειακό επίπεδο, ως πολιτικός υπήρξε κοντόφθαλμος και ανεπαρκής, μη μπορώντας να συνειδητοποιήσει το γενικό κλίμα και τις συνθήκες του μεσοπολέμου. Περαιτέρω, η τακτική του να παρακάμπτει ή να καταργεί τους θεσμούς της Πολιτείας επέφερε μία εκτεταμένη σύγχυση στον πολιτικό κόσμο και οδήγησε σε αμφισβήτηση αλλά και απαξίωση του δημοκρατικού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος από μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού.

Εσωτερική πολιτική

Η δικτατορία Πάγκαλου έμεινε στην ιστορία κυρίως για δύο πράγματα: Όσον αφορά την εσωτερική πολιτική, για την αστυνομική διάταξη που απαγόρευε στις γυναίκες να φοράνε φούστες που απέχουν πάνω από 30 πόντους από το έδαφος, και για τα σκάνδαλα, στα οποία αναμείχθηκαν μέλη της κυβέρνησης. Από τη διάταξη αυτή εμπνεύστηκε ο Γιώργος Μητσάκης τραγούδι που ξεκινά με το στίχο “Στην εποχή του Πάγκαλου ήταν μακριές οι φούστες“, φράση η οποία υποδηλώνει ότι οι εποχές έχουν αλλάξει.

Στον οικονομικό τομέα, η δικτατορία Πάγκαλου αναγκάστηκε να συνάψει εσωτερικό δάνειο, διχοτομώντας το χαρτονόμισμα. Έτσι εξοικονομήθηκαν δύο δισεκατομμύρια δραχμές, ποσό ιδιαίτερα σημαντικό, αν αναλογιστούμε τον αριθμό των προσφύγων στην Ελλάδα. Αυξημένο είναι και το ποσοστό ιδιωτικών επενδύσεων στην Ελλάδα, καθώς και πολλών ξένων εταιρειών, όπως η αγγλική εταιρεία ηλεκτροφωτισμού Πάουερ. Ανάπτυξη παρουσίασε και ο αγροτικός τομέας ενώ γενικότερα η οικονομική πολιτική του Πάγκαλου χαρακτηρίζεται από τα μέτρα λιτότητας που επέβαλε.

Διώξεις πολιτικών και τύπου

Η δικτατορία Πάγκαλου επιδόθηκε σε άγριες διώξεις πολιτικών προσώπων και δημοσιογράφων, καθώς και των κομμουνιστών. Μεταξύ των συλληφθέντων συγκαταλέγονται οι Ιωάννης Μεταξάς, Αλέξανδρος Παπαναστασίου, Νικόλαος Πλαστήρας, Γεώργιος Παπανδρέου, Κύρος Κύρου, διευθυντής της εφημερίδας Εστία, Γεώργιος Βεντήρης, δημοσιογράφος κ.άλ. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας απαγορεύθηκε και η λειτουργία των εφημερίδων Καθημερινή και Ριζοσπάστης. Επίσης είχε ιδρυθεί και ειδικό δικαστήριο, το οποίο είχε καταδικάσει σε θάνατο δι’ απαγχονισμού δύο καταχραστές αξιωματικούς, τους Δρακάτο και Ζαρειφόπουλο, οι οποίοι και κρεμάστηκαν στου Γουδή.

Επίσης ένα από τα πρώτα μέτρα της δικτατορίας ήταν το κλείσιμο των συλλόγων των Παλαιών Πολεμιστών και η απαγόρευση κάθε δραστηριότητάς τους.

Στα θετικά της δικτατορίας είναι η ίδρυση της Ακαδημίας Αθηνών και η αναδιοργάνωση του στρατού και του στόλου. Κατακρίθηκε όμως για την εμμονή του στις αντιπαραγωγικές στρατιωτικές δαπάνες σε εποχή λιτότητας.

Εξωτερική πολιτική

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος κατά τη διάρκεια της εξουσίας του υιοθέτησε εθνικιστική ρητορεία, δημιουργώντας συγκρούσεις με τα γειτονικά κράτη. Η εμμονή του στην ιδέα περί εκδίκησης των Τούρκων για τη Μικρασιατική καταστροφή, τον οδήγησαν σε απαράδεκτα διπλωματικά λάθη.

Τον Οκτώβριο του 1925 δημιουργήθηκε μια μικροσυμπλοκή μεταξύ βουλγαρικών και ελληνικών σωμάτων στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Ο Πάγκαλος αμέσως διέταξε την είσοδο ελληνικών στρατευμάτων στη Βουλγαρία. Η προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων αναχαιτίστηκε από την Κοινωνία των Εθνών, η οποία με ψήφισμά της δικαίωσε τη Βουλγαρία και υποχρέωσε την Ελλάδα να καταβάλει ως πολεμική αποζημίωση 30 εκατομμύρια βουλγαρικά λέβα, δηλαδή 50 χιλιάδες χρυσές λίρες. Το περιστατικό αυτό έμεινε στην ιστορία ως «Επεισόδιο του Πετριτσίου».

Το μεγαλύτερο όμως ατόπημα του Πάγκαλου ήταν η σύναψη συνθήκης με τη Γιουγκοσλαβία, η οποία επισπεύθηκε προκειμένου να επικεντρωθούν τα επιτελεία του στρατού στην απειλή της Τουρκίας. Στις 17 Αυγούστου 1926 υπογράφηκε συνθήκη μεταξύ των δύο χωρών, για την οποία αντέδρασε όλος ο πολιτικός και επιχειρηματικός κόσμος. Υπουργός εξωτερικών της Ελλάδας εκείνη την περίοδο ήταν ο Λουκάς Κανακάρης-Ρούφος. Μεταξύ των άλλων, η συνθήκη προέβλεπε τη συγκυριαρχία της Γιουγκοσλαβίας στον λιμένα της Θεσσαλονίκης και στην κοιλάδα Αξιού, την παραχώρηση του ελέγχου της σερβικής μονής στο Άγιο Όρος, καθώς και τη μετατροπή της σιδηροδρομικής γραμμής Γευγελής σε ελληνοσερβική, με την προϋπόθεση όμως ότι οι υπάλληλοι θα μιλούσαν τη σερβική γλώσσα. Η συνθήκη αυτή προξένησε επίσης έντονη δυσαρέσκεια στους στρατιωτικούς και διπλωματικούς κύκλους. Μετά την πτώση του Πάγκαλου η κυβέρνηση έσπευσε να ακυρώσει τη συμφωνία μεταξύ των δύο κρατών.

Η συμφωνία με τη Γιουγκοσλαβία, η αποπληρωμή της πολεμικής αποζημίωσης προς τη Βουλγαρία, καθώς και οι φιλικές σχέσεις με την Ιταλία, πραγματοποιήθηκαν προκειμένου να εξασφαλιστούν τα σύνορα έτσι ώστε η Ελλάδα να κηρύξει πόλεμο προς την Τουρκία, η οποία εκείνη την περίοδο αντιμετώπιζε πρόβλημα με το Ιράκ σχετικά με τη χάραξη των συνόρων τους.

Ο Πάγκαλος προσέγγισε διπλωματικά και το Μουσολίνι, με στόχο να πετύχει την Ιταλική συνδρομή σε περίπτωση πολέμου Ελλάδας – Τουρκίας (του οποίου η πραγματοποίηση ήταν διακαής πόθος) αλλά συνάντησε μία μάλλον αδιάφορη ανταπόκριση.

Καταδίωξη και σύλληψη

Ύστερα από την ελληνογιουγκοσλαβική συνθήκη και το «Επεισόδιο του Πετριτσίου», το οποίο προκάλεσε οργή στους κύκλους των αξιωματικών και των πολιτικών, η θέση του Πάγκαλου ήταν δύσκολη. Επίσης οι συνεχείς διώξεις των πολιτικών είχαν προκαλέσει δυσφορία στο λαό. Η απαξίωση του πολιτικού λόγου και των θεσμών, η αυθαιρεσία, καθώς και η έλλειψη σεβασμού στη δημοκρατία, επέφεραν την ανατροπή της δικτατορίας Πάγκαλου.

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος, αν και γνώριζε για ύποπτες κινήσεις αξιωματικών δεν έδωσε σημασία, συνεχίζοντας την περιοδεία του στην επαρχία, όπου ετύγχανε ενθουσιώδους υποδοχής. Στις Σπέτσες τον βρήκε το κίνημα του Κονδύλη, ο οποίος σε συνεργασία με άλλους αξιωματικούς (Ντερτιλής, Κατσώτας, Κοκκαλάς) επιχείρησε να τον ανατρέψει. Το βράδυ της 22ας Αυγούστου οι κινηματίες κατέλαβαν το υπουργείο στρατιωτικών και το φρουραρχείο, ενώ στη συνέχεια όλα τα τάγματα προσχώρησαν στο κίνημα. Αμέσως στάλθηκαν 70 άντρες με ακτοπλοϊκό για να συλλάβουν τον Πάγκαλο που παραθέριζε στις Σπέτσες. Ο Πάγκαλος επιβιβάστηκε στο τορπιλοβόλο Πέργαμος και προσπάθησε να διαφύγει από τον Ισθμό της Κορίνθου, με σκοπό να ενωθεί με τη μοίρα του πλοιάρχου Κολιαλέξη, ο οποίος βρισκόταν στη Ζάκυνθο. Μη μπορώντας όμως να περάσει από τον Ισθμό, επιχείρησε να κάνει τον περίπλου της Πελοποννήσου. Το Πέργαμος, παρά τους βομβαρδισμούς που δέχθηκε, δεν παραδόθηκε και συνέχισε κανονικά την πορεία του. Όμως κοντά στα Κύθηρα, το αντιτορπιλικό Λέων πλεύρισε το Πέργαμος αποβιβάζοντας στρατιώτες.[γ] Μπροστά στο φάσμα της αιματοχυσίας και πληροφορούμενος παράλληλα την παραίτηση του Κολιαλέξη, λόγω στάσης των πληρωμάτων μερικών πλοίων της μοίρας του, ο Πάγκαλος παραδόθηκε στους κινηματίες, αντιλαμβανόμενος πια ότι όλα είχαν τελειώσει. Μετά τη σύλληψή του αποβιβάστηκε στο Κερατσίνι, απ’ όπου και οδηγήθηκε, ύστερα από μερικές μέρες, στις φυλακές Ιτζεντίν της Κρήτης.

Η κράτησή του δημιούργησε πολλές αντιδράσεις, καθώς δεν υπήρχαν επαρκείς κατηγορίες που να δικαιολογούν την παραμονή του στη φυλακή. Ο τρόπος με τον οποίο είχε αναλάβει την εξουσία ο Πάγκαλος ήταν συνταγματικός, τουλάχιστον επιφανειακά, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση Κονδύλη να προσπαθεί να τον επιβαρύνει με σκάνδαλα που συνέβησαν επί εξουσίας του, όπως αυτό με το καζίνο Ελευσίνας, για την προμήθεια 512 γερμανικών αυτοκινήτων κ.ά., κατηγορίες τις οποίες ο ίδιος αρνήθηκε ενώπιον του Ανώτατου Ανακριτικού Συμβουλίου. Ο Πάγκαλος δεν προσήχθη σε δίκη και τελικά με απόφαση της 13ης Ιουλίου 1928 της κυβέρνησης Βενιζέλου αποφυλακίστηκε. Το χρονικό όριο προφυλάκισης είχε παρέλθει και ουσιαστικά κρατείτο παράνομα.

Τελευταία χρόνια

Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του, Νοέμβριος 1930

Μετά την αποφυλάκισή του συμμετείχε στις εκλογές της 23ης Αυγούστου 1928 ως αρχηγός της Εθνικής Ενώσεως αποτυγχάνοντας να εκλεγεί. Στις 16 Μαΐου του 1929 συνελήφθη πάλι για τα αδικήματα της δικτατορίας. Στη συνέχεια αποφυλακίστηκε με εγγύηση και στις 17 Μαρτίου του 1930 προσήχθη σε δίκη ενώπιον τριακονταμελούς επιτροπής της Γερουσίας με βάση τον νόμο περί ευθύνης υπουργών με την κατηγορία της απιστίας για το σκάνδαλο του καζίνο της Ελευσίνας. Η κατηγορία αφορούσε την εκχώρηση άδειας λειτουργίας καζίνο στην Ελευσίνα σε φίλα προσκείμενο επιχειρηματία έναντι χαμηλότερου αντιτίμου από ό,τι προσέφερε ο πλειοδότης. Τελικά καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκιση και πενταετή στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων. Παράλληλα οι οπαδοί του Πάγκαλου στο στράτευμα εκτοπίστηκαν στη Μακεδονία.

Στις 30 Οκτωβρίου 1930 συνελήφθη μαζί με άλλους 36 αξιωματικούς και τον γαμπρό του, Γ. Δομεστίκο, και φυλακίστηκε[25] στις φυλακές Συγγρού για οργάνωση υποτιθέμενου πραξικοπήματος για την ανατροπή της κυβέρνησης Βενιζέλου, ο οποίος εκείνη την περίοδο βρισκόταν στην Τουρκία για την υπογραφή συνθήκης φιλίας μεταξύ των δύο χωρών, κίνηση στην οποία αντιτίθετο μερίδα αξιωματικών. Ύστερα από λίγους μήνες αποφυλακίστηκε και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελευσίνα. Ένα χρόνο αργότερα παραπέμφθηκε σε νέα δίκη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας για την προετοιμασία του κινήματος του 1930 ενώ στις 31 Μαΐου του ίδιου χρόνου εκτοπίστηκε στην Αιδηψό. Το 1935 έλαβε μέρος στις εκλογές ως επικεφαλής του Εθνικού Κόμματος στην περιφέρεια Δράμας χωρίς όμως να καταφέρει να εκλεγεί. Όλη αυτή την περίοδο ο ίδιος αρθρογραφούσε σε διάφορες εφημερίδες. Με βάση γερμανικά αρχεία ο Πάγκαλος ήλθε σε επαφή με το Γερμανό πρέσβη στην Ελλάδα Έρμπαχ, δηλώνοντας πως εκπροσωπούσε πολιτικούς με σημαντική επιρροή και πρότεινε το σχηματισμό κυβέρνησης φίλα προσκείμενης προς τη Γερμανία, η οποία θα καταλάμβανε πραξικοπηματικά την εξουσία. Η κυβέρνηση αυτή θα προσχωρούσε στο Τριμερές Σύμφωνο και θα τερμάτιζε τον πόλεμο με την Ιταλία στη βάση του status quo. Στις 19 Απριλίου 1941 προτάθηκε, από τον Βρετανό πρέσβη Πάλερετ, στον βασιλιά Γεώργιο να συμπεριλάβει στη νέα κυβέρνηση και τον Πάγκαλο, αλλά η πρόταση δεν καρποφόρησε. Ο Βασιλιάς για το πρόσωπό του είχε αντιρρήσεις. Μετά την κατάθεση της σχετικής εντολής κυβέρνησης από τον Αλέξανδρο Μαζαράκη-Αινιάν, την επομένη κλήθηκε ο Πάγκαλος από τον βασιλιά Γεώργιο Β’, εκείνος αρνήθηκε λέγοντας: Ο Ελληνικός στρατός είναι ένα πτώμα. Δε χρειάζεται τώρα ηγέτη, αλλά έναν ιερέα. Με την έλευση των Γερμανών και τον διορισμό του Τσολάκογλου στη θέση του πρωθυπουργού, πολλές πολιτικές προσωπικότητες, μεταξύ αυτών και ο Πάγκαλος, τον επισκέφθηκαν στο γραφείο του, κίνηση που σχολιάστηκε αρνητικά. Τον Νοέμβριο του 1941 με ειδική ρύθμιση ο Πάγκαλος άρχισε να λαμβάνει σύνταξη ως πρώην πρόεδρος της Δημοκρατίας, η οποία συνεχίστηκε και μετά την κατοχή. Στις 16 Οκτωβρίου του ’44, μέλη του ΕΑΜ αποπειράθηκαν να τον συλλάβουν αλλά η προσωπική του φρουρά τους εμπόδισε. Στις 26 του ίδιου μήνα συνελήφθη από την κυβέρνηση Παπανδρέου και οδηγήθηκε στις φυλακές Αβέρωφ. Τον Δεκέμβριο του 1944 αποφυλακίστηκε. Στις 25 Αυγούστου 1945 συνελήφθη ως δωσίλογος, κατόπιν αποφάσεως του 6ου ανακριτικού γραφείου δοσιλόγων. Λίγες μέρες νωρίτερα του είχε ασκηθεί ποινική αγωγή για τα δημοσιευθέντα άρθρα του κατά την περίοδο της κατοχής, τα οποία, σύμφωνα με την αγωγή, εξυπηρετούσαν το έργο των εχθρών.

Στις 12 Σεπτεμβρίου του 1945 αθωώθηκε οριστικά με απαλλακτικό βούλευμα από τις κατηγορίες που τον βάρυναν για συνεργασία με τις κατοχικές δυνάμεις. Η κατηγορία περί συνεργασίας με τις κατοχικές δυνάμεις στηριζόταν στο γεγονός ότι είχε συμμετάσχει στην ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας επί κατοχής. Υποστηρίζεται ότι η δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας στηρίχθηκε από τον Πάγκαλο για να αποτραπεί ενδεχόμενη επαναφορά του βασιλιά. Στις εκλογές του Μαρτίου του 1950 κατήλθε ως υποψήφιος με το Εθνικό Κόμμα υπό τον Ναπολέοντα Ζέρβα. Στις εκλογές το Εθνικό Κόμμα κατέλαβε επτά έδρες, οι οποίες όμως κερδήθηκαν κατά κύριο λόγο στην Ήπειρο, με αποτέλεσμα ο ίδιος να μην εκλεγεί.

Απεβίωσε σε ηλικία 74 ετών, στις 27 Φεβρουαρίου 1952 από φυματίωση στο ξενοδοχείο «Χλόη» της Κηφισιάς, όπου διέμενε. Η κηδεία του έγινε την επομένη, δημοσία δαπάνη. Το 1950 εξεδόθησαν τα απομνημονεύματά του.

Προσωπική ζωή

Ήταν νυμφευμένος[δ] από το 1901 με την Αριάδνη Σκλιά-Σαχτούρη, κόρη Αιγυπτιώτη πολιτικού μηχανικού, υδραϊκής καταγωγής, με την οποία απέκτησαν τέσσερα παιδιά:

  • τον Θησέα (1902 – ;), υποναύαρχο του Πολεμικού Ναυτικού
  • τον Δημήτριο (1909 – ;), εκδότη της εβδομαδιαίας πολιτικής και οικονομικής εφημερίδας Μεσογειακό Βήμα
  • τον Γεώργιο (1914 – ;), αντιπτέραρχο της Πολεμικής Αεροπορίας, υπαρχηγό του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας και πατέρα του πολιτικού Θεόδωρου Πάγκαλου
  • την Αμαλία Πάγκαλου, μετέπειτα σύζυγο του Γ. Δομεστίκου, διευθυντή του πολιτικού γραφείου του Πάγκαλου

Σημειώσεις

  1.  Ο Θεόδωρος Πάγκαλος είχε άλλα δύο αδέρφια, τον Γεώργιο, που γεννήθηκε στη Σαλαμίνα το 1875, και την Αθηνά, που γεννήθηκε το 1860, μετέπειτα σύζυγο του Ιωάννου Παπανικολάου (Κολώτα), Σαλαμίνιου δικηγόρου. Ο Γεώργιος σταδιοδρόμησε ως αξιωματικός στη χωροφυλακή και μάλιστα διετέλεσε πρώτος διοικητής της σχολής χωροφυλακής.
  2.  Η Κατίγκω Χατζημελέτη ήταν κόρη του Μελέτη Χατζημελέτη, πληρεξούσιου Μεγαρίδας στην εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, και της Μαλαματένιας Βιρβίλη, κόρης του Σαλαμίνιου Αντώνη Βιρβίλη, φιλικού, χρηματοδότη του αγώνα του 1821, πληρεξούσιου Σαλαμίνας στη Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους Κυνουρίας, καθώς και Δημάρχου Σαλαμίνας, στο σπίτι του οποίου μεταφέρθηκε η σορός του Γεωργίου Καραϊσκάκη, όπου και ετάφη στον ναό του Αγίου Δημητρίου. Πατέρας του Μελέτη, ήταν ο Γιάννης Χατζημελέτης, πρόκριτος της Ελευσίνας, χρηματοδότης και υπαρχηγός του Καραϊσκάκη, ο οποίος διέθεσε όλη του την περιουσία στον αγώνα του 1821.
  3.  Τη διακυβέρνηση του Πέργαμος είχε αναλάβει ο υπασπιστής του δικτάτορα Βασίλης Λάσκος, ο μετέπειτα ηρωικός Κυβερνήτης του Υ/Β Κατσώνης, αδελφός του σκηνοθέτη Ορέστη Λάσκου.
  4.  Κουμπάρος στο γάμο του Πάγκαλου ήταν ο στρατηγός Τιμολέων Βάσσος – Μαυροβουνιώτης, ο οποίος ήταν και ανάδοχός του.

The post Θεόδωρος Πάγκαλος (1878 – 1952) Στρατιωτικός, κινηματίας και συνωμότης κατ’ επανάληψη first appeared on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS