ΓΕΝΙΚΕΣ

Η Άμυνα του Ρορκς Ντριφτ, Πίνακας του Αλφόνς ντε Νεβίλ (1882)

H Μάχη του Ρορκς Ντριφτ, γνωστή επίσης και σαν Άμυνα του Ρορκς Ντριφτ, ήταν μία μάχη του Πολέμου Βρετανίας-Ζουλού. Η άμυνα του ιεραποστολικού σταθμού του Ρορκς Ντριφτ, υπό τη διοίκηση του Υπολοχαγού Τζον Τσαρντ του Βασιλικού Μηχανικού, ακολούθησε αμέσως μετά την ήττα του Βρεττανικού Στρατού στη Μάχη της Ισαντλουάνα στις 22 Ιανουαρίου 1879 και συνεχίστηκε και την επόμενη ημέρα, στις 23 Ιανουαρίου. Μόλις πάνω από 150 Βρετανοί Στρατιώτες και άποικοι υπερασπίστηκαν με επιτυχία τη φρουρά έναντι των λυσσαλέων επιθέσεων 3000 – 4000 πολεμιστών Ζουλού. Οι μαζικές αλλά αποσπασματικές, επιθέσεις των Ζουλού στο Ρορκς Ντριφτ έφτασαν πολύ κοντά στην κατανίκηση της ισχνής φρουράς αλλά τελικά αποκρούστηκαν. Στους αμυνόμενους απονεμήθηκαν 11 Σταυροί της Βικτωρίας, μαζί με πολλές άλλες διακρίσεις και τιμές.

Το Ρορκς Ντριφτ, γνωστό σαν κβαΤζιμ (“Γη του Τζιμ”) στη γλώσσα των Ζουλού, ήταν ένας ιεραποστολικός σταθμός και παλαιότερα εμπορικός σταθμός του Τζέιμς Ρορκ, ενός Ιρλανδού εμπόρου. Αυτό βρισκόταν κοντά σε μία κοίτη του ποταμού Μπάφαλο, ο οποίος εκείνη την εποχή ήταν το όριο μεταξύ της Βρετανικής Αποικίας του Νατάλ και του Βασιλείου των Ζουλού. Στις 9 Ιανουαρίου 1879, η 3η (Κεντρική) φάλαγγα, υπό τη διοίκηση του Λόρδου Τσελμσφορντ έφτασε και στρατοπέδευσε στην κοίτη.

Στις 11 Ιανουαρίου, ημέρα εκπνοής του Βρετανικού τελεσίγραφου προς τους Ζουλού, η φάλαγγα πέρασε το ποτάμι και στρατοπέδευσε στην απέναντι όχθη. Μία μικρή δύναμη η οποία αποτελούταν από τον 2ο Λόχο του 2ου Τάγματος του 24ου Συντάγματος Πεζικού, υπό τον Υπολοχαγό Γκόνβιλ Μπρόμχεντ αποσπάστηκε ως φρουρά του σταθμού, ο οποίος είχε μετατραπεί σε σταθμό ανεφοδιασμού και νοσοκομείο, υπό τη διοίκηση του Επίτιμου Ταγματάρχη Χένρι Σπόλντινγκ του 104ου Συντάγματος Πεζικού, μέλους του επιτελείου του Τσέλμσφορντ.

Στις 20 Ιανουαρίου, μετά από αναγνωρίσεις και κατασκευή ενός μονοπατιού για τις άμαξες της, η φάλαγγα του Τσέλμσφορντ προέλασε στην Ισαντλουάνα, περίπου 10 χιλιόμετρα ανατολικά, αφήνοντας πίσω τη μικρή φρουρά. Ένας ενισχυμένος λόχος του 2ου/3ου Αποσπάσματος Αυτοχθόνων του Νατάλ (NNC) υπό τον Λοχαγό Ουίλλιαμ Στήβενσον διατάχθηκε να παραμείνει στον σταθμό ώστε να ενισχύσει τη φρουρά. Αυτός ο λόχος αριθμούσε μεταξύ 100 και 350 ανδρών.

Ο 7ος Λόχος του 1ου Τάγματος του 24ου Συντάγματος διατάχθηκε με μετακινηθεί από τη βάση του στο Χελπμακάαρ, 16 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά, μετά από την αντικατάσταση του, ώστε να ενισχύσει ακόμα περισσότερο το Ρορκς Ντριφτ. Το ίδιο απόγευμα,ένα τμήμα της 2ης Φάλαγγας υπό τον Επίτιμο Συνταγματάρχη Άντονυ Ντάρνφορντ έφτασε στον σταθμό και στρατοπέδευσε στην όχθη προς την πλευρά των Ζουλού, όπου και παρέμεινε μέχρι την επόμενη ημέρα.

Αργά το απόγευμα της 21ης Ιανουαρίου, ο Ντάρνφορντ διατάχθηκε να προσχωρήσει στην Ισαντλουάνα, όπως επίσης και ένα μικρό απόσπασμα του 5ου Λόχου του Βασιλικού Μηχανικού, το οποίο διοικούταν από τον Υπολοχαγό Τζον Τσαρντ, ο οποίος είχε καταφτάσει στις 19 του μηνός στην περιοχή προκειμένου να επισκευάσει τις γέφυρες με τις οποίες είχε ζευχθεί ο ποταμός Μπάφαλο. Ο Τσαρντ κινήθηκε πριν από το απόσπασμα του στην Ισαντλουάνα το πρωί της 22ης Ιανουαρίου προκειμένου να αποσαφηνίσει τις διαταγές του, αλλά απεστάλη πίσω στο Ρορκς Ντριφτ μόνο με την άμαξα του και τον οδηγό του ώστε να κατασκευάσει αμυντικές θέσεις για τον αναμενόμενο λόχο ενίσχυσης, διασταυρούμενος καθ’ οδόν με τη φάλαγγα του Ντάρνφορντ που κινούταν προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Ο Υπλγός Τζων Τσαρντ

Ο Υπλγός Γκόνβιλ Μπρόμχεντ

Κάποια στιγμή γύρω στο μεσημέρι της 22ας Ιανουαρίου, ο Ταγματάρχης Σπόλντινγκ άφησε τον σταθμό για το Χελπμακάαρ ώστε να αναζητήσει τον 7ο Λόχο του Ρέινφορθ, ο οποίος είχε αργήσει και άφησε επικεφαλής τον Υπολοχαγό Τσαρντ. Ο Τσαρντ μετέβη στο στρατόπεδο του μηχανικού στο ποτάμι. Λίγο μετά, κατέφτασαν δύο επιζήσαντες από την Ισαντλουάνα, ο Υπολοχαγός Γκερτ Αντεντόρφφ του 1ου Λόχου του 3ου Τάγματος του NNC και ένας ιππέας των Έφιππων Τυφεκιοφόρων του Νατάλ φέρνοντας τα νέα της ήττας και ότι ένα μέρος του ίμπι των Ζουλού πλησίαζε στον σταθμό.

Μαθαίνοντας τα νέα, ο Τσαρντ, ο Μπρόμχεντ και άλλος ένας αξιωματικός του σταθμού, ο Βοηθός Επιμελητείας Τζέιμς Ντάλτον του Σώματος Επιμελητείας και Μεταφορών, συσκέφτηκαν γρήγορα για να αποφασίσουν τι θα ήταν καλύτερο να πράξουν – να επιχειρήσουν μία υποχώρηση προς το Χελπμακάαρ ή να υπερασπιστούν τις θέσεις τους. Ο Ντάλτον παρατήρησε ότι μία μικρή φάλαγγα, η οποία θα ταξίδευε σε ανοικτό έδαφος βραδυπορώντας από τις άμαξες με τους ασθενείς του νοσοκομείου, θα ανατρεπόταν εύκολα από μία υπέρτερη αριθμητικά δύναμη των Ζουλού, οπότε σύντομα αποφασίστηκε ότι η μόνη αποδεκτή λύση ήταν να παραμείνουν εκεί και να πολεμήσουν.

Αμυντικές προετοιμασίες

Από τη στιγμή που οι Βρετανοί αξιωματικοί αποφάσισαν να παραμείνουν, οι Τσαρντ και Μπρόμχεντ έδωσαν οδηγίες στους άνδρες τους να προετοιμαστούν για την άμυνα του σταθμού. Με τους περίπου 400 άνδρες της φρουράς να δουλεύουν γρήγορα, κατασκευάστηκε μία αμυντική περίμετρος από σακιά καλαμποκάλευρου. Αυτή η περίμετρος περιέκλειε την αποθήκη, το νοσοκομείο και ένα λιθόχτιστο οίκημα κράαλ. Τα οικήματα οχυρώθηκαν με το άνοιγμα τρυπών στους εξωτερικούς τοίχους και οι εξωτερικές τους πόρτες οχυρώθηκαν με έπιπλα.

Περίπου στις 3.30 το μεσημέρι, μία μικτή ίλη περίπου 100 ανδρών του Ιππικού Αυτοχθόνων του Νατάλ (NNH) υπό τον Υπολοχαγό Άλφρεντ Χέντερσον έφτασε στον σταθμό έχοντας υποχωρήσει με τάξη από την Ισαντλουάνα. Προσφέρθηκαν εθελοντικά για την κάλυψη της εξωτερικής πλευράς του λόφου Όσκαρμπεργκ (Σιγιάνε), ο οποίος δεσπόζει του σταθμού και από την πίσω πλευρά του οποίου αναμενόταν η προσέγγιση των Ζουλού.

Με τις οχυρώσεις να έχουν σχεδόν ολοκληρωθεί και τη μάχη να επίκειται, ο Τσαρντ είχε στη διάθεση του αρκετές εκατοντάδες ανδρών: τον 2ο Λόχο του Μπρόμχεντ, τον ενισχυμένο λόχο του NNC του Στήβενσον, την ίλη του NNH υπό τον Χέντερσον και διάφορους άλλους (οι περισσότεροι από αυτούς ασθενείς του νοσοκομείου αλλά “δυνάμενοι”), οι οποίοι ανήκαν σε διάφορες βρετανικές και αποικιακές μονάδες.Ο Άντεντορφφ έμεινε επίσης μαζί τους, ενώ ο ιππέας ο οποίος τον συνόδευε κάλπασε προς το Χελπμακάαρ για να προειδοποιήσει τη φρουρά.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Τσαρντ, η δύναμη αυτή ήταν αρκετή για να αποκρούσει τους Ζουλού. Ο Τσαρντ έταξε τους Βρετανούς στρατιώτες στην περίμετρο, προσθέτοντας μερικούς από τους δυνάμενους ασθενείς, μερικούς αποίκους και πολίτες και τους άνδρες του NNC που έφεραν όπλα στις οχυρώσεις. Οι υπόλοιποι άνδρες του NNC, οπλισμένοι μόνο με λόγχες, τοποθετήθηκαν έξω από το τείχος των σακιών καλαμποκάλευρου και των κουτιών μπισκότων μέσα στο πέτρινο κράαλ.

Ο πρίγκιπας Νταμπουλαμάντζι καΜπάντε

Η δύναμη των Ζουλού που πλησιάζε ήταν σημαντικά μεγαλύτερη: τα αμαμπούθο ουΝτλόκο, ουΘλουάνα, ινΝτλόντο, τα οποία αποτελούνταν από παντρεμένους άντρες ηλικίας 30-50 ετών και το ιμπούθο ινΝτλου-γιένγκουε που αποτελούνταν από ανύπαντρους νέους αριθμούσαν 3000-4000 πολεμιστές, από τους οποίους κανένας δεν συμμετείχε στη μάχη της Ισαντλουάνα. Αυτή η δύναμη των Ζουλού ήταν τα “πλευρά” ή εφεδρείες του στρατού στην Ισαντλουάνα και συχνά αναφέρεται σαν το Σώμα Ούντι. Αυτό εξετέλεσε έναν ευρύ ελιγμό μακριά από την αριστερή πλευρά των Βρετανών και πέρασε νοτιοδυτικά του λόφου της Ισαντλουάνα, ώστε να τοποθετηθεί κάθετα στη γραμμή επικοινωνιών και υποχώρησης των Βρετανών και των συμμάχων Αποίκων τους ώστε να αποκόψει τη διαφυγή τους στο Νατάλ μέσω της κοίτης του ποταμού Μπάφαλο που οδηγούσε στο Ρορκς Ντριφτ.

Όταν το Σώμα Ούντι έφτασε στο Ρορκς Ντριφτ στις 4:30 μ.μ., είχαν ήδη καλύψει με ταχύ βήμα περίπου 32 χιλιόμετρα από το στρατόπεδο τους από το οποίο είχαν ξεκινήσει στις 8.00 π.μ. Για τις επόμενες 11μιση ώρες, θα διενεργούσαν συνεχείς εφόδους στις βρετανικές οχυρώσεις του Ρορκς Ντριφτ.

Οι περισσότεροι Ζουλού πολεμιστές ήταν οπλισμένοι με το ικλούα (το αντίστοιχο δόρυ κρούσης ασεγκάι για τους Ζουλού) και μία ασπίδα από δέρμα αγελάδας. Ο στρατός των Ζουλού ασκούταν τόσο στην ατομική όσο και στην τακτική χρήση αυτού του συνδυασμού όπλων. Μερικοί Ζουλού διέθεταν επίσης παλαιά μουσκέτα και απηρχαιωμένα τυφέκια, αν και η σκοπευτική τους ικανότητα ήταν φτωχή και η ποιότητα και ποσότητα των πυρομαχικών τραγική.

Η στάση των Ζουλού σχετικά με τα πυροβόλα όπλα ήταν η ακόλουθη: “Η πλειονότητα των ποελμιστών Ζουλού, ωστόσο, δεν διέθεταν πυροβόλα όπλα – τα όπλα ενός δειλού, όπως έλεγαν, αφού βοηθούσαν τον ύπουλο να σκοτώσει τον γενναίο χωρίς να περιμένει την επίθεση του.” Αν και τα πυρά τους ήταν ανακριβή, ήταν υπεύθυνα για το θάνατο πέντε από τους συνολικά 17 θανάτους Βρετανών στο Ρορκς Ντριφτ.

Ιστορική φωτογραφία πολεμιστών Ζουλού περίπου της ίδιας εποχής με τα γεγονότα του Ρορκς Ντριφτ

Ενώ το Σώμα Ούντι διοικούνταν από τον ινκόσι καΜπίθα κατά τη μάχη της Ισαντλουάνα, η διοίκηση του Σώματος πέρασε στον Πρίγκιπα Νταμπουλαμάντζι καΜπάντε (ετεροθαλή αδελφό του Σετσουάγιο καΜπάντε, βασιλιά των Ζουλού) όταν ο καΜπίθα τραυματίστηκε στις αψιμαχίες εκκαθάρισης των Βρετανών φυγάδων από την Ισαντλουάνα. Ο Πρίγκιπας Νταμπουλαμάντζι θεωρούνταν οξύθυμος και επιθετικός και αυτός ο χαρακτηρισμός του αποδόθηκε από την παραβίαση της διαταγής του Βασιλιά Σετσουάγιο να τηρήσει αμυντική στάση υπεράσπισης της χώρας των Ζουλού έναντι της εισβολής των Βρεατνών στρατιωτών και να μην μεταφέρει τον πόλεμο από την άλλη πλευρά των συνόρων. Η επίθεση στο Ρορκς Ντριφτ ήταν περισσότερο μία απρογραμμάτιστη επιδρομή και όχι μία οργανωμένη αντεπιθετική εισβολή, καθώς πολλοί Ζουλού του Σώματος Ούντι αποσπάστηκαν για να επιδράμουν άλλα αφρικανικά κράαλ και υποστατικά, ενώ το κύριο σώμα προέλασε προς το Ρορκς Ντριφτ.

Περίπου στις 4.00 μ.μ., ο Χειρουργός Τζέιμς Ρέινολντς, ο Ότο Βιτ – ο Σουηδός ιεραπόστολος ο οποίος διηύθυνε την ιεραποστολή στο Ρορκς Ντριφτ και ο στρατιωτικός ιερέας Αιδεσιμότατος Τζορτζ Σμιθ κατέβηκαν από τον λόφο Όσκαρμπεργκ με το νέο ότι ένα σώμα των Ζουλού περνούσε τον ποταμό στα νοτιοανατολικά και βρισκόντουσαν “όχι περισσότερο από πέντε λεπτά μακριά”. Σε αυτό το σημείο, ο Βιτ αποφάσισε να φύγει από το σταθμό, καθώς η οικογένεια του ζούσε σε μία απομονωμένη φάρμα περίπου 30 χιλιόμετρα μακριά και ήθελε να βρίσκεται μαζί τους. Ο ιθαγενής υηρέτης του Βιτ, Ουμκβελναντάμπα, έφυγε μαζί του· το ίδιο έπραξε και ένας από τους ασθενείς του νοσοκομείου, ο Υπολοχαγός Τόμας Πέρβις του 1ου Λόχου του 3ου Τάγματος του NNC.

Η μάχη

Σχεδιάγραμμα του σταθμού του Ρορκς Ντριφτ, από την Ιστορία του Σώματος του Βασιλικού Μηχανικού.

Η Άμυνα του Ρορκς Ντριφτ της Λαίδης Μπάτλερ (1880). Μεταξύ των εικονιζομένων είναι οι υπολοχαγοί Τσαρντ και Μπρόμχεντ (κέντρο) που διευθύνουν τη μάχη, ο Στρατιώτης Χιτς (δεξιά, όρθιος) που μοιράζει πυρομαχικά ενώ είναι τραυματισμένος και ο Χειρουργός Ρέινολντς και ο Αποθηκάριος Μπάιρν που φροντίζουν τον τραυματισμένο Δεκανέα Σκάμελ (ο Ρέυνολντς γονατιστός· ο Μπάιρν πέφτει από σφαίρα)

Περίπου στις 4:20 μμ η μάχη άρχισε με τους ιππείς του NNH υπό τον Υπολοχαγό Χέντερσον, οι οποίοι στάθμευαν πίσω από το λόφο Όσκαρμπεργκ, να εμπλέκονται για λίγο με την εμπροσθοφυλακή της κύριας δύναμης των Ζουλού. Ωστόσο, κουρασμένοι από τη μάχη και την υποχώρηση από την Ισαντλουάνα και με ελλείψεις σε πυρομαχικά για τις καραμπίνες τους, οι άνδρες του Χέντερσον έφυγαν για το Χελπμακάαρ. Ο ίδιος ο Χέντερσον ανέφερε στον Τσαρντ ότι ο εχθρός πλησίαζε και ότι “οι άνδρες του δεν θα υπάκουαν τις διαταγές του αλλά έφευγαν προς το Χελπμακάαρ”.

Στη συνέχεια ο Χέντερσον ακολούθησε τους άνδρες του που έφευγαν. Μόλις είδε την αποχώρηση της ίλης του NNH υπό τον Χέντερσον, ο λόχος του NNC υπό τον Λοχαγό Στίβενσον εγκατέλειψε το κράαλ – σταύλο και έφυγε, ελαττώνοντας δραματικά τη δύναμη της αμυνόμενης φρουράς. Εξοργισμένοι με την εγκατάλειψη των οχυρώσεων από τον Στίβενσον και τους αποίκους υπαξιωματικούς του, μερικοί Βρετανοί στρατιώτες άνοιξαν πυρ εναντίον τους, σκοτώνοντας τον Δεκανέα Ουίλλιαμ Άντερσον.

Με τους Ζουλού να έχουν σχεδόν φτάσει στο σταθμό, η φρουρά τώρα αριθμούσε μεταξύ 154 και 156 ανδρών. Από αυτούς, μόνο ο Λόχος του Μπρόμχεντ μπορούσε να θεωρηθεί μία συμπαγής μονάδα. Επίσης, μέχρι και 39 από τους άνδρες του σταθμού βρισκόντουσαν εκεί ως ασθενείς του νοσοκομείου, αν και λίγοι μόνο από αυτούς ήταν ανίκανοι να κρατήσουν όπλο. Έχοντας πια λιγότερους άνδρες, ο Τσαρντ συνειδητοποίησε την ανάγκη τροποποίησης των οχυρώσεων και διέταξε την κατασκευή ενός τείχους από κουτιά μπισκότων εγκάρσια στο μέσο του σταθμού, ώστε να είναι δυνατή η εγκατάλειψη του νοσοκομείου, αν ανέκυπτε κάποια τέτοια ανάγκη. 

Στις 4:30 μμ, οι Ζουλού παρέκαμψαν το λόφο Όσκαρμπεργκ και προσέγγισαν το νότιο τείχος. Ο Στρατιώτης Φρέντερικ Χιτς, ο οποίος είχε τοποθετηθεί σαν παρατηρητής πάνω στην αποθήκη, ανέφερε την προσέγγιση μίας φάλαγγας 4000-6000 Ζουλού. Η εμπροσθοφυλακή των Ζουλού, 600 άνδρες του Ντλουγιένγκουε, επιτέθηκαν στο νότιο τείχος το οποίο συνέδεε το νοσοκομείο και την αποθήκη. Οι Βρετανοί άνοιξαν πυρ στα 460 μέτρα.

Η πλειονότητα της επιτιθέμενης δύναμης των Ζουλού κινήθηκε αντίθετα για να επιτεθεί στο βόρειο τείχος, ενώ μερικοί από αυτούς καλύφθηκαν και είτε καθηλώθηκαν από το συνεχές πυρ των Βρετανών είτε υποχώρησαν στην κορυφή του λόφου Όσκαρμπεργκ. Από εκεί άρχισαν με τη σειρά τους πυρά παρενόχλησης. καθώς συνέβαινε αυτό, άλλη μία ομάδα των Ζουλού εφόρμησε στο νοσοκομείο και στο νοτιοδυτικό τείχος.

Οι Βρετανοί που βρισκόντουσαν στις οχυρώσεις – συμπεριλαμβανομένων των Ντάλτον και Μπρόμχεντ – ενεπλάκησαν σύντομα σε άγριες μάχες σώμα με σώμα. Το Βρετανικό τείχος ήταν πολύ ψηλό για να το υπερβούν οι Ζουλού, οπότε προσπαθούσαν είτε να περάσουν κάτω από το τοίχος, αρπάζοντας τα όπλα των υπερασπιστών τους κάτω από το τείχος. Σε κάποια σημεία, ανέβαιναν πάνω στα σώματα των συντρόφων τους για να απωθήσουν τους Βρετανούς από το τείχος, αλλά τελικά αποκρούστηκαν.

Τα πυρά των Ζουλού, τόσο από εκείνους που βρισκόντουσαν κάτω από το τείχος όσο και από εκείνους που βρισκόντουσαν στον Όσκαρμπεργκ προκάλεσαν μερικές απώλειες και πέντε από τους 17 που σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν θανάσιμα χτυπήθηκαν ενώ βρισκόντουσαν στο βόρειο τείχος.

Η Άμυνα του Νοσοκομείου

Ο Τσαρντ συνειδητοποίησε ότι το βόρειο τείχος, το οποίο βρισκόταν σχεδόν υπό συνεχή πίεση των Ζουλού, δεν μπορούσε να κρατηθεί, οπότε στις 6.00 μμ σύμπτυξε τους άνδρες του στην αυλή, εγκαταλείποντας κατά την κίνηση αυτή τα δύο εμπρός δωμάτια του νοσοκομείου. Η κατάσταση στο νοσοκομείο ήταν αφόρητη· οι τρύπες για τα όπλα στους τοίχους ήταν πια πρόβλημα, καθώς αν κάποιος έβγαζε το όπλο του προς τα έξω για να πυροβολήσει, οι Ζουλού το άρπαζαν από την κάννη – αν κάποια τρύπα έμενε κενή, οι Ζουλού έβαζαν σε αυτές τα δικά τους όπλα και πυροβολούσαν μέσα στο δωμάτιο. Μεταξύ των στρατιωτών που είχαν τοποθετηθεί στο νοσοκομείο ήταν ο Δεκανέας Γουίλιαμ Γουίλσον Άλλεν και οι Στρατιώτες Κόουλ, Ντάνμπαρ, Χιτς, Χόριγκαν, Τζπν Γουίλιαμς, Τζόζεφ Γουίλλιαμς, Άλφρεντ Χένρι Χουκ, Ρόμπερτ Τζόουνς και Γουίλιαμ Τζόουνς.

Οι Στρατιώτες Χόριγκαν, Τζον Γουίλιαμς και Τζόζεφ Γουίλιαμς και οι ασθενείς προσπάθησαν να κρατήσουν μία είσοδο του νοσοκομείου με καραμπίνες και εφ’ όπλου λόγχη. Ο Τζόζεφ Ουίλιαμς υπερασπιζόταν ένα μικρό παράθυρο κάτω από το οποίο αργότερα βρέθηκαν 14 νεκροί Ζουλού. Καθώς γινόταν όλο και περισσότερο σαφές ότι το εμπρός τμήμα του νοσοκομείου καταλαμβανόταν σταδιακά από τους Ζουλού, ο Τζον Γουίλιαμς άρχισε να δημιουργεί μία δίοδο διαφυγής ανοίγοντας μία τρύπα στον ενδιάμεσο τοίχο ανάμεσα στο κεντρικό δωμάτιο και ένα γωνιακό δωμάτιο στο πίσω μέρος του νοσοκομείου. Μόλις είχε δημιουργήσει μία τρύπα ικανού μεγέθους, η πόρτα του κεντρικού δωματίου υπέστη μαζική επίθεση από τους Ζουλού και μόλις που πρόλαβε να τραβήξει δύο κατακεκλιμένους ασθενείς πριν η πόρτα τελικά υποχωρήσει στην επίθεση.

Στο γωνιακό δωμάτιο στο οποίο ο Τζον Γουίλιαμς τράβηξε τους δύο ασθενείς βρισκόντουσαν ο Στρατιώτης Χουκ και άλλοι εννιά ασθενείς. Ο Τζον Γουίλιαμς άρχισε να σκάβει τον τοίχο με το πτυοσκάπανο του, ενώ ο Χουκ συγκρατούσε τους Ζουλού. Μια άγρια μάχη εξερράγη καθώς οι Ζουλού πυροβολούσαν μέσα από την πρότα και ο Χουκ ανταπέδιδε τα πυρά, – δεχόμενος το χτύπημα ενός ασεγκάι στο κράνος του, κάτι που τον ζάλισε προσωρινά.

Ο Γουίλιαμς έκανε την τρύόπα αρκετά μεγάλη ώστε να περάσει στο επόμενο δωμάτιο, στο οποίο βρισκόντουσαν μόνο ο ασθενής Στρατιώτης Γουώτερς και μέσα από αυτή έσυρε τους ασθενείς. Ο τελευταίος άνδρας που βγήκε ήταν ο Χουκ, ο οποίος σκότωσε μερικούς Ζουλού που είχαν ρίξει την πόρτα, πριν βουτήξει και αυτός μέσα από την τρύπα. Ο Τζον Γουίλιαμς έπιασε πάλι πυρετωδώς δουλειά στον επόμενο τοίχο, έχοντας να σκεφτεί και το ότι η οροφή του νοσοκομείου είχε ήδη πιάσει φωτιά, καθώς ο Χουκ υπερσπιζόταν την τρύπα και ο Γουότερς συνέχιζε να πυροβολεί μέσα από μία τρύπα στον τοίχο.

Μετά από πενήντα λεπτά, η τρύπα ήταν αρκετά μεγάλη για να περάσουν μέσα από αυτή οι ασθενείς και οι άνδρες – εκτός από τους Στρατιώτες Γουότερς και Μπέκετ, οι οποίοι κρύφτηκαν στο βεστιάριο (Ο Γουότερς τραυματίστηκε και ο Μπέκετ πέθανε από πλήγματα δοράτων)- βρισκόντουσαν πια στο τελευταίο δωμάτιο, το οποίο υπερασπίζονταν οι Στρατιώτες Ρόμπερτ Τζόουνς και Γουίλιαμ Τζόουνς. Από εδώ, οι ασθενείς βγήκαν από ένα παράθυρο και διέσχισαν τρέχοντας την αυλή για να φτάσουν στο τείχος.

Από τους 11 ασθενείς, εννέα επέζησαν από τη δοκιμασία, όπως και όλοι οι υγιείς άνδρες. Σύμφωνα με τον Τζέιμς Χένρι Ρέινολντς μόνο τέσσερις υπερασπιστές σκοτώθηκαν μέσα στο νοσοκομείο: ένας ήταν μέλος του Συντάγματος Αυτοχθόνων του Νατάλ με σπασμένο πόδι· ο Λοχίας Μάξφιλντ και ο Στρατιώτης Τζένκινς οι οποίοι ήταν άρρωστοι με πυρετό και αρνήθηκαν να μετακινηθούν και ένας Στρατιώτης Άνταμς ο οποίος επίσης αρνήθηκε να μετακινηθεί. Ένας Στρατιώτης Κόουλ ο οποίος είχε τοποθετηθεί στο νοσοκομείο σκοτώθηκε ενώ έβγαινε τρέχοντας.

Υπάρχουν αναφορές ότι ο Τζένκινς σκοτώθηκε αφού συνελήφθη και διατρυπήθηκε από τα δόρατα· ένας άλλος ασθενής του νοσοκομείου που σκοτώθηκε ήταν ο Ιππέας Χάντερ της Έφιππης Αστυνομίας του Νατάλ. Μεταξύ των ασθενών του νοσκομείου που διέφυγαν ήταν ένας Δεκανέας Μάγιερ του NNC· ο πυροβολητής Λιούις του Βασιλικού Πυροβολικού και ο Ιππέας Γκριν της Έφιππης Αστυνομίας του Νατάλ, ο οποίος τραυματίστηκε σοτ μηρό από αδέσποτη σφαίρα. Ένας Στρατιώτης Κόνλεϊ με σπασμένο πόδι τραβήχτηκε από τον Χουκ μακριά από τον κίνδυνο, αν και στην προσπάθεια αυτή το πόδι του Κόνλεϋ έσπασε ξανά.

Με την εκκένωση του νοσοκομείου ολοκληρώθηκε η σύμπτυξη της περίμετρου. Καθώς έπεφτε η νύχτα, οι επιθέσεις των Ζουλού έγιναν όλο και εντονότερες. Το κράαλ υπέστη εκ νέου επίθεση και εκκενώθηκε γύρω στις 10.00 μ.μ., περιορίζοντας τους άνδρες που είχαν απομείνει σε έναν μικρό προμαχώνα φύρω από την αποθήκη. Καθόλη τη διάρκεια της νύχτας, οι επιθέσεις των Ζουλού στις βρετανικές θέσεις ήταν συνεχείς· οι επιθέσεις τους αυτές άρχισαν να εξασθενούν μετά από τα μεσάνυχτα και τελικά σταμάτησαν μετά τις 2.00 π.μ. για να αντικατασταθούν από συνεχή πυρά παρενοχλήσεως – πυρά τα οποία διακόπηκαν μόνο στις 4.00 π.μ.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή η δύναμη του Τσαρντ είχε χάσει 14 νεκρούς. Δύο ακόμα ήταν θανάσιμα τραυματισμένοι και ακόμα 8 άτομα – μεταξύ τους και ο Ντάλτον – ήταν βαριά τραυματισμένοι. Ουσιαστικά όλοι οι άνδρες είχαν κάποιο είδος τραύματος. Όλοι τους ήταν εξαντλημένοι, έχοντας πολεμήσει στην καλύτερη περίπτωση επί τουλάχιστον 10 ώρες και τα πυρομαχικά τους τελείωναν. Από τα 20.000 φυσίγγια που βρισκόντουσαν αποθηκευμένα στο σταθμό, απέμεναν μόνο 900.

Σύγχρονη άποψη του πεδίου της μάχης. Τα κτίρια είναι σύγχρονα και οι θέσεις τους δεν αντιστοιχούν στις θέσεις της αποθήκης και του νοσοκομείου όπως ήταν κατά την εποχή της μάχης.

Μετά τη μάχη

Με την αυγή, οι Βρετανοί μπορούσαν να δουν ότι οι Ζουλού είχαν αποχωρήσει· οι μόνοι που είχαν μείνει ήταν οι νεκροί και οι βαριά τραυματίες. Εκπέμφθηκαν περίπολοι για την αναγνώριση του πεδίου της μάχης, ανάκτηση τουφεκιών και αναζήτηση για επιζώντες, πολλοί από τους οποίους εκτελούνταν με την ανακάλυψη τους. Περίπου στις 7:00 π.μ. εμφανίστηκε ξαφνικά ένα ίμπι Ζουλού και οι Βρετανοί επάνδρωσαν και πάλι τις θέσεις τους.

Καμία επίθεση δεν εκδηλώθηκε, καθώς αυτοί οι Ζουλού βρισκόντουσαν ήδη σε κίνηση επί έξι ημέρες πριν από τη μάχη και δεν είχαν φάει σωστά για τις προηγούμενες δύο. Στις τάξεις τους βρισκόντουσαν εκατοντάδες τραυματίες και το κοντινότερο σημείο εφοδιασμού τους απείχε πολλές ημέρες πεζοπορίας. Ελάχιστα μετά την εμφάνιση τους, οι Ζουλού έφυγαν από εκεί που είχαν έρθει.

Περίπου στις 8:00 π.μ., εμφανίστηκε άλλη μία δύναμη και οι Βρετανοί Στρατιώτες άφησαν το πρωινό τους στη μέση για να επανδρώσουν και πάλι τις θέσεις τους, ωστόσο η δύναμη αυτή αποδείχθηκε ότι ήταν η φάλαγγα απεγκλωβισμού του Λόρδου Τσέλμσφορντ.

Ανάλυση των απωλειών Βρετανών και αποίκων:

  • 1/24 Τάγμα Πεζικού: 4 νεκροί ή θανάσιμα τραυματισμένοι· 2 τραυματίες
  • 2/24 Τάγμα Πεζικού: 9 νεκροί ή θανάσιμα τραυματισμένοι· 9 τραυματίες
  • Σώμα Επιμελητείας και Μεταφορών: 1 νεκρός· 1 τραυματίας
  • Έφιππη Αστυνομία του Νατάλ: 1 νεκρός· 1 τραυματίας
  • 1/3 Τάγμα του NNC: 1 νεκρός
  • 2/3 Τάγμα του NNC: 2 τραυματίες

Επίσης, ένα μέλος του 2/3 Τάγματος του NNC, υπό τον Στήβενσον, ο Δεκανέας Γουίλιαμ Άντερσον, σκοτώθηκε από βρετανικά πυρά κατά τη φυγή του από το σταθμό μόλις πριν από την άφιξη των Ζουλού.

Συνολικά καταμετρήθηκαν 351 πτώματα Ζουλού μετά τη μάχη, αλλά έχει εκτιμηθεί ότι ο αριθμός των τραυματιών και αιχμαλώτων Ζουλού που σφαγιάστηκαν μπορεί να έφτασε τουλάχιστον τους 500. Έχοντας γίνει μάρτυρες του σφαγείου της Ισαντλουάνα, τα μέλη της δύναμης απεγκλωβισμού του Τσέλμσφορντ δεν έδειξαν κανένα έλεος στους αιχμαλώτους τραυματίες Ζουλού που έπεφταν στα χέρια τους. Το ίδιο έκαναν και οι στρατιώτες της φρουράς. Ο Ιππέας Γουίλιαμ Τζέιμς Κλαρκ της Έφιππης Αστυνομίας του Νατάλ περιέγραψε στο ημερολόγιο του ότι “συνολικά θάψαμε 375 Ζουλού και μερικοί πληγωμένοι πετάχτηκαν μέσα στον τάφο. Έχοντας δει τους ακρωτηριασμένους τραυματίες μας που είχαν συρθεί έξω από το νοσοκομείο…ήμασταν πολύ θυμωμένοι και δεν λυπηθήκαμε τους πληγωμένους Ζουλού”.

Ο Σάμιουελ Πιτ, ο οποίος υπηρέτησε σαν στρατιώτης στον 2ο Λόχο κατά τη διάρκεια της μάχης, είπε στη Western Mail της Ουαλίας το 1914 ότι οι επίσημες απώλειες ήταν πολύ χαμηλές: “Υπολογίζουμε ότι είχαμε σκοτώσει περίπου 875, αλλά τα βιβλία θα σας πουν για 400-500”. Ο Υπολοχαγός Χόρας Σμιθ-Ντόριεν, μέλος του επιτελείου του Τσέλμσφορντ, έγραψε ότι τη μέρα μετά τη μάχη στήθηκε μία αυτοσχέδια αγχόνη για τον απαγχονισμό των Ζουλού που θεωρούνταν ότι είχαν διαπράξει προδοσία”.

Σταυροί της Βικτωρίας και Μετάλλια Διακεκριμένων Πράξεων

Ο Τζον Τσαρντ ως Αντισυνταγματάρχης

Έντεκα Σταυροί της Βικτωρίας απονεμήθηκαν στους υπερασπιστές του Ρορκς Ντριφτ, επτά από τους οποίους σε άνδρες του 2ου Τάγματος του 24ου Συντάγματος Πεζικού – οι περισσότεροι που απονεμήθηκαν ποτέ σε ένα σύνταγμα για μία πολεμική επιχείρηση (και όχι, όπως συνήθως πιστεύεται, οι περισσότεροι που απονεμήθηκαν σε μία πολεμική επιχείρηση ή οι περισσότεροι που απονεμήθηκαν σε μία ημέρα· 16 απονεμήθηκαν στη Μάχη του Ίνκερμαν, στις 5 Νοεμβρίου 1854· 28 απονεμήθηκαν στην Πολιορκία του Λούκνοου, στις 14–22 Νοεμβρίου 1857).

Επίσης απονεμήθηκαν τέσσερα Μετάλλια Διακεκριμένων Πράξεων. Αυτός ο υψηλός αριθμός παρασημοφορήσεων για ανδρεία έχει ερμηνευθεί σαν μία αντίδραση στην προηγούμενη ήττα κατά τη Μάχη της Ισαντλουάνα – η υπερπροβολή της νίκης στο Ρορκς Ντριφτ απέσπασε την προσοχή της κοινής γνώμης από τη μεγάλη ήττα της Ισαντλουάνα και το γεγονός ότι ο Λόρδος Τσέλμσφορντ και ο Μπαρτλ Φρερ είχαν προκαλέσει τον πόλεμο χωρίς την έγκριση της Κυβέρνησης της Αυτής Μεγαλειότητος.

Σίγουρα, ο Σερ Γκάρνετ Γούλσλεϊ, ο οποίος ανέλαβε την αρχιστρατηγία από τον Λόρδο Τσέλμσφορντ αργότερα την ίδια χρονιά, δεν εντυπωσιάστηκε από τις διακρίσεις που απονεμήθηκαν στους υπερασπιστές του Ρορκς Ντριφτ, λέγοντας ότι “είναι τερατώδες να θεωρούνται ήρωες εκείνοι οι οποίοι κλείστηκαν μέσα σε κτίρια στο Ρορκς Ντριφτ, δεν μπορούσαν να επιτεθούν και πολέμησαν σαν ποντίκια για τις ζωές τους τις οποίες δεν μπορούσαν να σώσουν με άλλο τρόπο”. Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πολλοί από τους υπερασπιστές του Ρορκς Ντριφτ – και κάθένας από τους 15 τιμηθέντες με το Σταυρό της Βικτωρίας και το Μετάλλιο Διακεκριμένων Υπηρεσιών – επέδειξαν πράγματι τη συμπεριφορά που απαιτούνταν για να κερδίσουν αυτές τις διακρίσεις· εκείνη της προφανούς ανδρείας στο πρόσωπο του εχθρού.

Απονομές του Σταυρού της Βικτωρίας:

  • Υπολοχαγός Τζων Ράουζ Μέρριοτ Τσαρντ, 5ος Λόχος Βασιλικού Μηχανικού
  • Υπολοχαγός Γκόνβιλ Μπρόμχεντ, 2ος Λόχος, 2ο Τάγμα, 24ο Σύνταγμα Πεζικού
  • Δεκανέας Γουίλλιαμ Γουίλσον Άλλεν, 2ος Λόχος, 2ο Τάγμα, 24ο Σύνταγμα Πεζικού
  • Στρατιώτης Φρέντερικ Χιτς; 2ος Λόχος, 2ο Τάγμα, 24ο Σύνταγμα Πεζικού
  • Στρατιώτης Άλφρεντ Χένρυ Χουκ; 2ος Λόχος, 2ο Τάγμα, 24ο Σύνταγμα Πεζικού
  • Στρατιώτης Ρόμπερτ Τζόουνς; 2ος Λόχος, 2ο Τάγμα, 24ο Σύνταγμα Πεζικού
  • Στρατιώτης Γουίλλιαμ Τζόουνς; 2ος Λόχος, 2ο Τάγμα, 24ο Σύνταγμα Πεζικού
  • Στρατιώτης Τζων Γουίλλιαμς; 2ος Λόχος, 2ο Τάγμα, 24ο Σύνταγμα Πεζικού
  • Χειρουργός Τζαίημς Χένρυ Ρέυνολντς; Υγειονομικό Σώμα Στρατού
  • Βοηθός Επιμελητής Τζαίημς Λάνγκλεϋ Ντάλτον; Σώμα Επιμελητείας και Μεταφορών
  • Δεκανέας Κρίστιαν Φέρντιναντ Σις; 2ο Τάγμα, 3ο Σύνταγμα Αυτοχθόνων του Νατάλ

Το 1879 δεν υπήρχε πρόβλεψη για τη μεταθανάτια απονομή του Σταυρού της Βικτωρίας και έτσι δεν μπορούσε να απονεμηθεί σε άτομο το οποίο είχε πεθάνει κατά την εκτέλεση πράξης ανδρείας. Με βάση αυτό θα μπορούσε να προστεθεί ένας 12ος Σταυρός της Βικτωρίας στα άτομα που αναφέρθηκαν ανωτέρω: Ο Στρατιώτης Τζόζεφ Γουίλλιαμς, 2ος Λόχος, 2ο Τάγμα, 24ο Σύνταγμα Πεζικού, ο οποίος σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της μάχης στο νοσοκομείο και για την οποία αναφέρθηκε στην ημερησία διαταγή ότι “αν ζούσε, θα είχε προταθεί για τον Σταυρό της Βικτωρίας”.

Απονομές του Μεταλλίου Διακεκριμένων Πράξεων:

  • Πυροβολητής Τζων Κάντγουελ· Πυροβολαρχία Ν, 5η Ταξιαρχία Βασιλικού Έφιππου Πυροβολικού (ο οποίος είχε υποβιβαστεί από το βαθμό του Πυροβολητή – Ελάτη την προηγουμένη της μάχης)
  • Στρατιώτης Τζων Γουίλλιαμς Ρόυ· 1ο Τάγμα, 24ο Σύνταγμα Πεζικού
  • Επιλοχίας Φρανκ Έντουαρντ Μπορν; 2ος Λόχος, 2ο Τάγμα, 24ο Σύνταγμα Πεζικού
  • Υποδεκανέας Φράνσις Άτγουντ; Σώμα Υπηρεσιών Στρατού

Στις 15 Ιανουαρίου 1880, έγινε πρόταση απονομής του Μεταλλίου Διακεκριμένων πράξεων για τον Στρατιώτη Μάικλ ΜακΜάχον, της Νοσοκομειακής Υπηρεσίας του Στρατού. Η πρόταση αυτή αποσύρθηκε στις 29 Ιανουαρίου 1880, λόγω των κατηγοριών αδικαιολογήτου απουσίας και κλοπής που βάρυναν τον προτεινόμενο.

Αναπαραστάσεις και δραματοποιήσεις

Τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά την επίθεση στο Ρορκς Ντριφτ δραματοποιήθηκαν αρχικά από ζωγράφους στρατιωτικών θεμάτων, κυρίως την Ελίζαμπεθ Μπάτλερ και τον Αλφόνς ντε Νεβίλ. Τα έργα τους εκείνη την εποχή ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή μεταξύ των πολιτών της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.

Η κινηματογραφική ταινία του 1964 Ζουλού είναι μία αναπαράσταση του Ρορκς Ντριφτ. Η ταινία γενικά έλαβε πολύ θετικά σχόλια από τους κριτικούς. Ωστόσο, μερικές λεπτομέρειες της ταινίας, έχουν κριτικαριστεί ως ιστορικά ανακριβείς. (Για παράδειγμα, στην ταινία το Σύνταγμα αποκαλείται Σύνταγμα των Οριοφυλάκων της Νότιας Ουαλλίας, αλλά το όνομα αυτό αποδόθηκε στη μονάδα αυτή 2 χρόνια μετά τη μάχη, αν και ήδη στάθμευε στο Μπρέκον της Νότιας Ουαλλίας από το 1873.

Ενώ οι περισσότεροι από τους άνδρες του 1ου Τάγματος, του 24ου Συντάγματος Πεζικού (1/24) είχαν στρατολογηθεί από τις βιομηχανικές πόλεις και τις αγροτικές τάξεις της Αγγλίας, κυρίως από το Μπέρμιγχαμ και τις γειτονικές νοτιοδυτικές περιοχές, μόνο 10 από τους στρατιώτες του 1/24 Τάγματος που πολέμησαν στη μάχη ήταν Ουαλλοί. Από τους 122 στρατιώτες του 24ου Συντάγματος που ήταν παρόντες στη μάχη του Ρορκς Ντριφτ, είναι γνωστό ότι οι 49 ήταν Άγγλοι, 32 ήταν Ουαλλοί, 16 ήταν Ιρλανδοί, 1 ήταν Σκωτσέζος και 3 από αυτούς δεν γεννήθηκαν στα Βρετανικά Νησιά. Οι εθνικότητες των υπολοίπων 21 είναι άγνωστες.

Η μάχη του Ρορκς Ντριφτ έχει το δικό της κεφάλαιο στο βιβλίο του ιστορικού Βίκτωρ Ντέιβις Χάνσον Carnage and Culture, ως μία από τις αρκετές κομβικές μάχες που κατέδειξαν την ανώτερη αποτελεσματικότητα των στρατιωτικών πρακτικών της Δύσης. Το 1990 ή εταιρία παιχνιδιών Impressions Games παρουσίασε ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι βασισμένο στην ιστορική μάχη. Η μάχη αυτή επίσης παρουσιάστηκε από την Mad Doc Software στο ηλεκτρονικό της παιχνίδι στρατηγικής Empire Earth II: The Art of Supremacy του 2006, σαν μία από τις “κομβικές” μάχες του παιχνιδιού.

ΠΗΓΗ: wikipedia

The post Μάχη του Ρορκς Ντριφτ – στον πόλεμο Βρετανίας – Ζουλού (1879) first appeared on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

ΓΕΝΙΚΕΣ

Μέλη του πληρώματος του HMS Duke of York φωτογραφίζονται μπροστά από τα πυροβόλα των 14 ιντσών μετά τη ναυμαχία

Η Ναυμαχία στο Βόρειο Ακρωτήριο ήταν μια ναυτική αποτυχία του Χίτλερ που σφράγισε τη μοίρα των πλοίων επιφανείας της Γερμανίας στα τέλη του 1943. Μπορεί να θεωρηθεί σαν συνέχεια της Ναυμαχίας στη Θάλασσα του Μπάρεντς αφού είχε το ίδιο αντικείμενο και κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα και με βάση την ίδια χιτλερική στρατηγική.

Το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό στα μέσα του 1943

Μετά την παταγώδη αποτυχία της ναυμαχίας της Θάλασσα Μπάρεντς στις 31 Δεκεμβρίου 1942, όταν δύο βαριά γερμανικά σκάφη έχασαν μέσα από τα χέρια τους τη μοναδική ευκαιρία να αποδεκατίσουν την απροστάτευτη νηοπομπή JW-51B, το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό επικέντρωσε την προσοχή του στην καταστροφή της επόμενης αρκτικής νηοπομπής προς τη Σοβιετική Ένωση, προκειμένου το ίδιο να δικαιολογήσει την ύπαρξή του, αλλά και να αποφύγει την αυτοκαταστροφή του από τον ωρυόμενο Χίτλερ, ο οποίος απειλούσε να μετατρέψει τα θωρηκτά του σε παλιοσίδερα και να μεταφέρει τα βαριά πυροβόλα τους στην παράκτια άμυνα. Μία από τις συνέπειες εκείνης της αποτυχίας ήταν και η παραίτηση του Μέγα Ναυάρχου Έριχ Ρέντερ (Erich Raeder) από την ηγεσία του Γερμανικού Ναυτικού και την αντικατάστασή του από τον ομοιόβαθμό του Καρλ Ντένιτς (Karl Doenitz), στις 30 Ιανουαρίου 1943. Ο Ντένιτς, αν και φανατικός υποστηρικτής του υποβρυχιακού πολέμου και ένθερμος πολέμιος των σκαφών επιφανείας, έσπευσε να μεταπείσει τον Χίτλερ. Ο τελευταίος δέχθηκε διστακτικά, θέτοντας όμως στον Ντένιτς ένα σκληρό τελεσίγραφο: «Περιμένω αποτελέσματα εντός έξι μηνών».

Επιχείρηση «Ανατολικό Μέτωπο» (Ostfront)

Για ολόκληρη την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1943 καμία νηοπομπή δεν διέσχισε τον Αρκτικό Ωκεανό. Οι Βρετανοί έχοντας υποστεί βαριές απώλειες κατά το προηγούμενο έτος είχαν διακόψει τις αποστολές νηοπομπών προς τη Ρωσία κατά τη διάρκεια των θερινών μηνών, προτιμώντας πλέον τη μυστικότητα του σκοτεινού αρκτικού χειμώνα που τους προφύλασσε από τα ενοχλητικά γερμανικά βλέμματα. Με τα περισσότερα γερμανικά θωρηκτά ακινητοποιημένα στα ναυπηγεία για επισκευές, τα μόνα αξιόμαχα πλοία που είχαν απομείνει στις γερμανικές βάσεις της Νορβηγίας ήταν εκείνα της Βόρειας Ομάδας Μάχης, αποτελούμενη από το βαρύ καταδρομικό μάχης Σάρνχορστ (Scharnhorst) και πέντε αντιτορπιλικά του 4ου Στολίσκου. Η διοίκησή της είχε ανατεθεί στον υποναύαρχο Έριχ Μπάϋ (Erich Bey), έναν έμπειρο διοικητή, παρασημοφορημένο με τον Σταυρό των Ιπποτών. Έχοντας πλήρη συναίσθηση των ευθυνών της νέας του διοίκησης σε μία τόσο κρίσιμη περίοδο, παρέδωσε στον Ντένιτς μία αναφορά με τις αδυναμίες του στόλου στη Νορβηγία, προβάλλοντας τρία σημεία ζωτικής σημασίας σε περίπτωση που μία έξοδος του Σάρνχορστ κρινόταν αναγκαία:

  • Το Σάρνχορστ δεν θα έπρεπε ποτέ να διακινδυνεύσει μόνο του μία επιχείρηση εναντίον συμμαχικής νηοπομπής πριν την επισκευή του Τίρπιτς.
  • Σε περίπτωση εξόδου του στόλου κρινόταν απαραίτητη η πλήρης δύναμη των 10 αντιτορπιλικών του 4ου Στολίσκου, όταν εκείνη τη στιγμή τα πέντε από αυτά βρίσκονταν αποσπασμένα σε λιμένες της Γερμανίας.
  • Τέλος, δεδομένης της τεχνολογικής υπεροχής των βρετανικών ραντάρ και των δυσχερών καιρικών συνθηκών του πολικού χειμώνα που απέκλειαν την αεροπορική υποστήριξη, το Σάρνχορστ θα μειονεκτούσε δραματικά εναντίον οποιουδήποτε βρετανικού σκάφους σε ενδεχόμενο ναυμαχίας.

Η αναφορά του Μπάϋ ωστόσο, πέρασε απαρατήρητη. Ο Ντένιτς ήταν αποφασισμένος να προβεί σε μία κίνηση για να μην θιγεί το γόητρό του. Με την έλευση του χειμώνα το βρετανικό ναυτικό είχε αρχίσει τις αποστολές πολεμικού υλικού στη Ρωσία, ενώ οι γερμανικές στρατιές στο ανατολικό μέτωπο πιέζονταν σκληρά. Η καταστροφή αυτών των εφοδίων θα χάριζε μία ανακούφιση στο γερμανικό στρατό και μία νίκη στο γερμανικό ναυτικό την οποία χρειαζόταν απελπισμένα για να αποφύγει την ατίμωση και την αυτοκαταστροφή του. Παρά τους προφανείς κινδύνους, ο Ντένιτς, στις 19 Δεκεμβρίου, έλαβε την απρόθυμη συγκατάθεση του Χίτλερ για μία έξοδο της Βόρειας Ομάδας Μάχης εναντίον της επόμενης βρετανικής νηοπομπής. Η επιχείρηση έλαβε την κωδική ονομασία «Ανατολικό Μέτωπο» (Ostfront). Την επόμενη ημέρα, (20 Δεκεμβρίου), το Γερμανικό Επιτελείο Ναυτικού πληροφορήθηκε από τη Λουφτβάφε τον απόπλου της αρκτικής νηοπομπής JW-55B, από τη δυτική ακτή της Σκωτίας με προορισμό το Μουρμάνσκ της Σοβιετικής Ένωσης. Την ίδια ημέρα ο Μπάϋ δήλωσε εγγράφως στον Ντένιτς την εκτίμησή του για την έξοδο του στόλου: «Φοβάμαι πως οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας θα πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στην τύχη ή κάποιο σοβαρό σφάλμα του αντιπάλου».

Το βρετανικό σχέδιο μάχης

Οι Βρετανοί γνωρίζοντας ότι ο γερμανικός στόλος στη Νορβηγία είχε περιοριστεί πλέον μόνο στο Σάρνχορστ και μερικά αντιτορπιλικά, ένιωθαν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν και τον τελευταίο αυτό κίνδυνο μόλις παρουσιαζόταν η ευκαιρία. Ήταν ένα καθήκον το οποίο θα ανελάμβανε ο ίδιος ο διοικητής του Βρετανικού Μητροπολιτικού Στόλου, ο 55χρονος ναύαρχος Σερ Μπρους Φρέιζερ (Sir Bruce Fraser). Έχοντας υιοθετήσει μία στρατηγική επιθετικότερη από εκείνη των προκατόχων του, ο Φρέιζερ είχε ενισχύσει τις δυνάμεις προστασίας των αρκτικών νηοπομπών και αναζητούσε την ευκαιρία να προκαλέσει τον γερμανικό στόλο σε ανοικτή ναυμαχία. Παρότι κόντευε να εξαντλήσει την ιεραρχία του Βρετανικού Ναυτικού, ούτε μία φορά δεν του είχε δοθεί η ευκαιρία να επισφραγίσει τις ικανότητές του με τις δάφνες μίας προσωπικής επιτυχίας που θα συνόδευε πάντα το όνομά του. Ως εκ τούτου, η βύθιση του τελευταίου αξιόμαχου γερμανικού σκάφους αντιπροσώπευε για εκείνον την ευκαιρία να επιτύχει αυτή την προσωπική νίκη.

Έχοντας την πεποίθηση ότι το γερμανικό ναυτικό, μετά από αδράνεια ενός έτους, θα σχεδίαζε μία επιθετική επιχείρηση στον Αρκτικό Ωκεανό, είχε προετοιμάσει ένα σχέδιο μάχης κατά του Σάρνχορστ, χρησιμοποιώντας σαν δόλωμα τη νηοπομπή JW-55Β, η οποία θα βρισκόταν μονίμως κάτω από την άγρυπνη επιτήρηση του στόλου του.

«Θωρηκτό» για τους Γερμανούς, ή «καταδρομικό μάχης» για τους Βρετανούς, το Σάρνχορστ ουσιαστικά αποτελούσε τη «χρυσή τομή» ανάμεσα στα δύο, συνδυάζοντας τα πυροβόλα και τη θωράκιση ενός θωρηκτού με την ταχύτητα ενός καταδρομικού. Όντας ταχύτερο από οποιοδήποτε βρετανικό πλοίο και με εμβέλεια πυρός 45 χλμ, σε μία ναυμαχία κάτω από συνθήκες έντονης θαλασσοταραχής θα είχε τη δυνατότητα να πλησιάσει γρήγορα τη νηοπομπή, να ανοίξει πυρ από μεγάλη απόσταση και να εμπλέκεται ή να απεμπλέκεται από τη μάχη κατά την κρίση του. Βασικός αντικειμενικός σκοπός λοιπόν, του Φρέιζερ ήταν πρώτα να του στερήσει το πλεονέκτημα της ταχύτητας, πλήττοντάς το με τορπίλες από τα μικρότερα σκάφη και κατόπιν να εμπλακεί μαζί του, όπου τα βαρύτερα πυροβόλα των 14 in του θωρηκτού HMS Duke of York θα του χάριζαν το πλεονέκτημα.

Για την τακτική εφαρμογή του σχεδίου του, ο Φρέιζερ είχε διαιρέσει τον στόλο του σε δύο δυνάμεις. Η «Δύναμη 1», αποτελούμενη από τα καταδρομικά HMS BelfastSheffield και Norfolk, υπό τη διοίκηση του αντιναυάρχου Ρόμπερτ Μπάρνετ (Rοbert Burnett), θα παρέπλεε σε μία παράλληλη πορεία με τη νηοπομπή, καλύπτοντας το νότιο πλευρό της, δηλαδή την πιθανότερη κατεύθυνση από όπου θα εκδηλωνόταν μία γερμανική επίθεση. Η «Δύναμη 2», αποτελούμενη από τη ναυαρχίδα του Φρέιζερ, το θωρηκτό Duke of York, το καταδρομικό Jamaica και τα αντιτορπιλικά SaumarezSavageScorpion και Sword, θα παρείχε τη βαριά κάλυψη της νηοπομπής, η οποία θα παραμόνευε περίπου 250 χλμ μακρύτερα από τη «Δύναμη 1» και θα είχε τον κύριο ρόλο στη βύθιση του Σάρνχορστ. Οι δύο δυνάμεις θα συνέκλιναν στην περιοχή της Θάλασσας Μπάρεντς, ανατολικότερα της Νήσου των Άρκτων, που αποτελούσε την περιοχή υψηλού κινδύνου των νηοπομπών. Μόλις τα σκάφη της «Δύναμης 1» αντιλαμβάνονταν την παρουσία του γερμανικού καταδρομικού θα διενεργούσαν την πρώτη κρούση με τις τορπίλες τους και ταυτόχρονα θα καλούσαν τη «Δύναμη 2» να σπεύσει στο σημείο για να καταφέρει τα βαριά πλήγματα.

Η μάχη

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα της 25ης Δεκεμβρίου, καθώς το Scharnhoprst απέπλεε υπό τη συνοδεία των αντιτορπιλικών Ζ 29, Ζ 30, Ζ 33, Ζ 34 και Ζ 38, ο Ντένιτς διεμήνυσε στον Μπάϋ τις τελευταίες οδηγίες του για την εκτέλεση της επιχείρησης: «Εκμεταλλευθείτε τα τακτικά πλεονεκτήματα με επιδεξιότητα και τόλμη. Η μάχη να διακοπεί μόνο εφόσον έχει επιτευχθεί πλήρης επιτυχία. Η ισχύς πυρός του Scharnhorst είναι ζωτικής σημασίας. Διακόψατε τη συμπλοκή κατά την κρίση σας, και χωρίς άλλη προειδοποίηση, εάν αντιμετωπίσετε βαριές μονάδες».

Παρά τα πομπώδη λόγια, ουσιαστικά, η κατάσταση επέστρεφε και πάλι στην παλαιά πολιτική της «αποφυγής περιττών κινδύνων» του Χίτλερ, την οποία υιοθετούσε τώρα με διπλωματική τέχνη ο Ντένιτς, έχοντας φροντίσει να καλύψει τον εαυτό του ανεξάρτητα από την έκβαση της μάχης: ναι μεν απαιτούσε ολοκληρωτική νίκη, αλλά ταυτόχρονα απαγόρευε στον Μπάϋ να εμπλακεί με βαριές μονάδες. Όπως αρκετοί άλλοι άτυχοι συνάδελφοι του στο παρελθόν, έτσι και αυτός, έπλεε τώρα προς το πεδίο της μάχης με το ένα χέρι δεμένο πίσω από την πλάτη.

Οι πρώτες πρωινές ώρες της 26ης Δεκεμβρίου ξημέρωσαν με μία θύελλα η οποία άγγιζε τα οκτώ Μπωφόρ και την ορατότητα να περιορίζεται στα 1.600 m, καθώς τα κύματα της βροχής εναλλάσσονταν με κύματα χιονόπτωσης. Το Scharnhorst, υπό τη συνοδεία των αντιτορπιλικών του και αγνοώντας την ύπαρξη των δύο ισχυρών βρετανικών δυνάμεων, κατευθυνόταν βορειοανατολικά προς αναζήτηση της νηοπομπής. Ο Γερμανός διοικητής υπολόγιζε να συναντήσει τη νηοπομπή μεταξύ 11.00-13.00, όταν το αμυδρό λυκόφως που επικρατούσε θα του έδινε πλεονέκτημα στον εντοπισμό και τη σκόπευση. Περί τις 07.30, προκειμένου να διευρύνει την περιοχή έρευνας, διέταξε τα αντιτορπιλικά του να ερευνήσουν προς νότο, ενώ εκείνος διατήρησε την αρχική πορεία του.

Οι υπολογισμοί και η πορεία έρευνάς του ήταν σωστά, αλλά ο Μπέρνετ είχε ευφυώς παρεμβάλει τη δύναμή του μεταξύ του Scharnhorst και της νηοπομπής. Η μεγαλύτερη εμβέλεια των βρετανικών ραντάρ έδωσε το πλεονέκτημα στα βρετανικά καταδρομικά και στις 08.35 το Belfast εντόπισε το στίγμα ενός μεγάλου σκάφους σε απόσταση 35 χλμ στα νότια να τον πλησιάζει. Όταν η απόσταση μειώθηκε στα 13 χλμ, τα τρία καταδρομικά αναπτύχθηκαν κατά μέτωπο και στις 09.30 το Norfolk, το βαρύτερο από τα τρία, άνοιξε πρώτο πυρ με καταπληκτική ευστοχία. Μία από τις οβίδες των 8 in της δεύτερης ομοβροντίας του κατέστρεψε ολοκληρωτικά το πρωτεύον ραντάρ του Scharnhorst -το κυριότερο μέσο σκόπευσης των πυροβόλων- αφήνοντας το πλοίο να βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στα οπτικά μέσα «τυφλής σκόπευσης», δηλαδή στοχεύοντας τις λάμψεις των αντίπαλων πυροβόλων. Εκείνη η βολή του Norfolk θα έκρινε την έκβαση της μάχης σε μεγάλο βαθμό -σε έναν τομέα 180 μοιρών στο μέτωπό του, το Scharnhorst ήταν κυριολεκτικά τυφλό. Χωρίς την προστασία των καταδρομικών του τη στιγμή που τα χρειαζόταν, ο Μπάϋ είχε αιφνιδιαστεί από την ασπίδα των βρετανικών καταδρομικών στην προσπάθειά του να προσεγγίσει τη νηοπομπή. Ωστόσο, διατηρούσε ακόμη αρκετά πλεονεκτήματα και κυρίως την ταχύτητά του. Ανακαλώντας τα αντιτορπιλικά να ενωθούν μαζί του, άφησε πίσω του ένα πυκνό προπέτασμα καπνού για να καλύψει την υποχώρησή του και αγγίζοντας τη μέγιστη ταχύτητά των 30 κόμβων έστρεψε νότια, υποκρινόμενο ότι τρεπόταν σε φυγή. Υπολόγιζε ότι με αυτό το τέχνασμα θα παρέσυρε τα εχθρικά σκάφη σε καταδίωξη και όταν θα βρισκόταν σε απόσταση ασφαλείας από τους διώκτες του θα έστρεφε πάλι βόρεια, διαγράφοντας ένα ημικύκλιο για να επιχειρήσει δεύτερη επίθεση κατά της νηοπομπής.

Το Scharnhorst βεβαίως, πλεονεκτούσε των βρετανικών καταδρομικών στην ταχύτητα κατά 6 κόμβους, αλλά δεν μπορούσε να ξεφύγει και από την εμβέλεια των ραντάρ τους. Στις 10.35, όταν το ίχνος του γερμανικού σκάφους βρισκόταν στην οριακή απόσταση των 35 χλμ και ήταν έτοιμο να χαθεί από τις βρετανικές οθόνες, το Belfast είδε το ασθενές στίγμα του να μεταβάλλει πορεία, στρεφόμενο βόρεια. Ο Μπέρνετ έστρεψε κι αυτός βορειοανατολικά για να παρεμβάλλει και πάλι τη δύναμή του ανάμεσα στην JW-55B και το Scharnhorst, κλείνοντάς του τον δρόμο.

Στις 11.00 ο Μπάϋ έλαβε μία ασαφή αναφορά της Luftwaffe για την παρουσία πέντε σκαφών σε απόσταση 270 χλμ. βορειοδυτικά Βορείου Ακρωτηρίου. Το σήμα δεν διευκρίνιζε την ταυτότητα των πλοίων, αλλά ο Γερμανός ναύαρχος υποπτεύθηκε αμέσως την ύπαρξη μίας βρετανικής Ομάδας Μάχης με ένα βαρύ σκάφος και τη συνοδεία του. Τώρα ήταν σαφές ότι υστερούσε δραματικά των αντιπάλων του σε αριθμούς και ισχύ πυρός. Όσο για τα αντιτορπιλικά του, αυτά παρότι κινούνταν στο μέγιστο της ταχύτητάς τους, αδυνατούσαν να αντεπεξέλθουν στις συνθήκες της σφοδρής θαλασσοταραχής και ο Μπάϋ γρήγορα συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να προλάβουν να ενωθούν μαζί του μέχρι τη στιγμή της επόμενης συμπλοκής. Οποιαδήποτε κίνηση θα έπρεπε να βασιστεί αποκλειστικά και μόνο στη δράση του Scharnhorst. Αναλογιζόμενος τα δεδομένα, πήρε τη σκληρή απόφαση να τηρήσει το αρχικό σχέδιο: η δεύτερη εχθρική Ομάδα Μάχης βρισκόταν ακόμα μακρυά για να αποτελέσει άμεσο κίνδυνο, οπότε είχε τον χρόνο με το μέρος του για να διακινδυνεύσει μία δεύτερη προσέγγιση της νηοπομπής, χωρίς την κάλυψη των αντιτορπιλικών του.

Στις 12.20 τα καταδρομικά του Μπέρνετ ήλθαν και πάλι σε επαφή με το Scharnhorst, το οποίο τώρα άνοιξε πρώτο πυρ με επιτυχία. Τα Norfolk και Sheffield δέχθηκαν τα βαρύτερα πλήγματα και σύντομα ετέθησαν εκτός μάχης. Μετά τη δεύτερη συμπλοκή του με τη βρετανική δύναμη, ο Μπάϋ όφειλε να παραδεχθεί ότι, ναι μεν είχε καταφέρει σοβαρά πλήγματα στους αντιπάλους του, αλλά ουσιαστικά, είχε αποτύχει στον σκοπό του να πλήξει τη νηοπομπή. Η υπεροχή των βρετανικών ραντάρ τους έδινε τη δυνατότητα να προλαμβάνουν την κάθε του κίνηση, ενώ η απώλεια του δικού του τού αφαιρούσε τη δυνατότητα να εκμεταλλευτεί το πλεονέκτημα της ισχύος πυρός του. Έχοντας πλέον απομακρυνθεί υπερβολικά από τα αντιτορπιλικά του μετά τον ελιγμό που είχε επιχειρήσει, έκρινε ότι οποιαδήποτε περαιτέρω συμπλοκή θα ευνοούσε αποκλειστικά τον αντίπαλο, οπότε διέταξε απεμπλοκή και επιστροφή στη Νορβηγία.

Με τα Norfolk και Sheffield ανίκανα πλέον να λάβουν μέρος στον αγώνα ταχύτητας καταδίωξης του Scharnhorst, ο Μπέρνετ είχε απομείνει μόνος με το Belfast, να το παρακολουθεί να απομακρύνεται στα νοτιοανατολικά, μεταβιβάζοντας κάθε 15 λεπτά τις πληροφορίες του στον Φραίηζερ, ο οποίος πλησίαζε ολοταχώς από δυτικά για να αποκόψει την οδό υποχώρησης του προς τη Νορβηγία.

Στις 16.48 το Duke of York είχε μειώσει την απόσταση που τον χώριζε από τον Μπέρνετ και σε απόσταση 12 χλμ εντόπισε με τα κιάλια του τη στενόμακρη επιθετική σιλουέτα του Scharnhorst, με την πλώρη του κάτασπρη από τον πάγο, να γλιστράει πάνω στα σκοτεινά κύματα με ένα αξεπέραστο μεγαλείο που άφησε τους πάντες εκστατικούς: «…Σαν ένα τεράστιο ασημένιο φάντασμα που ερχόταν καταπάνω σου!», όπως την περιέγραψε ένας αξιωματικός από τη γέφυρα του θωρηκτού.

Το Scharnhorst παγιδευμένο ανάμεσα σε δύο βρετανικές δυνάμεις, ετοιμάστηκε για την τελευταία του μάχη. Διαθέτοντας το πλεονέκτημα της ταχύτητας, κατάφερε να αυξήσει την απόσταση που τον χώριζε από τα βρετανικά σκάφη, ανοίγοντας πυρ εναντίον τους. Το Duke of York ανταπέδωσε, βάλλοντας στο μέγιστο της εμβέλειας των πυροβόλων του, προκειμένου να έχει μία ευκαιρία να πλήξει τον απομακρυσμένο αντίπαλο. Ωστόσο, τα βαρύτερα πυροβόλα του, σε συνδυασμό με την ακρίβεια του ραντάρ του, τού χάριζαν την υπεροχή. Οι χειριστές του Duke of York διέκριναν ολοκάθαρα στις οθόνες τους τούς πίδακες νερού που σήκωναν οι άστοχες βολές δίπλα στο Scharnhorst, δίνοντας αμέσως τις ανάλογες οδηγίες για τη διόρθωση της επόμενης βολής. Το γερμανικό καταδρομικό σημείωσε δύο επιτυχή πλήγματα κατά της ναυαρχίδας του Φραίηζερ, αλλά στις 18.20 το τελευταίο τού κατάφερε δύο μοιραία πλήγματα, καταστρέφοντας αρχικά τον πύργο «Α» και στη συνέχεια το Νο 1 λεβητοστάσιο. Η ταχύτητά του έπεσε απότομα στους 22 κόμβους –ήταν η ευκαιρία που αναζητούσε ο Φραίηζερ για να βάλει στη μάχη τα αντιτορπιλικά του.

Τα βρετανικά σκάφη πλησίασαν το Scharnhorst, και από απόσταση μικρότερη των 2 χλμ, εξαπέλυσαν 24 τορπίλες σε «άνοιγμα βεντάλιας». Στις 18.50 πέντε εκρήξεις συντάραξαν το καταδρομικό από την πλώρη μέχρι την πρύμνη, αφήνοντάς το πρακτικά ακίνητο. Το Duke of York μαζί με τρία καταδρομικά και οκτώ αντιτορπιλικά κύκλωσαν το πληγωμένο και ακινητοποιημένο σκάφος και, μετά από αλλεπάλληλα πλήγματα τορπιλών και βαρέων οβίδων, η ναυμαχία κατέληξε σε έναν διαγωνισμό σκοποβολής. Ο πύργος «B» είχε πια σιωπήσει από έλλειψη πυρομαχικών και από τα δευτερεύοντα πυροβόλα μόνο τα μισά λειτουργούσαν, βάλλοντας κατά των αντιτορπιλικών. Ο πύργος «C» ήταν ο μόνος ο οποίος ανταπέδιδε πυρά προς το Duke of York. Στις 19.00 ο κυβερνήτης του Scharnhorst, πλοίαρχος Φριτς Χίντσε (Fritz Hintze) έστειλε στο αρχηγείο το τελευταίο του μήνυμα «Μαχόμεθα μέχρι την τελευταία οβίδα. Ζήτω ο Φύρερ!». Λίγα λεπτά αργότερα ακολούθησε και η τελευταία ανακοίνωση του προς τους άνδρες του: «Σφίγγω το χέρι όλων σας για τελευταία φορά». Οι αντίστοιχες τελευταίες λακωνικές διαταγές του Φραίηζερ προς τα σκάφη του, αποδίδουν γλαφυρά την κατάσταση της μονόπλευρης πλέον, μάχης: «Εκκενώστε την περιοχή του στόχου. Θα παραμείνουν μόνο τα αντιτορπιλικά… Αποτελειώστε το με τορπίλες!».

Από την έναρξη της ναυμαχίας το Scharnhorst είχε δεχθεί τουλάχιστον 2.195 οβίδες όλων των διαμετρημάτων αρνούμενο να βυθιστεί. Τα αντιτορπιλικά ανέλαβαν να δώσουν τις χαριστικές βολές. Εξαπέλυσαν ένα σύνολο 55 τορπιλών, εκ των οποίων οι 11 βρήκαν τον στόχο τους. Με τα πυροβόλα του πύργου «C» να βάλλουν μέχρι το τέλος, το Scharnhorst αναποδογύρισε και βυθίστηκε στις 19.45 με τους κινητήρες του να λειτουργούν ακόμα. Ο υποναύαρχος Έριχ Μπάϋ και ο πλοίαρχος Φριτς Χίντσε, αμφότεροι τραυματισμένοι, το ακολούθησαν στον υγρό του τάφο. Από τους 1.963 άνδρες του πληρώματος επέζησαν μόνο 36 οι οποίοι περισυνελέγησαν και οδηγήθηκαν στην αιχμαλωσία.

Συνέπειες και αντίκτυπος

Γερμανοί αιχμάλωτοι αποβιβάζονται στο Σκάπα Φλόου στις 2 Ιανουαρίου 1944

Αγνοώντας τις δικές του ευθύνες για την τραγωδία, ο ναύαρχος Ντένιτς απέδωσε την ήττα στη συντριπτική υπεροχή του βρετανικού ραντάρ. Ο Χίτλερ, έχοντας εγκαταλείψει από καιρό κάθε ελπίδα νίκης από τον στόλο του επιφανείας, αντιμετώπισε το γεγονός φιλοσοφικά: αν τα εχθρικά ραντάρ ήταν τόσο καλά, τότε το Σάρνχορστ ήταν σαν έναν τυφλό που μάχεται εναντίον ενός πρωταθλητή της πυγμαχίας. Αμφότεροι βέβαια δεν παρέλειψαν να κατακρίνουν τον άτυχο υποναύαρχο Έριχ Μπάϋ για την έλλειψη επιθετικότητας: «Το θωρηκτό μας τράπηκε σε φυγή ενώπιον εχθρικών καταδρομικών, παρότι ήταν ανώτερο σε ισχύ πυρός και θωράκιση από εκείνα», είπε ο Ντένιτς, χωρίς, βέβαια, να αναφερθεί στις αντιφατικές διαταγές που του είχε δώσει.

Η μόνη πράξη αναγνώρισης της αξίας εκείνων των ανδρών, των οποίων η αυτοθυσία προδιδόταν πάντα από την ανικανότητα του επιτελών τους, προήλθε από τον θαυμασμό των αντιπάλων τους, το ίδιο εκείνο απόγευμα της 26ης Δεκεμβρίου. Ο Φρέιζερ, επιστρέφοντας στην Αγγλία, απευθύνθηκε στο πλήρωμά του Duke of York, παρουσία και των 36 Γερμανών επιζώντων: «Κύριοι, ελπίζω πως αν κάποιος από σας κληθεί ποτέ να κυβερνήσει ένα πλοίο στη μάχη εναντίον ενός συντριπτικά ανώτερου αντιπάλου, θα πολεμήσει τόσο γενναία όσο το Σάρνχορστ σήμερα».

Το ναυάγιο του Σάρνχορστ ανακαλύφθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 2000 από τον Νορβηγό εξερευνητή Alf Jacobsen σε βάθος 300 μέτρων.

Βιβλιογραφία

  • Fritz-Otto Busch: “Holocaust at Sea –The Drama of the Scharnhorst”. Reinhart & Company 1956.
  • John Winton: “The Death of the Scharnhorst”. Antony Bird Publications 1983.
  • Anthony J. Watts: “The Loss of the Scharnhorst”. Ian Allan, London 1970
  • Michael Ogden: “The Battle of North Cape”. William Kimber, London 1962.
  • Alf Jacobsen, “Scharnhorst”. Sutton Publishing, 2003.
  • Richard Humble: “Fraser of North Cape”. Routledge & Kegan Paul 1983.
  • Edwyn Gray: “Hitler’s Battleships”. Leo Cooper, London 1992.
  • David Irving: “Hitler’s War”. Macmillan London 1977.

The post Ναυμαχία στο Βόρειο Ακρωτήριο first appeared on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

ΓΕΝΙΚΕΣ

Αμερικανικά θωρηκτά στο Περλ Χάρμπορ από φωτογραφία που τραβήχτηκε από ιαπωνικό αεροσκάφος κατά διάρκεια της επίθεσης

Η Ιαπωνική αεροπορική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ πραγματοποιήθηκε νωρίς το πρωί στις 7 Δεκεμβρίου του 1941, κατά της αμερικανικής Ναυτικής, Στρατιωτικής και Αεροπορικής Βάσης του Περλ Χάρμπορ, λίγα χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Χονολουλού, επί της νότιας ακτής της νήσου Οάχου, των νήσων της Χαβάης, όπως αυτή είχε στο μεταξύ διαμορφωθεί και αναπτυχθεί την εποχή εκείνη.
Η επίθεση εξαπολύθηκε από την πολεμική αεροπορία του Ιαπωνικού Αυτοκρατορικού Ναυτικού εναντίον του Αμερικανικού Στόλου του Ειρηνικού, που βρισκόταν αγκυροβολημένος εκεί, επιφέροντας τεράστιες απώλειες στις ΗΠΑ (με περίπου 2.400 νεκρούς, πολλούς τραυματίες και ζημιές σε πολλά πολεμικά πλοία). Το γεγονός αυτό καθαυτό έθεσε τέλος στη μέχρι τότε εσωστρέφεια και ουδετερότητα των ΗΠΑ, που ήταν και η επικρατέστερη θέση της αμερικανικής κοινής γνώμης, οδηγώντας τη χώρα στην ενεργό εμπλοκή της στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Άποψη του Περλ Χάρμπορ, και της νησίδας Φορντ όπου έγινε η επίθεση του 1941.

Την επόμενη μέρα ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Φραγκλίνος Ρούσβελτ στον ιστορικό του λόγο χαρακτήρισε την 7η Δεκεμβρίου «ημέρα ντροπής» (για τις ΗΠΑ), συνεχίζοντας με την κήρυξη του πολέμου εναντίον της Ιαπωνίας και στις 11 Δεκεμβρίου, κατ΄ ακολουθία εναντίον της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας.
Σημειώνεται ότι αμέσως μετά την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, οι Ιάπωνες κατέλαβαν τη νήσο Γουαίηκ, τη νήσο Γκουάμ και το Χονγκ Κονγκ.

Ιστορικό πλαίσιο

Ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ (το 1933)

Είναι γεγονός ότι από το τέλος του Α’ Π.Π. οι Αμερικανοί είχαν πάψει να ενδιαφέρονται για τα διάφορα τεκταινόμενα στην Ευρώπη και αλλού διατηρώντας την πεποίθηση ότι η κυβέρνησή τους έπρεπε να φροντίζει μόνο για τις δικές τους υποθέσεις ακολουθώντας μια πολιτική ουδετερότητας. Παρότι μια ειδική έρευνα που είχε κάνει η αμερικανική Γερουσία, το 1930, είχε αποκαλύψει τα τεράστια κέρδη που είχαν αποκομίσει κατά την πρώτη παγκόσμια σύγκρουση, τραπεζίτες, εργοστασιάρχες πολεμικού υλικού και άλλοι, κοινώς λεγόμενοι «έμποροι πολέμου», μία νέα έρευνα του Ινστιτούτου Γκάλλοπ που έγινε στις ΗΠΑ τον Απρίλιο του 1937, το 70% των ερωτηθέντων θεωρούσε λάθος την αμερικανική επέμβαση στον πόλεμο 1914-1918. Έτσι οι αρνητικοί αυτοί παράγοντες υποχρέωσαν το Κογκρέσο, επί 2ης προεδρίας Φ. Ρούζβελτ, να φθάσει στο σημείο το 1935-1937, να ψηφίσει τον περίφημο «νόμο περί ουδετερότητας» ο οποίος απαγόρευε πλέον την πώληση όπλων και πολεμοφοδίων και τη χορηγία πιστώσεων σε εμπόλεμες χώρες, ανεξάρτητα αν προβαίνουν σε επίθεση ή δέχονται επίθεση. Ο νόμος αυτός αντικαταστάθηκε με νεότερο στις 29 Απριλίου του 1937 που επικύρωνε μια σειρά περιορισμών σε εμπορικές σχέσεις ενώ παράλληλα εισήγαγε και επικύρωνε τον όρο «Cash and Carry» (= πλήρωσε και πάρ’ το), που ουσιαστικά επέτρεπε σε εμπόλεμες χώρες ν΄αγοράζουν από τις ΗΠΑ τοις μετρητοίς (εκτός από όπλα και πολεμοφόδια) αναλαμβάνοντας οι ίδιες τη μεταφορά τους. Στις 6 Οκτωβρίου του ίδιου έτους (1937) η Γουώλλ Στρητ Τζόρναλ έγραφε «Πρέπει να πάψουμε επιτέλους ν΄ ανακατευόμαστε στις ξένες υποθέσεις. Η Αμερική επιθυμεί ειρήνη».

Την πολιτική αυτή του «απομονωτισμού» φέρεται να ακολουθούσε και ο πρόεδρος Ρούζβελτ ακόμα και στους προεκλογικούς του λόγους για τη τρίτη θητεία το 1940 δεσμευόμενος μεταξύ άλλων: «Μιλώ σε σας, μητέρες και πατέρες, και θέλω να σας διαβεβαιώσω για ένα μόνο πράγμα. Το έχω ήδη ξαναπεί, θα το ξαναπώ όμως και πάλι, και πάλι, και πάλι. Δεν θα στείλουμε ποτέ τα παιδιά σας για να πολεμήσουν σε ξένους πολέμους».

Και όμως ο Πρόεδρος Ρούζβελτ απεργαζόταν ήδη τον αμερικανικό επεμβατισμό από το 1939, απορρίπτοντας έτσι τον απομονωτισμό, που αργά ή γρήγορα με την πολιτική του, θα προκαλούσε οπωσδήποτε κάποια επίθεση από τα «ολοκληρωτικά» κράτη.

Η Ιαπωνία είχε εμπλακεί σε πόλεμο με την Κίνα ήδη από το 1937. Έχοντας καταλάβει μεγάλο μέρος της χώρας, κυβερνάται ουσιαστικά από μια ομάδα στρατιωτικών με ισχυρές επεκτατικές βλέψεις. Οι ΗΠΑ δυσφορούν από την επέκταση της Ιαπωνίας και προσπαθούν, με εμπορικούς αποκλεισμούς και άλλα μέτρα, να την περιορίσουν. Οι Ιάπωνες, ωστόσο, δεν είναι διατεθειμένοι να απεμπολήσουν τις κατακτήσεις τους, ούτε να εγκαταλείψουν την επεκτατική τους πολιτική. Εκμεταλλεύονται τις συγκυρίες και μεγαλώνουν την σφαίρα των κατακτήσεών τους, εκδιώκοντας ουσιαστικά τους Γάλλους από την Ινδοκίνα. Το σκεπτικό των Ιαπώνων είναι, σε γενικές γραμμές, το εξής: Η Ιαπωνία εξαρτάται κατά το 90% της βιομηχανικής παραγωγής της από πόρους εκτός της χώρας. Κατά συνέπεια, οι πόροι αυτοί πρέπει να βρεθούν εντός της Ιαπωνικής επικράτειας. Οι ΗΠΑ, σκέπτονται οι στρατιωτικοί στο Τόκιο ασφαλώς θα αντιδράσουν σε αυτό, όπως έχουν ήδη κάνει. Κατά συνέπεια, αργά ή γρήγορα, θα εμπλακούν σε πόλεμο. Ο εμπορικός αποκλεισμός, όμως, θέτει το πρόβλημα των πρώτων υλών και, ιδιαίτερα, των καυσίμων: Η Ιαπωνία έχει δημιουργήσει αποθέματα επαρκή για επιχειρήσεις για ένα έτος. Αν μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα δεν επιτύχει τους στόχους της, τότε θα βρεθεί, παρά τον πανίσχυρο στόλο και τη λαμπρή αεροπορία που έχει δημιουργήσει, σε πολύ δυσχερή θέση. Κατά συνέπεια, όσο πιο γρήγορα αρχίσει η κατάκτηση πλουτοπαραγωγικών πηγών, τόσο καλύτερα. Ο Αρχηγός του ιαπωνικού στόλου, Ιζορόκου Γιαμαμότο, προτείνει την καταστροφή του Αμερικανικού στόλου του Ειρηνικού, που εδρεύει στο Περλ Χάρμπορ, χωρίς να προηγηθεί κήρυξη πολέμου. Αν ο στόχος επιτευχθεί, η Ιαπωνία θα έχει απόλυτη ελευθερία κινήσεων σε ολόκληρο τον Ειρηνικό. Ο Γιαμαμότο δεν εθελοτυφλεί: Εκτιμά ότι οι ΗΠΑ θα αναπληρώσουν τις απώλειες, θα απαιτηθούν όμως δύο χρόνια έως τρία χρόνια για να το πετύχουν, κατά τη διάρκεια των οποίων η Ιαπωνία θα έχει πλέον στην κατοχή της ό,τι χρειάζεται για την αντιμετώπιση των αμερικανικών δυνάμεων και την τελική νίκη. Στις 5 Νοεμβρίου, και ύστερα από αρκετούς δισταγμούς, το Γενικό Επιτελείο αποδέχεται το σχέδιο του Γιαμαμότο για επίθεση στο Περλ Χάρμπορ.

Οι Αμερικανοί δεν περίμεναν να τους επιτεθούν οι Ιάπωνες, επειδή πίστευαν ότι τα πλοία τους δεν ήταν ευάλωτα σε τορπίλες, αφού τα νερά ήταν ρηχά. Το πρόβλημα έλυσε ο άνθρωπος που είχε αναλάβει τη σχεδίαση της επίθεσης, πλωτάρχης Μινόρου Γκέντα, ο οποίος πέτυχε να κατασκευάσει τορπίλες με ειδικά πτερύγια, τα οποία τις εμπόδιζαν να πλήξουν τον βυθό. Έτσι, οι Αμερικανοί υπέστησαν στρατηγικό και τακτικό αιφνιδιασμό.

Η προετοιμασία

Για την επίτευξη του στόχου ο Γιαμαμότο κρίνει ότι απαιτείται πολύ προσεκτική προετοιμασία και άριστη εκπαίδευση των αεροπόρων που θα συμμετάσχουν. Επιλέγεται, ως τόπος εκπαίδευσης, η ακτή της Καγκοσίμα (Kagoshima Bay) λόγω των ομοιοτήτων που παρουσιάζει με το Περλ Χάρμπορ. Οι πιλότοι εκπαιδεύονται εντατικά, ωστόσο παρουσιάζεται μια τεχνική δυσχέρεια: Η απόφαση συμμετοχής τορπιλοβόλων αεροπλάνων είναι ήδη ειλημμένη, αλλά μια τορπίλη που ρίπτεται από αεροπλάνο βυθίζεται κατά 20 μέτρα και ύστερα ανεβαίνει καθώς πλησιάζει το στόχο της. Το Περλ Χάρμπορ όμως έχει μόνο 12 μέτρα βάθος. Κατά συνέπεια οι τορπίλες δεν θα πλήξουν στόχους, αλλά θα «καρφωθούν» στο βυθό. Την επίλυση του προβλήματος αναλαμβάνει ο πλωτάρχης Μινόρου Γκέντα. Με υπόδειξή του, κατασκευάζονται τορπίλες με ειδικά πτερύγια ανάσχεσης της βύθισης, οι οποίες έγινε δυνατό να παραδοθούν μόλις δύο ημέρες πριν την αναχώρηση του στόλου. Η επιτυχία τους δεν είναι ιδιαίτερα εξασφαλισμένη, καθώς δεν υπήρχε επαρκής χρόνος για δοκιμές. Η πράξη, ωστόσο, έδειξε ότι η σχεδίαση ήταν απόλυτα επιτυχής.

Από την πλευρά των Αμερικανών δεν υπάρχει η παραμικρή ανησυχία. Η αμερικανική διοίκηση θεωρεί ότι η Χαβάη απέχει πολύ από τις ιαπωνικές βάσεις, ώστε οι Ιάπωνες να τολμήσουν εναντίον της οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια. Ως συνέπεια, δεν τοποθετούν τα ανθυποβρυχιακά δίκτυα ούτε απλώνουν επάνω από τη βάση το φράγμα αεροστάτων. Το τελευταίο γίνεται ύστερα από παραίνεση του Γενικού Επιτελείου, που συνιστά να αποφεύγεται η λήψη μέτρων που θα μπορούσαν να ανησυχήσουν τον αμερικανικό πληθυσμό. Τα σκάφη, όπως συνηθίζεται, είναι ελλιμενισμένα το Σαββατοκύριακο, ώστε να μη στερηθούν οι Αμερικανοί ναύτες την έξοδό τους. Η αντιαεροπορική άμυνα δεν ενισχύεται (είναι, βέβαια, επαρκής για την αντιμετώπιση αεροπορικής επίθεσης) ούτε καμουφλάρονται οι εγκαταστάσεις της βάσης, τα αεροδρόμια ή οι δεξαμενές καυσίμων. Κανείς δεν υποπτεύεται ότι ένα ιαπωνικό κατασκοπευτικό δίκτυο μεταδίδει πληροφορίες υπό μορφή καθημερινών προγραμμάτων τοπικού ραδιοφωνικού σταθμού. Η βάση συνεχίζει την ειρηνική της ζωή με βάση το σκεπτικό «αυτό δεν πρόκειται να συμβεί σε μένα!» («It will not happen to me!»). Έτσι, ο ναύαρχος Χάσμπαντ Κίμελ (Husband E. Kimmel) και ο στρατηγός Γουόλτερ Σορτ (Walter C. Short) δεν έχουν λάβει κανένα απολύτως μέτρο για την προστασία της βάσης, εκτός από την επαύξηση της επαγρύπνησης εναντίον δολιοφθορών από τον εντόπιο ιαπωνικής καταγωγής πληθυσμό. Η κατοπινή παραπομπή τους σε Στρατοδικείο δεν θα αποκαλύψει παρά μόνο την άγνοια της αμερικανικής ηγεσίας προς τα διεθνώς τεκταινόμενα της εποχής.

Οι Αμερικανοί έχουν, ωστόσο, ένα σοβαρό στρατηγικό πλεονέκτημα: Έχουν καταφέρει να αποκρυπτογραφήσουν τον ιαπωνικό κώδικα ανταλλαγής μηνυμάτων. Με τον τρόπο αυτό η Ουάσιγκτον πληροφορείται την επίθεση, όταν, όμως, στέλνει το σήμα συναγερμού στο Περλ είναι ήδη αργά. Διαθέτουν, επίσης, ραντάρ. Η δυσπιστία, όμως, των αξιωματικών προς την νέα αυτή εφεύρεση είναι τόση, ώστε η προειδοποίηση της επίθεσης από το ραντάρ απλά αγνοήθηκε, όπως επισημαίνεται πιο κάτω. Επίσης, υπήρξε μία σειρά από παθολογίες και εμπόδια στον τομέα των υπηρεσιών πληροφοριών, που οδήγησαν στον αιφνιδιασμό. Ένα από αυτά ήταν η «στεγανοποίηση», δηλαδή ο περιορισμός της πρόσβασης στα δεδομένα. Το ναυτικό θεωρούσε το πεζικό κατώτερο και δεν του έδινε τις απαραίτητες πληροφορίες. Κυριαρχούσε το σκεπτικό «need to know», δηλαδή «θα μάθεις μόνον ό,τι είναι απαραίτητο».

Η επίθεση

Η επίθεση προγραμματίζεται να διεξαχθεί στις 7 Δεκεμβρίου 1941, ημέρα Κυριακή. Την επιχείρηση αναλαμβάνει η 1-η μοίρα αεροπλανοφόρων του Ιαπωνικού στόλου με επικεφαλής τον Ναύαρχο Τσουίτσι Ναγκούμο. Η δύναμή του περιλαμβάνει έξι αεροπλανοφόρα (Ακάγκι, Κάγκα, Χιριού, Σοριού, Σοκακού, Ζουϊκακού), τα οποία μεταφέρουν, συνολικά, 423 αεροσκάφη, καταδιωκτικά, βομβαρδιστικά οριζοντίου επιθέσεως και καθέτου εφορμήσεως καθώς και βομβαρδιστικά μεταποιημένα σε τορπιλοβόλα. Επικεφαλής αυτής της αεροπορικής δύναμης είναι ο πλοίαρχος Μιτσούο Φουσίντα. Περιλαμβάνει, επίσης δύο θωρηκτά,τρία καταδρομικά, εννέα αντιτορπιλικά καθώς και οκτώ πετρελαιοφόρα σκάφη, τα οποία είναι μεν απαραίτητα, επιβάλλουν όμως σχετικά βραδεία πορεία. Έξι από τα μεγαλύτερης ακτίνας δράσης υποβρύχια της μοίρας μεταφέρουν πέντε «υποβρύχια τσέπης», με πλήρωμα δύο ανδρών το καθένα και δύναμη πυρός από δύο μικρές τορπίλες, ώστε στο αεροπορικό όπλο εναντίον της βάσης να προστεθεί και το υποβρύχιο.

Ο στόλος ξεκινά από την Ιαπωνία στις 2 Δεκεμβρίου 1941. Έχει αποφασιστεί, για την αποφυγή επισήμανσής του, να ακολουθηθεί πορεία από τη βόρεια πλευρά του Ειρηνικού, η οποία είναι σχεδόν έρημη από σκάφη. Αυτό έχει ως συνέπειες τη δυσχερέστατη πορεία των σκαφών λόγω των πολύ κακών καιρικών συνθηκών και την εξασφάλιση της απόλυτης μυστικότητας της πορείας του: Οι Αμερικανοί δεν καταφέρνουν να εντοπίσουν τον ιαπωνικό στόλο ούτε όταν αυτός έχει πλέον λάβει πορεία προς Ιαπωνία: Αγνοούν πώς κατάφερε να προσεγγίσει το Περλ και να επιστρέψει αλώβητος στη βάση του. Οι εντολές του Ναγκούμο ορίζουν ότι αν ανακαλυφθεί η μοίρα 4 ημέρες πριν την επίθεση, οφείλει να ματαιώσει την αποστολή. Αν ανακαλυφθεί 2 ή 3 ημέρες πριν, θα αποφασίσει ο ίδιος αν θα την εκτελέσει ή όχι και αν ανακαλυφθεί σε λιγότερο από 2 ημέρες πριν, θα την εκτελέσει ανεξάρτητα από την επισήμανσή του. Τον πραγματικό στόχο της αποστολής γνωρίζουν μόνον τα πληρώματα των αεροσκαφών και, φυσικά, ο Ναύαρχος και το επιτελείο του. Η πορεία του στόλου δεν επισημαίνεται, αλλά εν πλω φθάνουν δύο σήματα από τον ραδιοφωνικό – κατασκοπευτικό σταθμό: Το ένα διευκρινίζει το ανεμπόδιστο, από φράγμα αεροστάτων, της προσέγγισης των αεροπλάνων. Το άλλο προκαλεί αντιπαράθεση μεταξύ Ναγκούμο και Φουσίντα: Τα αεροπλανοφόρα Σαρατόγκα, Λέξιγκτον και Εντερπράιζ, κύριος στόχος της επίθεσης, δεν βρίσκονται πλέον στο Περλ: Το τελευταίο επισκευάζεται στο Σαν Ντιέγκο, τα άλλα δύο παραδίδουν αεροπλάνα σε άλλες αμερικανικές βάσεις του Ειρηνικού. Ο Φουσίντα θεωρεί ότι ο κύριος στόχος της επίθεσης δεν υφίσταται πλέον και προτείνει την ματαίωση της επιχείρησης. Ο Ναγκούμο, ωστόσο, θεωρεί ότι οκτώ θωρηκτά, τρία καταδρομικά, τέσσερα αντιτορπιλικά και πολλά βοηθητικά σκάφη παραμένουν αξιολογότατος στόχος, καθώς τα αεροπλανοφόρα θα στερηθούν την απαραίτητη υποστήριξη από σκάφη επιφανείας, αν δοκιμάσουν να αναλάβουν δραστηριότητα. Η πορεία δεν ανακόπτεται. Ο Ναγκούμο, δύο μέρες πριν την άφιξη της μοίρας στο προκαθορισμένο σημείο αποκαλύπτει στους ναυτικούς τον πραγματικό στόχο της αποστολής. Επικρατεί πολύ μεγάλος ενθουσιασμός.

Στο μεταξύ τα «υποβρύχια τσέπης» φθάνουν στο Περλ. Έφεδρος σημαιοφόρος της ναρκοθέτιδας «Κόντορ» επισημαίνει ένα από αυτά και ειδοποιεί το σκάφος περιπολίας – έχει βάρδια το αντιτορπιλικό «Γουόρντ». Αυτό, ωστόσο, δεν καταφέρνει να εντοπίσει το άγνωστο υποβρύχιο και εγκαταλείπει την προσπάθεια, αφού ο κυβερνήτης του υποθέτει ότι ο σημαιοφόρος στο «Κόντορ» έσφαλε.

Στις 07:02 το πρωί της 7ης Δεκεμβρίου δύο νεαροί υπαξιωματικοί έχουν βάρδια στο σταθμό ραντάρ. Το όχημα που θα τους μεταφέρει στο κέντρο της βάσης έχει καθυστερήσει, κι έτσι δεν έχουν αποχωρήσει ακόμη, όταν μένουν άφωνοι ρίχνοντας μια ματιά στην οθόνη του ραντάρ: Πολυάριθμα μαύρα στίγματα έχουν κάνει την εμφάνισή τους σε αυτήν. Επικοινωνούν με τον υπολοχαγό Τάιλερ, αξιωματικό υπηρεσίας, αναφέροντας την επισήμανση. Ο Τάιλερ αποκρίνεται με δυο λέξεις, που έμελλε να μείνουν ιστορικές: «Forget ’em» («Ξεχάστε τα»). Λίγα λεπτά αργότερα, ωστόσο, τα «μαύρα στίγματα», που είναι το πρώτο κύμα των ιαπωνικών αεροπλάνων, με επικεφαλής τον ίδιο τον Φουσίντα, έχουν φθάσει στο Οάχου και βλέπουν τους στόχους τους εκεί που περίμεναν να είναι: Στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη και κατά μήκος μιας αποβάθρας που αποκαλείται «Battleship Row» (στοίχος πολεμικών). Ο Φουσίντα στέλνει στη μοίρα το συμφωνημένο σύνθημα ότι οι στόχοι είναι στη θέση τους και η επίθεση αρχίζει: «Tora, tora, tora». (Tora στα ιαπωνικά σημαίνει τίγρη). Το σήμα φθάνει όχι μόνον στη μοίρα, αλλά και 5.000 μίλια μακρύτερα, στη ναυαρχίδα του Γιαμαμότο, ο οποίος ενθουσιάζεται. Τα ιαπωνικά αεροσκάφη αναπτύσσονται και αρχίζουν το έργο τους, κτυπώντας όλα τα σκάφη που βρίσκονται ελλιμενισμένα. Παράλληλα, ένα μέρος των αεροπλάνων έχει εντολή να επιλέξει ως στόχο τα αμερικανικά αεροπλάνα που βρίσκονται το ένα πλάι στο άλλο (με το σκεπτικό ότι να μπορούν να καλυφθούν εύκολα, αν παρίστατο ανάγκη!), ώστε τα ιαπωνικά να δράσουν χωρίς εναέριο αντίπαλο. Πλήττουν τα αεροδρόμια της βάσης και καταστρέφουν στο έδαφος σχεδόν το σύνολο της αμερικανικής αεροπορίας.

Το πρώτο κύμα ολοκληρώνει το έργο του και σε δυάδες ή τριάδες τα αεροσκάφη αποχωρούν για να τα διαδεχθεί το δεύτερο κύμα, στο οποίο δεν περιλαμβάνονται τορπιλοβόλα. Επικεφαλής του δεύτερου κύματος είναι ο υπαρχηγός του Φουσίντα, Σικεγκάζου Σιμαζάκι. Οι δυσκολίες του δεύτερου αυτού κύματος είναι πολύ μεγαλύτερες, καθώς ο ουρανός καλύπτεται από σύννεφα καπνού από την κατεστραμμένη βάση και τα καιόμενα σκάφη. Παράλληλα, η αντιαεροπορική άμυνα έχει αρχίσει τη δράση της – αν και πάσχει από έλλειψη πυρομαχικών: Για λόγους ασφαλείας, όπως συμβαίνει σε καιρό ειρήνης, τα πυρομαχικά βρίσκονται όχι κοντά στα πυροβόλα, αλλά στις αποθήκες και (πολύ λίγα) αμερικανικά αεροπλάνα έχουν απογειωθεί για την αντιμετώπιση του εισβολέα. Αυτοί οι παράγοντες συντελούν ώστε το δεύτερο κύμα να μην έχει τα εντυπωσιακά αποτελέσματα του πρώτου: Ολοκληρώνει, απλά, τις ζημίες στα σκάφη και αφήνει μια από τις πλέον βασικές εγκαταστάσεις, αυτή των καυσίμων (την επιλεγόμενη «φάρμα δεξαμενών», tank farm) ανέπαφη. Τα αεροσκάφη εξαντλώντας τις βόμβες τους αποχωρούν. Οι απώλειές τους, είναι απίστευτα ελαφρές: 9 καταδιωκτικά, 15 βομβαρδιστικά κάθετης εφόρμησης και 5 τορπιλοβόλα (σύνολο ανδρών 55), όταν το Τόκιο υπολόγιζε ότι η αποστολή θα εθεωρείτο επιτυχής με την απώλεια του 50% των αεροσκαφών και του 30% των πλοίων.

Με την επιστροφή των αεροπλάνων στη μοίρα γίνεται απολογισμός της επιχείρησης από τον Φουσίντα, ο οποίος, έχοντας επισημάνει την ακεραιότητα στόχων όπως η «tank farm» προτείνει τον ανεφοδιασμό των αεροπλάνων και την εξαπόλυση τρίτου κύματος επίθεσης. Όμως ο Ναγκούμο είναι υπερβολικά σώφρων: Τα σκάφη των ΗΠΑ καταστράφηκαν, οι ίδιες απώλειες είναι ελάχιστες, δεν υπάρχουν λόγοι να επαυξηθούν για στόχους χωρίς μεγάλη αξία. Ο Φουσίντα προτείνει να προηγηθεί αναγνώριση της ευρύτερης περιοχής για να εντοπισθούν τα αεροπλανοφόρα, όμως ο Ναγκούμο έχει πάρει την απόφασή του και έχει ήδη δώσει την εντολή στη μοίρα να ανακρούσει πρύμνα. Οι διαμαρτυρίες και οι προτάσεις του Φουσίντα δεν τον μεταπείθουν και η μοίρα παίρνει το δρόμο της επιστροφής.

Τα αποτελέσματα

Απώλειες

Τα σκάφη που βρέθηκαν στο Περλ Χάρμπορ τη στιγμή της επίθεσης ήταν τα εξής:

Το θωρηκτό West Virginia βαριά κτυπημένο. Θα βυθιστεί λίγο αργότερα.

Θωρηκτά

  • USS Arizona (BB-39) – Βυθίστηκε. Βρίσκεται και σήμερα στο βυθό του όρμου και από πάνω του έχει δημιουργηθεί πλωτή αποβάθρα, ώστε να είναι επισκέψιμο.
  • USS Oklahoma (BB-37) Ανατράπηκε. Ολική απώλεια.
  • USS West Virginia (BB-48) Βυθίστηκε. Ανελκύσθηκε, επισκευάσθηκε και επανεντάχθηκε στο στόλο τον Ιούλιο του 1944
  • USS California (BB-44) Βυθίστηκε. Ανελκύσθηκε, επισκευάσθηκε και επανεντάχθηκε στο στόλο τον Μάϊο του 1944
  • USS Nevada (BB-36) – Υπεστη σοβαρότατες ζημίες. Επισκευάσθηκε και επανεντάχθηκε στο στόλο τον Δεκέμβριο του 1942
  • USS Pennsylvania (BB-38) – Βρισκόταν στη δεξαμενή. Υπέστη ελαφρές σχετικά ζημίες, επισκευάσθηκε και επανεντάχθηκε στο στόλο τον Αύγουστο του 1942
  • USS Maryland (BB-46) – Υπεστη σοβαρότατες ζημίες. Επισκευάσθηκε και επανεντάχθηκεστο στόλο τον Φεβρουάριο του 1942
  • USS Tennessee (BB-43) – Υπέστη ελαφρές σχετικά ζημίες, επισκευάσθηκε και επανεντάχθηκε στο στόλο τον Μάρτιο του 1942

Καταδρομικά

  • USS Helena (CL-50) – Υπεστη σοβαρότατες ζημίες. Επισκευάσθηκε και επανεντάχθηκε στο στόλο τον Ιούνιο του 1942
  • USS Honolulu (CL-48) – Υπέστη ελαφρές σχετικά ζημίες, επισκευάσθηκε και επανεντάχθηκε στο στόλο τον Ιανουάριο του 1942
  • USS Raleigh (CL-7) – Υπέστη σοβαρότατες ζημίες. Επισκευάσθηκε και επανεντάχθηκε στο στόλο τον Ιούλιο του 1942

Αντιτορπιλικά

  • USS Cassin (DD-372) – Βρισκόταν στη δεξαμενή. Υπέστη σοβαρότατες ζημίες. Επισκευάσθηκε και επανεντάχθηκε στο στόλο τον Φεβρουάριο του 1944
  • USS Downes (DD-375) – Βρισκόταν στη δεξαμενή. Υπέστη σοβαρότατες ζημίες. Ανακατασκευάσθηκε και επανεντάχθηκε στο στόλο τον Νοέμβριο του 1943
  • USS Helm (DD-388) – Υπέστη ζημίες, επισκευάσθηκε και επανεντάχθηκε στο στόλο τον Ιανουάριο του 1942
  • USS Shaw (DD-373) – Βρισκόταν στη δεξαμενή. Υπέστη σοβαρότατες ζημίες.

Ζημιές υπέστησαν επίσης και όλα τα βοηθητικά σκάφη και σκάφη συνοδείας που βρίσκονταν στο Περλ.

Λοιπές απώλειες

Καταστράφηκαν επί του εδάφους 92 αεροσκάφη του αμερικανικού ναυτικού, 31 έπαθαν ζημιές, ενώ καταστράφηκαν και 77 αεροσκάφη του αμερικανικού στρατού και άλλα 128 υπέστησαν ζημίες. Ουσιαστικά, η αεροπορική δύναμη στον Ειρηνικό είχε απομείνει με ελάχιστες δυνάμεις, που απέτρεπαν τη συμμετοχή της σε μεγάλες επιχειρήσεις.

Σε ανθρώπινες ζωές, οι ΗΠΑ θρήνησαν 2.500 περίπου νεκρούς και είχαν, επίσης, περισσότερους από 1.000 τραυματίες. Οι Ιάπωνες είχαν συνολικά 64 νεκρούς (55 αεροπόρους και εννέα από τα υποβρύχια τσέπης).

Πολιτικές συνέπειες

Τα πολιτικά αποτελέσματα της επίθεσης ήταν κατά πολύ σημαντικότερα από τα στρατιωτικά / στρατηγικά. Η επίθεση αυτή προκάλεσε ισχυρότατο κύμα αγανάκτησης στις ΗΠΑ. Ο Πρόεδρος Φραγκλίνος Ρούζβελτ εκφωνεί έναν από τους πλέον διάσημους λόγους του, στηλιτεύοντας την άνανδρη επίθεση με τη φράση «…a date which will live in infamy» («η ημέρα αυτή θα καταγραφεί ως ημέρα ντροπής στην Ιστορία»). Η φράση του Προέδρου απηχεί το λαϊκό αίσθημα: Οι Αμερικανοί αποκαλούν τους Ιάπωνες «yellow bastards» και η κοινή γνώμη, που πριν μερικές ώρες ήταν κατά οποιασδήποτε εμπλοκής σε εχθροπραξίες, τώρα μεταστρέφεται και ζητά την κήρυξη πολέμου στην Ιαπωνία. Αφουγκραζόμενος το λαϊκό αίσθημα, ο Πρόεδρος κηρύσσει αυθημερόν τον πόλεμο στην Ιαπωνία (μερικές ημέρες αργότερα, στις 11 Δεκεμβρίου, θα κάνει το ίδιο και στη Γερμανία) και η απόφασή του επικυρώνεται με μία μόνο ψήφο κατά (της Τζάνετ Ράνκιν, Γερουσιαστού της Μοντάνα) από την Γερουσία. Η πολιτική αυτή απόφαση είναι από μόνη της πολύ σημαντική: Ανατρέπει τα μέχρι τότε δεδομένα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αφού εισάγει σε αυτόν την μεγαλύτερη, σε οικονομική ισχύ, χώρα του πλανήτη. Ασφαλώς θα χρειάζονταν πολλοί μήνες ακόμη για την εμπλοκή των ΗΠΑ στον Πόλεμο. Η ιαπωνική ενέργεια τις έθεσε σε αυτόν, βγάζοντάς τις από τον απομονωτισμό, τον οποίο επιθυμούσε η ευρεία μάζα του πληθυσμού μέχρι τις 7 Δεκεμβρίου. Η είσοδος των ΗΠΑ στον πόλεμο ενθουσιάζει τον Βρετανό Πρωθυπουργό, Ουίνστον Τσώρτσιλ, ο οποίος στήριζε την πολιτική και τις ελπίδες του στην είσοδο των ΗΠΑ στη σύρραξη. Αντίθετα, στη Γερμανία η είσοδος των ΗΠΑ στον Πόλεμο γίνεται δεκτή με σκεπτικισμό και εκνευρισμό: Ο Χίτλερ και οι περί αυτόν – και ιδιαίτερα ο Γκέρινγκ – δεν θεωρούν τις ΗΠΑ σημαντική στρατιωτική δύναμη. Ο Γκέρινγκ δηλώνει «Δεν υποτιμώ τους Αμερικανούς. Είναι ασυναγώνιστοι στην κατασκευή ξυριστικών λεπίδων. Μην ξεχνάτε, ωστόσο, ότι η λέξη “bluff”(μπλόφα) είναι το κλειδί της κοινωνίας τους…». Η γερμανική ηγεσία, ωστόσο, δεν παραβλέπει ότι οι ΗΠΑ θα είναι αρωγός, έστω και οικονομικός, της Βρετανίας, άρα απομακρύνεται η δυνατότητα να καταβληθεί ο έσχατος εχθρός σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Στην Ιαπωνία η μοίρα του Ναγκούμο γίνεται δεκτή με ενθουσιώδεις εκδηλώσεις. Ογδόντα εκατομμύρια άτομα παραληρούν για την μεγάλη νίκη, ο Φουσίντα γίνεται εθνικός ήρωας και ο Αυτοκράτωρ απαιτεί να τον δεχθεί σε ακρόαση κατά παράβαση του πρωτοκόλλου (ο Φουσίντα είναι ταπεινής καταγωγής). Ο πολεμικός παροξυσμός φθάνει στο αποκορύφωμά του. Ένας άνθρωπος μόνον παραμένει βλοσυρός: Ο ίδιος ο δημιουργός της επιχείρησης Γιαμαμότο. Σε σχετικές ερωτήσεις των συνεργατών του απαντά ότι δεν είναι ευχαριστημένος. Τα αεροπλανοφόρα, ο κύριος στόχος της επιχείρησης δεν επλήγησαν. Οι ΗΠΑ αντέδρασαν με μεγαλύτερη ταχύτητα και βιαιότητα από όση αναμενόταν. Εν τούτοις, η Ιαπωνία είχε επιτύχει τον στόχο που είχε θέσει, σχεδιάζοντας την επίθεση: Είχε κερδίσει τον χρόνο που της ήταν απαραίτητος για να επεκτείνει την Αυτοκρατορία της στην νοτιοανατολική Ασία, χωρίς να χρειαστεί να εμπλακεί σε μάχες με τις ΗΠΑ. Μπόρεσε, έτσι, να καταλάβει ανενόχλητη τις Φιλιππίνες, την Ινδονησία και όλες τις περιοχές που θεωρούσε απαραίτητες για να επιτύχει τον μακροπρόθεσμο στόχο της, την αυτονομία της σε πλουτοπαραγωγικές περιοχές και πρώτες ύλες. Αποδείχθηκε, όμως, ότι η άποψη του Φουσίντα για εξαπόλυση τρίτου κύματος ήταν, στρατηγικά, ορθότερη της άποψης που επέβαλε ο Ναγκούμο: Πριν περάσουν έξι μήνες, οι ΗΠΑ επιφέρουν την πρώτη ήττα στις ιαπωνικές δυνάμεις, στη Ναυμαχία του Μίντγουεϊ, και ανατρέπουν τη στρατηγική κατάσταση στον Ειρηνικό. Αν το τρίτο κύμα, που είχε προτείνει ο Φουσίντα, είχε εξαπολυθεί και επιτύχει τον στόχο του, οι ΗΠΑ θα είχαν αναγκασθεί να εγκαταλείψουν όλες τις βάσεις τους στον Ειρηνικό και να αποσυρθούν στη δυτική ακτή της χώρας τους, αυξάνοντας κατά 2.200 μίλια την απόστασή τους από το θέατρο επιχειρήσεων της Ιαπωνίας.

Πηγές

  • Ρεϊμόν, Καρτιέ (1966) [έτος γαλλ. έκδοσης 1964]. Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. τόμος Α΄. Αθήνα: ΠΑΠΥΡΟΣ.

The post Επίθεση στο Περλ Χάρμπορ… first appeared on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

ΓΕΝΙΚΕΣ

Η Μάχη του Γοργοπόταμου έγινε στις 25 Νοεμβρίου 1942 από αντιστασιακούς των οργανώσεων ΕΔΕΣ και ΕΛΑΣ, που συνεργάστηκαν υπό το συντονισμό Βρετανών πρακτόρων, εναντίον κυρίως ιταλικών και γερμανικών δυνάμεων που υπεράσπιζαν τη γέφυρα του Γοργοποτάμου. Το αποτέλεσμα ήταν η καταστροφή της γέφυρας, μια σημαντική επιτυχία της Αντίστασης που έδρασε ενωμένη. Ο στόχος της ήταν να αποκόψουν τον ανεφοδιασμό των γερμανικών δυνάμεων στη βόρειο Αφρική. Τελικά όμως είχε συμβολική σημασία, αφού η μάχη του Ελ Αλαμέιν είχε ήδη γίνει και η τύχη των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Αφρική είχε πια καθοριστεί. Το 1982, με τον Νόμο 1285, η επέτειος της μάχης καθιερώθηκε ως ετήσιος πανελλαδικός εορτασμός της Εθνικής Αντίστασης.

Ο Γοργοπόταμος έχει συνδεθεί με την Εθνική Αντίσταση εναντίον των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής. Στις 25 Νοεμβρίου του 1942 ενωμένες αντιστασιακές δυνάμεις του ΕΔΕΣ του Ναπολέοντα Ζέρβα και του ΕΛΑΣ του Άρη Βελουχιώτη, με συντονισμό από Βρετανούς πράκτορες της οργάνωσης SOE, ανατίναξαν την σιδηροδρομική γέφυρα του Γοργοποτάμου. Στην επιχείρηση έλαβαν μέρος 86 αντάρτες του ΕΛΑΣ, 52 του ΕΔΕΣ και 14 Αγγλοι κομάντος, ενώ την γέφυρα υπερασπιζόταν μία φρουρά αποτελούμενη από εκατό Ιταλούς στρατιώτες και πέντε Γερμανούς, οι οποίοι διέθεταν βαρύ οπλισμό. Η επιχείρηση της γέφυρας του Γοργοποτάμου αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πράξεις αντίστασης στην κατεχόμενη Ευρώπη την περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Η καταστροφή της γέφυρας ήταν ένας από τους τρεις πιθανούς στόχους της αποστολής Χάρλινγκ (Operation Harling), που είχε σχεδιαστεί από το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Οι άλλοι στόχοι ήταν μία από τις γέφυρες Παπαδιάς, Ασωπού. Η ανατίναξη της σιδηροδρομικής γέφυρας του Ασωπού έγινε τον Ιούνιο του 1943 μόνο από βρετανούς αξιωματικούς, με επικεφαλής τον Νεοζηλανδό λογαχό Στοτ. Για την αποστολή Harling έπεσαν με αλεξίπτωτα δύο ομάδες στα τέλη Σεπτεμβρίου και μία ομάδα τον Οκτώβριο. Ηγέτες της αποστολής ήταν ο συνταγματάρχης Έντι Μάγιερς και ο ταγματάρχης Κρις Γουντχάους, οι οποίοι ήλθαν σε επαφή πρώτα με τον ΕΛΑΣ και τον Άρη Βελουχιώτη και στη συνέχεια με τον ΕΔΕΣ και τον Ναπολέοντα Ζέρβα. Στις 12 Νοεμβρίου ο Ναπολέων Ζέρβας επικοινώνησε με τον Άρη Βελουχιώτη του ΕΛΑΣ. Συναντήθηκαν στη Βίνιανη στις 14 του μηνός, όπου του ζήτησε να συμμετάσχει στην επιχείρηση, ώστε να περαστεί το μήνυμα της συνεργασίας των αντιστασιακών δυνάμεων. Ο δύσπιστος αρχικά Βελουχιώτης, έπειτα από αρκετή ώρα, συμφώνησε και το βράδυ της 25ης προς 26η Νοεμβρίου έγινε η επίθεση για την κατάληψη της γέφυρας και στη συνέχεια η ανατίναξή της.

Νάρκη στο Γοργοπόταμο

Στις 29 Νοεμβρίου του 1964 περίπου 10.000 άτομα, κυρίως οπαδοί της Αριστεράς, συγκεντρώθηκαν στη σιδηροδρομική γέφυρα του Γοργοπόταμου, προκειμένου να παραστούν στην τελετή για τα 22 χρόνια από την ανατίναξή της από Βρετανούς κομάντος σε συνεργασία με δυνάμεις του ΕΔΕΣ και του ΕΛΑΣ. Η τελετή ήταν επεισοδιακή, καθώς αποδοκιμάστηκαν αξιωματικοί και πολιτικοί της Δεξιάς. Μετά την αναχώρηση των επισήμων και ενώ αποχωρούσε το πλήθος, η έκρηξη μίας νάρκης σκόρπισε τον θάνατο. Απολογισμός 13 νεκροί (ανάμεσά τους κι ένα κοριτσάκι 12 ετών, η Κική Λιακοπούλου από τον Δομοκό). Οι τραυματισμένοι έφτασαν τους 51, πολλοί ήταν σοβαρά, ενώ φέρετρα μεταφέρθηκαν στο Νοσοκομείο Λαμίας για να εναποτεθούν σ’ αυτά οι νεκροί. Το πόρισμα των ανακριτικών αρχών μιλούσε για έκρηξη παλιάς αμερικανικής νάρκης του τύπου που εχρησιμοποιείτο από το στρατό κατά τον Εμφύλιο, η οποία είχε τοποθετηθεί εκεί πριν από πολύ καιρό. Ωστόσο στα χρόνια που ακολούθησαν δεν εξασθένησαν οι υποψίες περί εσκεμμένης ενέργειας.

The post Ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου first appeared on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

ΓΕΝΙΚΕΣ

Βρετανοί στριατιώτες που βρίσκονται οχυρωμένοι στον κρατήρα μιας βόμβας

Η μάχη του Καμπρέ ήταν αιματηρή μάχη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στην οποία για πρώτη φορά στην ιστορία έγινε μεγάλη χρήση τεθωρακισμένων. Ήταν μια κίνηση των Βρετανών για να διασπάσουν το μέτωπο των Γερμανών προς όφελος των συμμάχων. Παρόλη την χρήση των τανκς, οι απώλειες και από τις δύο πλευρές ήταν τεράστιες, χωρίς όμως να επέλθει η νίκη για κάποια από τις δυο πλευρές, ούτε και να αλλάξει την διαδρομή του μετώπου. Η μάχη διεξήχθη στα περίχωρα της πόλης Καμπραί, στη βορειοανατολική Γαλλία.

Πριν την μάχη

Το 1917 είχε καταρρεύσει το Ρωσικό μέτωπο. Οι Γερμανοί ενίσχυσαν τις επιθέσεις τους στο ανατολικό μέτωπο, αναγκάζοντάς τους να αποσπάσουν ανθρώπινο δυναμικό και πυρομαχικά από το δυτικό μέτωπο. Οι σύμμαχοι αντιλήφθηκαν την ευκαιρία και άρχισαν επιθέσεις με νέες δυνάμεις, χωρίς όμως να σημειώσουν καμία σημαντική επιτυχία. Οι φρικτές απώλειες και η απάνθρωπη ζωή στο μέτωπο άρχισαν να διαβρώνουν το ηθικό των στρατιωτών που όλο και πιο συχνά διαμαρτύρονταν και αρνούνταν να πολεμήσουν. Τα σωφρονιστικά μέτρα ήταν σκληρά. Το 1917 δύο νέα μέλη προσχώρησαν στην συμμαχία, οι ΗΠΑ και η Ελλάδα, μπαίνοντας στον πόλεμο και ενισχύοντας το ηθικό των Γάλλων.

Στις 20 Μαΐου οι Βρετανοί εξαπόλυσαν σφοδρή επίθεση στην Φλάνδρα. Μετά από σημαντικές απώλειες και μόλις πενιχρά αποτελέσματα, η επίθεση σταμάτησε τον Νοέμβριο. Η τακτική της δολιοφθοράς του εχθρού δεν επέφερε αποτελέσματα, και έτσι οι στρατηγοί αναζητούσαν νέες μεθόδους. Οι Βρετανοί έδωσαν έμφαση στα όλο και πιο πολυάριθμα τανκς. Όμως οι Γερμανοί γρήγορα αναψύχωσαν και βρήκαν τα αδύνατα σημεία της θωράκισης, έτσι ώστε με φλογοβόλα και πολυβόλα κατάφερναν να τα θέτουν εκτός μάχης. Επίσης το ανώμαλο και ελώδες έδαφος της Φλάνδρας καθιστούσε δυσχερή την ολίσθηση των ερπιστίων.

Οι Γερμανοί από την μεριά τους έδιναν βάρος στα σώματα επιδρομών, και στην ευελιξία για να αντιμετωπίζουν τις επιθέσεις του εχθρού. Εγκέφαλος της τακτικής αυτής ήταν ο Όσκαρ φον Χούτιρ, από τον οποίο και ονομάστηκε.

Η προετοιμασία της μάχης

Χάρτης του πεδίου μάχης στις 19 Νοεμβρίου 1917

Τον Ιούνιο του 1917 οι Τζων Φρέντερικ Τσαρλς Φούλλερ και Χένρυ Χιούτζ Τούτνορ εξαπέλυσαν επίθεση με τα τανκς στην Καμπραί. Ο στρατηγός Τζούλιαν Μπυρν, διοικητής της Τρίτης Βρετανικής Στρατιάς, ενώ αρχικά αποσκοπούσε στην κατάληψη της Καμπραί, υιοθέτησε την συμβουλή που πήρε και άλλαξε τα σχέδια, με νέο στόχο να διαπεράσει το γερμανικό μέτωπο. Έδωσε μάλιστα την διαταγή να διασπάσει το γερμανικό μέτωπο στο σημείο αυτό, αφήνοντας πύλη ανοιχτή με πρόσβαση στα μετόπισθεν του εχθρού. Η επιλογή της Καμπραί βασίζονταν κυρίως στην φυσική διαμόρφωση του εδάφους της περιοχής που ήταν πιο επίπεδο και πιο σκληρό και άντεχε το πέρασμα των τανκς.

Το δαιδαλώδες σχέδιο της μάχης προέβλεπε την συγκέντρωση της σφοδρής επίθεσης σε ένα περιορισμένο χώρο πλάτους πέντε χιλιομέτρων μεταξύ Canal du Nord και Canal de Saint-Quentin για να διασπάσει την άμυνα των Γερμανών. Την πρώτη μέρα θα γινόταν επίθεση του 3ου σώματος από τον Νότο με κατεύθυνση πορείας προς Crèvecoeur και Bonavis. Το ιππικό θα ενίσχυε την επίθεση αυτή. Το 4ο σώμα θα επιτίθονταν στο βορά και θα καταλάμβαναν τις πόλεις Havrincourt, Flesquières, Graincourt και Marcoing. 216 τανκς θα έπαιρναν μέρος στην πρώτη επίθεση, ενώ 96 εφεδρικά θα περίμεναν.

Κατά την διάρκεια της μάχης δοκιμάστηκαν για πρώτη φορά νέες τακτικές πολέμου, και νέοι συνδυασμοί επίθεσης με τανκς, πεζικό και αεροπλάνα. Μπροστά προέλαυναν τα τανκς, ακολουθούμενα από πεζικό σε μια απόσταση 45-50 μέτρων. Μερικά από τα τανκς ξεδίπλωναν γέφυρες πάνω από τα χαρακώματα για να περνάν οι πεζικάριοι που ακολουθούσαν. Άλλα τανκς μετέφεραν πυρομαχικά για εφοδιασμό μέσα στο πεδίο της μάχης.

Η διεξαγωγή της μάχης

Η επίθεση των Βρετανών

Χάρτης του πεδίου μάχης το απόγευμα της 20ης Νοεμβρίου 1917

Ο βρετανικός στρατός στην αρχή της μάχης είχε παραταχθεί από δεξιά προς τα αριστερά ως εξής: η 55η μεραρχία West Lancashire Jeudwine, η 12η ‘ανατολική μεραρχία Άρθουρ Σκοτ, η 20ή ελαφρή μεραρχία Ντάγκλας Σμιθ, η 6η μεραρχία Τόμας Μάρντεν, η 51η μεραρχία των Highland Τζωρτζ Χάρπερ, η 62η μεραρχία 2nd West Riding Γουόλτερ Μπράιθγουεϊτ, και η 36η μεραρχία Ulster Όλιβερ Νάγκετ. Μία ακόμα εφεδρική, η 29η βρετανική μεραρχία Henry de Beauvoir de Lisle ήταν έτοιμη να εκτελέσει εντολές.

Πηγές

  • Terry C. Treadwell: Cambrai, The First Tank Battle. Cerberus Publishing, London 2004, 2006. ISBN 1-84145-042-1
  • Gerald Gliddon: VC’s of the First World War – Cambrai 1917. Sutton, London 2004. ISBN 0-7509-3409-3
  • Guntram Schulze-Wegener (Chefredakteur): Militär & Geschichte. Pabel-Moewig, Rastatt 2004, Nr. 17, S.6–21.
  • Hedley Paul Willmott: Der erste Weltkrieg. Gerstenberg, Hildesheim 2003, S.220–223. ISBN 3-8067-2549-7
  • Jack Horsfall: Cambrai, The Right Hook (Battleground Europe). Cooper, London 2000, ISBN 0-85052-632-9
  • Alan Jack Smithers: Cambrai, The First Great Tank Battle 1917. Pen & Sword Books, London 1992, ISBN 0-85052-268-4

The post Μάχη του Καμπρέ –  ήταν αιματηρή μάχη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στην οποία για πρώτη φορά στην ιστορία έγινε μεγάλη χρήση τεθωρακισμένων appeared first on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

ΓΕΝΙΚΕΣ

Αλέξανδρος κατά Δαρείου στη μάχη της Ισσού

Η Μάχη της Ισσού (ή 1η Μάχη της Ισσού) ήταν η σημαντική μάχη ανάμεσα στο στρατό του Μέγα Αλέξανδρου το 333 π.Χ. στο στενό που διαμορφωνόταν εκείνη την εποχή μεταξύ όρους Ἁμανός και Ισσικού κόλπου, κοντά στις Κιλίκιες πύλες, κατά του στρατού του Δαρείου Γ’ μεγάλου βασιλέα της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών (των Περσών). Γνωρίζοντας ο Αλέξανδρος πως ο Δαρείος έχει συγκεντρώσει στην κοιλάδα των Σώχων μεγάλο στρατό έστειλε τον Παρμενίωνα με τους Θράκες, τους Θεσσαλούς και τους άλλους Έλληνες να καταλάβει τη στενή διάβαση που οδηγούσε από την Κιλικία στη Συρία, που διερχόταν μεταξύ του όρους Ἁμανός και της θάλασσας, δηλαδή του Ισσικού κόλπου και το φύλαγε μικρή δύναμη, η οποία τράπηκε αμέσως σε φυγή. Ο Αλέξανδρος ασχολήθηκε πρώτα με την υποταγή των ορεινών φυλών της τραχείας Κιλικίας, επέστρεψε κατόπιν στην Ταρσό και προελαύνοντας με τους επίλεκτους πεζούς και τους ιππείς έφθασε διαδοχικά στους Σόλους και στη Μαλλό, πόλη που απάλλαξε από όλους τους φόρους και τίμησε με άλλους τρόπους, καθώς θεωρείτο αποικία των Αργείων με ιδρυτή τον Αμφίλοχο.

Τακτικές κινήσεις πριν τη μάχη

Τακτικές κινήσεις των δύο στρατών πριν τη μάχη

Στο μεταξύ πλησίαζε στην περιοχή το στράτευμα που είχε συγκροτήσει ο Δαρείος από όλες τις επικράτειες της αυτοκρατορίας. Ο Δαρείος είχε αποφασίσει αρχικά να αναθέσει την αρχηγία του εκστρατευτικού σώματος στον αξιότερο στρατηγό του. Μετά τον θάνατο του στρατηγού Χαρίδημου, ελλείψει άλλων ικανών στρατηγών, την αρχηγία ανέλαβε ο άπειρος περί τα πολεμικά Δαρείος, όπως τον περιγράφει η μακεδονική προπαγάνδα, παρότι οι τακτικές κινήσεις του έφεραν τον Αλέξανδρο προ απροόπτου πριν την τελική μάχη και τον ανάγκασαν σε ταχύτατη προέλαση της εμπροθοφυλακής του μάλλον παρά του συνόλου του στρατεύματος ως περιγράφεται. Ο περσικός στρατός κινήθηκε δυτικά και στρατοπέδευσε στην πεδιάδα των Σώχων, στη νότια Ασσυρία, αναμένοντας την άφιξη του Αλέξανδρου. Καθώς περνούσαν οι ημέρες και ο Αλέξανδρος δεν είχε ακόμη εμφανιστεί, ο Δαρείος συνεκτιμώντας με τους επιτελείς του ότι ο Αλέξανδρος δίσταζε, αποφάσισε να κινηθεί από την άνετη πεδιάδα στα στενά περάσματα της Κιλικίας. Μάταια προσπάθησε ο Αμύντας να μεταπείσει τον μεγάλο βασιλέα. Ο Δαρείος, εμπιστευόμενος τη γνώμη των αξιωματούχων του, σύμφωνα με την οποία οι Πέρσες θα καταπατούσαν τους Έλληνες μόνο με το ιππικό τους, εγκατέλειψε την ευρύχωρη πεδιάδα των Σώχων και κατευθύνθηκε προς την Κιλικία για να συναντήσει τον Αλέξανδρο.

Χάρτης της εκστρατείας, όπου απεικονίζεται και η πορεία προς την Ισσό

Την επομένη ο στρατός του Αλέξανδρου ξεκίνησε την πορεία του. Διαβαίνοντας τις Αμανίδες πύλες, η ελληνική στρατιά έφθασε στην Ισσό. Εκεί ο Αλέξανδρος άφησε τους ασθενείς και τους τραυματίες και συνέχισε νότια, στρατοπεδεύοντας κοντά στην πόλη Μυρίανδρο. Την ίδια ώρα ο περσικός στρατός μέσω των Αμανιδών πυλών κατόρθωσε να φθάσει στην Ισσό χωρίς να γίνει αντιληπτός. Οι Πέρσες εισήλθαν στην πόλη και εξολόθρευσαν όλους τους ασθενείς και τραυματίες Έλληνες που βρίσκονταν εκεί. Με αυτόν τον τρόπο διαμόρφωσαν και την ανάγκη διαφορετικής στρατηγικής αντιμετώπισής τους, καθώς αν γινόταν μάχη, οι Πέρσες θα ήταν αναγκασμένοι να πολεμήσουν στη στενή πεδιάδα της Ισσού, ανάμεσα στη θάλασσα και τα Αμανικά όρη.

Όταν πληροφορήθηκε το γεγονός ο Αλέξανδρος θεώρησε την πληροφορία λανθασμένη. Για να την εξακριβώσει, έστειλε μια τριακόντορο να πλεύσει βόρεια προς την Ισσό. Οι αξιωματικοί που επέβαιναν είδαν με τα μάτια τους τα πλήθη της περσικής στρατιάς στρατοπεδευμένα κοντά στη θάλασσα, βόρεια του ποταμού Πίναρου. Μετά από την εκτέλεση της αποστολής του το πλοίο επέστρεψε και οι άνδρες του ανέφεραν στον Αλέξανδρο ό,τι είχαν δει. Βέβαιος πλέον για την ακριβή θέση στην οποία βρισκόταν ο εχθρός, ο Αλέξανδρος, συγκαλώντας τους στρατηγούς, τους ιλάρχους και τους ηγέτες των συμμάχων, τους ανήγγειλε την επερχόμενη μάχη, εξήγησε το λάθος του Δαρείου, που καθήλωσε τις δυνάμεις του από την ευρυχωρία της πεδιάδας των Σώχων στη στενή διάβαση, θύμισε ιδιαίτερα στους Έλληνες ότι πολεμούν για το κοινό συμφέρον της Ελλάδας ενώ οι μισθοφόροι ομογενείς τους με τον Δαρείο δόλια αγωνίζονταν, έφερε στη μνήμη όλων το κατόρθωμα των μυρίων με ηγέτη τον Ξενοφώντα, παρόλο που δε διέθετε ιππικό, ενώ τώρα ο στρατός τόσους διέθετε ιππείς Θεσσαλούς και Βοιωτούς και Πελοποννήσιους και Μακεδόνες και Θράκες. Πάνω από όλα παρουσίασε τη νίκη ως αναμφισβήτητη και όλοι επικρότησαν όσα είπε. Σφίγγοντάς του το χέρι, τον παρακάλεσαν να τους οδηγήσει αμέσως εναντίον των εχθρών. Εκείνος τους άφησε ελεύθερους, ζητώντας καλό φαγητό για τους στρατιώτες και προφυλακή ιππέων και στρατιωτών στις πύλες. Πριν αναχωρήσει από τη Μυρίανδρο οδήγησε τέθριππο στη θάλασσα ως προσφορά στον Ποσειδώνα, πιθανώς για να αποτραπεί μια άκαιρη επέμβαση του φοινικικού στόλου.

Παράταξη των στρατευμάτων

Αντιπαράταξη πριν τη μάχη

Ο Αλέξανδρος φέρεται πως απείχε από τους Πέρσες πάνω από εκατό στάδια. Αναχωρώντας βράδυ, έφθασε κατά τα μεσάνυχτα στη διάβαση μεταξύ Αμανού και θάλασσας, στις ονομαζόμενες Κιλίκιες πύλες -ή Σύριες-, από τις οποίες είχε διαβεί προ δύο ημερών. Γενόμενος και πάλι κύριος αυτής της αξιόλογης τοποθεσίας, ανάπαυσε εδώ τον στρατό του την υπόλοιπη νύχτα και κατά την αυγή προχώρησε βόρεια, εναντίον του Δαρείου. Στην αρχή η διάβαση ήταν τόσο στενή, ώστε ο στρατός υποχρεωνόταν να προχωρεί σε κέρας. Το ιππικό ακολουθούσε το πεζικό. Λίγο αργότερα, όμως, όταν η διάβαση έγινε ευρύτερη, ο Αλέξανδρος ανέπτυξε το μέτωπο του στρατού του, μεταφέροντας προς τα εμπρός τις διάφορες τάξεις των οπλιτών. Πλησιάζοντας στον ποταμό Πίναρο, παρέταξε τον στρατό για μάχη. Το δεξιό άκρο το κατέλαβαν οι υπασπιστές, και μετά από αυτούς από δεξιά προς τα αριστερά πέντε τάξεις της φάλαγγας υπό τους Κοίνο, Περδίκκα, Μελέαγρο, Πτολεμαίο και Αμύντα. Ο Κρατερός ήταν επικεφαλής στις τρεις τελευταίες αριστερές τάξεις και ο Παρμενίων σε ολόκληρη την αριστερή πτέρυγα. Το πλάτος της πεδιάδας μεταξύ του όρους δεξιά και της θάλασσας αριστερά δεν ξεπερνούσε τα 14 στάδια. Παρόλα αυτά ο Αλέξανδρος, φοβούμενος μην κυκλωθεί από την υπεράριθμη περσική στρατιά, έδωσε εντολή στον Παρμενίωνα να μην απομακρυνθεί από τη θάλασσα και τού έστειλε όλο το συμμαχικό ιππικό, καθώς και τους ελαφρά οπλισμένους Θράκες και Κρήτες πεζούς.

Με αυτόν τον τρόπο διευθέτησε το στράτευμά του ο Αλέξανδρος. Ο Δαρείος, από την πλευρά του, μαθαίνοντας ότι ο Αλέξανδρος ερχόταν εναντίον του, αποφάσισε να πολεμήσει εκεί που ήταν στρατοπεδευμένος, κοντά στον ποταμό Πίναρο, του οποίου οι όχθες ήταν σε ορισμένα σημεία απόκρημνες και είχαν γίνει με τα χαρακώματα ακόμα πιο δυσπρόσιτες• επιπλέον, για να παραταχθεί αφαλέστερα, ο μεγάλος βασιλέας έστειλε πριν από όλα πέρα από τον ποταμό 30.000 ιππείς και 20.000 ψιλούς, δηλαδή ελαφρά οπλισμένους. Κατόπιν γέμισε όλον τον χώρο μεταξύ του όρους και της θάλασσας κοντά στον Πίναρο με 90.000 οπλίτες, από τους οποίους οι 30.000 Έλληνες κατέλαβαν το κέντρο, και ανά 30.000 Ασιάτες οπλίτες, οι Κάρδακες, κατέλαβαν τις δύο πλευρές. Στα υψώματα αριστερά στάθηκαν 20.000 άνδρες, για να χτυπήσουν την πίσω και τη δεξιά πλευρά του Αλέξανδρου. Ο υπόλοιπος αναρίθμητος όχλος παρέμεινε αχρησιμοποίητος, επειδή ήταν στενός ο τόπος και, το χειρότερο, δε διευθετήθηκε έτσι ώστε να συνδράμει όπου πιθανώς χρειαζόταν, αλλά εγκλωβίστηκε άτακτα στο πίσω μέρος των Ελλήνων μισθοφόρων και των Ασιατών οπλιτών. Πάντως, αφού παρατάχθηκε με αυτόν τον τρόπο ο στρατός, ανακλήθηκαν οι 30.000 ιππείς και οι 20.000 πεζοί που είχαν περάσει τον Πίναρο• και ένα μέρος μεν εκείνου του ιππικού στάλθηκε καταρχήν στην άκρα αριστερή πτέρυγα, αλλά επειδή η περιοχή ήταν ορεινή και δεν μπορούσε να κινηθεί, έλαβε εντολή να πάει στη δεξιά πτέρυγα, όπου ήδη βρισκόταν και το άριστο τμήμα του περσικού ιππικού. Ο ίδιος ο Δαρείος κατά το περσικό έθος κατέλαβε το κέντρο όλης της παράταξης, με πολλούς ευγενείς ιππείς γύρω του, πίσω από το πεζικό των Ελλήνων οπλιτών.

Η μάχη

Η αποφασιστική στιγμή της επίθεσης του Αλέξανδρου

Καθώς, όμως, συγκεντρώθηκε κοντά στον ποταμό αυτή η σημαντική περσική δύναμη, αξιόλογο τμήμα της οποίας συγκροτούσαν 30.000 Έλληνες οπλίτες, η μάχη προαναγγελόταν πεισματική, αν και παραδόξως τελείωσε εύκολα και γρήγορα. Αναπαύοντας για λίγο τα στρατεύματά του, ο Αλέξανδρος άρχισε να προχωρεί βάδην προς τα εμπρός, υποθέτοντας ότι οι εχθροί θα περνούσαν τον ποταμό, για να επιτεθούν πρώτοι. Βλέποντάς τους, όμως, να παραμένουν ακίνητοι πίσω από τον ρηχό ποταμό, εξακολούθησε να προχωρά. Φθάνοντας σε απόσταση βέλους παρέλαβε το ιππικό υπό τους Περοίδα και Παντόρδανο, τους υπασπιστές και τις τάξεις του στρατού στα δεξιά της φάλαγγας, επιτάχυνε τον βηματισμό, πέρασε τον ποταμό και χτύπησε αιφνιδιαστικά τους Κάρδακες της αριστερής πτέρυγας των Περσών. Εκείνοι, αντιστεκόμενοι για λίγο μόνο, έστρεψαν σχεδόν αμέσως τα νώτα και το χειρότερο, όταν αντιλήφθηκε ο Δαρείος την τροπή που πήραν τα πράγματα, πίστεψε πως διέτρεχε και ο ίδιος τον έσχατο κίνδυνο και έτρεξε γεμάτος πανικό με το άρμα του πίσω από τους φυγάδες. Μόλις είχε αρχίσει η μάχη και το μεγαλύτερο τμήμα του στρατού ήταν ακέραιο• 60.000 οπλίτες, 100.000 ιππείς και δεκάδες χιλιάδες πεζοί, όταν οι αντίπαλοι συνολικά δεν ξεπερνούσαν τους 30.000 άνδρες, ενώ εκείνοι που καταδίωκαν τους Πέρσες ήταν λιγότεροι από τους μισούς. Όμως ο Δαρείος καταλήφθηκε από τέτοιο τρόμο, ώστε έφευγε ασταμάτητα• συναντώντας δε μερικά φαράγγια και ανώμαλα εδάφη, πήδηξε από το άρμα και συνέχισε τη φυγή έφιππος, πετώντας συγχρόνως την ασπίδα, το τόξο και την κάνδυ, δηλαδή τον βασιλικό μανδύα.

Το αποτέλεσμα αυτής της οπισθοχώρησης ήταν προφανές. Στο μέσο και τη δεξιά πλευρά των Περσών όπου βρίσκονταν οι Έλληνες μισθοφόροι και οι άριστοι από τους ιππείς Πέρσες, αγωνίστηκαν μεν γενναία κατά των τάξεων της φάλαγγας υπό τον Κρατερό και τον Παρμενίωνα, και κατά των Θεσσαλών ιππέων, όσο υπέθεταν ότι ο Δαρείος ήταν παρών. Οι Έλληνες μάλιστα μισθοφόροι αντιλαμβανόμενοι κάποιες ρωγμές στη μακεδονική φάλαγγα αντιστάθηκαν τόσο πεισματικά, ώστε εδώ έπεσαν και ο ταξιάρχης Πτολεμαίος του Σελεύκου και 120 πεζέταιροι. Αλλά και στο άκρο αριστερό πλευρό οι Θεσσαλοί και οι Πελοποννήσιοι δέχθηκαν μεγάλη πίεση από τη μάζα του περσικού ιππικού. Παρόλα αυτά οι ιππείς διατήρησαν τις θέσεις τους, αν και οι αντίπαλοι υπερτερούσαν αριθμητικά. Ωστόσο, η κατάρρευση της αριστερής πλευράς του περσικού στρατού επέτρεψε στον Αλέξανδρο να στρέψει τη σφήνα του ιππικού προς το κέντρο κατά των Περσών και ιδιαίτερα κατά του Δαρείου αναζητώντας να θέσει ένα τέλος σε οποιαδήποτε μελλοντική ανασυγκρότηση των περσικών δυνάμεων με εστία τον μεγάλο βασιλέα. Όμως, ο Δαρείος είχε ήδη τραπεί σε φυγή, εγκαταλείποντας πίσω του την οικογένεια, τους θησαυρούς και τους στρατιώτες του. Τη γενική φυγή του περσικού στρατού ακολούθησε άγρια καταδίωξη του από τους νικητές.

Συνέπειες

Η καταδίωξη δε συνεχίστηκε για πολύ και το σκοτάδι, που έπεφτε γοργά, ανάγκασε τον Αλέξανδρο να επιστρέψει στο στρατόπεδο. Η λεία από τούτη τη νίκη ήταν μεγάλη. Όλο το στρατόπεδο του Δαρείου, η μητέρα του, η σύζυγος, η αδελφή, ο γιος και οι δυο κόρες του έπεσαν στα χέρια των νικητών, όπως και το άρμα, η ασπίδα και το τόξο του, επιπλέον 3.000 αργυρά τάλαντα και πολλά άλλα πολύτιμα πράγματα, σκεύη και αιχμάλωτοι. Οι κυρίες της περσικής αυλής που είχαν κατά το έθος συνοδέψει τον Δαρείο υπέστησαν δεινή κακοποίηση από τους στρατιώτες του Αλέξανδρου, απογυμνωμένες από τα υπάρχοντά τους, αντίθετα από τους στενούς συγγενείς του μεγάλου βασιλέα που ανήκαν αποκλειστικά στον Αλέξανδρο.

Παραδίδεται ότι σκοτώθηκαν 110.000 Πέρσες, από τους οποίους οι ιππείς ήταν περισσότεροι από 10.000, καθώς και πολλοί αξιωματούχοι. Γενικά από όλο εκείνο το στράτευμα δε διατήρησαν την παράταξή τους παρά μόνο 4.000 άνδρες, εκείνοι που πέρασαν τον Ευφράτη με τον Δαρείο και 8.000 Έλληνες μισθοφόροι οι οποίοι, κατόρθωσαν να διασωθούν στην Αίγυπτο με τον ένα τρόπο ή τον άλλο. Για να πετύχει αυτή τη νίκη, ο ελληνικός στρατός είχε απώλειες περί τους 450 νεκρούς από τo πεζικό και τους ιππείς και περίπου 4.500 τραυματίες. Έτσι έγινε η μάχη στην Ισσό, για την ακρίβεια η μάχη στον Πίναρο ποταμό. Μία τακτική εντέλει νίκη του Αλέξανδρου και όχι στρατηγική, καθώς δεν επιτεύχθηκε η βασική του επιδίωξη να κυριαρχήσει δια μιας σε ολόκληρη την Ασία. Ο Δαρείος διέφυγε και προσπαθούσε ήδη να οργανώσει μια δεύτερη γραμμή άμυνας. Συνεπώς, το έπαθλο της νίκης δεν ήταν η Βαβυλώνα και τα Σούσα επί του παρόντος, αλλά η παραλία της Μεσογείου και ιδιαίτερα η Φοινίκη.

Ο Αλέξανδρος παραδίδεται αξιοθαύμαστος και μετά το τέλος της μάχης, για τη φιλόξενη και χρηστή στάση του απέναντι στη μητέρα, τη σύζυγο και τα παιδιά του αντιπάλου. Όταν επέστρεψε από την καταδίωξη, βρήκε τη σκηνή του μεγάλου βασιλέα έτοιμη να τον υποδεχτεί. Πριν δειπνήσει, όμως, ακούγοντας θρήνους και κλάματα γυναικών και μαθαίνοντας πως η σύζυγος και η μητέρα του Δαρείου θρηνούσαν, γιατί τον θεωρούσαν νεκρό, έστειλε τον Λεοννάτο, έναν από τους εταίρους, για να τις βεβαιώσει πως ο Δαρείος ζει και να προσθέσει ότι επιθυμία του Αλέξανδρου ήταν να κρατήσουν όλη τη βασιλική τους ακολουθία, και να αποκαλούνται πάντα βασίλισσες. Τέτοια ήταν η σωφροσύνη που φέρεται ότι έδειξε, ώστε, όπως βεβαιώνεται από δική του προς τον Παρμενίωνα επιστολή, περικοπή της οποίας διέσωσε ο Πλούταρχος, δε θέλησε ούτε να δει τη γυναίκα του Δαρείου μήτε ευχαριστείτο να ακούει όσους μιλούσαν για την ομορφιά της. Τούτη η περιγραφή βέβαια έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την σκηνή που παραδίδουν άλλοι αρχαίοι συγγραφείς και δη ο Αρριανός για τη συνάντηση του Αλέξανδρου και του Ηφαιστίωνα με τη γυναίκα του Δαρείου.

Την επομένη της μάχης ο Αλέξανδρος, τραυματισμένος ο ίδιος στον μηρό, επισκέφθηκε τους τραυματίες. Στη συνέχεια έθαψε με τιμές τους νεκρούς με το σύνολο της στρατιάς παρατεταγμένο. Επιθεωρώντας τους άνδρες του τίμησε δημόσια με λόγους και δωρεές όσους διακρίθηκαν στη μάχη στη συνέχεια αντικατέστησε τον νεκρό ταξίαρχο Πτολεμαίο με τον Πολυσπέρχοντα, διορίζοντας σατράπη της Κιλικίας τον Βάλακρο, έναν από τους σωματοφύλακές του. Κατόπιν προχώρησε μέσω της κοίλης Συρίας προς τη φοινικική παραλία, στέλνοντας παράλληλα τον Παρμενίωνα κατά της Δαμασκού, την οποία εύκολα κυρίευσε ο στρατηγός, λαμβάνοντας από την πόλη και πολλούς θησαυρούς και πολλούς αιχμαλώτους. Ενδιαφέρουσα για τα κίνητρα της εκστρατείας είναι η επιστολή που έστειλε μετά τη μάχη ο Αλέξανδρος στο Δαρείο.

Πηγές

Δευτερογενείς πηγές

  • Droysen J.G. 1996, Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Τράπεζα Πίστεως, Αθήνα.
  • Engels, Donald W. (1978). Alexander the Great and the Logistics of the Macedonian Army. Berkeley/Los Angeles/London.
  • Green, Peter 2008. Αλέξανδρος ο Μακεδόνας: 356-323 π.Χ., Διόπτρα, Αθήνα.

The post Μάχη της Ισσού appeared first on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

ΓΕΝΙΚΕΣ

12 Νοεμβρίου 1942 – Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος: Αρχίζει η ναυμαχία του Γκουανταλκανάλ μεταξύ των ιαπωνικών και αμερικανικών δυνάμεων. Η ναυμαχία θα διαρκέσει τρεις ημέρες και θα τελειώσει με νίκη των Αμερικανών.

 

  • Του Allan R. Millett*

Η κατάληψη και άμυνα του Γκουανταλκανάλ, ενός νησιού από βουνά και ζούγκλες στις νότιες Νήσους του Σολομώντα, σηματοδότησε το τέλος της επιθετικής στρατηγικής της Ιαπωνίας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Συνδεδεμένη με μια παράλληλη εκστρατεία αυστραλιανών και αμερικανικών δυνάμεων στη γειτονική Νέα Γουινέα, η εκστρατεία του Γκουανταλκανάλ έθεσε τις βάσεις για μια προέλαση των Συμμάχων -πάνω σε δύο άξονες- στο Ραμπούλ της Νέας Βρετανίας, ιαπωνικό προπύργιο αεροναυτικών επιχειρήσεων. Ηταν η πρώτη στρατηγικής σημασίας επίθεση των Συμμάχων στον πόλεμο στον Ειρηνικό.

Παρά τις ιαπωνικές ήττες στις ναυμαχίες της Θάλασσας των Κοραλλίων (4 – 8 Μαΐου 1942) και του Μίντγουεϊ (4 – 5 Ιουνίου 1942), η Ανώτατη Αυτοκρατορική Διοίκηση διέταξε επιθέσεις με στόχο την καταστροφή των ναυτικών και αεροπορικών βάσεων που προστάτευαν τις θαλάσσιες οδούς μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Αυστραλίας. Αυτό το σύστημα επιχειρησιακής υποστήριξης είχε αναπτυχθεί στο πλαίσιο της άμυνας των Φιλιππίνων (Δεκέμβριος 1941 – Μάιος 1942). Οπως υποπτεύονταν οι Ιάπωνες, οι Συμμαχικές δυνάμεις που βρίσκονταν συγκεντρωμένες στην Αυστραλία ίσως ήταν αρκετά δυνατές ώστε να εξαπολύσουν μια περιορισμένη επίθεση εναντίον των ιαπωνικών βάσεων στη Νέα Γουινέα και τις νότιες Νήσους του Σολομώντα. Ο αντικειμενικός στόχος ήταν το υπό κατασκευή ιαπωνικό αεροδρόμιο στη βόρεια πεδιάδα του Γκουανταλκανάλ.

Σύμφωνα με τη διαταγή από το αμερικανικό ΓΕΕΘΑ, η Επιχείρηση Φυλάκιο (Watchtower) προέβλεπε την ταυτόχρονη κατάληψη των ιαπωνικών βάσεων στις νότιες Νήσους του Σολομώντα, στις 8 Αυγούστου 1942. Μια αυστραλο-αμερικανική ναυτική δύναμη συνόδευε τη νηοπομπή αποβατικών σκαφών, στην οποία επέβαιναν η 1η Μεραρχία Πεζοναυτών, περίπου 20.000 αξιωματικοί και στρατιώτες από τρία τάγματα πεζικού, μία πυροβολαρχία, ένα τάγμα μηχανικού, και καταδρομείς, εναέρια και παράκτια άμυνα, υγειονομικό, επιμελητεία, διαβιβάσεις, και σώμα κατασκευών ναυτικού. Η μεραρχία, μοιρασμένη σε τρεις δυνάμεις, αποβιβάστηκε στο Γκουανταλκανάλ, το Τουλάγκι και το Γκαβούτου. Εκπληκτοι, οι Ιάπωνες δεν μπορούσαν να σταματήσουν τις αποβάσεις, αλλά είχαν τη δυνατότητα να καταστρέψουν τη μεραρχία στην ακτή με αδυσώπητες επιθέσεις – ναυτικές, από αέρος και από ξηράς. Ο αγώνας για το Γκουανταλκανάλ εξελίχθηκε σε εκστρατεία φθοράς έως ότου οι Ιάπωνες να αναγνωρίσουν την ήττα τους τον Ιανουάριο του 1943 και να αποσύρουν τους 9.000 επιζώντες από τους 29.000 στρατιώτες που είχαν σταλεί στο νησί. Καμία πλευρά δεν μπορούσε να νικήσει προτού αποκτήσει τον έλεγχο του ωκεανού γύρω από τις νότιες Νήσους του Σολομώντα, καθώς όλες οι επίγειες δυνάμεις μπορούσαν να ενισχυθούν και να ανεφοδιαστούν μόνο από θαλάσσης. Τελικά, οι Αμερικανοί έφεραν άλλη μια μεραρχία πεζοναυτών και δύο μεραρχίες πεζικού στο νησί. Μετά από αρκετές κρίσιμες μάχες τον Νοέμβριο του 1942, οι Ιάπωνες αποφάσισαν να μην ανεφοδιάσουν ή ενισχύσουν τα στρατεύματά τους στη «Νήσο του Λιμού».

Η εκστρατεία εξελίχθηκε σαν μια σειρά ιαπωνικών επιθέσεων με στόχο την καταστροφή του αεροδρομίου Henderson Field, με τους Αμερικανούς να το υπερασπίζουν. Σε τρεις διαφορετικές περιστάσεις, το ιαπωνικό πεζικό, με τεθωρακισμένα και πυροβολικό, προσπάθησε να καταλάβει το αεροδρόμιο και απέτυχε στη διάρκεια σφοδρών νυχτερινών επιθέσεων. Οι πεζοναύτες, με τη στήριξη ενός τάγματος πεζικού του Στρατού, έτρεψαν τους Ιάπωνες σε φυγή αρκετές φορές, αμυνόμενοι γενναία, κόντρα σε αντίξοες συνθήκες στα σημεία επίθεσης. Η επιμονή και η ισχύς πυρός των πεζοναυτών έφεραν τη νίκη.

Μεγάλες απώλειες

Οι Ιάπωνες αποδείχθηκαν εξίσου πεισματώδεις αντίπαλοι ενάντια σε επιθέσεις των πεζοναυτών που σκοπό είχαν να διευρύνουν την περίμετρο του Henderson Field προκειμένου να απωθήσουν το ιαπωνικό βαρύ πυροβολικό και να διευρύνουν τη γραμμή άμυνας του αεροδρομίου. Μέχρι το τέλος Νοεμβρίου οι Ιάπωνες είχαν χάσει την πρωτοβουλία κινήσεων στο έδαφος, ωστόσο κατόρθωσαν να απωθήσουν αρκετές αμερικανικές επιθέσεις δυτικά του αεροδρομίου στο μέτωπο του ποταμού Ματανικάου. Υποσιτισμένη και μαστιζόμενη από ελονοσία, η 1η Μεραρχία Πεζοναυτών παρέδωσε την επιθετική φάση της εκστρατείας στη 2η Μεραρχία Πεζοναυτών και τη Μεραρχία Americal καθώς και στην 25η Μεραρχία του Στρατού, οι οποίες κατέστρεψαν τις ιαπωνικές δυνάμεις ανατολικά και νότια του αεροδρομίου και απώθησαν τη μεγαλύτερη ιαπωνική δύναμη στα δυτικά τον Δεκέμβριο του 1942. Η εκστρατεία στην ξηρά στοίχισε στους Αμερικανούς 1.769 νεκρούς από τους 60.000 στρατιώτες που υπηρέτησαν στο Γκουανταλκανάλ. Ο αριθμός θανάτων στους Ιάπωνες ήταν είκοσι φορές μεγαλύτερος.

Στόχος και των δύο η καταστροφή των νηοπομπών

Η ναυτική εκστρατεία ήταν αμφίρροπη επί τέσσερις μήνες και απέδειξε ότι το Αμερικανικό Ναυτικό υστερούσε σε εμπειρία νυχτερινών επιχειρήσεων πλοίων επιφανείας και αεροπορικής άμυνας του στόλου – εμπειρία που χρειαζόταν να ενισχύσει. Οι ναυτικές επιχειρήσεις και των δύο πλευρών επικεντρώθηκαν στην προσπάθεια καταστροφής νηοπομπών που μετέφεραν στρατεύματα και υλικό στο νησί. Κεντρισμένο από την απώλεια τεσσάρων καταδρομικών και δύο αντιτορπιλικών που βυθίστηκαν και ενός καταδρομικού και δύο αντιτορπιλικών που υπέστησαν ζημιές στη μάχη της νήσου Σάβο (8 – 9 Αυγούστου 1942), το Αμερικανικό Ναυτικό προέβαλε αντίσταση. Το πλήρωσε ακριβά, με τριάντα πολεμικά πλοία και μεταγωγικά να έχουν βυθιστεί, 76 σκάφη συνολικά να έχουν υποστεί ζημιές και 5.000 ναύτες να έχουν σκοτωθεί. Δύο από τα πλοία που βυθίστηκαν ήταν το Wasp και το Hornet, τα μισά αεροπλανοφόρα του Στόλου του Ειρηνικού. Τα αεροπλανοφόρα που διασώθηκαν, το Enterprise και το Saratoga, υπέστησαν και τα δύο σοβαρές ζημιές. Προτού λήξει η εκστρατεία, οι μάχες ανοιχτά των ανατολικών Νήσων του Σολομώντα, του ακρωτηρίου Εσπεράνς, των Νήσων Σάντα Κρουζ, της Τασαφαρόνγκα και της νήσου Ρενέλ στοίχισαν στον Στόλο του Ειρηνικού δύο αεροπλανοφόρα, δύο καταδρομικά και επτά αντιτορπιλικά – όλα βυθίστηκαν. Μετά από δύο κρίσιμες νυχτερινές μάχες ανοιχτά του Γκουανταλκανάλ (13 – 15 Νοεμβρίου), το Αμερικανικό Ναυτικό κυριαρχούσε στα τοπικά ύδατα με το Washington, το μοναδικό πολεμικό πλοίο που δεν είχε υποστεί ζημιές, και ένα αντιτορπιλικό. Δύο καταδρομικά και επτά αντιτορπιλικά είχαν βυθιστεί, ενώ τρία καταδρομικά και πέντε αντιτορπιλικά είχαν αποσυρθεί από τις μάχες με σοβαρές ζημιές.

Το Ιαπωνικό Ναυτικό, ωστόσο, πλήρωσε βαρύ τίμημα για την παρ’ ολίγον απώλεια της ναυτικής κυριαρχίας γύρω από το Γκουανταλκανάλ. Παρά την ανωτερότητά του στο νυχτερινό πυροβολικό και στις επιθέσεις με τορπίλες, το Αυτοκρατορικό Ιαπωνικό Ναυτικό έχασε δύο θωρηκτά, τέσσερα καταδρομικά, έντεκα αντιτορπιλικά, έξι υποβρύχια και 4.000 μέλη πληρώματος. Με νέα πολεμικά πλοία υπό κατασκευήν ή σε στάδιο εκπαίδευσης πληρωμάτων, το αμερικανικό Ναυτικό μπορούσε να αναπληρώσει τις απώλειές του. Με ένα περιορισμένο πρόγραμμα ναυπήγησης πολεμικών πλοίων σε εξέλιξη, το Αυτοκρατορικό Ιαπωνικό Ναυτικό δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί τους Αμερικανούς στην ταχύτητα κατασκευής, αν και η δύναμη επιφανείας του παρέμεινε αήττητη μέχρι το 1944.

Η τελική νίκη κρίθηκε στον αέρα

Οι αεροπορικές επιχειρήσεις καθόρισαν τον νικητή του Γκουανταλκανάλ, ενώ το Henderson Field μαζί με τα βοηθητικά του αεροδρόμια προσέφεραν στους Αμερικανούς το επιχειρησιακό πλεονέκτημα, αντίστοιχο του οποίου οι Ιάπωνες δεν διέθεταν. Το πρώτο αμερικανικό αεροσκάφος προσγειώθηκε στο Henderson Field στις 12 Αυγούστου και η αυτοσχέδια Cactus Air Force (κωδική ονομασία) τελικά περιέλαβε την 1η Πτέρυγα Αεροπορίας Πεζοναυτών, διάφορες μονάδες αεροπορίας του Ναυτικού από αεροπλανοφόρα που είχαν βυθιστεί ή είχαν υποστεί ζημιές και πτέρυγες μαχητικών και ελαφρών βομβαρδιστικών αεροσκαφών της Αεροπορίας Στρατού των ΗΠΑ. Τους κρίσιμους μήνες του Οκτωβρίου – Νοεμβρίου του 1942, η Cactus Air Force μπορούσε να οργανώσει κατά μέσον όρο πενήντα με εξήντα επιχειρήσεις την ημέρα. Αποστολή ήταν η απώθηση ιαπωνικών βομβαρδιστικών, τα οποία κατέφθαναν γύρω στο μεσημέρι έπειτα από μία οκτάωρη πτήση από τα αεροδρόμιά τους στις βόρειες Νήσους του Σολομώντα. Η μεγαλύτερη απειλή στις επιχειρήσεις της Cactus Air Force, πέρα από την κατάληψη θέσεων, ήταν τα νυχτερινά πυρά από τα καταδρομικά και τα αντιτορπιλικά του «Τόκιο Εξπρές». Παρά τις ζημιές που υπέστησαν τα αεροδρόμια, οι πιλότοι της Cactus Air Force εντόπισαν στο φως της ημέρας, τη 15η Νοεμβρίου, δέκα ιαπωνικά μεταγωγικά σκάφη και τα βύθισαν ή τα αχρήστευσαν όλα, μαζί με τα στρατεύματα και το φορτίο τους. Μία μεγάλη αμερικανική νηοπομπή αφίχθη δίχως να εντοπιστεί.

Σε ό,τι αφορά απώλειες αεροσκαφών, από κάθε αίτιο, η εκστρατεία αποτελεί ισοπαλία, με 615 Συμμαχικά αεροπλάνα να έχουν καταστραφεί έναντι 683 ιαπωνικών. Στην ουσία, οι απώλειες αεροσκαφών δεν σημαίνουν και πολλά όταν συγκριθούν με το ποιου οι νηοπομπές έφθασαν στον προορισμό τους και ποιου όχι. Μεγαλύτερη σημασία έχει ο αριθμός των πιλότων που σκοτώθηκαν. Οι Σύμμαχοι έχασαν 420 πιλότους και μέλη πληρώματος, ενώ οι Ιάπωνες έχασαν 125 επίλεκτους πιλότους σε αεροπλανοφόρα και ενδεχομένως 400 ακόμη πιλότους και μέλη πληρώματος σε αεροδρόμια. Οι απώλειες των Ιαπώνων σε πιλότους ήταν από το μικρό σώμα χειριστών του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Ναυτικού, αναντικατάστατων στον διαθέσιμο χρόνο.

Η εκστρατεία του Γκουανταλκανάλ απεδείχθη ένα αιματηρό αλλά αναπόφευκτο μάθημα για τους Αμερικανούς στο πώς να νικήσουν την Ιαπωνία σε έναν ωκεάνιο πόλεμο, από νησί σε νησί.

* Ο κ. Allan R. Millett είναι καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Ορλεάνης.

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, 26-12-2010

The post Η εκστρατεία του Γκουανταλκανάλ appeared first on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

ΓΕΝΙΚΕΣ

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή

ΠΗΓΗ TIMESNEWS