ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο Τζούλιο Καΐμη ή Καΐμης (επίσης: Ιούλιος Καΐμης ή Χαΐμης, ιταλικά: Giulio Caimi‎, γαλλικά: Giulio Caïmi‎· Κέρκυρα, 1897 – Αθήνα, 31 Ιανουαρίου 1982) ήταν Ρωμανιώτης (ελληνόφωνος Εβραίος) ζωγράφος και διανοούμενος, συγγραφέας, κριτικός και μελετητής του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού και της εβραϊκής παράδοσης. Υπήρξε πρωτοπόρος και συστηματικός ερευνητής του ελληνικού θεάτρου σκιών, του Καραγκιόζη.

O Τζούλιο Καΐμη γεννήθηκε στην πόλη της Κέρκυρας το 1897, από γονείς Ρωμανιώτες, σε ένα αρχοντικό σπίτι δίπλα από την εβραϊκή συναγωγή «Γκρέκα». Πατέρας του ήταν ο διαπρεπής εβραιολόγος και δάσκαλος Μωυσής Χαΐμης (1864-1929) και μητέρα του η Φανή Γιασουλά (†1951), απόγονος εμπορικής οικογένειας από τα Ιωάννινα. Ο Τζούλιο ήταν το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας, που είχε άλλα δυο, τον Αιμίλιο, και τη Ραχήλ.

Το οικογενειακό περιβάλλον του Καΐμη, από το οποίο επηρεάστηκε σημαντικά, ήταν άνετο από οικονομική άποψη και με πολλά πνευματικά ερεθίσματα. Ο Μωυσής Χαΐμης, που είχε συναναστροφή με σπουδαίους ανθρώπους των γραμμάτων (όπως οι Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Λορέντζος Μαβίλης, Αλέξανδρος Πάλλης, Βλάσης Γαβριηλίδης, Ανδρέας Καρκαβίτσας και Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης), εξέδιδε στην Κέρκυρα το περιοδικό Ο Ισραηλίτης Χρονογράφος και αργότερα στη Αθήνα, έπειτα από την εγκατάσταση της οικογένειας στην πρωτεύουσα (το 1906), το περιοδικό Ισραηλιτική Επιθεώρησις (1912-1916), έντυπα τα οποία είχαν ως συνεργάτες και ορθόδοξους και καθολικούς χριστιανούς. Ως ακραιφνής δημοτικιστής συνεργαζόταν με το περιοδικό Ο Νουμάς, ενώ ενδέχεται να είχε εμπλοκή και στα Ευαγγελικά, τα αιματηρά επεισόδια της Αθήνας (1901) με αφορμή την απόδοση των Ευαγγελίων στη δημοτική γλώσσα από τον Αλ. Πάλλη. Πολιτικά, ο Μωυσής Χαΐμης είχε συνταχθεί με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ξεκόβοντας από τη συντηρητική παράδοση των ομοθρήσκων του αστών.

Σπουδές, καλλιτεχνική και ερευνητική δραστηριότητα

Ο Τζούλιο Καΐμη σπούδασε ζωγραφική στο Σχολείον των Τεχνών (προκάτοχος της ΑΣΚΤ) του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, με καθηγητές τους Δημήτρη Γερανιώτη, Γεώργιο Ιακωβίδη και Σπύρο Βικάτο. Από το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1920 και μετά, καταγράφεται ως ανταποκριτής της Ιταλικής εφημερίδας La Tribuna στη Ρώμη, ως συνδαιτυμόνας του Άγγελου Σικελιανού στις πρώτες Δελφικές Γιορτές (1927), ως καλλιτεχνική δύναμη στο “Άσυλο Τέχνης” του Νίκου Βέλμου, στο περιοδικό “Φραγκέλιο” του οποίου το 1928 πρωτοδημοσιεύεται η μετάφραση του Καΐμη κατευθείαν από τα Σανσκριτικά: “Οι έξη κανόνες της ινδικής ζωγραφικής” του Ινδού καλλιτέχνη Abanidranath Tagore. Στο “Άσυλο Τέχνης” γνωρίζεται με το ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη. Στα χρόνια της Σ.Κ.Τ. συνδέεται με τον Φώτη Κόντογλου ο οποίος στα 1929 τον εισάγει στο χώρο των γραμμάτων αλλά και τον “μυεί” στην κοινωνία του Άθω. Μέσα από το περιοδικό το “3ο Μάτι” του Στρατή Δούκα αναπτύσει προσωπική σχέση με το ζωγράφο και χαράκτη Νίκο Χατζηκυριάκο – Γκίκα και μέσω του Δούκα στα 1932 γνωρίζει τον Γερμανό ζωγράφο Klaus Vrieslander (1909-1944) με τον οποίον θα δημιουργήσουν τρία βιβλία: Το “αραβικό διήγημα” Ο Άτυχος Γάμος, Το σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα και το βασικό έργο του Καΐμη τη μελέτη του δηλαδή πάνω στο Ελληνικό Θέατρο Σκιών. Το 1934 περιπλανήθηκε πεζός στην Παλαιστίνη και στην Αίγυπτο. Οι εντυπώσεις των περιπλανήσεων αυτών καταγράφονται σε άρθρα του που δημοσιεύονται σε διάφορα περιοδικά της εποχής κατά τα έτη 1938-1939. Από το 1954 έως το 1957 φαίνεται να υπήρξε ευκαιριακός συνεργάτης διάφορων περιοδικών όπως το ιταλικό περιοδικό Olympio και λογοτεχνικό περιοδικό Cinzia της Φλωρεντίας. Επίσης δημοσιεύει μεταφρασμένη ποίηση του Φοίβου Δέλφη από τα Ελληνικά στα Ιταλικά και μεταφράζει ξένη ποίηση από τα Ιταλικά, γλώσσα η οποία υπήρξε και η μητρική του, στα Ελληνικά. Η κύρια μέριμνα του Καΐμη και αυτό που τον απασχόλησε μέχρι το τέλος της ζωής του ήταν το Ελληνικό Θέατρο Σκιών.

Ο Τζούλιο Καΐμη πέθανε στις 30 Ιανουαρίου 1982 σε μικρή απόσταση από το σπίτι του στη Ριζούπολη από καρδιακό επεισόδιο.

Εικαστικός καλλιτέχνης

Ο Καΐμη φιλοτέχνησε πολλούς ζωγραφικούς πίνακες τους οποίους χάριζε και σπάνια πουλούσε, χρησιμοποιώντας ευτελή υλικά και ζωγραφίζοντας σε καφενεία και ταβέρνες. Το 1995, εβδομήντα συνολικά έργα του, λάδια και ακουαρέλες, εκτέθηκαν σε μια αναδρομική έκθεση στο Εβραϊκό Μουσείο της Νέας Υόρκης. Τα έργα της έκθεσης στη συνέχεια συμπεριλήφθηκαν σε λεύκωμα των εκδόσεων Caratzas με εισαγωγή του Μισέλ Φάις. Η τοπιογραφία του Καίμη τοποθετείται στο πλαίσιο της υπαιθριστικής ζωγραφικής δημιουργώντας έντονη αίσθηση του ανοιχτού χώρου και με έμφαση στην εκφραστικότητα του χρώματος, υπάγοντας την με αυτό τον τρόπο στον “εξπρεσιονιστικό υπαιθρισμό”.

Ο τρόπος απεικόνισης των πορτρέτων του Καΐμη είναι ρεαλιστικός. Η πιστότητα στην απεικόνιση του εικονιζόμενου συνδυάζεται με τη μελέτη του χαρακτήρα και της ψυχικής του διάθεσης. Η ζωγραφική του Καΐμη ουδέποτε διαμορφώθηκε από τις ορίζουσες κάποιου ιδεολογικού και αισθητικού πλαισίου, δεν υπαγορεύτηκε από κοινωνικές αναγκαιότητες ούτε απευθυνόταν σε κάποια κοινωνική ομάδα.

Ο Ελληνικός Καραγκιόζης

Το 1935 δημοσιεύτηκε από τις “Ελληνικές Τέχνες” η μελέτη του Καΐμη για τον Καραγκιόζη -γραμμένη στα γαλλικά ως συνήθιζε να γράφει η τότε ελίτ- η οποία αποτελεί το βασικότερο ερευνητικό του εγχείρημα. Ερευνά την καταγωγή του θεάτρου σκιών και την εξέλιξη του, συνομιλεί με τους δασκάλους αυτής της τέχνης, επισυνάπτει έναν κατάλογο με τα ονόματα των πιο φημισμένων καλλιτεχνών του Ελληνικού Καραγκιόζη, από την εποχή της εμφάνισης του στην Ελλάδα το 1860 έως το 1935. Ο Ηλίας Πετρόπουλος αναφέρει στο βιβλίο του “Υπόκοσμος και Καραγκιόζης” ότι ο Καΐμης ήταν ο μελετητής που έγραψε για τον Καραγκιόζη τα πιο όμορφα πράγματα. Η πίστη του Καΐμη για αυτήν του τη μελέτη, τον οδήγησε σε επιτόπια λαογραφική έρευνα, μέσω της οποίας συγκέντρωσε και επεξεργάστηκε πρωτογενές υλικό, περιπλανώμενος σε χωριά της Αττικής και της Πελοποννήσου. Ήρθε σε επαφή με καραγκιοζοπαίχτες, κατέγραψε μαρτυρίες, συνέλεξε πληροφορίες για τη ζωή τους, κατανοώντας έτσι τον τρόπο που χρησιμοποιούν τη σάτιρα για να διακωμωδήσουν την πραγματικότητα της εποχής τους.Έτσι, ο Καΐμης μπορεί να θεωρηθεί ως ο πρώτος Έλληνας μελετητής που ασχολήθηκε συστηματικά με την ιστορία και την εξέλιξη του ελληνικού θεάτρου σκιών, συλλαμβάνοντας το ως ένα πολύπλευρο πολιτιστικό φαινόμενο, με διαστάσεις ιστορικές, κοινωνιολογικές και αισθητικές.

Εργογραφία

  • (1934) Το σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα. Με τον Klaus Vrieslander. Αθήνα. Επανέκδοση: Ακρίτας, Αθήνα 1997. (Πρόλογος: Άρης Κωνσταντινίδης. Επιμέλεια: Μισέλ Φάις). ISBN 978-9603280682.
  • (1935) Karaghiozi: ou, La comédie grecque dans l΄âme du théâtre d΄ombres (στα Γαλλικά). Με 42 γκραβούρες του Klaus Vrieslander. Αθήνα: Ελληνικές Τέχνες. Νέα έκδοση στα ελληνικά: Γαβριηλίδης, Αθήνα 1990. ISBN 978-0003362060.
  • (1937) Η ιστορία και η τέχνη του Καραγκιόζη (pdf). Αθήνα: Τυπογραφείο του “Κύκλου”
  • (1948) Βασικές θεωρίες γύρω από τις αρχές της τέχνης, εμπνευσμένες από δέκα σονέτα του Μιχαήλ Αγγέλου. Αθήνα.
  • (1954) Βιβλικές ιστορίες. Αθήνα: Εργαστήριο Γραφικών Τεχνών Στέφανου Ταρουσόπουλου
  • (1973) Ελληνικά τοπεία. Εικονογράφηση: Τζ. Καΐμη, Γιάννης Τσαρούχης, Γιώργος Γλιάτας, Κλέαρχος Λουκόπουλος, Γιώργος Χαρίδημος. Αθήνα: Τυπογραφείο Κώστα Κουλουφάκου. Επανέκδοση (ως Ελληνικά τοπία): Γαβριηλίδης, Αθήνα 1993.
  • (1975) Παραδόσεις. Εικονογράφηση: Τζ. Καΐμη, Φώτης Κόντογλου, Γιώργος Γλιάτας, Γιάννης Παπαδέλλης, Σπύρος Βασιλείου, Μ. Κοφινάς. Αθήνα. (Εμπλουτισμένη επανέκδοση των Βιβλικών ιστοριών).
  • (1979) Μύθοι. Αθήνα: Τυπογραφείο Κώστα Κουλουφάκου. (Με εικονογράφηση από διάφορους καλλιτέχνες).
  • (2005) Γύρω στο αίσθημα του ωραίου. Εισαγωγή: Σάββας Μιχαήλ. Επίμετρο: Μισέλ Φάις. Αθήνα: Γαβριηλίδης. ISBN 960-336-122-4. Γράφτηκε το 1944-46.

Πηγές

  • «Καΐμης, Ιούλιος». BiblioNet
  • «Peintres grecs: Giulio Caïmi, l’arte povera grecque». Grèce Hebdo (στα Γαλλικά). Ελληνική Δημοκρατία: Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης & Επικοινωνίας. 17 Ιανουαρίου 2017.
  • Αικατερίνη Τριανταφυλλοπούλου (2015). Το ζωγραφικό και θεωρητικό έργο του Τζούλιο Καΐμη” (1897-1982). Διδακτορική διατριβή. Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών – Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής
  • Μισέλ Φάις. «Τζούλιο Καΐμη. Ο οδοιπόρος, ο ζωγράφος, ο αφηγητής». www.fais.gr. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 14 Φεβρουαρίου 2021. Εμπλουτισμένη μορφή μελέτης που πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Αντί 627 (31 Ιανουαρίου 1997).

Πρόσθετη βιβλιογραφία

  • Πετρόπουλος, Ηλίας (2013) [81996]. Υπόκοσμος και καραγκιόζης. Αθήνα: Νεφέλη. ISBN 960-211-194-1.
  • “Βαρόμετρο μιας εποχής” ΤΟ ΒΗΜΑ βιβλία+ιδέες (1998), Άρης Μαραγκόπουλος.
  • “Τζούλιο Καΐμη (1897-1982)”, Δ.Ρηγινός, περιοδικό ΧΡΟΝΙΚΑ, αρ. φύλλου:216, Ιούλιος-Αύγουστος 2008.
  • Σταβέρης, Σπύρος, “Μία σκέψη για τον Τζούλιο Καΐμη (1897-1982) ανακαλύπτοντας τυχαία τον τάφο του”, Lifo 30-9-2015

The post Τζούλιο Καΐμη (1897 – 1982) Ρωμανιώτης (ελληνόφωνος Εβραίος) ζωγράφος και διανοούμενος first appeared on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
  • ΣΜΑΡΑΓΔΑ ΜΙΧΑΛΙΤΣΙΑΝΟΥ

Ξέρετε, ότι ο Κώστας Χατζηχρήστος έπαιξε τον βλάχο, τον ρόλο που τον καθιέρωσε, ύστερα από μεγάλες πιέσεις; Αν θέλετε, να μάθετε και άλλα 49 πράγματα για τον αξέχαστο κωμικό, διαβάστε το παρακάτω:

1 Η μεγάλη αγάπη του Κώστα Χατζηχρήστου ήταν ο Στρατός, ώσπου τα κατάφερε και έγινε ανθυπολοχαγός.

2 Όταν κηρύχτηκε ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940-41, ο Χατζηχρήστος βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του μετώπου στην Αλβανία. Όμως μετά από δέκα μέρες έπαθε κρυοπαγήματα και τον έστειλαν στα μετόπισθεν.

3 Απέναντι από το νοσοκομείο που νοσηλευόταν ήταν ένα καφενεδάκι, που το είχε ένας Αλβανός. Ο Χατζηχρήστος δεν ξεκολλούσε τα μάτια του από αυτό και ο λόγος ήταν η αδελφή του ιδιοκτήτη, η Οχράνα.

4 Για να πλησιάσει την Οχράνα, ο Χατζηχρήστος έκλεψε δέκα μεταξωτές ιταλικές κουβέρτες και τις πήγε στον αδελφό της. Έτσι έγινε ζευγάρι με την Οχράνα.

5 Ο φίλος του ο Κωνσταντίνος Καραμανλής φρόντισε να του δοθούν διπλές καρτέλες για να μπορεί να παίρνει διπλή μερίδα ψωμιού ή μπομπότας την περίοδο της κατοχής.

6 Γύρω στο πενήντα πήγε στον Αλέκο Καραμανλή και του ζήτησε να τον βοηθήσει να γίνει ηθοποιός. Εκείνος τον έστειλε σε ένα θεατράκι στην Κοκκινιά.

7 Εκεί, τον είδε ο Νικήτας Πλατής κι ενώ συνέτρωγαν σε ένα ταβερνάκι του είπε: «Εσύ θα γίνεις σπουδαίος ηθοποιός !»

8 Ένα χειμωνιάτικο βράδυ κοντά στη Λαμία κι ενώ έβρεχε καταρρακτωδώς, είχε στριμωχτεί στο μικρό του Fiataki μαζί με την Μπεάτα Ασημακοπούλου και τη φίλη Άννυ και τους πήρε ο ύπνος. Μες στον ύπνο του κίνησε το χειρόφρενο και το αμάξι άρχισε να τσουλάει προς τον γκρεμό. Ο Χατζηχρήστος ευτυχώς πρόλαβε κι έβαλε το χειρόφρενο και τη γλύτωσαν παρά τρίχα.

9 Στον Εμφύλιο που έπαιζε σε ένα θεατράκι στη Λάρισα στον θίασο του Λουκά Μυλωνά, εισέβαλαν στο θέατρο οι Ελληνικές Αντικομμουνιστικές Ομάδες για να τον σκοτώσουν. Τον ειδοποίησε έγκαιρα ο συνθέτης Λυκούργος Μαρκέας και σώθηκε.

10 Αιτία για όλα αυτά ήταν μία γυναίκα, που δεν θέλει να θυμάται ούτε το όνομά της.

11 Όταν ο Κώστας Νικολαΐδης του έγραψε ένα νούμερο, τον Βλάχο, δεν ήθελε να το παίξει με τίποτα, γιατί προτιμούσε τύπους μάγκα. Μετά από πολλές πιέσεις όμως, δέχτηκε .Έτσι ξεκίνησε η καριέρα του Θύμιου, του ήρωα που τον ανέδειξε.

12 Η ταινία «Ο ταυρομάχος προχωράει» ήταν η μεγαλύτερη κινηματογραφική του αποτυχία και η θεατρική παράσταση «Καζινό ντε Παρί» παρ’ ολίγο να τον καταστρέψει οικονομικά.

13 Από τον βλάχο βγήκαν τρία σλόγκαν: Το πρώτο ήταν το «Αμ πως;», το δεύτερο «Τ΄άκουσες πουλί μου» και το τρίτο «Τίποτας». Και τα τρία έγραψε ο Λάκης Μιχαηλίδης και τον συνόδεψαν σχεδόν σε όλα τα έργα του.

14 Είχε έναν υποβολέα ονόματι Τζιμάκο. Ένα βράδυ κι ενώ βρισκόταν στο καμαρίνι του, ακούει σαματά έξω και δύο κοπέλες να βγαίνουν στη σκηνή. Η μία ήταν η Δέσποινα Στυλιανοπούλου και η άλλη η Δώρα Γαμβέτα. Έτρεξε κοντά τους και τι ανακάλυψε; Ότι ο υποβολέας είχε κατεβάσει το παντελόνι του και έσπαζε μαμούνια. ‘Εκλεισε τότε το υποβολείο και η παράσταση συνεχίστηκε κανονικά χωρίς κανείς να καταλάβει τίποτα.

15 Η μάνα του έκανε έντεκα παιδιά από τα οποία έζησαν μόνον τρία.

16 Όταν έδινε παραστάσεις με τον θίασό του στο χωριό Καζακλάρ, έμειναν σε ένα ψευτοπανδοχείο. ‘Εκανε πολύ κρύο και όλοι οι ηθοποιοί ήταν μαζεμένοι γύρω από την αναμμένη σόμπα, αλλά είχαν ξεπαγιάσει. Μόλις ο Χατζηχρήστος άνοιξε το καπάκι λύθηκε το μυστήριο. Ο ξενοδόχος, επειδή δεν τον καλοπλήρωναν, είχε βάλει μέσα στη σόμπα ένα φανάρι για να νομίζουν, ότι είναι φωτιά…

17 ‘Όταν ο Γιάννης Τσάκωνας τον έστειλε να παίξει στο «Αλκαζάρ», έκανε ένα ψευτονούμερο που δεν έλεγε τίποτα. Εκεί, έπαιζαν ο Μητσάρας, ο Ζάζας και ο Χατζηχρήστος τους κρυφοκοίταζε πίσω από τις κουίντες και ονειρευόταν να τους μοιάσει.

18 Στα πρώτα χρόνια κοιμόταν στον τελευταίο όροφο ενός φτηνοξενοδοχείου «Στ΄ ΄Αστρα», στο καμαράκι της ταράτσας, γιατί εκεί ήταν πιο χαμηλό το νοίκι.

19 Αργότερα έμεινε με το φίλο του, το Νίκο Ρίζο, στο ξενοδοχείο «Μυκήναι». Την έβγαζαν σπαρτιάτικα. Μέχρι που μοιράζονταν ένα πουκάμισο για ένα μεγάλο διάστημα.

20 Ο Χατζηχρήστος τα ΄βαψε μαύρα, όταν φώναξαν πρώτα τον Ρίζο να παίξει σε μία ταινία.

21 Μετά από τρεις μήνες άνοιξε και η δική του τύχη. Τον κάλεσε ο Φιλοποίμην Φίνος να παίξει στην Γκόλφω.

22 Μεγάλες ταλαιπωρίες πέρασε στα γυρίσματα της πρώτης ταινίας. Μετά την παράσταση πήγαινε με το Μίμη Φωτόπουλο στο Διακοφτό, που θα γίνονταν τα γυρίσματα, αλλά έβρεχε καταρρακτωδώς. Ευτυχώς, μετά από δέκα μέρες, σταμάτησε η βροχή.

23 Ποτέ δεν ξέχασε, πόσο υπέφερε εξαιτίας του ο Θανάσης Βέγγος στην ταινία «Ο Ηλίας του 16ου», όταν τον άρπαξε από το γιακά και τον άρχισε στα χαστούκια για τις ανάγκες του σεναρίου.Ήταν η σκηνή που ο Χατζηχρήστος έπαιζε έναν ψευτοαστυφύλακα και ο Βέγγος έναν φουκαριάρη. Ο Χατζηχρήστος του έδωσε, μεταξύ άλλων, ένα τόσο δυνατό χαστούκι, και οι άνθρωποι του συνεργείου περίμεναν ώρες για να συνέλθει ο Βέγγος.

24 Όταν έπαιζε στο θέατρο με τον Βασίλη Αυλωνίτη έναν μπακαλόγατο, μπήκε μέσα μια πελάτισσα (Έλσα Ρίζου) για να πάρει φακές. Κάνει να βάλει ο Χατζηχρήστος φακές, αλλά δεν υπήρχαν στη θέση τους. «Άντε ρε βάλε φακές στη μαντάμ» λέει ο Αυλωνίτης. «Ξέρετε μαντάμ, δεν έχουμε φακές, γιατί φταίνε τα μαμούνια, που μπήκαν στο σακί» απάντησε ο μπακαλόγατος.

25 Άλλο ένα περιστατικό από τον μπακαλόγατο: όταν ο Αυλωνίτης ακόνιζε ένα μαχαίρι κοιτώντας άγρια τον Χατζηχρήστο, έρχεται η πελάτισσα και ζητάει πάλι φακές. Βλέπει, όμως, τον Αυλωνίτη με το μαχαίρι και το βάζει στα πόδια.

26 Στην πρεμιέρα του «Πτέραρχου» κι ενώ υπήρχε κοσμοσυρροή στην πλατεία, άρχισαν να βγαίνουν από την αίθουσα, γιατί είχε μια φοβερή βρώμα. Μετά έμαθαν, πως ήταν σαμποτάζ, γιατί βρήκαν σπασμένες αμπούλες.

27 Όταν περιόδευε στην Αίγυπτο δεν πήγε στο γεύμα, που παρέθεσε προς τιμήν του ο βασιλιάς Φαρούκ, κι όταν κάλεσε τον θίασο για περιήγηση στις ιστορικές πυραμίδες πήγε ο Χατζηχρήστος αλλά δεν ήρθε ο Φαρούκ.

28 Λόγω οικονομίας δεν φώναξαν σκηνοθέτη στην ταινία «Ποιος πληρώνει το μάρμαρο». Έτσι την σκηνοθέτησε ο Χατζηχρήστος και η ταινία χάλασε κόσμο.

29 Όταν γύριζε την ταινία «Να ζήσουν τα φτωχόπαιδα» δημιουργήθηκε θέμα πνευματικών δικαιωμάτων, γιατί τον ίδιο τίτλο είχε κι ένα λαϊκό τραγούδι, που τραγουδούσε η Χατζοπούλου. Τελικά, έγινε το δικαστήριο, αλλά τα βρήκαν στο διάδρομο με το συμβιβαστικό ποσόν των 5000 δρχ.

30 Οι περισσότεροι πίστευαν, ότι ο Νίκος Φέρμας ήταν ο πατέρας του. Και δεν ήταν έτσι. Απλά ο Χατζηχρήστος τον έβαζε κι έπαιζε τον βαρύμαγκα σε όλες τις παραστάσεις του, γιατί εκτιμούσε το ταλέντο του.

31 Έχει γυρίσει συνολικά περισσότερες από 190 ταινίες, αλλά δεν τις θυμόταν.

32 Στα γυρίσματα κάποιας ταινίας, ένας οπερατέρ, αντί να τραβάει τον Χατζηχρήστο, τραβούσε το ταβάνι. «Μα εγώ μιλάω κι εσύ τραβάς το ταβάνι» του είπε ο Χατζηχρήστος. «’Έτσι έμαθα εγώ στο Τέξας» απάντησε εκείνος. «Κι επειδή εγώ θέλω να φαίνομαι, ή με τραβάς στο Τέξας που σε ξέρουν. Εντάξει;» Το τι γέλιο έπεσε, δεν λέγεται.

33 Κατά την διάρκεια μιας παράστασης αρπάχτηκαν δύο τεχνικοί στα παρασκήνια και ο ένας χαστούκισε τον άλλο. Στη σκηνή ήταν ο Χατζηχρήστος με ένα νέο ηθοποιό. Με το φλαπ που έπεσε, του είπε: «Γιατί βαράς ρε;». Έκπληκτος ο ηθοποιός, δεν ήξερε, τι να πει, αφού το έργο δεν είχε ούτε ένα φλαπ.

34 Όταν ο διευθυντής κάποιας δουλειάς ήταν ο Παρασκευάς Οικονόμου, καθόταν προσοχή, όταν αυτός ανέβαινε, να περάσει στο καμαρίνι του, παρότι ήταν φίρμα.

35 Η πιο αποτυχημένη του θεατρική μέρα ήταν στη Νεμέα, όπου έκοψε μόνο 28 εισιτήρια.

36 Οι μόνες υποκλίσεις που έκανε στη ζωή του, ήταν αυτές που έσκυβε μέχρι το σανίδι, όταν τον χειροκροτούσε το κοινό.

37 Η Καίτη Ντιριντάουα, μία από τις συζύγους του, ήταν από τις γυναίκες που δεν ξέχασε όσο ζούσε.

38 Όταν γεννήθηκε η κόρη του, από το γάμο του με την Μαίρη Νικολαϊδου, ήθελε να της δώσει το όνομα του πατέρα του, αλλά δεν γινόταν, να την φωνάζει δεσποινίς Νίκο. Έτσι την έβγαλε Νικολέτα. Η κόρη του αυτή είχε παντρευτεί τον Πέτρο Φυσσούν.

39 Όλα τα όνειρά του, να γίνει μεγάλος και τρανός, έκανε ο Χατζηχρήστος στο καφενεδάκι της Λαμίας, που έπαιξε για μεγάλο διάστημα.

40 Δύο-τρεις ημέρες μετά το πραξικόπημα του Παπαδόπουλου, ο Αχιλλέας Καραμανλής του ζήτησε να πάρει, τον αδελφό του τον Γραμμένο, σπίτι του. Καθώς έπαιρνε το δρόμο για το Κολωνάκι, εκείνος του ζήτησε να πάνε στο Σύνταγμα. Με την ψυχή στο στόμα μπήκε στο Σύνταγμα και τον σταμάτησαν οι αστυνομικοί. «Δεν τρέχει τίποτα ρε παιδιά. Μια βόλτα βγήκαμε να κάνουμε.» τους είπε ο Χατζηχρήστος και εκείνοι με βλοσυρό ύφος απάντησαν: «Εντάξει κύριε Χατζηχρήστο κάνε τη βόλτα σου και φύγε γρήγορα από δω.»

41 Την επόμενη μέρα τον βρήκε ο Ασλανίδης και του είπε: «Ρε τσόγλανε , τι είναι αυτό που έκανες;» «Ένας Καραμανλικός σαν κι εσάς δεν θα έκανε το ίδιο;» τον ρώτησε ο Χατζηχρήστος και τον άφησε άναυδο.

42 Όταν τελείωσαν τα γυρίσματα της ταινίας «Ο Μπακαλόγατος», άρχισαν να γυρίζουν τους τίτλους της ταινίας. Η ταινία άρχιζε με κάτι πόδια που έκαναν ποδήλατο. Μόνο που τα πόδια δεν ήταν του Χατζηχρήστου, γιατί βρισκόταν στο νοσοκομείο, αλλά του Ντίνου Κατσουρίδη, που υπογράφει το σενάριο και τη σκηνοθεσία της ταινίας.

43 Όταν έπαιζε στο «Ριάλτο» της Κυψέλης «Γρανίτα και χωνάκι, λαός και Κολωνάκι» δεν προλάβαινε τον κόσμο , που ερχόταν κατά εκατοντάδες και τα καθίσματα σκίζονταν από το βάρος.

44 Όταν περιόδευε στη Θεσσαλονίκη γνώρισε τον μεγάλο ακροβάτη, τον Τζόνι, που είχε για βοηθούς το Τζουανάκι και την Τούλα. Η Τούλα ήταν η Μπέττυ Μοσχονά, που τον ακολούθησε στον θίασο, όταν πήραν όμηρο τον Τζόνι στη Γερμανία.

45 Ήταν βαθιά θρησκευόμενο άτομο και πίστευε, πως με την βοήθεια του Θεού άντεξε και ξεπέρασε όλες τις δυσκολίες της ζωής του.

46 Μαζί με το Νίκο Σταυρίδη υπήρξαν από τους μεγαλύτερους εραστές του Ελληνικού Θεάτρου.

47 Η Άννα Φόνσου υπήρξε ένα από τα πιο καθοριστικά κίνητρα της ζωής του και όσο ζούσε τη σκεφτόταν. Η Φόνσου ήταν εκείνη εξάλλου, που του στάθηκε μέχρι που έκλεισε τα μάτια του.

48 Σε μία τουρνέ με τον Ρίζο, όταν ο δημοφιλής κοντός ήταν ερωτευμένος με μία Κρητικιά, έκαναν τραπέζι στην κοπέλα και το σόι της και παρήγγειλαν και μία τούρτα. Μόνο που ο ζαχαροπλάστης, αντί για τούρτα άλειψε με κρέμα ένα καρβέλι ψωμί. Ευτυχώς, η κοπέλα έφαγε μόνο την σαντιγί και γλίτωσαν το ρεζιλίκι.

49 Η ζωή τού έμαθε, ότι δεν μπορούσε να γίνει πιο όμορφος από ένα τριαντάφυλλο και σκληρότερος από μία πέτρα.

50 Όταν ο Καραμανλής ήταν αυτοεξόριστος στο Παρίσι, ο Χατζηχρήστος γύριζε εκεί την ταινία «Ο ταυρομάχος προχωρεί» και πήγαινε και τον έβλεπε. Του πήγαινε ούζο και φιστίκια Αιγίνης που τα λάτρευε.

The post 50 πράγματα που δεν ξέρατε για τον ηθοποιό Κώστα Χατζηχρήστο first appeared on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
  • του Κώστα Ι. Παλπάνη | Πρώτη δημοσίευση Ερανιστής

Ποια, άραγε, είναι η γενεσιουργός αιτία που η 30η Ιανουαρίου καθιερώθηκε ως ημέρα κοινού εορτασμού του Βασιλείου του Μεγάλου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου; Η απάντηση σχετίζεται με τις αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης, που συχνά τυφλώνεται από τον φανατισμό και τη μισαλλοδοξία, απαρνείται τη Θεία καταγωγή και υψηλή αποστολή της και παθιάζεται, μισεί, διχάζει και διχάζεται. Οι διαμάχες και οι φιλονικίες μεταξύ των πιστών σχετικά με το ποιος από τους τρεις Αγίους είναι ο σημαντικότερος, οδήγησαν στην καθιέρωση της εορτής «των Τριών Ιεραρχών» ήδη από την εποχή του Βυζαντίου.

Στις αρχές του 11ου αιώνα η διαμάχη πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα, που ξεκίνησε από τους κύκλους «των ελλογίμων και εναρέτων ανδρών» στην Κωνσταντινούπολη, επεκτάθηκε και στους πιστούς. Όσοι υποστήριζαν ότι πιο σημαντικός είναι ο Μέγας Βασίλειος αυτοαποκαλούνταν «Βασιλείτες», αυτοί που υποστήριζαν τον Γρηγόριο το Θεολόγο «Γρηγορίτες» και τέλος αυτοί που υποστήριζαν τον Ιωάννη Χρυσόστομο «Ιωαννίτες». Τη σοφή και φωτισμένη λύση στις έριδες έδωσε γύρω στο 1100 ο μεγάλος εκκλησιαστικός συγγραφέας και ρήτορας Ιωάννης Μαυρόπους, επίσκοπος Ευχαΐτων. Συστήνει τη κοινή γιορτή των Τριών Ιεραρχών, την προτείνει στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Μονομάχο και συγγράφει την ειδική ασματική ακολουθία προς τιμήν τους. Η πρόταση του γίνεται δεκτή, ικανοποιώντας τις αντιμαχόμενες ομάδες και επιφέροντας γαλήνη στο Χριστεπώνυμο εκκλησίασμα. Το 1842 το πανεπιστήμιο Αθηνών καθιέρωσε την εορτή των Τριών Ιεραρχών ως ημέρα αφιερωμένη στην Παιδεία και τα Γράμματα.

Οι Τρεις Ιεράρχες έζησαν τον 4ο αιώνα, εποχή που εμφανίστηκαν στους κόλπους της Εκκλησίας οι αιρέσεις, αντιλήψεις δηλαδή που προήλθαν από την προσπάθεια ορισμένων να ερμηνεύσουν μόνο με τη λογική την πίστη της Εκκλησίας στον Τριαδικό Θεό και οι οποίες αποτέλεσαν πληγή στο σώμα της Εκκλησίας. Με τα λόγια και τις πράξεις τους στερέωσαν την πίστη των χριστιανών. Δογμάτισαν για το ομοούσιο και αδιαίρετο του Τριαδικού Θεού. Προσπάθησαν να ειρηνεύσουν τους πιστούς κηρύσσοντας ανεξιθρησκία και ανεξικακία, ακολουθώντας την Παύλειο ρήση «Αἱρετικόν ἄνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ». Χαρακτηριστικά, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος τονίζει ότι η Εκκλησία αποδοκιμάζει πρώτιστα «ου τον αιρετικόν, αλλά την αίρεσιν, ου τον άνθρωπον αλλά την πλάνην».

Διάνοιες προικισμένες με σπάνια πνευματικά χαρίσματα, από την παιδική τους ηλικία διψούσαν για μάθηση. Οι μητέρες τους ανέθρεψαν αυτούς «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου». Τη σημαντική προσφορά των μητέρων τους στη διαμόρφωση της ολοκληρωμένης προσωπικότητάς τους τονίζουν και οι τρεις.

«Ουδέ το κυήσαι μητέρα εργάζεται αλλά το θρέψαι καλώς». Ίσως αυτό να είχαν υπόψη οι απλοϊκές μητέρες μας, λέγοντας «Δε πα να λέει ου καθένας χίλις ουρμήνις. Του παιδί τρανεύοντας, θα γένει μ ό,τι πάρει απ’ τουν Θεό, τν μάνα και τουν δάσκαλου». Τονίζουν όμως την αναγκαιότητα και σπουδαιότητα και της πατρικής συνεισφοράς στη διαπαιδαγώγηση των τέκνων. «Ου το σπείραι μόνον ποιεί πατέρα αλλά και το παιδεύσαι καλώς». Συμβουλεύουν, λοιπόν, τους γονείς να φροντίζουν για την άσκηση της ψυχής του παιδιού και όχι πόσα κτήματα θα του παραχωρήσουν ως κληρονομιά. Άλλωστε, οι γονείς θεωρούνται υπεύθυνοι για τη μεταλαμπάδευση όχι μόνο αρχών και αξιών αλλά και των χριστιανικών αρετών. Γι’ αυτό και ο Χρυσόστομος αποκαλεί την οικογένεια «Μικρή εκκλησία».

Μέγας Βασίλειος: …«τα αγαθά προορίζονται για όλους και αποβλέπουν στην ευημερία όλων». «Πρέπει να καλύπτουν πραγματικές ανάγκες, γιατί η υπέρβαση του μέτρου οδηγεί στην πλεονεξία, στην κοινωνική αδικία και την απανθρωπιά. Ο άνθρωπος είναι οικονόμος και διαχειριστής των αγαθών που του έδωσε ο Θεός, όχι ιδιοκτήτης».

Σε κάθε Θεία Λειτουργία και ιερή ακολουθία, η Εκκλησία τιμά και μνημονεύει τους γονείς μαζί με τους δασκάλους. «Μνήσθητι, Κύριε, των γονέων ημών και των διδασκάλων».

Η ασίγαστη δίψα τους για μάθηση και μόρφωση τους οδήγησε σε όλες τις φημισμένες σχολές της εποχής. Στην Αθήνα σπούδασαν φιλοσοφία, ρητορική, νομικά, μουσική, γεωμετρία, αριθμητική, αστρονομία, ιατρική, διαμορφώνοντας μια πολυδιάστατη προσωπικότητα, πολύ πριν τον αναγεννησιακό homo universalis. Ρίχνονται ταυτόχρονα στη μελέτη της Αγίας Γραφής και στη σπουδή της Θεολογίας .Η πλατειά γνώση της «θύραθεν παιδείας», κυρίως των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, αποτελεί το υπόβαθρο της βαθιάς θεολογικής τους μόρφωσης, γεγονός που τους ανέδειξε στους «τρεις μεγίστους φωστήρες της τρισηλίου Θεότητος», σύμφωνα με το απολυτίκιό τους. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαία η αρμονική σύνδεση και σύζευξη της ελληνικής παιδείας με τη χριστιανική πίστη, του Χριστιανισμού με τον Ελληνισμό, που τους ανέδειξε σε προστάτες των γραμμάτων και των τεχνών, του συνόλου της πνευματικής ζωής .Ξεκαθάρισαν ότι η πίστη στα δόγματα της Ορθοδοξίας δεν αντιστρατεύεται την επιστήμη που δημιούργησε ο Ελληνικός πολιτισμός. Άνθρωποι με ανοιχτούς πνευματικούς ορίζοντες, εραστές της αρχαίας ελληνικής παιδείας, θεωρούσαν αγροίκους και αγράμματους τους ακραίους και φοβικούς Χριστιανούς που αρνούνταν την αξία της μελέτης τις κλασσικής παιδείας. Προφύλαξαν τη σύνθεση φιλοσοφίας και θεολογίας από ακρότητες φιλοσοφικές και αιρετικές, που ήθελαν την απορρόφηση της μιας από την άλλη. Ωστόσο, οι Τρεις Ιεράρχες δε φιλοσοφούσαν, αλλά θεολογούσαν. Δεν ήταν φιλόσοφοι αλλά φιλόθεοι. Φώτισαν όλη την οικουμένη και πότισαν την κτίση με τη ζωογόνο δύναμη της θεογνωσίας. Δεν είναι τυχαίο ότι στην κόγχη του Ιερού Βήματος κάθε ναού αγιογραφούνται κρατώντας ανοιχτά τα ειλητάρια της Θείας Λειτουργίας και συλλειτουργούντες όχι μόνο στο επουράνιο αλλά και στο επίγειο θυσιαστήριο μαζί με τους ιερείς. Θα συναντήσουμε επίσης τους Τρεις Ιεράρχες στη μεγάλη εξεικόνιση της Δευτέρας Παρουσίας, που ιστορείται στους νάρθηκες των ναών πάνω από την κεντρική πύλη του ναού, ως προπομπούς των πιστών στην Αιώνια Βασιλεία.

Μετά τις σπουδές τους, ακολουθούν το επάγγελμα του δικηγόρου με μεγάλη επιτυχία, αλλά γρήγορα το εγκαταλείπουν. Η επιστημονική τους κατάρτιση, η μόρφωση, η υψηλή κοινωνική καταγωγή, οι τιμές και δόξες δε στάθηκαν ικανοί παράγοντες, για να επιδοθούν σε πρόσκαιρες ανέσεις και απολαύσεις. Στην κορύφωση της καριέρας τους εγκαταλείπουν τα πάντα: τιμητικά καθηγητικά καθήκοντα, προσοδοφόρα επαγγέλματα, ύψιστα εκκλησιαστικά αξιώματα. Εγκαταλείπουν τον κόσμο του πλούτου, της δόξας και της εξουσίας. Αποσύρονται στην έρημο και ασκούνται εκεί για πολλά χρόνια, μορφώνοντας τον «έσω άνθρωπο» και σπουδάζοντας τη ζωή του Πνεύματος.

Επιστρέφοντας στον κόσμο «σπουδάζουν» την κοινωνία. Ένα θέμα τους απασχολεί. Η «κένωση» της αγάπης τους, η ανιδιοτελής προσφορά στον πλησίον. Μοιράζουν την περιουσία τους και ξαναγίνονται μαθητές που μαθητεύουν με ταπείνωση στον πόνο και την ανέχεια, τη θλίψη και τη στέρηση. Με τα ίδια χέρια που ευλογούν, με τα ίδια και υπηρετούν το ποίμνιο, ζωσμένοι την ποδιά της προσφοράς μαζί με το πετραχήλι της διδασκαλίας και την ποιμαντορική τους ράβδο. Όχι ως «δεσπότες» αλλά ως επίσκοποι και πατέρες που διακονούν το ποίμνιο με έργα θυσίας. Ο Βασίλειος, επίσκοπος Καισαρείας Καππαδοκίας, ο Γρηγόριος, επίσκοπος Ναζιανζού, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. «Οι άρχοντες, πολιτικοί και εκκλησιαστικοί, πρέπει να υπερέχουν από τους αρχόμενους στις αρετές και όχι τις τιμές», διακηρύσσουν. Αντιδρούν σε μια επιφανειακή πνευματικότητα, σε έναν επιδερμικό και «ακίνδυνο» Χριστιανισμό, σε μια πίστη που τυφλώνει και σε μια «θρησκειοποιημένη» Εκκλησία που δεν είναι «η οδός, η αλήθεια και η ζωή» αλλά «μέσο» στα χέρια των ισχυρών για τη χειραγώγηση ανθρώπων και λαών. Επισημαίνουν ότι η «θρησκειοποίηση» του Χριστιανισμού μολύνει και αμαυρώνει την εικόνα του Θεού, τον άνθρωπο, διχάζει και μετατρέπει τον οικονόμο της Πλάσης σε «μολυσμό αέρος και υδάτων». Βροντοφωνάζουν ότι ο Χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία. Είναι το πέρας κάθε θρησκείας. Είναι Εκκλησία, αγαπητική κοινότητα. Είναι τρόπος ζωής Τριαδικός και εκκλησιαστικός τρόπος ύπαρξης. Η αλληλοπεριχώρηση. Βοήθησαν τους ανθρώπους στην κατανόηση και βίωση της όντως πνευματικής ζωής και όχι της τυπικής λατρείας. Δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την εξωτερική ευσέβεια και την αδάπανη ευλάβεια, τονίζοντας «Μην τεντώνεις τα χέρια σου στον ουρανό αλλά στα χέρια των φτωχών. Αν εκτείνεις τα χέρια σου στα χέρια των φτωχών, έπιασες την κορυφή του ουρανού». Η συνεισφορά τους στην ανάδειξη του μεγαλείου του Χριστιανισμού δεν εξαντλήθηκε στους κύκλους των θεολογούντων, αλλά με τα κηρύγματά τους, τα γραπτά τους κείμενά και κυρίως με την εν Χριστώ ζωή τους κατέδειξαν ότι η θεολογία περί «της ουσίας και των ενεργειών του Θεού» αφορούσε και αφορά όλον τον κόσμο. Για τον λόγο αυτόν η Εκκλησία τους κατέταξε στη χορεία των Πατέρων της Εκκλησίας.

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: Οι πέντε Θεολογικοί του λόγοι ανασκεύασαν και κατέδειξαν σε βάθος και πλάτος τις πλάνες των αιρετικών και δίκαια η Εκκλησία του απέδωσε τον χαρακτηρισμό «Θεολόγος», που ιστορικά έχει απονείμει μόνο σε δύο άλλα πρόσωπα, τον Ευαγγελιστή Ιωάννη και τον Συμεών, τον νέο Θεολόγο

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος πρωτοστατεί στην εδραίωση της χριστιανικής πίστης και διδασκαλίας της Εκκλησίας, στην ερμηνεία των δογμάτων της και στη διαφύλαξη της από τις αιρέσεις της εποχής και κυρίως του Αρειανισμού και των Πνευματομάχων. Στα έργα του καταθέτει την «Εν Χριστώ ανακαίνιση» του λόγω της πίστης και των γνώσεων του. Προτρέπει: «Ας γίνουμε όπως ο Χριστός, επειδή ο ίδιος έγινε όπως εμείς. Ας γίνουμε θεοί, επειδή έγινε και Αυτός άνθρωπος για μας». Γράφει για τον Θεό ότι «είναι φως, απρόσιτο και άρρητο, που δεν ορίζεται με λόγια, ούτε και ο ανθρώπινος νους το καταλαβαίνει». Αντιμετώπισε τις ειδωλολατρικές αντιλήψεις και υπερασπίστηκε το ήθος των Χριστιανών, απαντώντας στις κατηγορίες ότι ο Χριστιανισμός ευθύνεται για την καταστροφή του αρχαίου κόσμου. Τονίζει ότι οι Χριστιανοί είναι και «φιλόσοφοι και φιλόθεοι». Υποφέρουν για χάρη της ευσέβειας και δεν επιδεικνύουν ασέβεια, ακόμα κι όταν κατηγορήθηκαν από εθνικούς και ειδωλολάτρες. «Δε στερήσαμε τη ελευθερία κανενός, ούτε ξεσηκώσαμε φανατισμένα πλήθη. Δεν μπορείτε να μας κατηγορείτε για όλα αυτά και ταυτόχρονα για πραότητα και φιλανθρωπία.». Αντιμετώπισε τις προκλήσεις των αιρετικών με μακροθυμία, πραότητα και επιείκεια, χωρίς φανατισμό. Οι πέντε Θεολογικοί του λόγοι ανασκεύασαν και κατέδειξαν σε βάθος και πλάτος τις πλάνες των αιρετικών και δίκαια η Εκκλησία του απέδωσε τον χαρακτηρισμό «Θεολόγος», που ιστορικά έχει απονείμει μόνο σε δύο άλλα πρόσωπα, τον Ευαγγελιστή Ιωάννη και τον Συμεών, τον νέο Θεολόγο. Ως εκ τούτου όλοι οι άλλοι οι «περί την Θεολογίαν σπουδάσαντες», μηδέ του γράφοντος εξαιρουμένου, είναι απλοί απόφοιτοι Θεολογικής Σχολής.

Και οι τρεις προσέφεραν κείμενα που αποτελούν την κορωνίδα της εκκλησιαστικής παράδοσης και λατρείας. Ο μελίρρυτος Ιωάννης συνέγραψε την «τακτική» Θεία Λειτουργία που φέρει το όνομά του. Τελείται κάθε Κυριακή και εορτή με εξαίρεση τις φορές που τελούνται: Η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, του Ιακώβου του Αδελφοθέου (23 Οκτωβρίου) και οι προηγιασμένες Θείες Λειτουργίες. Ο «ουρανοφάντωρ» Μέγας Βασίλειος συνέγραψε τη μεγαλοπρεπή Θεία Λειτουργία η οποία τελείται δέκα φορές ετησίως και συγκεκριμένα: ανήμερα της εορτής του, τις πέντε Κυριακές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης και του Μεγάλου Σαββάτου, την παραμονή των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων, αρκεί να μην συμπέσουν Κυριακή ή Δευτέρα. Τέλος στον Γρηγόριο τον Θεολόγο ανήκουν ύμνοι όπως «Χριστός γεννάται, δοξάσατε…» και «Αναστάσεως ημέρα και αρχή δεξιά…». Τα απαράμιλλα αυτά κείμενα αποτελούν απόσταγμα της θεοσέβειας και της θεοπτείας των σοφών Ιεραρχών.

Και τους Τρεις Ιεράρχες απασχόλησαν όχι μόνο θεολογικά ζητήματα αλλά και θέματα που αφορούν τον ανθρώπινο βίο. Με τις νουθεσίες τους και τον τρόπο ζωής τους έδωσαν απαντήσεις και κυρίως λύσεις σε ζητήματα που απασχολούν και τον σύγχρονο άνθρωπο. Αρχικά, τους απασχόλησε πολύ το πρόβλημα της άνισης κατανομής των αγαθών, το οποίο «δεν είναι θέλημα Θεού, ούτε αποτέλεσμα φυσικών αιτίων». «Η διαμάχη γύρω από το δικό μου και δικό σου αποτελεί τη ρίζα όλων των κοινωνικών δεινών», γράφει ο ιερός Χρυσόστομος. Οι κοινωνικές τους θέσεις είναι ριζοσπαστικές και διαχρονικές. Ο Νικόλαος Μπερντιάεφ, ο μεγαλύτερος ίσως Ρώσος διανοητής του 20ου αιώνα, αναφέρει ότι «στον Μέγα Βασίλειο όπως και στον Ιωάννη Χρυσόστομο, η κοινωνική αδικία, δημιούργημα της κακής διανομής του πλούτου, κριτικάρεται με τέτοια δριμύτητα που θα έκανε τον Προυντόν και τον Μάρξ να χλωμιάσουν».

Ο Μέγας Βασίλειος με τα συγγράμματα του και με τις πράξεις του παρουσιάζει την ιδανική μορφή της κοινωνικής ζωής. Καταδικάζει τον πλούτο και τις αδικίες. Θεωρεί ότι όλοι οι άνθρωποι είναι «ομόδουλοι και ομότιμοι μπροστά στο Θεό». Τονίζει ότι «τα αγαθά προορίζονται για όλους και αποβλέπουν στην ευημερία όλων». «Πρέπει να καλύπτουν πραγματικές ανάγκες, γιατί η υπέρβαση του μέτρου οδηγεί στην πλεονεξία, στην κοινωνική αδικία και την απανθρωπιά. Ο άνθρωπος είναι οικονόμος και διαχειριστής των αγαθών που του έδωσε ο Θεός, όχι ιδιοκτήτης». Στο «κοινωνικό του μανιφέστο» «Καθελώ μου τας αποθήκας» αναρωτιέται « Αν αυτός που απογυμνώνει τον ντυμένο ονομάζεται λωποδύτης, αυτός που δεν ντύνει τον γυμνό, αν και μπορεί να το κάνει, δεν είναι το ίδιο;[…] Ώστε τόσους αδικείς, όσους μπορούσες να βοηθήσεις και το αρνήθηκες.». Πόσοι, άραγε, είχαν και έχουν την τόλμη όχι μόνο να μιλήσουν τόσο απερίφραστα κατά της κοινωνικής αδικίας αλλά και να μοιράσουν τα πάντα στους φτωχούς, δηλώνοντας έμπρακτα την αγάπη προς τον πάσχοντα συνάνθρωπο; Χτίζει την περίφημη «Βασιλειάδα», την «Ακρόπολη της αγάπης», ολόκληρο συγκρότημα που περιλαμβάνει νοσοκομείο, γηροκομείο, ορφανοτροφείο καθώς και άλλα ιδρύματα στα οποία η ανθρώπινη δυστυχία βρίσκει προστασία και θαλπωρή. Στηλίτευσε τους μαυραγορίτες, οργάνωσε λαϊκά συσσίτια, κινητοποίησε τους πιστούς, μερίμνησε για τα παιδιά, εμπόδισε την εκμετάλλευση των αδυνάτων. Και όλα αυτά χωρίς να ξεχωρίζει χριστιανούς και ειδωλολάτρες. Ο ασκητικός, λιπόσαρκος και λιτοδίαιτος Άη Βασίλης των παιδικών μας χρόνων δεν εξαντλούσε την φιλανθρωπία του την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Ήξερε πολύ καλά ότι το πρώτο, μόνιμο, πανάκριβο και σπουδαιότερο δώρο για τα παιδιά ήταν «το χαρτί και καλαμάρι», η σπουδή και η μόρφωση. Πόση, άραγε, σχέση έχει με τον ξενόφερτο γενειοφόρο Santa Claus της Coca Cola και των άλλων πολυεθνικών εταιριών;

Στον ίδιο δρόμο βαδίζει και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Συγκλονίζεται από το δράμα των φτωχών ανθρώπων. Εξεγείρεται, διαμαρτύρεται, καταγγέλλει, δραστηριοποιείται, για να ανακουφίσει τους πάσχοντες. Επιστέγασμα του μεγάλου ανδρός είναι ρήση «Η διαμάχη γύρω από το δικό μου και το δικό σου αποτελεί τη ρίζα όλων των κακών». «Ψωμί στο φτωχό», φωνάζει. «Δος άρτον τω πεινώντι, ιμάτιον τω γυμνώ, σκέπην τω ξένω». «Ουκ έχεις οβολόν; Δος ποτήριον ψυχρού ύδατος». Η Εκκλησία για τον Χρυσόστομο είναι εργαστήριο αγιότητας και όχι χρυσοχοείο και αργυροκοπείο. Όταν υπήρξε ανάγκη ακόμα και το χρυσάφι του ναού δε δίστασε να δώσει για τις ανάγκες των φτωχών. Στις μέρες του η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης τρέφει 7000 ψυχές. Πουλάει ακόμα και τα πολυτελή σκεύη και έπιπλα του Πατριαρχείου για χάρη των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων και καταργεί τα επίσημα γεύματα. «Πρέπει να ξοδεύουμε τα χρήματα για χάρη των συνανθρώπων μας, αφού είναι του Θεού και όχι δικά μας. Αν τα σπαταλάς για τον εαυτό σου τότε γίνονται ξένα κι ας είναι δικά σου».

Ο ίδιος ζει λιτά και ασκητικά προκαλώντας τον θαυμασμό του λαού αλλά και την περιφρόνηση των πλουσίων και των κοινωνικά ισχυρών. Καθαιρεί επισκόπους με την κατηγορία του χρηματισμού κατά την άσκηση της ιεροσύνης. Ελέγχει και αντιμετωπίζει δραστικά το σκανδαλισμό που προκαλούσαν στους πιστούς απερίσκεπτοι κληρικοί και μοναχοί. Ποτέ δε συμβιβάστηκε με την αλαζονεία του πλούτου και την τρυφηλή ζωή πολλών αρχόντων, τους οποίους δημόσια ήλεγχε όχι από εμπάθεια αλλά από ειλικρινή αγάπη, για να τους συνετίσει. Η επιμονή του να κτίσει λεπροκομείο στη πλουσιότερη συνοικία της Κωνσταντινούπολης ξεσήκωσε την οργή των πλούσιων γαιοκτημόνων που έβλεπαν την οικονομική αξία των ακινήτων τους να μειώνεται. Η ελεγκτική του γλώσσα, το θάρρος του, τον οδήγησαν σε σύγκρουση με το παλάτι και την φιλόδοξη αυτοκράτειρα Ευδοξία, η οποία με συμμάχους τα «διαπλεκόμενα» της εποχής τον εξόρισε στα βάθη της Αρμενίας. Κυνηγημένος από την κακία των παλατιανών αλλά και των ανάξιων επισκόπων, πέθανε εξόριστος στις 14 Σεπτεμβρίου του 407, μετά από τρίμηνη πεζοπορία κάτω από αφόρητο καύσωνα. Το μεγαλείο της ψυχής του αποτυπώθηκε στην τελευταία φράση του «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν». Η μνήμη του τιμάται στις 13 Νοεμβρίου και η ανακομιδή των λειψάνων του στις 27 Ιανουαρίου.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Η ελεγκτική του γλώσσα, το θάρρος του, τον οδήγησαν σε σύγκρουση με το παλάτι και την φιλόδοξη αυτοκράτειρα Ευδοξία, η οποία με συμμάχους τα «διαπλεκόμενα» της εποχής τον εξόρισε στα βάθη της Αρμενίας.

Ανάλογη αποστροφή προς τα εκκλησιαστικά αξιώματα και την κοσμική δόξα είχε και ο Γρηγόριος, φύση ποιητική, ευαίσθητη, με ευγένεια ψυχής, η μνήμη του οποίου τιμάται στις 25 Ιανουαρίου. Παρά τις πολλές ικανότητες απέφευγε τα εκκλησιαστικά αξιώματα, όχι από φόβο και δειλία αλλά από ειλικρινή ταπείνωση και αυτογνωσία. Είναι χαρακτηριστικό ότι δέχθηκε να γίνει επίσκοπος Ναζιανζού κατόπιν επιμονής του αδελφικού φίλου του Μεγάλου Βασιλείου, καθώς ο ίδιος προτιμούσε την ησυχία και τη στοχαστική ζωή. Στο λόγο του «Περί Ιερωσύνης» διατυπώνει σοφά. «Τούτο μόνο ξεπερνά τη δύναμη μου, το να παραδεχθώ να αναλάβω την αρχηγία και κυβέρνηση ψυχών και, χωρίς να έχω μάθει καλά ούτε το πώς να κυβερνώμαι ο ίδιος, χωρίς να έχω καθαρίσει τη ψυχή μου όσο αρμόζει, να μου εμπιστευθούν επιστασία ποιμνίου». Στον ίδιο λόγο μιλάει με σκληρή γλώσσα για όσους χριστιανούς αντί να ξεριζώσουν την κακία τους γίνονται κριτές και τιμητές των άλλων.

Η επικαιρότητα των Τριών Ιεραρχών

Δεκαεπτά αιώνες πριν την εμφάνιση του φεμινισμού, σε λόγο που εκφώνησε μπροστά στον αυτοκράτορα, ο Γρηγόριος καυτηριάζει την ανισότητα ανδρών και γυναικών και τους τότε νόμους που προκλητικά ευνοούσαν τους άνδρες. Στην «ελαστική» και «επιλεκτική» ηθική της κοινωνίας σε σχέση με τους άνδρες, αναφωνεί με πάθος. «Αρνούμαι τη νομοθεσία. Άνδρες ήσαν οι νομοθετούντες γι’ αυτό και κατά των γυναικών οι νόμοι». Είναι αναμενόμενη μία τέτοια στάση απέναντι στο γυναικείο φύλο από τους Τρεις Ιεράρχες, αν λάβουμε υπόψη τον σεβασμό που επιδείκνυαν προς τις μητέρες τους, Εμμέλεια, Νόνα και Ανθούσα. Σεβασμός ο οποίος τους καθιστά πρότυπα συμπεριφοράς ακόμα και στην εποχή μας που η γυναίκα εύκολα επιτιμάται, ταπεινώνεται, γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης, λιθοβολείται από «αναμάρτητους», φονεύεται.

Αν στις μέρες μας η οικολογική καταστροφή και η κλιματική αλλαγή θέτουν τον άνθρωπο προ των ευθυνών του, ο Μέγας Βασίλειος δεκαεπτά αιώνες πριν στην ομιλία του «εις την εξαήμερον» υμνεί τη φύση ως δημιούργημα του Θεού και επιδεικνύει αξιοθαύμαστη οικολογική ευαισθησία. Καταδεικνύει ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος, αν είναι αποξενωμένος από τον Δημιουργό, τον συνάνθρωπο και το φυσικό περιβάλλον. Προτρέπει τους ανθρώπους να παρατηρούν τους θησαυρούς της φύσης, για να διαπιστώσουν την ποικιλία και την αρμονία χρωμάτων, σχημάτων, γεύσεων… αυτό που η επιστήμη χαρακτηρίζει ως «βιοποικιλότητα». Έτσι, θα ανακαλύψουν ότι όλα έχουν τη χρησιμότητά τους και τίποτα δεν έγινε τυχαία. Όλα έχουν ένα «σοφό μυστικό», έναν λόγο ύπαρξης. Η φύση, λοιπόν, για τον Μέγα Βασίλειο αποτελεί την καλύτερη πηγή, προκειμένου ο άνθρωπος να αντλήσει χρήσιμα συμπεράσματα για την πνευματική, κοινωνική και ηθική ζωή. Αποτελεί ένα «ανοικτό πανεπιστήμιο» στο οποίο μπορεί ο καθένας να σπουδάσει δωρεάν και να γίνει σοφότερος. Έτσι θα πάψει να είναι αλαζόνας και να αποποιείται τις ευθύνες του αποκαλώντας «θεομηνίες» τα ακραία καιρικά φαινόμενα, που ο ίδιος προκάλεσε. Γράφει ο Άγιος πως τα δικά μας λάθη «άλλαξαν και τη φύση, ακόμα και το κλίμα αλλόκοτα τροποποιήθηκε. Ο χειμώνας είναι γεμάτος παγωνιά και χωρίς χιόνια και βροχές. Η άνοιξη έχει ζέστη, όχι όμως και τις απαραίτητες βροχές .Ο καύσωνας και το κρύο ξεπέρασαν τα φυσικά όρια, βλάπτοντας και θανατώνοντας ανθρώπους και ζώα. Ποια λοιπόν είναι η αιτία της αταξίας και της σύγχυσης; […] Αν και εμείς κερδίζουμε δε δίνουμε σε κανένα. Είμαστε σφιχτοχέρηδες και αδιάφοροι στις ανάγκες των φτωχών. Τα πρόβατά μας είναι παχιά και γόνιμα, αλλά οι γυμνοί γύρω μας περισσότεροι απ’ αυτά. […] Αποκλείσαμε τη φιλαδελφία. Γι’ αυτό και τα χωράφια είναι ξερά. Γιατί η αγάπη πάγωσε.». Άραγε, οι ρίζες της καταστροφής του περιβάλλοντος δεν εντοπίζονται στην κερδοσκοπία του ανθρώπου, στον ατομικισμό, στην αδιαφορία για τον συνάνθρωπο και τις μελλοντικές γενιές;

Εξίσου «σύγχρονους» καθιστούν τους Τρεις Ιεράρχες και οι παιδαγωγικές τους αντιλήψεις. Ως βαθείς γνώστες και «ανατόμοι» της ανθρώπινης ψυχής διατύπωσαν θέσεις που αντέχουν στο χρόνο και συνάδουν με πολλές παιδαγωγικές θεωρίες της εποχής μας. Τα βασικά στοιχεία της αληθινής παιδείας, κατά τη γνώμη τους, είναι η αγάπη, η ελευθερία και ο σεβασμός του ανθρωπίνου προσώπου. Η παιδεία, ο «δεύτερος ήλιος» κατά τον Πλάτωνα, είναι «μετάληψις αγιότητας» κατά τον Χρυσόστομο. Αυτή αναμορφώνει την ψυχή και την καθιστά με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος «αγία» με «λειτουργό» τον δάσκαλο. Τονίζουν ότι πρωταρχικό ρόλο στην εκπαιδευτική διαδικασία διαδραματίζει η προσωπικότητα του δασκάλου και η σχέση του με τους μαθητές. « Ο δάσκαλος δε δίνει αυτό που έχει, αλλά αυτό που είναι», τονίζει ο Μέγας Βασίλειος, ενώ ο Γρηγόριος συμπληρώνει: «Ή μη δίδασκε ή δίδασκε δια του παραδείγματος», αναδεικνύοντας τον δάσκαλο σε πρότυπο αρχών και αξιών. Την ιερότητα του έργου του δασκάλου, ο οποίος απευθύνεται στο παιδί, «το μόνον των ζώων θεόπλαστον», αντανακλά η επισήμανση του Χρυσοστόμου: «Τι γαρ ίσον του ρυθμίσαι ψυχήν και διαπλάσαι νέου διάνοιαν;». Συνιστά, μάλιστα, σε όποιον θέλει να αναλάβει το έργο του παιδαγωγού να έχει φιλοστοργία, αυταπάρνηση, διάθεση θυσίας και να είναι απαλλαγμένος από την υπερηφάνεια και την αλαζονεία. Ο Γρηγόριος ονομάζει «τέχνη τεχνών και επιστήμη επιστημών» την τέχνη του δασκάλου, ανάγοντας την σε «λειτούργημα» και όχι σε απλή επαγγελματική αποκατάσταση, αποτέλεσμα συχνά μίας τυχαίας επιλογής στις πανελλαδικές εξετάσεις.

Πόσο απέχουν οι απόψεις του Μεγάλου Βασιλείου από τις σύγχρονες παιδαγωγικές προτάσεις, όταν συμβουλεύει ότι «η διδασκαλία πρέπει να γίνεται ευχάριστα, γιατί τότε μόνο η γνώση παραμένει μόνιμα.»; Ή όταν τονίζει πως «ο δάσκαλος δεν πρέπει να διατάζει όταν είναι ανάγκη να συμβουλεύει, ούτε να συμβουλεύει όταν είναι ανάγκη να διατάζει», αναζητώντας την αρμονία στις σχέσεις δασκάλου και μαθητή. Όταν σήμερα γίνεται λόγος για «κριτική σκέψη» και «πολύπλευρη μόρφωση», «διεπιστημονικότητα» και «διαθεματικότητα», ας ανατρέξουμε στην ομιλία του «Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφέλοιντο λόγων», για να επιβεβαιώσουμε τον σοφό τρόπο με τον οποίο «γεφυρώνει» τη χριστιανική και αρχαιοελληνική παιδεία, ενώ παράλληλα καθοδηγεί τους νέους στην κριτική στάση. «Όπως οι μέλισσες διαλέγουν το νέκταρ από τα λουλούδια, έτσι κι εσείς να διαλέγετε αυτά που διαβάζετε. Να κρατάτε τα καλά και τα ωφέλιμα». «Όπως ακριβώς στην τριανταφυλλιά, όταν κόψουμε τα άνθη, θα αποφύγουμε τα αγκάθια, έτσι ακριβώς και από τη σοφία του κόσμου θα αποφύγουμε το βλαβερό». Και όταν η σύγχρονη εκπαίδευση και κατάρτιση ακροβατεί μεταξύ «επιτυχίας» και «σίγουρης επαγγελματικής αποκατάστασης», ο Χρυσόστομος συμβουλεύει τους δασκάλους να σέβονται και να αναγνωρίζουν τις ιδιαιτερότητες του κάθε μαθητή.

Οι Τρείς Ιεράρχες αναμφισβήτητα τάραξαν τα νερά της εποχής τους και άφησαν αιώνια κληρονομιά τη ζωή και το έργο τους. Έργο πολυδιάστατο και πολύπλευρο, όπως υπήρξαν και οι ίδιοι. Ασχολήθηκαν τόσο με το μυαλό όσο και την ψυχή του ανθρώπου. Έστησαν γέφυρες ανάμεσα στο παλιό και το σύγχρονο, τη γνώση και την αρετή, ανάμεσα στην αναζήτηση της επιστημονικής αλήθειας και την αλήθεια της αγάπης. Νοημάτισαν τον αρχαίο κλασσικό κόσμο και διέσωσαν αξίες με πανανθρώπινο περιεχόμενο. Απέρριψαν τον μονοδιάστατο άνθρωπο που μισεί ό,τι νομίζει ότι αντιπαλεύει την πίστη και την ιδεολογία του. Δεν ηθικολογούσαν ούτε λιθοβολούσαν. Πίστευαν, εβίωναν, λάτρευαν, κήρυτταν «Χριστόν εσταυρωμένον και αναστημένον».

Ως Χριστοφόροι και Χριστοκήρυκες αναμόρφωσαν την Οικουμένη. Έδειξαν με τη ζωή και το έργο τους ότι η πίστη προς τον Θεό και η αγάπη προς τον συνάνθρωπο συμβαδίζουν. Απέδειξαν ότι η αλήθεια του Χριστού μπορεί σε κάθε εποχή να γίνει τρόπος ζωής. Και αυτός για τους τρεις είναι ο ύψιστος σκοπός, καθώς η ανθρωπολογία τους είναι θεοκεντρική: Ο «καλός καγαθός» άνθρωπος να γίνει όχι απλώς καλός χριστιανός και καλός άνθρωπος, αλλά να γίνει «άγιος» άνθρωπος. Οραματίστηκαν και κατέδειξαν τον «πολιτικό» και «εκκλησιαστικό» άνθρωπο, όχι τον «θρήσκο, θρησκευτικό και θρησκευόμενο». Τον άνθρωπο που νοιάζεται για το σύνολο και όχι για το άτομο. Δεν αρνήθηκαν τον άνθρωπο ως «ζώον πολιτικόν», κατά τον Αριστοτέλη, αλλά επιδίωξαν να τον αναγάγουν σε «ζώον θεούμενον», κατά τον Γρηγόριο τον Θεολόγο, άνθρωπο «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» του Θεού, ούτε θηρίο ούτε Θεό. Είδαν τον άνθρωπο ως «πρόσωπο» κι όχι ως «άτομο». Τον κάλεσαν με την προσευχή να γίνει μέτοχος θείας ζωή, «να φορέσει την εικόνα του επουρανίου ανθρώπου». Γιατί τα «πρόσωπα» δεν πεθαίνουν, όπως τα άτομα. Μετέχουν σε διαρκή άχρονη, αγαπητική «ευχαριστιακή» συνύπαρξη με τους άλλους. Αυτή τη βασική περί θεώσεως διδασκαλία των Τριών Ιεραρχών ίσως κατανοούν κι εκφράζουν οι νέοι επαναλαμβάνοντας ως σύνθημα το «Δε θα πεθάνουμε ποτέ, κουφάλα νεκροθάφτη»!

Για το θράσος μου να γράψω για του υψιπετείς Ιεράρχες ζητώ ταπεινά τη συγγνώμη σας.

Για την υπομονή και την καλοσύνη σας να διαβάσετε το μακροσκελές κείμενό μου ακόμη μία φορά σας ευχαριστώ.

Χρόνια πολλά σε όλους και ιδιαίτερα στην εκπαιδευτική κοινότητα.

Ο Κώστας Ι. Παλπάνης είναι θεολόγος.

The post Οι τρεις «μέγιστοι φωστήρες» first appeared on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Πέθανε σε ηλικία 45 ετών η ηθοποιός Annie Wersching, γνωστή από τον ρόλο της πράκτορος του FBI Renee Walker στη σειρά “24” και από τη φωνή της Tess στο βιντεοπαιχνίδι “The Last of Us”.

Η Wersching απεβίωσε το πρωί της Κυριακής στο Λος Άντζελες μετά από μάχη με τον καρκίνο, δήλωσε ο εκπρόσωπός της στο Associated Press. Το είδος του καρκίνου δεν διευκρινίστηκε.

Ο Neil Druckmann, ο οποίος δημιούργησε το “The Last of Us”, έγραψε στο Twitter ότι “Μόλις χάσαμε έναν όμορφο καλλιτέχνη και άνθρωπο. Η καρδιά μου είναι συντετριμμένη. Οι σκέψεις είναι με τους αγαπημένους της”.

Γεννημένη και μεγαλωμένη στο Σεντ Λούις του Μιζούρι, η Wersching εμφανίστηκε σε δεκάδες τηλεοπτικές σειρές κατά τη διάρκεια της καριέρας της που διήρκεσε δύο δεκαετίες.

Η πρώτη της συμμετοχή ήταν στο “Star Trek: Enterprise” και στη συνέχεια θα είχε επαναλαμβανόμενους ρόλους στην έβδομη και όγδοη σεζόν του “24”, στο “Bosch”, στο “The Vampire Diaries”, στο “Runaways” της Marvel, στο “The Rookie” και, πιο πρόσφατα, στη δεύτερη σεζόν του “Star Trek: Picard” ως βασίλισσα των Μποργκ.

Επίσης, παρείχε τη φωνή και την απόδοση της Tess για το δημοφιλές βιντεοπαιχνίδι “The Last of Us”.

Η Wershing διαγνώστηκε με καρκίνο το 2020, σύμφωνα με το Deadline, και συνέχισε να εργάζεται. Επιβιώνει από τον σύζυγό της, τον ηθοποιό Stephen Full, και τρεις γιους. Την Κυριακή δημιουργήθηκε μια σελίδα GoFundMe για την υποστήριξη της οικογένειας.

Η ηθοποιός Abigail Spencer, η οποία εμφανίστηκε με την Wersching στην sci-fi σειρά “Timeless”, έγραψε στο Twitter: “Σε αγαπάμε Annie Wersching. Θα μας λείψεις πολύ”.

Πηγή: AP

The post Πέθανε σε ηλικία 45 ετών η ηθοποιός των «24» και «Runaways» Annie Wersching first appeared on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Σε τροχιά αποκατάστασης για τη μετατροπή του σε μουσειακό και πολιτιστικό χώρο βρίσκεται το ιστορικό κτήριο του τυποβαφικού εργαστηρίου της π. «Βιοτεχνίας Ελληνικών Μαντηλιών (ΒΕΜ)» στο Μεταξουργείο. Το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων γνωμοδότησε ομόφωνα θετικά επί των μελετών αποκατάστασης του χαρακτηρισμένου ως μνημείου κτηρίου ΒΕΜ, και επί της χωροθέτησης των λειτουργιών του πολυδύναμου πολιτιστικού χώρου ως μουσείου τυποβαφικής τέχνης και παραγωγής μαντηλιών της ΒΕΜ και κέντρου χειροτεχνίας του υφάσματος.

Οι διαδικασίες για την αποκατάσταση του ΒΕΜ άρχισαν τον Ιανουάριο του 2021 με αυτοψία κλιμακίου του ΥΠΠΟΑ με επικεφαλής τη Λίνα Μενδώνη. Ακολούθησε ο καθαρισμός του κτηρίου και η καταγραφή του αρχειακού πλούτου του εργαστηρίου (σχέδια, δειγματολόγια, στάμπες), από τη Διεύθυνση Νεότερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, ενώ στη συνέχεια ωρίμασαν οι αναγκαίες μελέτες. Παράλληλα, άρχισε η διερεύνηση συνεργασιών και συνεργειών του ΒΕΜ με άλλους φορείς του νεότερου πολιτισμού, όπως το Κέντρο Μελέτης Νεώτερης Κεραμεικής – Ίδρυμα Οικ. Γ. Ψαρόπουλου, το Ιστορικό Λαογραφικό Μουσείο Λάρισας, για την παραγωγή νέων σταμπωτών υφασμάτων, και η κλωστοϋφαντουργία Μέντη –παράρτημα πλέον του Μουσείου Μπενάκη- προκειμένου να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του Κέντρου Χειροτεχνίας, το οποίο θα συνδεθεί οργανικά με το Μουσείο Νεώτερου Ελληνικού Πολιτισμού και θα συνεργάζεται στενά με τον Οργανισμό Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων. Τον Δεκέμβριο του 2021, το Συμβούλιο Μουσείων του ΥΠΠΟΑ, γνωμοδότησε ομόφωνα για το κτιριολογικό πρόγραμμα, το οποίο προβλέπει μόνιμη έκθεση, χώρο αρχείου, γραφεία διοίκησης, εργαστήρια χειροτεχνίας, χώρους πολλαπλών χρήσεων, χώρο περιοδικών εκθέσεων, χώρο εστίασης και πωλητήριο.

Άποψη από τις εγκαταστάσεις της πρώην Βιοτεχνίας Ελληνικών Μαντηλιών

Όπως δήλωσε η Υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού Λίνα Μενδώνη, «η αποκατάσταση του κτηρίου, που φιλοξένησε ένα μοναδικό δείγμα, στον ελληνικό χώρο, τυποβαφικού εργαστηρίου σταμπωτών παραδοσιακών μαντηλιών με συνεχή λειτουργία επί εκατό και πλέον χρόνια, μπαίνει σε τροχιά υλοποίησης. Συνεπείς στον σχεδιασμό μας, εργαζόμαστε συστηματικά, ώστε το οικοδόμημα της π. Βιομηχανίας Ελληνικών Μαντηλιών, άρρηκτα συνδεδεμένο με τη μοναδική τέχνη του σταμπωτού υφάσματος, να λειτουργήσει ως Παράρτημα του Μουσείου Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού, σε άμεση συνάφεια και συνέργεια με τις νέες μουσειακές εγκαταστάσεις του στο Μοναστηράκι, και να εξελιχθεί σε ένα ζωντανό Κέντρο Χειροτεχνίας, στην ιστορική γειτονιά του Μεταξουργείου. Με την αποκατάσταση και τη μετατροπή του σε πολυδύναμο πολιτιστικό κέντρο μπορεί να λειτουργήσει ως ουσιαστική παρέμβαση αναβίωσης της παραδοσιακής τυποβαφικής τεχνικής, σε ευθεία σύνδεση με τη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία, το σύγχρονο βιομηχανικό σχέδιο, την παραγωγή και τους τομείς της δημιουργικής οικονομίας, συμβάλλοντας καταλυτικά στην αναβάθμιση της ευρύτερης περιοχής».

Η συγκεκριμένη μελέτη αποσκοπεί στην αποκατάσταση των αυθεντικών χαρακτηριστικών του κτηρίου και στην ανάδειξη του χαρακτήρα του, μετατρέποντάς το σε πολυδύναμο πολιτιστικό χώρο. Βασικά συνθετικά στοιχεία στην αρχιτεκτονική μελέτη αποτελούν η διατήρηση της μορφής και της ανάπτυξης των πτερύγων με τις ελάχιστες λειτουργικές παρεμβάσεις, του «ανοικτού χώρου» της εσωτερικής αυλής και η κατασκευή διαφώτιστου χώρου στην εσωτερική πλευρά του κτηρίου, όπου ευρίσκονται τα μηχανήματα. Το ακίνητο αποτελεί συγκρότημα κτηρίων που οικοδομήθηκαν σε διαφορετικές φάσεις στη διάρκεια του 20ου αι. Η κακή κατάσταση διατήρησης του συγκροτήματος οφείλεται στην έλλειψη συντήρησης, για μακρό χρονικό διάστημα, και κυρίως στο γεγονός ότι πρόκειται για κατασκευές που διαμορφώθηκαν σε διάφορες φάσεις της λειτουργίας της βιοτεχνίας, με ευτελή δομή και κατασκευαστικά υλικά.

Βάσει του εγκεκριμένου κτηριολογικού προγράμματος, στην πτέρυγα Α, εμβαδού 292 τ.μ., χωροθετείται εκθεσιακός χώρος για την ιστορία και την εξέλιξη της τυποβαφικής τέχνης, το εργαστήριο της ΒΕΜ από τα τέλη του 19ου αιώνα έως τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, χώρος αρχείου/υποδοχής ερευνητών. Στην πτέρυγα Β, συνολικού εμβαδού 608 τ.μ. χωροθετούνται εργαστήρια χειροτεχνίας του υφάσματος, περιοδικές εκθέσεις και πολλαπλές δράσεις, χώροι λειτουργικών χρήσεων του συγκροτήματος, πωλητήριο, χώρος υποδοχής, αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, προβολών και περιοδικών εκθέσεων, φουαγιέ, χώροι εστίασης, αναψυχής και θέασης.

Το κτήριο κατασκευάστηκε γύρω στο 1900 και στέγασε το τυποβαφικό εργαστήριο των Αδελφών Οικονομόπουλου, μετά τη μεταφορά της επιχείρησης από τη Σύρο, όπου ιδρύθηκε το 1879. Είναι χαρακτηρισμένο ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο μαζί με τον εξοπλισμό και τα λοιπά κινητά αντικείμενα. Το κτήριο αποτελεί μοναδικό σωζόμενο δείγμα προβιομηχανικής παραγωγής σταμπωτών μαντηλιών κεφαλής, με αυθεντικά παραδοσιακά σχέδια από όλη την Ελλάδα, τα οποία διοχετεύονταν εντός και εκτός Ελλάδας κατά το α΄ μισό του 20ού αιώνα. Μετά το 1945 το τυποβαφείο ΒΕΜ εφάρμοσε το τύπωμα των προϊόντων του με τη μέθοδο της μεταξοτυπίας. Η βιοτεχνία σταμάτησε τη λειτουργία της στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και το ακίνητο περιήλθε στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου. Από τον κινητό εξοπλισμό της βιοτεχνίας διατηρούνται ξύλινες σφραγίδες (στάμπες, ξυλότυποι) για την παραγωγή των σταμπωτών μαντηλιών, μήτρες μεταξοτυπίας σε τελάρα, σχέδια παραδοσιακών μαντηλιών, δειγματολόγια σχεδίων καθώς και σκεύη, εργαλεία και πρώτες ύλες παρασκευής βαφών, δείγματα νημάτων, μαντηλιών και υλικών συσκευασίας, χαρτώο υλικό κ.α.

Άποψη από τις εγκαταστάσεις της πρώην Βιοτεχνίας Ελληνικών Μαντηλιών  Δείγματα νημάτων για την παραγωγή σταμπωτών μαντηλιών Σχέδια παραδοσιακών μαντηλιών Πρόταση αποκατάστασης του χαρακτηρισμένου ως μνημείου κτηρίου της πρώην Βιοτεχνίας Ελληνικών Μαντηλιών

The post Το ΥΠΠΟΑ δημιουργεί πολυδύναμο πολιτιστικό χώρο παραδοσιακής τυποβαφικής τέχνης, στην π. Βιοτεχνία Ελληνικών Μαντηλιών, στο Μεταξουργείο first appeared on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο Έντουαρντ Λίαρ (Edward Lear‎) ή Ἐδουάρδος Λῦαρ, όπως ο ίδιος έγραφε το όνομά του στα ελληνικά, (Λονδίνο, 12 Μαΐου 1812 – Σαν Ρέμο, 29 Ιανουαρίου 1888) ήταν Άγγλος συγγραφέας και ζωγράφος. Είναι γνωστός κυρίως για τη συνεισφορά του στο είδος της παράδοξης λογοτεχνίας ή λογοτεχνίας της ανοησίας (nonsense literature) και της σατιρικής ποίησης. Με τα nonsense Limericks που συνέθεσε, δηλ. τα «ανοησιολογήματα» ή «στιχουργικά παραδοξολογήματά» του, καθώς και τις ιδιόμορφες ζωγραφιές που τα πλαισίωναν, ο Λίαρ αναγνωρίστηκε και καθιερώθηκε ως ηγετική φυσιογνωμία αυτού του λογοτεχνικού είδους, ως ο «μαιτρ της ανοησίας».

Γεννήθηκε στο Χάιγκεϊτ, τότε ένα προάστιο του βόρειου Λονδίνου και υπήρξε το νεότερο από τα 21 παιδιά του χρηματιστή Τζερεμάια Λίαρ (1788-1833) και της Αν Κλαρκ Σκέριτ (1766-1844). Τέσσερα χρόνια μετά τη γέννηση του Έντουαρντ, η οικογένεια αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πολυτελή ζωή στην οποία είχε συνηθίσει, μετά από αποτυχία του πατέρα του στο χρηματιστήριο. Την ανατροφή του ανέλαβε στη θέση της μητέρας του η μεγαλύτερη αδελφή του, Αν Λίαρ, ενώ στην εκπαίδευσή του συνέβαλε επίσης η αδελφή του Σάρα. Οι δύο αδελφές του τον έφεραν σε πρώτη επαφή με την κλασική λογοτεχνία και τη ρομαντική ποίηση, όπως και με τη ζωγραφική. Από την ηλικία των δεκαπέντε ετών ασχολήθηκε με το σχέδιο για βιοποριστικούς λόγους. Εργάστηκε στο Βρετανικό Μουσείο, όπου φιλοτέχνησε σχέδια πτηνών, συνεργαζόμενος με τον ορνιθολόγο Τζον Γκουλντ, με τον οποίο ταξίδεψε στο Άμστερνταμ, στο Ρότερνταμ, στη Βέρνη και στο Βερολίνο. Καθόλη τη διάρκεια της ζωής του, ο Λίαρ υπέφερε από επιληψία και κατάθλιψη, ενώ στο τέλος της ζωής του αντιμετώπισε επίσης προβλήματα με την όρασή του. Υπήρξε δεινός ταξιδευτής, με την Ιταλία, την Ελλάδα, την Αλβανία, την Παλαιστίνη, τη Συρία, την Αίγυπτο και την Ινδία να αποτελούν μερικούς από τους πολυάριθμους σταθμούς των περιπλανήσεών του. Φιλοτέχνησε πολλές τοπιογραφίες, κυρίως υδατογραφίες, καθώς και τοπογραφικά σχέδια υψηλής ακρίβειας, καταγράφοντας τις περιπλανήσεις του και εκδίδοντας ταξιδιωτικά κείμενα με σημαντικότερο το Journals of a Landscape Painter in Albania, &c. (1851). Ως ζωγράφος, φαίνεται πως έχαιρε εκτίμησης, ενώ υπήρξε δάσκαλος της βασίλισσας Βικτωρίας για σύντομο χρονικό διάστημα, από την οποία πληροφορούμαστε πως ο Λίαρ ήταν εξαιρετικός στη διδασκαλία του. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στο Σαν Ρέμο της Ιταλίας, όπου πέθανε τον Ιανουάριο του 1888.

Προσωπογραφία του Λίαρ (περ. 1840), έργο του Wilhelm Marstrand

Στροφές από το Book of Nonsense και εικονογράφηση του Λίαρ

Το έργο του

Το συγγραφικό έργο του συγκρίνεται συχνά με αυτό του Λιούις Κάρολ, μαζί με τον οποίο συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους συγγραφείς παραδοξολογημάτων της Βικτοριανής εποχής. Στα πιο γνωστά έργα του Λίαρ ανήκει η πρώτη συλλογή παραδοξολογημάτων του Book of Nonsense (1846), στην οποία επιδίωξε να συνθέσει στίχους “α-νόητους, διαυγείς και απόλυτους”. Κάθε ποίημα ακολουθεί την ίδια δομή, ξεκινώντας συνήθως με τη χαρακτηριστική στροφή “There was an old man of […]”, που ενίοτε παραλλάσσεται ελαφρά. Ο Λίαρ δεν επινόησε αυτή τη στιχουργική μορφή, ωστόσο την υιοθέτησε ως ένα εύκολο μέσο για να συνθέσει διασκεδαστικές ρίμες. Όπως και στην περίπτωση του Κάρολ, τα παιδαριώδη γραπτά τού Λίαρ έγιναν αντικείμενο εκτενέστερης ανάλυσης, σε μια προσπάθεια να αποκαλυφθεί κάποιο κρυφό νόημα και βαθύτεροι συμβολισμοί, παρά το γεγονός πως ο ίδιος ο συγγραφέας ανέφερε χαρακτηριστικά πως επιδίωξε να καταστήσει το έργο του ακατάλληλο για τέτοιου είδους παρερμηνείες. Ο Τζορτζ Όργουελ διέκρινε στον Λίαρ την ικανότητα να αποφεύγει το χυδαίο, παρομοιάζοντας το χιούμορ του με κακοποιό πνεύμα που παρεμβαίνει στην κοινή λογική. Το 1886, αναγνωρίζοντας την αξία τού έργου του, ο κριτικός και συγγραφέας Τζον Ράσκιν, συμπεριέλαβε τον Λίαρ στην κορυφή ενός προσωπικού καταλόγου με τους σημαντικότερους συγγραφείς, ο οποίος δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Pall Mall Gazette. Εκτός από χιουμοριστικούς στίχους, ο Λίαρ συνέθεσε επίσης μία σειρά από παραδοξολογήματα, όπως την παράδοξη βοτανική (Nonsense Botany) στην οποία εικονογράφησε φανταστικά είδη δικής του ονοματολογίας, και το παράδοξο αλφάβητο. Μελοποίησε επίσης ποιήματά του, ωστόσο σημαντικό μέρος της μουσικής που συνέθεσε έχει χαθεί.

Βιβλιογραφία

  • Vivien Noakes (ed.), Edward Lear: Selected Letters, Oxford, 1988
  • Vivien Noakes, Edward Lear: The Life of a Wanderer, Boston: Houghton Mifflin Company, 1969
  • Carolyn Wells, A Nonsense Anthology, New York, Charles Scribners’ Sons, 1903
  • Νίκος Δ. Καράμπελας, Ο Edward Lear στη Λάκκα Σουλίου, Πρακτικά Συνεδρίου, σελ. 264-267, 2014

The post Έντουαρντ Λίαρ (1812 – 1888)  Άγγλος συγγραφέας και ζωγράφος first appeared on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο Ρόμπερτ Λι Φροστ (Robert Lee Frost, 26 Μαρτίου 1874 – 29 Ιανουαρίου 1963) ήταν Αμερικανός ποιητής, ο διασημότερος της γενιάς του. Τιμήθηκε τέσσερις φορές με το βραβείο Πούλιτζερ και με πολλές ακόμη διακρίσεις.

Αν και το όνομά του είναι κυρίως συνδεδεμένο με τη Νέα Αγγλία, ο Φροστ γεννήθηκε στο Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνια. Η μητέρα του Ίσαμπελ Μούντι (Isabelle Moodie), είχε σκωτσέζικη καταγωγή και ο πατέρας του, Ουίλιαμ Πρέσκοτ Φροστ ο νεότερος, ήταν απόγονος των Φροστ από το Ντέβονσαϊρ, που εγκαταστάθηκαν στο New Hampshire το 1634[1]. Ο πατέρας του, πρώην δάσκαλος, που αργότερα έγινε συντάκτης της εφημερίδας San Francisco Daily Evening Post, είχε πρόβλημα με τον αλκοολισμό και τον τζόγο, και εφάρμοζε σκληρή πειθαρχία στα παιδιά του. Είχε πάθος με την πολιτική και ασχολήθηκε ενεργά με αυτήν, όσο του το επέτρεπε η υγεία του.

Πορτρέτο του Φροστ, μεταξύ 1910-1920

Ο Φροστ έζησε στην Καλιφόρνια μέχρι τα έντεκά του χρόνια. Μετά το θάνατο του πατέρα του από φυματίωση το 1885, μετακόμισε με τη μητέρα και την αδερφή του στην ανατολική Μασσαχουσέτη, κοντά στους προγόνους του πατέρα του. Η μητέρα του προσχώρησε στην εκκλησία των Swedenborgian και τον βάπτισε σε αυτήν, αλλά ο Φροστ την εγκατέλειψε ως ενήλικας. Μεγάλωσε ως παιδί της πόλης και το πρώτο του ποίημα δημοσιεύθηκε στο Lawrence της Μασσαχουσέτης. Παρακολούθησε μαθήματα στο Κολλέγιο Ντάρτμουθ (Dartmouth College) το 1892, για λιγότερο από ένα εξάμηνο. Ασχολήθηκε με διάφορες δουλειές, όπως η διδασκαλία, η διανομή εφημερίδων και η εργασία σε εργοστάσιο. Το 1894 πούλησε το πρώτο του ποίημα, My Butterfly, στην εφημερίδα The Independent για δεκαπέντε δολάρια. Υπερήφανος για το επίτευγμά του, έκανε πρόταση γάμου στην Elinor Miriam White. Ήταν συμμαθητές στο Λύκειο και είχαν διατηρήσει επαφή μέχρι τότε. Αυτή αρνήθηκε, λέγοντας πως ήθελε να αποφοιτήσουν πρώτα από το Κολέγιο πριν παντρευτούν. Ο Φροστ απογοητευμένος, ταξίδεψε στο Great Dismal Swamp στην Βιρτζίνια. Επέστρεψε αργότερα τον ίδιο χρόνο και επανέλαβε την πρόταση στην Elinor, αυτή δέχθηκε και παντρεύτηκαν το Δεκέμβριο του 1895.

Εργάστηκαν και οι δύο ως καθηγητές σε σχολείο μέχρι το 1897. Μετά ο Φροστ φοίτησε στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ για δύο χρόνια. Αν και τα πήγαινε καλά, ένιωθε ότι έπρεπε να γυρίσει πίσω λόγω της υγείας του και επειδή η σύζυγός του περίμενε το δεύτερο παιδί τους. Ο παππούς του αγόρασε μια φάρμα στο New Hampshire για το νεαρό ζευγάρι. Ο Φροστ έμεινε εκεί για εννέα χρόνια και έγραψε πολλά από τα ποιήματα που αποτέλεσαν τα πρώτα του έργα. Η απόπειρά του να ασχοληθεί με την ανατροφή πουλερικών απέτυχε και αναγκάστηκε να δεχθεί τη θέση καθηγητή στην Ακαδημία Πίνκερτον.

Το 1912, ο Φροστ ταξίδεψε με την οικογένειά του στη Γλασκώβη, και αργότερα εγκαταστάθηκε στο Μπίκονσφιλντ (Beaconsfield), έξω από το Λονδίνο.

Η πρώτη του ποιητική συλλογή, A Boy’s Will, εκδόθηκε τον επόμενο χρόνο. Στην Αγγλία απέκτησε σημαντικές γνωριμίες, όπως ο ποιητής Έντουαρντ Τόμας (Edward Thomas) (μέλος της γνωστής ομάδας Dymock poets), ο T. E. Hulme, και ο Έζρα Πάουντ, ο οποίος ήταν ο πρώτος Αμερικανός που έγραψε ευνοϊκή κριτική για το έργο του Φροστ. Ο Φροστ συνέγραψε μερικά από τα καλύτερα δείγματα της δουλειάς του ενώσο βρισκόταν στην Αγγλία.

Ο Ρόμπερτ Φροστ σε αμερικανικό γραμματόσημο του 1974

Ο Φροστ επέστρεψε στην Αμερική το 1915, αγόρασε μία φάρμα στην Franconia του New Hampshire και ξεκίνησε την συγγραφική του καριέρα, ενώ ταυτόχρονα ασχολήθηκε και με τη διδασκαλία. Από το 1916 ως το 1938 ήταν καθηγητής Αγγλικής Φιλολογίας στο Κολέγιο Άμχερστ (Amherst College). Ως καθηγητής, ενθάρρυνε τους μαθητές του να χρησιμοποιούν τον ήχο της ανθρώπινης φωνής στην τέχνη τους.

Κατά την τελετή εγκατάστασης του προέδρου Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι στο αξίωμα του το 1961, ο Φροστ απείγγειλε το The Gift Outright. Μερικά από τα πιο γνωστά ποιήματά του είναι τα Death of the Hired ManStopping by Woods on a Snowy EveningMending WallNothing Gold Can StayBirches, After Apple Picking, The PastureFire and IceThe Road Not Taken, και Directive. Ο Φροστ τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ τέσσερις φορές, επίτευγμα μεγάλο για έναν ποιητή.

Από το 1921, και για τα επόμενα 42 χρόνια (με τρεις εξαιρέσεις), ο Φροστ κάθε καλοκαίρι δίδασκε στο Bread Loaf School of English του Κολεγίου Middlebury στο Ρίπτον, του Βερμόντ. Το Κολέγιο Middlebury έχει ακόμη στην κατοχή του τη Φάρμα του Ρόμπερτ Φροστ ως Εθνικό Ιστορικό Αξιοθέατο, κοντά στις εγκαταστάσεις του Bread Loaf.

Το 1961, ο 86χρονος αλλά θαλερότατος “πρύτανης των Αμερικανών ποιητών”, Ρόμπερτ Φροστ, επισκέφτηκε την Αθήνα, δηλώνοντας ότι “ήθελε να γνωρίσει την πατρίδα ενός παλιού του φίλου που τον συντροφεύει στις μοναχικές του σκέψεις: του Σωκράτη”[5].

Πέθανε στη Βοστώνη στις 29 Ιανουαρίου του 1963. Ο τάφος του βρίσκεται στο Παλαιό Κοιμητήριο του Μπένινγκτον, στο Μπένινγκτον του Βερμόντ. Ο κατάλογος αποφοίτων του Χάρβαρντ του 1965 τον αναφέρει ως απόφοιτο με τιμητική διάκριση. Ο Φροστ έλαβε επίσης πτυχίο με τιμητική διάκριση από το Κολέγιο Bates καθώς και από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και το Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ. Ενώ ήταν ακόμη εν ζωή, το σχολείο the Robert Frost Middle School στο Φέρφαξ της Βιρτζίνια, και η κεντρική βιβλιοθήκη του Κολεγίου Άμχερστ, πήραν το όνομά του.

Λαϊκή κουλτούρα

Το ποίημα του “Nothing Gold Can Stay” περιέχεται τόσο στο βιβλίο The Outsiders της S.E. Hinton, όσο και στην ομόνυμη ταινία (The Outsiders), του Φράνσις Φορντ Κόπολα που γυρίστηκε το 1983.

Επιλεγμένη εργογραφία

Ποιήματα

  • A Boy’s Will (David Nutt, 1913; Holt, 1915).
  • North of Boston (David Nutt, 1914; Holt, 1914).
  • Mountain Interval (Holt, 1916).
  • Selected Poems (Holt, 1923)
  • New Hampshire (Holt, 1923; Grant Richards, 1924).
  • Several Short Poems (Holt, 1924).
  • Selected Poems (Holt, 1928).
  • West-Running Brook (Holt, 1929).
  • The Lovely Shall Be Choosers (Random House, 1929).
  • Collected Poems of Robert Frost (Holt, 1930; Longmans, Green, 1930).
  • The Lone Striker (Knopf, 1933).
  • Selected Poems: Third Edition (Holt, 1934).
  • Three Poems (Baker Library, Dartmouth College, 1935).
  • The Gold Hesperidee (Bibliophile Press, 1935).
  • From Snow to Snow (Holt, 1936).
  • A Further Range (Holt, 1936; Cape, 1937).
  • Collected Poems of Robert Frost (Holt, 1939; Longmans, Green, 1939)
  • A Witness Tree (Holt, 1942; Cape, 1943).
  • Steeple Bush (Holt, 1947).
  • Complete Poems of Robert Frost, 1949 (Holt, 1949; Cape, 1951).
  • Hard Not To Be King (House of Books, 1951).
  • Aforesaid (Holt, 1954).
  • A Remembrance Collection of New Poems (Holt, 1959).
  • You Come Too (Holt, 1959; Bodley Head, 1964)
  • In the Clearing (Holt Rinehart & Winston, 1962)
  • The Poetry of Robert Frost, (New York, 1969).

Θεατρικά

  • A Way Out: A One Act Play (Harbor Press, 1929).
  • The Cow’s in the Corn: A One Act Irish Play in Rhyme (Slide Mountain Press, 1929).
  • A Masque of Reason (Holt, 1945).
  • A Masque of Mercy (Holt, 1947).

Πρόζα

  • The Letters of Robert Frost to Louis Untermeyer (Holt, Rinehart & Winston, 1963; Cape, 1964).
  • Robert Frost and John Bartlett: The Record of a Friendship, by Margaret Bartlett Anderson (Holt, Rinehart & Winston, 1963).
  • Selected Letters of Robert Frost (Holt, Rinehart & Winston, 1964).
  • Interviews with Robert Frost (Holt, Rinehart & Winston, 1966; Cape, 1967).
  • Family Letters of Robert and Elinor Frost (State University of New York Press, 1972).
  • Robert Frost and Sidney Cox: Forty Years of Friendship (University Press of New England, 1981).

The post Ρόμπερτ Φροστ (1874 – 1963) Αμερικανός ποιητής first appeared on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το Μεγάλο Αιγυπτιακό Μουσείο, Κάιρο

Οι εργασίες συνεχίζονται στο Μεγάλο Αιγυπτιακό Μουσείο κοντά στη διάσημη πυραμίδα της Γκίζας εδώ και 20 χρόνια. Θα άνοιγε το 2020, αλλά τα εγκαίνια αναβλήθηκαν για το 2023. Θα είναι το μεγαλύτερο αρχαιολογικό μουσείο στον κόσμο, με έκταση 50 εκταρίων. Στεγάζει περίπου 100.000 αντικείμενα, συμπεριλαμβανομένων αντικειμένων από τον τάφο του Τουταγχαμών.

Διεθνές Αφροαμερικανικό Μουσείο, Τσάρλεστον, ΗΠΑ

Σχεδόν το 90% των μαύρων Αμερικανών εκτιμάται ότι έχει προγόνους που πέρασαν από τα σκλαβοπάζαρα του Τσάρλεστον, όπου έδεναν τα πλοία μεταφέροντας Αφρικανούς σκλάβους στη Βόρεια Αμερική τον 18ο και τον 19ο αιώνα. Οι συγκλονιστικές ιστορίες τους παρουσιάζονται σε εννέα αίθουσες. Τα εγκαίνια θα γίνουν το καλοκαίρι.

Κέντρο Επιστημών και Κανοτομίας Richard Gilder, Νέα Υόρκη, ΗΠΑ

Το αμερικανικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας στη Νέα Υόρκη επεκτείνεται. Το παράρτημα των 22.000 τετραγωνικών μέτρων είναι αφιερωμένο κυρίως σε έντομα. Η αρχιτέκτονας Ζαν Γκανγκ παρουσιάζει έξοχα το θέμα. Το μουσείο μοιάζει με το εσωτερικό ενός τερμίτη, και έχει σκοπό να δώσει στους επισκέπτες την αίσθηση ότι βυθίζονται στον κόσμο των εντόμων.

Μουσείο Ρομποτικής (RAIM), Σεούλ

Το εντυπωσιακό νέο κτίριο, εν μέρει χτισμένο από ρομπότ, παρουσιάζει την τεχνολογία του μέλλοντος. Παρουσιάζει την εικονική πραγματικότητα, την ολογραφία, την τεχνητή νοημοσύνη, τη ρομποτική και πολλά άλλα. Έχει προγραμματιστεί να ανοίξει στο τέλος του χρόνου αλλά δεν είναι σίγουρο εάν η ημερομηνία μπορεί να τηρηθεί.

National Portrait Gallery, Λονδίνο

Στις 22 Ιουνίου, η National Portrait Gallery στο Λονδίνο θα ανοίξει ξανά μετά την πιο εκτεταμένη ανακαίνιση στην ιστορία της. «Εμπνέοντας ανθρώπους»: με αυτό το σύνθημα επανασχεδιάστηκαν οι αίθουσες των εκθέσεων, παρουσιάζοντας μια συλλογή έργων τέχνης από την οικογένεια των ευγενών Tudors μέχρι σήμερα. Μια έκθεση της Βρετανίδας φωτογράφου Yevonde εγκαινιάζει τη νέα εποχή.

Εθνική Πινακοθήκη, Σκωτία

Η νεοκλασική Εθνική Πινακοθήκη της Σκωτίας άνοιξε το 1859. Από το 2019 ανακαινίζεται και ο εκθεσιακός χώρος επεκτάθηκε. Η νέα πτέρυγα του μουσείου, που πρόκειται να ανοίξει το καλοκαίρι, βλέπει στους Πριγκιπικούς Κήπους και περιλαμβάνει περισσότερα έργα, όπως των Γουίλιαμ Μακ Τάγκαρτ και Άνι Ρέντπαθ.

Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Κωνσταντινούπολης

Το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Κωνσταντινούπολης στο Καρακόι ήταν ήδη θεσμός πριν από το νέο κτίριο, το οποίο πρόκειται να ανοίξει φέτος. Αυτό είναι ένα τμήμα του λιμανιού του Γαλατά και μιας φιλόδοξης ιδέας αστικής ανάπλασης. Το μουσείο με τις εκθέσεις του, μια βιβλιοθήκη, έναν κινηματογράφο και αίθουσες εκδηλώσεων θα αναβαθμίσει αυτό το τμήμα του Βοσπόρου.

Maison Gainsbourg, Παρίσι

Το 2023 θα εγκαινιαστεί ως μουσείο το σπίτι όπου έζησε ο Γάλλος μουσικός και συγγραφέας Σερζ Γκαινσμπούρ. Δεν είναι ακόμα σαφές ποια θα είναι τα εκθέματα, ωστόσο σίγουρα θα λειτουργεί μια βιβλιοθήκη και ένα καφέ. Το βράδυ θα λειτουργεί σαν πιάνο-μπαρ και σίγουρα ο Γάλλος τραγουδιστής θα χαιρόταν.

Πηγή: Deutsche Welle

The post Μουσεία που θα ανοίξουν το 2023 first appeared on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
  • Τζέιμς Τζόις
  • Το Πορτρέτο της νιότης του καλλιτέχνη
  • Μετάφραση: Μ.Σ.
  • Σειρά: Ιρλανδική κλασική λογοτεχνία
  • Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος
  • Σελ. 368, Αθήνα 2022
  • ISBN: 978-618-5644-16-1

«Το Πορτρέτο της νιότης του καλλιτέχνη» του Τζέιμς Τζόις (1882-1941) είναι ένα μυθιστόρημα εν μέρει αυτοβιογραφικό όπου ο συγγραφέας αναπλάθει, χρησιμοποιώντας φανταστικά στοιχεία, το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε. Κεντρικός ήρωας είναι ο Στήβεν Δαίδαλος –κάθε άλλο παρά τυχαία η επιλογή του ονόματος, που παραπέμπει στο ομώνυμο μυθολογικό πρόσωπο, τον περίφημο τεχνίτη Δαίδαλο–, προικισμένος με ιδιαίτερη ευφυΐα, ευαισθησία, χαρακτήρα, που προσπαθεί, καθώς ανοίγει τα δικά του «φτερά», να ισορροπήσει ανάμεσα στην καλλιτεχνική του φύση που τον εξυψώνει ακόμα και σε όσα μπορούν να τον περιορίσουν. Ζωγραφισμένο με λόγια, το πορτρέτο του Στήβεν αφορά τον αγώνα της πνευματικής, ηθικής, κοινωνικής εξέλιξής του από παιδί σε έφηβο και τελικά σε ενήλικα, καθώς σφυρηλατείται μέσα από τους βασικούς πυλώνες της παραδοσιακής ιρλανδικής κοινωνίας των αρχών του 20ού αιώνα (οικογένεια, εκπαιδευτικό σύστημα, θρησκεία και καθολικό ιερατείο), προσπαθώντας να πετάξει μακριά απ’ ό,τι τον βαραίνει και να ακολουθήσει το πεπρωμένο του, που είναι η ενασχόληση με την τέχνη.

The post Τζέιμς Τζόις: “Το πορτρέτο της νιότης του καλλιτέχνη” first appeared on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο Ισμαήλ Κανταρέ (Ismail Kadare, Αργυρόκαστρο, 28 Ιανουαρίου 1936) είναι Αλβανός σύγχρονος λογοτέχνης. Σπούδασε στη Σχολή Ιστορίας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου των Τιράνων και κατόπιν στο Ινστιτούτο Γκόρκυ της Μόσχας. Παρουσιάστηκε στα αλβανικά γράμματα αμέσως μετά την επιστροφή του από τη Μόσχα, με ποιήματα και το πεζογράφημα Μια πόλη χωρίς διαφημίσεις (1959). Με τη δημοσίευση του μυθιστορήματος Ο στρατηγός ενός νεκρού στρατού (1963), καθιερώθηκε ως ένας από τους πλέον ταλαντούχους συγγραφείς της χώρας του. Έγραψε και ιστορικά μυθιστορήματα, τα οποία αποτελούν ένα κράμα ρεαλισμού και φανταστικού στοιχείου. Θεωρείται ένας από τους υποψήφιους, για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Δράση και διώξεις

Μπήκε στη διεύθυνση της εβδομαδιαίας λογοτεχνικής επιθεώρησης Drita (Φως).

Το 1981 δημοσίευσε το μυθιστόρημα Το παλάτι των ονείρων, το οποίο θεωρήθηκε ως μία αλληγορία κατά του καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα και απαγορεύτηκε. Από το 1986, λίγα χρόνια πριν από την πτώση του κομμουνισμού στην Αλβανία, ο Κανταρέ άρχισε να φυγαδεύει τα χειρόγραφά του στη Γαλλία, όπου και άρχισαν να δημοσιεύονται από τις Εκδόσεις Fayard.

Τον Οκτώβριο του 1990, διέφυγε στη Γαλλία, όπου ζήτησε πολιτικό άσυλο, διακηρύσσοντας ότι «δικτατορία και αυθεντική λογοτεχνία είναι ασυμβίβαστες» και ότι «ο συγγραφέας είναι ο φυσικός εχθρός της δικτατορίας». Η διαφυγή του Κανταρέ στη Γαλλία θεωρήθηκε από πολλούς ως μία κίνηση εντυπωσιασμού, αλλά ο Κανταρέ, που σήμερα ζει μεταξύ Γαλλίας και Αλβανίας, σε όλες του τις δημόσιες εμφανίσεις επαναλαμβάνει ότι δεν υπήρξε οπαδός του κομμουνιστικού καθεστώτος της χώρας του.

Έργα και βραβεύσεις

Η εργογραφία του Κανταρέ ξεπερνά τα 20 πεζογραφήματα, τα περισσότερα από τα οποία έχουν μεταφραστεί σε πάρα πολλές γλώσσες. Στα μυθιστορήματα του Κανταρέ αναμειγνύεται το πραγματικό με το φανταστικό. Κύρια θεματογραφία του είναι η σύγχρονη αλβανική κοινωνία, το προηγούμενο κομμουνιστικό καθεστώς της χώρας του καθώς και το σκληρό αλβανικό εθιμικό δίκαιο (κανόνας της τιμής ή κανούν στα αλβανικά). Έχει γράψει επίσης και ποίηση. Στα ελληνικά, τα μυθιστορήματά του πρωτοεμφανίστηκαν τη δεκαετία του 1990, αρχικά σε μετάφραση από γαλλικές εκδόσεις και αργότερα σε απευθείας μετάφραση από τα αλβανικά.

Στη μετακομμουνιστική εποχή τα έργα του ασχολούνται συχνά με τη διαχρονική ευρωπαϊκή ταυτότητα της Αλβανίας ή των Αλβανών. Για το σκοπό αυτό συνδέει συχνά τα ομηρικά έπη με την αλβανική παράδοση. Επίσης χρησιμοποιεί συχνά την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως πρότυπο αντι-ευρωπαϊκού καταπιεστικού πολιτισμού, η οποία κάποτε απέκοψε την Αλβανία από την Ευρώπη. Έχει ωστόσο σχολιασθεί αρνητικά για δηλώσεις όπως ότι η Αλβανία είναι ένα λευκό έθνος μέσα σε μια λευκή ευρωπαϊκή ήπειρο. Πιστεύει ότι οι Αλβανοί, οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι είναι η καρδιά της ευρωπαϊκής πολιτισμικής ταυτότητας.

Το 2005 τιμήθηκε με το πρώτο Διεθνές βραβείο Μπούκερ, ενώ ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Το 2009 τιμήθηκε και με το βραβείο Πρίγκηπας των Αστούριας για τη Λογοτεχνία. Επίσης, του απονεμήθηκε το Βραβείο Balkanika για το έτος 2009, για το έργο του L’entravee. To 2015 του απενεμήθηκε το λογοτεχνικό Βραβείο Ιερουσαλήμ.

Βιβλία του μεταφρασμένα στα ελληνικά

  • Gjenerali i ushtrisë së vdekur (Ο στρατηγός της στρατιάς των νεκρών, 1963) ― ελλην. μετάφρ. Μαρ. Κωνσταντέλος (“Πορεία”, 1983))
  • Kështjella (Το κάστρο, 1970)― ελλην. μετάφρ. Τασ. Καραϊσκάκη (“Πορεία”, 1979) και με το τίτλο: Τα ταμπούρλα της βροχής (Κάστρο), εκδ. Εικοστού πρώτου,1996
  • Kronikë në gur (Το χρονικό της πέτρινης πόλης) (1970)
  • Prilli i thyer (Ρημαγμένος Απρίλης, 1978)― ελλην.μετάφρ.Λ.Μιλιλή (“Ροές”, 1988)
  • Kamarja e turpit (Η κόχη της ντροπής) (1978)― ελλην. μετάφρ. Π. Ζαχοπούλου-Βλάχου (“Ροές”, 1985)
  • Ura me tri harqe (Το γεφύρι με τις τρεις καμάρες) (εμπνευσμένο από το Γεφύρι της Άρτας) (1978)
  • Muzgu i perëndive të stepës (Το λυκόφως των θεών της στέπας) (1978)
  • Kush e solli Doruntinën (Ποιος έφερε τη Ντορουντίν;, 1980) ― ελλην. μετάφρ. Μάρ. Σοφιανός (“Ροές”, 1987)
  • Pallati i ëndrrave (Το παλάτι των ονείρων) (1981)
  • Eskili, ky humbës i madh (Αισχύλος ο μεγάλος αδικημένος) (1985)
  • Nata me hënë (Φεγγαρόφωτο) (1985)
  • Koncert në fund të dimrit (Το κοντσέρτο) (1988)
  • Dosja H. (Φάκελος H.) (1989)
  • Përbindëshi (Το τέρας) (1990)
  • Ftesë në studio (Πρόσκληση στο εργαστήρι του συγγραφέα) (1991)
  • Piramida (Η πυραμίδα) (1992)
  • Hija (Η σκιά) (1994)
  • Shkaba (Ο αετός) (1995)
  • Spiritus (1996)
  • Qyteti pa reklama (Μια πόλη χωρίς διαφημίσεις) (1998)
  • Tri këngë zie për Kosovën (Τρία τραγούδια πένθιμα για το Κοσσυφοπέδιο) (1998)
  • Το πέταγμα του αποδημητικού (1999)
  • Lulet e ftohta të marsit (Κρύα λουλούδια του Μάρτη) (2000)
  • Η εκκλησία της Αγίας Σοφίας και άλλες ιστορίες
  • Το μοιραίο δείπνο, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2011 ISBN 978-960-501-524-4

Τα περισσότερα βιβλία του Κανταρέ κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις «Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου».

The post Ισμαήλ Κανταρέ (1936) Αλβανός λογοτέχνης first appeared on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS