ΓΕΝΙΚΕΣ

Για την επίσκεψη του Νίκου Ανδρουλάκη στη Θεσσαλία

ΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ

Ο πρόεδρος του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος-Κινήματος Αλλαγής Νίκος Ανδρουλάκης (ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής) επισκέφθηκε πριν από λίγες ημέρες περιοχές της περιφέρειας Θεσσαλίας που εν προκειμένω επλήγησαν από τις πρόσφατες έντονες βροχοπτώσεις και πλημμύρες.

Δεν θα πρέπει να προκαλεί κάποια έκπληξη η λήψη της συγκεκριμένης απόφασης (επίσκεψη σε πληγείσες περιοχές της Θεσσαλίας), από τον Νίκο Ανδρουλάκη και το επιτελείο του, καθότι την ίδια απόφαση είχε λάβει και από πριν λίγο καιρό, επισκεπτόμενος περιοχές της Θράκης μετά το ξέσπασμα των πυρκαγιών οι οποίες, συν τοις άλλοις, κατέκαψαν το δάσος της Δαδιάς.1

Σε αυτό το πλαίσιο, δύναται να αναφέρουμε πως το τελευταίο που θα επιθυμούσε τόσο ο Νίκος Ανδρουλάκης όσο και άλλοι βουλευτές και σημαντικά στελέχη του κόμματος, είναι το να συγκροτηθεί μία εικόνα ενός κόμματος «χωρίς μνήμη»,2 σύμφωνα με την διατύπωση του Νίκου Μαραντζίδη και της Λαμπρινής Ρόρη.

Ήτοι, ενός πολιτικού κόμματος που απλά αφήνει τον χρόνο να εξελίσσεται, που απλά αναπαράγει την παρουσία του, δίχως τα στελέχη και η ηγεσία του να φέρνουν στη μνήμη τους ότι συνέβη πρόσφατα.

Είναι τέτοια η συγκυρία («ενδογενής παράγοντας», κατά τους Μαραντζίδη & Ρόρη),3 ή αλλιώς, η δυναμική που αποκτά η συγκυρία ώστε η στρατηγική των πολιτικών κομμάτων να μεταβάλλεται σχεδόν ‘αυτομάτως,’ δίχως να απαιτηθεί κάποια άλλη εσωκομματική παρέμβαση και ώθηση.

Υπό αυτό το πρίσμα, η δυναμική της συγκυρίας ώθησε τον Νίκο Ανδρουλάκη να επισκεφθεί την Θεσσαλία,4 να συναντήσει πληγέντες και να ‘πολιτικοποιήσει’ την κριτική του στο επιτελικό κράτος.

Στη ρητορική του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, με εντεινόμενο ρυθμό το τελευταίο χρονικό διάστημα, η κριτική στο επιτελικό κράτος εμπεριέχει εντός της, απλοϊκά και αντι-επιστημονικά και αντι-παραγωγικά, τόσο την ειρωνεία (το ‘κράτος των αρίστων’: ‘Ας γελάσω!!’), όσο και την παρωδία. Παρωδία τύπου ‘καλά, θα καταφέρετε τίποτα; Θα μπορέσετε κάποια στιγμή να προβλέψετε κάτι;’

Ο Κρητικός πολιτικός περιηγήθηκε και ‘είδε,’ στο εγκάρσιο σημείο όπου απέφυγε να δώσει τις συνηθισμένες χειραψίες (η πλέον χαρακτηριστική χειρονομία της περιόδου της Μεταπολίτευσης και δη της ύστερης Μεταπολίτευσης), λόγω των έκτακτων συνθηκών και των αρνητικών συναισθημάτων που βιώνουν οι πληγέντες,5 και επίσης, να κάνει λόγο για μία σύγχρονη «τεχνολογική καταστροφή»,6 για να παραφράσουμε ελαφριά τον καθηγητή Παναγή Παναγιωτόπουλο.

Τουλάχιστον μέχρι στιγμής, το ισχυρό ψυχο-συναισθηματικό ‘μούδιασμα’ που έχει επικρατήσει και δεν αφορά μόνο τους πληγέντες και τους κατοίκους της Θεσσαλίας, έχει αποτρέψει την εκδήλωση ενός συλλογικούς πένθους με τον τρόπο που αυτό συνέβη μετά το πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα στην Κοιλάδα των Τεμπών.

Ίσως όμως, κάποιον ρόλο ως προς αυτό διαδραματίζει και ο μικρός αριθμός θανάτων, αν και, όπως και στην περίπτωση των Τεμπών, έτσι και εδώ7 το ατομικό και το συλλογικό φαντασιακό διεγείρει η σκέψη του τι ‘θα αποκαλύψει η επόμενη μέρα’, του πόσοι σήμερα αγνοούμενοι θα ‘βρεθούν νεκροί και σε κακή κατάσταση.’

Όπως τονίζει ο Παναγής Παναγιωτόπουλος, «Η κοινωνιολογία των καταστροφών έρχεται να εντάξει το τεχνολογικό δυστύχημα στη σκηνή της σύγχρονης δημοκρατίας, εκεί που συναντιούνται το συλλογικό πένθος, η κοινή εθνική ζωή και η αγωνία επιδίωξης της ατομικής ευημερίας».8

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Θεωρητικά μιλώντας, θα αναφέρουμε πως ο Νίκος Ανδρουλάκης είχε μπροστά του ένα «περιορισμένο χρονικό διάστημα» για να λάβει την απόφαση, για να παραπέμψουμε στην ανάλυση του Simon. Κάτι τέτοιο σημαίνει πως έπρεπε να αποφασίσει γρήγορα καθότι, σε διαφορετική περίπτωση, εάν κωλυσιεργούσε, ελλόχευε ο κίνδυνος να επισκιασθεί όχι μόνο από μέλη και στελέχη του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, ακόμη και από υποψήφιους για την προεδρία αυτού του κόμματος, αλλά και από αρχηγούς μικρότερων αντιπολιτευτικών κομμάτων, που ‘τρέφονται’ από την καταστροφή (Ζωή Κωνσταντοπούλου, Κυριάκος Βελόπουλος), βρίσκοντας την ευκαιρία να οξύνουν την αντιπολιτευτική ρητορική τους, δίχως διόλου να σκέφτονται εκ των προτέρων το ‘αν αυτό που θα πουν θα προκαλέσει ευρύτερες αντιδράσεις’ (ένας πολιτικός όπως ο Κυριάκος Βελόπουλος δεν επιτρέπει στον εαυτό του να ‘διδαχθεί’ από την Πρόεδρο της Δημοκρατίας και από τον διακριτικό τρόπο με τον οποίο κινείται σε τέτοιες περιπτώσεις). Εν είδει υποθέσεως εργασίας θα υποστηρίξουμε πως όσο μεγαλύτερη η καταστροφή, τόσο περισσότερο οξυμένος ο αντιπολιτευτικός λόγος. Όσο μεγαλύτερη η καταστροφή, τόσο μεγαλύτερος ο λαϊκιστικός ‘πειρασμός’ που επιθυμεί να ‘εισβάλλει στο προσκήνιο ώστε να μην μείνει τίποτε όρθιο.’ Δεύτερον, εάν κωλυσιεργούσε ελλόχευε ο κίνδυνος να μην καταστεί ‘μάρτυρας’ της καταστροφής που συντελέσθηκε, ‘μάρτυρας’ της ‘οδύνης’ των κατοίκων των περιοχών, πράγμα απαραίτητο προκειμένου να δομήσει την αντιπολιτευτική στρατηγική του κόμματος του το επόμενο χρονικό διάστημα και να προβάλει το κόμμα του ως ‘κόμμα διαχείρισης φυσικών καταστροφών.’ Τρίτον, εάν κωλυσιεργούσε δεν θα αποκτούσε εικόνα του τρόπου με τον οποίο δρουν και κινούνται τα τοπικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, των πρωτοβουλιών που λαμβάνουν (το ΚΚΕ είναι περισσότερο ‘εξοικειωμένο’ με αυτό συγκριτικά με τα άλλα κόμματα), για την ανακούφιση των πληγέντων. Βλέπε σχετικά, Simon, A.H., ‘Models of Bounded Rationality,’ Τόμοι 1 & 2, ΜΙΤ Press, 1982.

2 Βλέπε σχετικά, Μαραντζίδης, Νίκος., & Ρόρη, Λαμπρινή., ‘Μεταβαλλόμενοι στόχοι, μεταβαλλόμενες συμμαχίες: το ΚΚΕ και ο κομματικός ανταγωνισμός στη Μεταπολίτευση,’ Επιστήμη και Κοινωνία: Επιθεώρηση Ηθικής και Πολιτικής Θεωρίας, Τεύχος 25, 2010, σελ. 98, Διαθέσιμο στο: Προβολή του Μεταβαλλόμενοι στόχοι, μεταβαλλόμενες συμμαχίες: Το ΚΚΕ και ο κομματικός ανταγωνισμός στη μεταπολίτευση (ekt.gr) Αυτό που είναι δύσκολο έως πολύ δύσκολο να δούμε να συμβαίνει είναι το να προκύψουν αφενός μεν αλληλεπιδράσεις και συμπράξεις επί του πεδίου μεταξύ κομματικών οργανώσεων και κομματικών στελεχών (για παράδειγμα, μεταξύ κομματικών οργανώσεων και στελεχών του ΠΑΣΟΚ και του ΚΚΕ, ή του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ), και, αφετέρου δε, κοινές επισκέψεις πολιτικών αρχηγών, συνεπεία των διαφορετικών κομματικών στρατηγικών που δεν τέμνονται ιδιαίτερα στο κοινωνικό πεδίο. Η ίδια η Μεταπολιτευτική πολιτική ιστορία δεν βρίθει παραδειγμάτων κομματικών συμπράξεων αυτού του τύπου, παρά το γεγονός πως οι προϋποθέσεις υπάρχουν, κάτι που οφείλεται στον έντονο κομματικό-πολιτικό ανταγωνισμό που θέτει εμπόδια στην επίτευξη συνεργειών, στην αμοιβαία καχυποψία που υπονομεύει εν τη γενέσει της οποιαδήποτε πρωτοβουλία αυτού του τύπου θα μπορούσε να αναπτυχθεί, στον διαγκωνισμό όχι για μία ‘selfie’, αλλά, για την απόσπαση της εμπιστοσύνης των πληγέντων.

3 Βλέπε σχετικά, Μαραντζίδης, Νίκος., & Ρόρη, Λαμπρινή., ‘Μεταβαλλόμενοι στόχοι, μεταβαλλόμενες συμμαχίες: το ΚΚΕ και ο κομματικός ανταγωνισμός στη Μεταπολίτευση…ό.π., σελ. 119.

4 Δεν θεωρούμε πως τα πρόσφατα γεγονότα στην Θεσσαλία και δη στην Λάρισα, θα ενισχύσουν έτι περαιτέρω τον ρόλο της Ευαγγελίας Λιακούλη εντός της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής. Θα ήσαν απλοϊκό και προδήλως εσφαλμένο να υποστηρίξουμε κάτι τέτοιο. Είναι τόσο ενισχυμένος ο ρόλος της, που δεν χρειάζεται να επενδύσει στο ‘χαρτί’ της εντοπιότητας και της γνώσης των τοπικών προβλημάτων και ιδιαιτεροτήτων προκειμένου να ενισχύσει την επιρροή της και μέσα στην κοινοβουλευτική ομάδα και μέσα στο κόμμα. Πάντως, η έκφραση ‘ο τοπικός βουλευτής συνόδεψε τον/την πρόεδρο του κόμματος στις πληγείσες περιοχές’ έχει πολλαπλές ερμηνείες: Ένας τοπικός βουλευτής λόγω του δικτύου που έχει αναπτύξει και των προσωπικών επαφών και γνωριμιών, μπορεί να φέρει άμεσα σε επαφή τον πρόεδρο του κόμματος με τοπικούς παράγοντες και με κατοίκους που επλήγησαν από την καταστροφή. Μπορεί να τον βοηθήσει στο να αποφύγει ‘ανεπιθύμητες’ συναντήσεις και ‘αχρείαστες’ διαμεσολαβήσεις προκειμένου να φτάσει στις περιοχές που επλήγησαν περισσότερο. Να συμβάλει ώστε να αντιληφθεί πού πρέπει να δώσει έμφαση και τι ‘τι’ πρέπει να πει’ πρώτα και κύρια. Να τον ενημερώσει για το πότε πρέπει να αποχωρήσει και επίσης, για το ποια είναι τα όρια που δεν πρέπει να υπερβεί.

5 Βέβαια η χειραψία που συνδέεται με άλλα περιβάλλοντα και με διαφορετικές συνθήκες, δεν είναι και ‘επικίνδυνη’ για έναν πολιτικό, είτε αρχηγό κόμματος, είτε βουλευτή και υπουργό, είτε αυτοδιοικητικό (περιφερειάρχης και δήμαρχοι-αντιδήμαρχοι), ειδικά εάν συνοδευθεί από την απαραίτητη παύση δευτερολέπτων, εκεί όπου την αρχή γλωσσικά ‘υποχρεωτικά’ την κάνει αυτός που έχει πληγεί και υποδέχεται τον πολιτικό στα μέρη του, από την κίνηση τοποθέτησης της παλάμης του χεριού που δεν κάνει χειραψία, πάνω στα δύο χέρια που με τα οποία οι δύο δρώντες ανταλλάσσουν χειραψία. Τότε έχουμε ισχυρό αντίκτυπο: Πρώτον, αίρεται αυτομάτως η παραδοσιακή ταύτιση της χειραψίας με κομματικούς-πολιτικούς λόγους∙ Δεύτερον, επιτελείται η μετατόπιση από το αμιγώς πολιτικό στο αμιγώς ανθρώπινο επίπεδο∙ Και τρίτον, ο πολιτικός καθίσταται ‘συμπάσχων.’ Για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η επίσκεψη του στην περιοχή.

6 Βλέπε σχετικά, Γκρους, Δήμητρα, ‘ ‘Παναγής Παναγιωτόπουλος: Τέμπη, μια τεχνολογική καταστροφή που ματαιώνει τις προσδοκίες μας,’ ‘Athens Voice,’ 31/03/2023, Παναγής Παναγιωτόπουλος: Τέμπη, μια τεχνολογική καταστροφή που ματαιώνει τις προσδοκίες μας | Athens Voice Το πιο δύσκολο τμήμα μίας περιοδείας σε ‘τόπους’ καταστροφών, σε ‘τόπους’ που νοηματοδοτούνται διαφορετικά πλέον, είναι να μιλήσει σε έναν πληγέντα για ‘νέα αρχή’ ή για κάποιο ‘νέο ξεκίνημα.’ Εδώ η αντιμετώπιση ειδικά εάν μιλάμε για ‘τετ α τετ’, οφείλει να είναι διαφορετική.

7 Και στις δύο περιπτώσεις, η Θεσσαλία ή αλλιώς, η Θεσσαλική γη, καθίστανται ‘τόποι’ συλλογικής καταστροφής, ‘τόποι’, συμβολικά-τελετουργικά, βίωσης του σύγχρονου και συλλογικού ‘Εφιάλτη’. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν υπάρχει ‘υποκατάστατο’ σε αρκετές εκ των Φεϊσμπουκικών και μη αφηγήσεων, εκεί όπου δεν εκλείπουν άτομα που θεωρούν πως η χώρα έχει εισέλθει από τον Φεβρουάριο και μετά σε ‘σπιράλ κακοδαιμονίας.’ Που προξενεί ‘ανασφάλεια’ και ‘υστερία.’

8 Βλέπε σχετικά, Γκρους, Δήμητρα, ‘ ‘Παναγής Παναγιωτόπουλος: Τέμπη, μια τεχνολογική καταστροφή που ματαιώνει τις προσδοκίες μας…ό.π.

The post Για την επίσκεψη του Νίκου Ανδρουλάκη στη Θεσσαλία first appeared on Times News.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

Related Posts