Ένα εγκώμιο της Ακρόπολης το έτος 1380
- Γράφει ο Κώστας Γ. Τσικνάκης

Ανάμεσα στους διαφόρους κυριάρχους που γνώρισε η Αθήνα κατά τη μεσαιωνική περίοδο ήταν και οι Καταλανοί. Η παρουσία τους διατηρήθηκε από το 1311 ώς το 1388, οπότε καταλήφθηκε η πόλη από τον φλωρεντινό δούκα της Κορίνθου Νέριο Ατσαγιόλι.
Για την περίοδο υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία. Η κυριαρχία τους, κατά κοινή διαπίστωση, δεν επέδρασε στην ελληνική γλώσσα και παιδεία. Ο βίαιος ωστόσο χαρακτήρας τους έμεινε χαραγμένος στη μνήμη των κατοίκων. Χαρακτηριστικές, απαξιωτικές εκφράσεις για αυτούς, διατηρούνταν ώς τα μέσα του 20ού αιώνα σε διάφορες ελληνικές περιοχές.

Γύρω στο 1374, κι ενώ είχε αρχίσει να εκδηλώνει τις κατακτητικές προθέσεις του ο Νέριο Ατσαγιόλι, οι Καταλανοί της πόλης απευθύνθηκαν προς την Ελεωνόρα, τότε γυναίκα του Πέτρου Δ΄, βασιλιά της Αραγωνίας, ζητώντας της να τους δεχτεί ως υπηκόους της. Η προσάρτηση του Καταλανικού Κράτους των Αθηνών στο Στέμμα της Αραγωνίας έγινε τελικά το 1379.
Στις 20 Μαΐου 1380, οι Καταλανοί της Αθήνας συγκάλεσαν σύνοδο, πιθανότατα στον Παρθενώνα, κατά την οποία αποφάσισαν να αναγνωρίσουν και τυπικά την εξουσία του βασιλιά Πέτρου Δ΄ της Αραγωνίας, Παράλληλα, υπέβαλαν αναφορά προς αυτόν, με διάφορα αιτήματα. Μεταξύ άλλων ζητούσαν να τους παραχωρηθεί φρουρά δέκα με δώδεκα ενόπλων για τη φύλαξη του κάστρου της Αθήνας.
Τα «Άρθρα των Αθηνών», γραμμένα στα καταλανικά, εξουσιοδοτήθηκε να μεταφέρει προς τον βασιλιά πρεσβεία, την οποία αποτελούσαν ο Ζεράρ ντε Ροντονέλια και ο επίσκοπος Μεγάρων Τζουάν Μπόιλ.
Η πρεσβεία συναντήθηκε με τον βασιλιά, την 1η Αυγούστου, στην καταλανική πόλη Λέριδα. Τις επόμενες εβδομάδες τον ενημέρωσε αναλυτικά για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Αθήνα αλλά και για τις προτάσεις που είχαν υποβληθεί.
Ο επίσκοπος των Μεγάρων Τζουάν Μπόιλ, πρόσωπο με μεγάλη μόρφωση, είχε αυξημένο κύρος στην Αυλή της Αραγωνίας. Αυτός θα ήταν εκείνος που ανέλαβε να δώσει στον βασιλιά αναλυτικότερες πληροφορίες για την Ακρόπολη και τα μνημεία της. Ο τελευταίος, που επίσης διέθετε μεγάλη μόρφωση και λάτρευε την ιστορία, την αρχιτεκτονική και τη γλυπτική, φαίνεται ότι εντυπωσιάστηκε από όσα άκουσε.
Το πρώτο δεκαπενθήμερο του Σεπτεμβρίου ο Πέτρος Δ΄ της Αραγωνίας έκανε αποδεκτά σχεδόν όλα τα αιτήματα που είχαν υποβληθεί από την πρεσβεία. Ειδικά ως προς το αίτημα φύλαξης του κάστρου της Αθήνας από ένοπλη φρουρά, με έγγραφο που εξέδωσε στις 11 Σεπτεμβρίου 1380, το θεωρούσε απολύτως αναγκαίο και εφικτό.
Κι αυτό γιατί, όπως χαρακτηριστικά έγραφε, «majorment con lo dit Castell sia la plus richa joya qui al mont sia e tal que entre tots los reys de cristians envides lo porien fer semblant».
Η ακριβής μετάφραση του αποσπάσματος είναι: «κυρίως επειδή το κάστρο αυτό είναι το πολυτιμότερο κόσμημα του κόσμου, που όμοιό του μετά βίας θα κατόρθωναν να δημιουργήσουν όλοι μαζί οι χριστιανοί βασιλείς».
Για τον λόγο αυτό έδωσε εντολή να διατεθεί στον επίσκοπο Μεγάρων φρουρά δώδεκα ενόπλων. Αυτοί έπρεπε να είναι βαλλιστροφόροι, άνδρες χρηστοί, καλά οπλισμένοι και προετοιμασμένοι. Θα τους καταβάλλονταν οι μισθοί τεσσάρων μηνών.
Στα μέσα Οκτωβρίου του 1380 τα δύο μέλη της πρεσβείας, έχοντας φέρει σε πέρας με τον καλύτερο τρόπο την αποστολή τους, αναχώρησαν για να επιστρέψουν στην Αθήνα. Συνοδεύονταν από τους δώδεκα βαλλιστροφόρους ενόπλους που θα προστάτευαν στο εξής το κάστρο της πόλης από τυχόν επίθεση.
Η Ακρόπολη αναφέρεται στο έγγραφο ως «castell de Cetines». Με αφορμή τη συγκεκριμένη αναφορά πολλά θα μπορούσαν να γραφτούν. Περιορίζομαι στα απολύτως απαραίτητα.
Πράγματι, τα χρόνια εκείνα, ήταν γνωστή ως φρούριο. Αποτελούσε έδρα της τοπικής διοίκησης. Στην κορυφή της βρισκόταν ο Παρθενώνας, ο οποίος είχε μετατραπεί σε χριστιανικό ναό, την εκκλησία της Παναγίας της Αθηνιώτισσας. Όσον αφορά το «Cetines», είναι σχεδόν βέβαιο ότι πρόκειται για παραφθορά της λέξης «Αθήναι» στην αιτιατική «Αθήναις».
Το απόσπασμα της επιστολής του Πέτρου Δ΄ της Αραγωνίας, όπως συμφωνούν οι νεότεροι ιστορικοί, έχει μεγάλη σπουδαιότητα. Αποτελεί την πρώτη ουσιαστικά μνεία για την αισθητική αξία του βράχου της Ακρόπολης τη νεότερη περίοδο. Έχει μάλιστα τη σημασία της καθώς προερχόταν από ένα ηγεμόνα της Δυτικής Ευρώπης.
Η φροντίδα για την φύλαξή της από φρουρά δώδεκα ενόπλων δεν αποτελούσε μια απλή κίνηση στρατιωτικού χαρακτήρα από την πλευρά του αλλά εξέφραζε τη διάθεσή του να προστατευθούν και να διατηρηθούν με κάθε τρόπο οι καλλιτεχνικοί θησαυροί της.
Μέσα σε λίγες λέξεις συμπυκνώνονται καίρια οι αντιλήψεις της εποχής. Βρισκόμαστε λίγο πριν από την περίοδο της Αναγέννησης, όταν και αρχίζει η μελέτη της κλασικής περιόδου.

Το έγγραφο, για το οποίο γίνεται λόγος, είναι γνωστό στη βιβλιογραφία. Το εντόπισε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα ο γνωστός καταλανός ιστοριογράφος Αντόνι Ρουμπιό ι Λιούκ σε κάποιο παλιό βιβλίο της Βασιλικής Καγκελαρίας της Αραγωνίας.
Η δημοσίευσή του, για πρώτη φορά το 1926, δημιούργησε αίσθηση στο ερευνητικό κοινό. Το περιεχόμενό του σχολίασε ο ίδιος και σε άλλες μελέτες του. Συμπεριλήφθηκε επίσης στο γνωστό βιβλίο του, με τον τίτλο «Diplomatari de l’Orient Català (1301-1409)», που εκδόθηκε το 1947 στη Βαρκελώνη από το Institut d’Estudis Catalans.
Είναι πολύτιμο, όμως, και για ένα άλλο λόγο. Καταρρίπτεται ο μύθος για την καταλανική παρουσία στον ελληνικό χώρο. Οι Καταλανοί, όπως συνάγεται, δεν ήταν τόσο βάρβαροι ούτε στερούνταν αίσθησης του κάλλους, όπως συνήθως παρουσιάζονται.
Ο Αντόνι Ρουμπιό ι Λιούκ αλλά και ο μαθητής του Ραμόν ντ’ Αλός-Μουνέρ σκέφτηκαν να τοποθετηθεί μια πλάκα στην Ακρόπολη που να υπενθυμίζει το γεγονός. Η ιδέα τους ωστόσο δεν τελεσφόρησε. Κατά τη δεκαετία του 1980 επανήλθε στο προσκήνιο αλλά χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια ώσπου να πραγματοποιηθεί.
Το έτος 2011, οπότε συμπληρώνονταν επτακόσια χρόνια από την άφιξη των Καταλανών και Αραγονέζων Αλμουγάβαρων στην Αθήνα, οι ελληνικές αρχές ενέκριναν σχετική πρόταση, που υποβλήθηκε από το Ινστιτούτο Θερβάντες της Αθήνας και τη Ισπανική Πρεσβεία στην Ελλάδα.
Έτσι, στην Πύλη Μπελέ, στους πρόποδες των Προπυλαίων, τοποθετήθηκε πλάκα με τα λόγια του εγγράφου του 1380: «Το Κάστρο της Αθήνας είναι το πολυτιμότερο κόσμημα του κόσμου». Είναι γραμμένη στα μεσαιωνικά καταλανικά, στα ισπανικά, στα αγγλικά και στα ελληνικά. Η αποκάλυψή της έγινε στις 23 Μαρτίου 2011 από τη Βασίλισσα Σοφία της Ισπανίας.
Λίγο αργότερα, το 2012, κυκλοφόρησε σε πεντακόσια αριθμημένα αντίτυπα σχετικό τεύχος, στο οποίο αναδημοσιεύεται και σχολιάζεται σε τέσσερις γλώσσες το σχετικό έγγραφο. Υπάρχει μάλιστα και φωτογραφία του. Το τεύχος επιμελήθηκε ο Εουζέμπι Αγιένσα Πρατ, τότε Διευθυντής του Ινστιτούτου Θερβάντες της Αθήνας, στον οποίο και οφειλόταν όλη η πρωτοβουλία αλλά και η αίσια κατάληξη του θέματος.
ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΤΣΙΚΝΑΚΗΣ
ΠΗΓΗ TIMESNEWS







