Αλμπέρ Καμύ: Επίσκεψη στην Αθήνα του 1955
Share this
26 Απριλίου
ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ από το Παρίσι. Καταλυπημένος και άδειος από κάθε χαρά εξαιτίας του Χ. Οι Άλπεις. Και τα νησιά που έρχονται σιγά-σιγά προς συνάντησή μας, το ένα μετά το άλλο, μέσα στη θάλασσα. Η Κορσική, η Σαρδηνία πιο πέρα η Έλβα και η Καλαβρία. Η Κεφαλονιά και η Ιθάκη σχεδόν αόρατες μέσα στο λυκόφως. Μετά η ακτή της Ελλάδος, αλλά μέσα στη νύχτα το μυώδες χέρι της Πελοποννήσου γίνεται μια ήπειρος σκυθρωπή και μυστηριώδης, καλυμμένη από χιονολούλουδα, ενώ εδώ κι εκεί λαμπυρίζουν χιονισμένα λοφάκια. Μερικά άστρα στον ακόμη φωτεινό ουρανό και μετά μια φέτα φεγγαριού. Αθήνα.
27.
Με την ανατολή, αέρας, σύννεφα και ήλιος. Μερικά ψώνια. Ο χαριτωμένος μου μεταφραστής των 21 χρόνων, με μια αξιολάτρευτη φρεσκάδα που με κατακτά και την υιοθετώ. (Σας είπα πως ήμουν κοντά στο ξενοδοχείο, αλλά δεν ήταν αλήθεια, και έτρεχα όλο τον καιρό για να μην αργοπορήσω, γι’ αυτό είμαι λαχανιασμένος.)
Ακρόπολη. Ο αέρας έδιωξε όλα τα σύννεφα και το φως, το πιο άσπρο και το πιο τραχύ, χύνεται από τον ουρανό. Περίεργο συναίσθημα, όλο το πρωινό νιώθω να είμαι εδώ από χρόνια, σαν στο σπίτι μου άλλωστε, δίχως καν να ενοχλούμαι από την διαφορά των γλωσσών. Ανεβαίνοντας στην Ακρόπολη αυτή η εντύπωση επαναλαμβάνεται όταν διαπιστώνω πως πηγαίνω εκεί “στους γείτονες” χωρίς καμία συγκίνηση.
Εκεί ψηλά, είναι κάτι άλλο. Μέσα στους ναούς και πάνω στις πέτρες της γης που ο αέρας μοιάζει να τις έχει καθαρίσει μέχρι βαθιά, ο ήλιος της ενδεκάτης πρωινής πέφτει άφθονος, αναπηδά, σπάζει σε χιλιάδες σπαθιά άσπρα και φλεγόμενα. Το φως ανασκάπτει τα μάτια, τα κάνει να δακρύζουν, μπαίνει μέσα στο σώμα, με μια οδυνηρή ταχύτητα, το αδειάζει, το διανοίγει μ’ ένα είδος βιασμού εντελώς φυσικού, και ταυτόχρονα το καθαίρει.
Βοηθώντας και η συνήθεια, τα μάτια ανοίγουν λίγο-λίγο και η παράλογη (και είναι εκεί αυτό που με εντυπωσιάζει, η υπερβολική τόλμη αυτού του κλασικισμού) ομορφιά του τόπου γίνεται δεκτή μέσα σ’ ένα “Είναι” εξαγνισμένο που πέρασε μέσα στο φως.
Μετά οι παπαρούνες με το σκυθρωπό κόκκινο χρώμα και που ποτέ δεν έχω δει μέχρι τώρα, από αυτές η μια ορθώνεται μοναχική πάνω στη γυμνή πέτρα, (…) οι μολόχες, και οριοθετημένος με τέλειες προοπτικές, ο χώρος μέχρι την θάλασσα. Και το πρόσωπο της δεύτερης Κόρης, η διπλωμένη γάμπα της τρίτης, πάνω στο Ερέχθειον…
Αμύνονται εδώ έναντι της ιδέας ότι η τελειότητα είχε επιτευχθεί τότε και ότι έκτοτε ο κόσμος δεν σταμάτησε να παρακμάζει.
Αλλά μια τέτοια ιδέα καταλήγει να θρυμματίζει την καρδιά. Πρέπει πάλι και πάντα να αμύνεται κανείς απέναντί της. Θέλομε να ζήσομε και το να πιστέψει κανείς σε κάτι τέτοιο σημαίνει να πεθάνει.
Το απόγευμα ο Υμηττός με χρώμα πάρμας. Η Πεντέλη.
19.00. Διάλεξη. Γεύμα σε μια ταβέρνα στην παλιά πόλη.
28.
Πρωί. Με την Μαργαρίτα Λυμπεράκη. Δαφνί. Αποφασιστικά, το Βυζάντιο… Ο τόπος είναι μαγευτικός. Η Ελευσίνα, όπου χρειάζεται κανείς πολλή φαντασία. Αλλά η εξοχή πριν και μετά την Ελευσίνα, είναι πολύ όμορφη. Μέσα στο ναό οι δυο άξονες που οδηγούν στο θυσιαστήριο και από αυτούς, ο δεύτερος, παρεκκλίνει έτσι ώστε το κάθε τι να αποκαλύπτεται στα μάτια των ανίδεων.
Ό,τι γνωρίζω για την Ελευσίνα, αποτέλεσε σημαντικό κεφάλαιο. Προς εξέτασιν.
Στο μουσείο αξιοθαύμαστα κομμάτια.
Γεύμα στην πρεσβεία. Tiempo perdido.
Απόγευμα. Αγορά. Θησείον. Άρειος Πάγος. Μέσα στο μικρό μουσείο της αγοράς τα αγάλματα περί τον Ηρακλή, η Αθηνά, ο Ηρακλής. Ο Ηρακλής γεμάτος ρόζους και σκληρός κάτω από τα ανθισμένα αμπελόφυλλα που τον καλύπτουν. Μετά ανεβαίνω στο λόφο των Μουσών. Ο ήλιος χαμηλά στον ορίζοντα, δεν είναι ακόμη η στιγμή που κοκκινίζει, το χρώμα του τον διαγράφει υπέροχα στον καθαρό ουρανό. Αλλά δεν είναι πια στην έντασή του, φθίνει και χάνει το σχήμα του. Από την θραυσμένη του περιφέρεια ξεφεύγει τότε μέλι διεισδυτικό που σκορπίζεται σ’ όλο τον ουρανό, χρυσώνει τους λόφους και την Ακρόπολη και καλύπτει με μια γλυκιά και μοναδική δόξα τον χώρο μέχρι τους όγκους της πόλης τους σκορπισμένους στις τέσσερις γωνίες του ορίζοντα, ώς την θάλασσα.
Ξανακατεβαίνω εγκαίρως για την υπό αμφισβήτηση διάλεξή μου. Βγαίνω κουρασμένος ύστερα από δυο ώρες αφού απαντώ σε μια πληθώρα ερωτήσεων. Γεύμα στον Πειραιά με την Μαργαρίτα Λυμπεράκη. Περίεργη ύπαρξη, μυστική και σκοτεινή με ξαφνικά ξεσπάσματα ζωής και γέλιου.
29.
Πρωί. Αρχαιολογικό Μουσείο. Περικλείει όλη την ομορφιά του κόσμου. Οι Κόρες έπρεπε να με συγκινήσουν, το ’ξερα, αλλά η μαγεία που μου άφησαν διαρκεί ακόμα. Μου επέτρεψαν να επισκεφθώ τις αποθήκες όπου έχουν τοποθετήσει μερικές από αυτές βια να τις προστατέψουν από την εισβολή και τις καταστροφές κατά την διάρκεια του πολέμου. Και εκεί μέσα στην αποθήκη όπου τις έριξε η ιστορία, εξακολουθούν να χαμογελούν κάτω από την σκόνη και το άχυρο που τις καλύπτει, και αυτό το χαμόγελο πάνω από 25 αιώνες ζεσταίνει, διδάσκει και ενθαρρύνει ακόμη. Το ίδιο και οι επιτύμβιες στήλες, και αυτός ο πόνος ο κατασταλτικός. Πάνω σε μια λήκυθο άσπρη και μαύρη, ο νεκρός απαρηγόρητος δεν μπορεί να παραιτηθεί από το να μην βλέπει πια τον ήλο και την θάλασσα. Βγαίνω λίγο μεθυσμένος και δυστυχής από αυτή την τελειότητα.
Μετά φεύγω για το Σούνιο. Το φως του μεσημεριού είναι ακόμη λίγο θαμπό, φέρνει κυματιστά αόρατες ομίχλες, αλλά θαυμάζω τον χώρο και την άπλα αυτών των τοπίων, αν και περιορισμένων. Καθώς πλησιάζομε στο Σούνιο, το φως γίνεται πιο φρέσκο και πιο νέο. Έπειτα, στο ακρωτήρι, στα πόδια του ναού, δεν υπάρχει παρά ο αέρας. Ο ίδιος ο ναός μ’ αφήνει ψυχρό. Αυτό το μάρμαρο το πάρα πολύ άσπρο, μοιάζει με μαρμαρόσκονη. Αλλά ο βράχος όπου υψώνεται ο ναός, αυτό το ακρωτήρι που προχωρεί μέσα στην θάλασσα σαν το υψηλότερο κατάστρωμα της πρύμνης από όπου εξουσιάζει την μοίρα του στόλου των απέναντι νησιών, ενώ από την πίσω πλευρά δεξιά και αριστερά η αφρισμένη θάλασσα κατά μήκος της αμμουδιάς και των βράχων, είναι ένας τόπος που δεν περιγράφεται. Ο βίαιος άνεμος σφυρίζει τόσο δυνατά ανάμεσα στις κολώνες που θα πίστευε κανείς πως είναι ένα ζωντανό δάσος. Αναταράσσει το λουλακί του ουρανού, αναπνέει τον αέρα της απεραντοσύνης, τον ανακατώνει με ορμητικότητα με τα αρώματα που έρχονται από τον λόφο, τον καλυμμένο με μικρά, φρέσκα λουλούδια και κροτεί λυσσασμένα γύρω μας ακατάπαυστα, κουρτίνες γαλάζιες, υφασμένες από αέρα και φως.
Καθισμένοι στα πόδια του ναού για να προφυλαχτούμε από τον άνεμο, το φως γίνεται σε λίγο πιο καθαρό, ένα είδος ακίνητης ανάβλυσης. Πέρα μακριά τα νησιά απομακρύνονται. Ούτε ένα πουλί. Η θάλασσα αφρίζει ελαφρά ώς το βάθος του ορίζοντα. Μια τέλεια στιγμή.
Τέλεια, παρεκτός αυτού του νησιού απέναντι, της Μακρονήσου. Πράγματι σήμερα είναι άδειο, αλλά υπήρξε ένα νησί εξορίας για το οποίο μου διηγήθηκαν φοβερές ιστορίες.
Τρώμε ακριβώς από κάτω, στην μικρή ακρογιαλιά, ψάρια και τυριά, μπροστά σε μεγάλα ψαροκάικα λιμενισμένα στο μικρό λιμάνι. Στα μισά του απογεύματος τα χρώματα βαθαίνουν, τα νησιά στερεοποιούνται, ο ήλιος χαλαρώνει. Είναι η στιγμή του τέλειου φωτός, η στιγμή της εγκατάλειψης, του Όλα είναι καλά λίαν. Αλλά πρέπει να φύγομε εξαιτίας της διάλεξής μου. Ξεριζώνομαι με δυσκολία από τα μέρη αυτά και δεν φεύγω απ’ εδώ ολοκληρωτικά.
Αλλά πάλι πάνω στο ακρωτήρι, πριν πάρομε το δρόμο του γυρισμού, διακρίνεται η Μακρόνησος. Σ’ όλη την διάρκεια της επιστροφής, το φως το πιο ωραίο που έχω δει εδώ, πάνω στους ελαιώνες, στις συκιές με φύλλα ιδιαίτερα πράσινα, στα σπάνια κυπαρίσσια και στους ευκάλυπτους.
Διάλεξη. Γεύμα, όπου παίρνω πληροφορίες για το θέμα της εξορίας. Οι αριθμοί μοιάζουν να συμφωνούν. Ο αριθμός των εξορίστων έχει μειωθεί σε 800 ή 900. Πρέπει να απασχοληθώ με αυτό το ζήτημα.
30.
Εθνικό Μουσείο. Ο μεγάλος λεπτός Κούρος που πάω να ξαναδώ. Επανάληψη της Εκάβης. Αν εξαιρέσομε μια, αυτές οι νέες Ελληνίδες κόρες στερούνται χάριτος και ύφους. Γεύμα στην Κηφισιά, ο κήπος μέσα σ’ ένα γλυκό φως αντιλαλεί το τραγούδι των αηδονιών.
Απόγευμα. Δουλειά, μετά στο λόφο των Μουσών. Ο ήλιος τούτη την φορά είναι στη δύση του. Και πάλι μια μορφή χαράς ιλαρής μπροστά στην εξαίσια τόλμη της Ακροπόλεως όπου ο αρχιτέκτονες δεν παίξανε με τις αρμονικές συμμετρίες αλλά με την υπέρμετρη παραδοξότητα των ακρωτηρίων, των νησιών των ριγμένων μέσα σ’ ένα τεράστιο κόλπο και ενός ουρανού όμοιου μ’ ένα κοχύλι που περιστρέφεται στην απεραντοσύνη. Δεν είναι ο Παρθενώνας που κτίσανε αλλά αυτός ο ίδιος ο χώρος και μέσα σε παραληρηματικές προοπτικές. Πάνω σ’ αυτόν τον στόλο των νησιών και των ακρολόφων που εξουσιάζονται από την πρύμνη του βράχου, η γαλήνη του βραδινού πέφτει ξαφνικά επάνω σ’ έναν πλουν σιωπηλό.
Μετάφραση: Σούλα Νικολοπούλου
- Δημοσιεύτηκε στην ΕΥΘΥΝΗ. Περιοδικό ελευθερίας και γλώσσας. Τεύχος 257, Μάιος 1993.

O Αλμπέρ Καμύ (1913-1960), γάλλος μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, και δοκιμιογράφος, τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ το 1957. Γεννήθηκε στο Μοντοβί της Αλγερίας και πέθανε -σκοτώθηκε- στο Σανς της Γαλλίας, μαζί με τον εκδότη του Μισέλ Γκαλιμάρ, σε τροχαίο δυστύχημα. Ιδρυτής του “Theatre du Travail” (1935), για το οποίο δούλεψε ως σκηνοθέτης, διασκευαστής, ηθοποιός και θεωρητικός, χρωστά σχεδόν εξίσου τη φήμη του στα μυθιστορήματά του “Ο Ξένος” και “Η Πανούκλα”, όσο και στα θεατρικά του έργα “Καλιγούλας”, “Οι δίκαιοι” αλλά και στα φιλοσοφικά του δοκίμια “Ο μύθος του Σισσύφου”, “Ο επαναστατημένος άνθρωπος”.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΕΔΩ:
Share this
ΠΗΓΗ TIMESNEWS








