ΓΕΝΙΚΕΣ

Για τις τοπικές εκλογές σε Βάδη-Βυρτεμβέργη και Ρηνανία Παλατινάτο

Share this
  • Γράφει ο ΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ

Η φετινή χρονιά, είναι χρονιά όπου και θα πραγματοποιηθούν οι παγγερμανικές εκλογές, με ένα χαρακτηριστικό στοιχείο της επικείμενης εκλογικής αναμέτρησης να είναι η μη συμμετοχή σε αυτές τις εκλογές της καγκελαρίου Μέρκελ με την ιδιότητα της προέδρου του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος και υποψήφιας καγκελαρίου. Ήδη, οι εσωκομματικές εκλογές που πραγματοποιήθηκαν πριν από λίγο καιρό, εν μέσω πανδημίας, ανέδειξαν στη θέση του προέδρου του κόμματος τον πρωθυπουργό του τοπικού κρατιδίου της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, Άρμιν Λάσετ.

Πριν από την παγγερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου, θα διεξαχθεί μία σειρά εκλογικών αναμετρήσεων σε διάφορα τοπικά κρατίδια, που εν προκειμένω, χωρίς να αποτελούν πρόκριμα για την ψήφο σε ομοσπονδιακό επίπεδο, μπορούν να αναδείξουν συγκεκριμένα κοινωνικο-πολιτικά χαρακτηριστικά. Τοπικές εκλογές πραγματοποιήθηκαν στα κρατίδια της Βάδης-Βυρτεμβέργης και της Ρηνανίας-Παλατινάτου, με ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που διαφαίνεται μέχρι στιγμής, από τα πρώτα exit poll που διενεργήθηκαν, να είναι η υποχώρηση της επιρροής του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος και στα δύο κρατίδια.

Σταχυολογούμε ενδεικτικά από την εφημερίδα ‘Η Καθημερινή’: «Σύμφωνα με το πρώτο κανάλι της γερμανικής δημόσιας τηλεόρασης ARD, στην Βάδη – Βυρτεμβέργη ισχυρότερο κόμμα παραμένουν οι Πράσινοι με 31% (+0,7 από τις εκλογές του 2016), ενώ το CDU ακολουθεί με 23% (-4,0). Τρίτη δύναμη αναδεικνύεται το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) με ποσοστό 12% (-0,7%), αφήνοντας στην τέταρτη θέση την Εναλλακτική για την Γερμανία (AfD) με 11,5% (-3,6). Ποσοστό 11,5% φαίνονται να εξασφαλίζουν και οι Φιλελεύθεροι (+3,2). Εκτός του τοπικού κοινοβουλίου παραμένει η Αριστερά, με 3,5% (+0,6), καθώς το εκλογικό μέτρο βρίσκεται στο 5%».1

Μία πρώτη ανάγνωση όμως του εκλογικού αποτελέσματος (υπό την αίρεση ό,τι αυτό μπορεί να είναι διαφορετικό από την τελική εκτίμηση αποτελέσματος), δείχνει προς την κατεύθυνση του κόμματος των Πρασίνων, επιτρέποντας μας να σταθούμε σε δύο στοιχεία: Το πρώτο έχει να κάνει με το ό,τι, αν και η ποσοτική αύξηση είναι ανεπαίσθητη συγκριτικά με το ποσοστό στην προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση, το κόμμα των Πρασίνων έχει καταστεί σημαντικός πόλος στην Γερμανική πολιτική σκηνή, και σε μία ομοσπονδιακό επίπεδο, αλλά, ας το προσέξουμε αυτό, και σε τοπικό.

Με άλλα λόγια, η κοινωνική-πολιτική του επιρροή φαίνεται σταδιακά και με αυξομειώσεις να επιμερίζεται, πράγμα καθαυτό σημαντικό για τον νέο ρόλο που διεκδικεί εντός του πολιτικού σκηνικού της χώρας.

Και το δεύτερο στοιχείο, ενσκήπτει και ως απόρροια αυτού που μόλις σημειώθηκε πιο πριν, έχοντας σχέση με την πολιτική ανα-διαμόρφωση του κόμματος με τους όρους της κυβερνησιμότητας και της κυβερνητικής προοπτικής, ακόμη και μέσω της συμμετοχής του κόμματος σε συμμαχικά κυβερνητικά σχήματα.

Όχι όμως με όρους «λαϊκού κινήματος»,2για να παραπέμψουμε στον Άγγελο Ελεφάντη, που επιδιώκει να διαθέτει ένα εργατικό πρόσημο, αλλά με κοινωνικά πολυσυλλεκτικό τρόπο, με τις φιλο-περιβαλλοντικές αναφορές να παρεμβάλλονται μεταξύ της κοινωνικής του συμμαχίας λειτουργώντας ως συνδετικός κρίκος.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το κόμμα των Πρασίνων έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί το κόμμα-‘αγκάθι’ στα πλευρά των μεγαλύτερων πολιτικών κομμάτων της χώρας, που πιέζει και παρενοχλεί, αλλά, αντιθέτως εξελίχθηκε την προηγούμενη δεκαετία με τρόπο που το καθιστά συνειδητή επιλογή. Και σταθερών υποστηρικτών του Χριστιανοδημοκρατικού και κυρίως, του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και του μετα-κομμουνιστικού κόμματος της Αριστεράς που παρατηρεί τα κινητοποιητικά της αφηγήματα και την άσκηση κριτικής στην δημοκρατία των 2/3, στον πολιτικό-προγραμματικό κομφορμισμό, με μοτίβα άμεσου ακτιβισμού, να μην βρίσκουν ιδιαίτερη επιρροή.

Η υποχώρηση του εκλογικού ποσοστού του Γερμανικού χριστιανοδημοκρατικού3κόμματος εκφράζει μία συρρίκνωση της κοινωνικής του βάσης και συνακόλουθα πολιτικής επιρροής (πολιτικοϊδεολογικό ‘ελκτικότητα’) σε τοπικό επίπεδο, δίχως όμως κάτι τέτοιο να οδηγεί σε ένα πολιτικό-θεωρητικό συμπέρασμα περί ανάλογης υποχώρησης και πόσω μάλλον ήττας και στις ομοσπονδιακές εκλογές.

Κάτι τέτοιο εξάλλου, θα ήταν αυθαίρετο, στο βαθμό που οι κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες δεν ακολουθούν γραμμική πορεία,4ή αλλιώς, δεν ακολουθεί πορεία μίας γραμμής παρά ενέχουν διάφορα και ποικίλα στοιχεία που μπορούν να εκφρασθούν με διάφορους τρόπους. Ένα μήνυμα όμως έχει σταλεί.

Δεν θα ήταν όμως υπερβολικό να σημειώσουμε εδώ πως στη συγκεκριμένη επίδοση του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος5επιδρούν τοπικά ζητήματα, η πολυετής κυβερνητική του θητεία,6(το κόμμα εισπράττει φθορά), διαφωνίες για την διαχείριση της πανδημίας, οι κοινωνικές επιπτώσεις της, η μη συμπερίληψη της στρατηγικής διαχείρισης σε ένα συνεκτικό πλαίσιο το οποίο και θα εστιάζει και στις προϋποθέσεις γρηγορότερης μετάβασης σε μία μετά Covid εποχή. Μικρή είναι και η μείωση του ποσοστού του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος7στο κρατίδιο της Βάδης-Βυρτεμβέργης, το οποίο και διατηρεί τις δυνάμεις του, την στιγμή όπου ήδη έχει διεμβολισθεί κοινωνικά και πολιτικά, από το κόμμα των Πρασίνων που δείχνει δυναμική.

Στο κρατίδιο της Ρηνανίας-Παλατινάτου, αντίστοιχα, το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα παραμένει πρώτο κόμμα λαμβάνοντας το 34,5% (και εδώ η μείωση είναι πολύ μικρή), και ακολουθούμενο από το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα που σε αυτό το κρατίδιο βλέπει τα ποσοστά του να μειώνονται, εκεί όπου το κόμμα των Πράσινων λαμβάνει ένα 8,5% των ψήφων, σημειώνοντας αύξηση του ποσοστού του.

Για το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα που ευρίσκεται σε φάση ανα-διοργάνωσης προσδιορίζοντας μία θετική ατζέντα, η πρωτιά είναι σημαντική για λόγους που έχουν να κάνουν και με την συμμετοχή του στις ομοσπονδιακής εκλογές του Σεπτεμβρίου, υπό το πρίσμα των συμμαχιών. Με την πρωτιά να είναι δύσκολο να επιτευχθεί, διακύβευμα καθίσταται η συμμετοχή του στην κυβέρνηση και με τους δικούς του, Σοσιαλδημοκρατικούς όρους, με άξονα το τρίπτυχο ‘Ευρωπαϊκή Γερμανία-Κοινωνική δικαιοσύνη-Ισχυροί θεσμοί.’

Το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα θα δοκιμασθεί παγγερμανικά, με ένα από τα πλεονεκτήματα του να είναι η ισχυρή οργανωτική του βάση, ιδίως στα κρατίδια της πρώην Δυτικής Γερμανίας,8κάτι που συμβάλλει στη συγκρότηση εμπρόθετων κομματικών-πολιτικών δεσμών καθώς και σε μορφές εγγύτητας.

Η σημασία των οποίων αυξάνεται, σε περιόδους όπως αυτή που διανύουμε. Θεωρούμε πως η δυσαρέσκεια και η δυσπιστία που αντλούν από την διαχείριση της πανδημικής κρίσης, από το αίσθημα της κόπωσης για την διάρκεια της καραντίνας, περισσότερο επιμερίζεται παρά κάποιο πολιτικό κόμμα λειτουργεί ως υποδοχέας της δυσαρέσκειας και της δυσπιστίας.9

Κάποιες τάσεις όμως που είχαν διαφανεί και συνδέονται με κομματικούς-πολιτικούς μετασχηματισμούς, παραμένουν και ενισχύονται, ενώ σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο, μπορούμε να σημειώσουμε και την εμφάνιση του κόμματος των Φιλελευθέρων που κομίζει μία ιδιαίτερη εναλλακτική, παίζοντας ιστορικά το χαρτί του ‘εκμοντερνισμού.’ Σε ένα σύνθετο και ρευστό πολιτικό και κοινωνικό μωσαϊκό, όπου και διασταυρώνονται πολιτικές, ιδεολογίες και πρόσωπα,10η συνέχεια αναμένεται με ενδιαφέρον για πολιτικούς επιστήμονες και πολιτικούς αναλυτές. Ένα ιδιαίτερο στοιχείο είναι και οι συνθήκες υπό τις οποίες θα διεξαχθούν οι επικείμενες εκλογές, με νωπό ακόμη το παράδειγμα των προεδρικών εκλογών στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, εκεί όπου η στροφή στην επιστολική ψήφο, άλλοτε θεμελίωσε και άλλοτε ενίσχυσε το προβάδισμα του Δημοκρατικού κόμματος και του τότε υποψηφίου του και νυν προέδρου της χώρας, Τζο Μπάιντεν.


Share this
The following two tabs change content below.

ΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ

Ο Σίμος Ανδρονίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες. Εκπονεί τη διδακτορική του διατριβή στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ με θέμα την συσχέτιση των Σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών κομμάτων σε Ελλάδα, Μεγάλη Βρετανία και Γερμανία με το συνδικαλιστικό κίνημα, την περίοδο 1989-2010. Τα ερευνητικά-επιστημονικά του ενδιαφέροντα αφορούν την θεωρία των πολιτικών κομμάτων, τις σχέσεις κοινωνικής και πολιτικής αντιπροσώπευσης, τα κοινωνικά κινήματα, το ακροδεξιό φαινόμενο. Μελετά επίσης ποίηση και λογοτεχνία. Είναι μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης και του Δικτύου Ανάλυσης Πολιτικού Λόγου.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

Related Posts