Γιώργος Κοτζιούλας: Ποιητική | Οι πρόγονοι | Κομμάτι εξοχής
Share this
Ο Γιώργος Κοτζιούλας στην κεντρική πλατεία της Άρτας το 1945
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ
Ποιητική
Οι στίχοι γράφονται με ταραχή,
δεν είναι παίξε-γέλασε η ψυχή.
Μια σκέψη για να πιάσεις ή μια λέξη,
μπορείς να καρτερείς όχο να φέξει.
Και πριν απ’ όλα ο πόνος, πρώτη αρχή,
αυτός θα στέκει να καλοναρχεί·
πρέπει να μείνεις άλαλος πέντ’ έξι
φορές μπρος στο είδωλό σου για νσ στρέξει.
Στο ποίημα θα ‘ναι η ίδια σου η καρδιά,
που θα ξαφλά πρωτότυπα το κρίμα,
δεμένη σαν κατάδικη στη ρίμα.
Κι αφού με της εντέλειας τα κλειδιά
την ασφαλίσεις, πάρ ‘τηνε και δος τη
χάρισμα σ’ όποιον όποιον αναγνώστη.
Οι πρόγονοι
Θέλω να γράψω ένα τραγούδι μ’ αντοχή,
και συλλογίζομαι ολοένα εσάς, φτωχοί.
Σκυφτοί στο γούπατο για σκόρπιοι στο ριζό,
με τον καημό σας ανασταίνομαι και ζω.
Τα χέρια του παπούλη εεπαίζαν έναν κασμά,
τα χέρια τώρα τα δικά μου είναι χλομά.
Ήταν απλοί οι ανθρώποι εκείνου του καιρού·
δε σεκλετίζονταν, τραβούσαν κουτουρού.
Σκιάζονταν τ’ άδικο, κρατούσαν τις γιορτές,
παρθένες παίρναν και τις είχανε πιστές·
οι μάνες αποχτούσαν άβλαβα παιδιά,
κάθε δυο χρόνια σηκωνόταν η ποδιά.
Ούτε χωράφια είχαν πολλά, ούτε ζωντανά,
μα ζούσαν όσο ο γέρο δέντρος στα βουνά.
Γεροκομούσαν τους γονέους τότε οι γιοί,
ποιος υπομένει την κατάρα, την οργή;
Άλλους τους πρόφτασα όταν ήμουνα παιδί,
κι άλλους τους έχω ακούσει, δεν τους έχω ιδεί.
Μα φύλαξα τα πρόσωπά τους τ’ αυστηρά
μες στο θυμητικό μου, ατέλειωτη σειρά.
Κομμάτι εξοχής
Αυτό δεν είναι κίτρινο: είναι χρυσαφί,
θαρρείς βασιλική στολή του Χινοπώρου
που φεύγει – στάσου λίγο, βλέμμα του οδοιπόρου,
να μελετήσεις την ανέλπιστη γραφή.
Κρέμονται ανάερα χίλιες γλώσσες φωτεινές,
τρίδιπλη φλόγα έχει ζωστεί το περιβόλι
που, ακόμα αμάλαγο, το βόσκουν οι τριβόλοι
με ρίζες άσπρες σαν κλωστή κι ίδια φτενές.
Τα χώματα τι νόημα κρύβουν τα νωπά;
Σε κλώνο κερασιάς πηδάει φτωχό γαρδέλι·
και δίπλα στο κιτρινοφυλλιασμένο αμπέλι
πετούμενο άλλο πού και πού φτεροκοπά.
Ώρα χρυσή μακάριας περισυλλογής
ύστερ’ απ’ τ’ άμουσα μερόνυχτα του θέρους!
Μακριά απ’ την πόλη, δίχως θέση κι ανωτέρους,
για πιο καλά, κάθομαι κάπου καταγής.

Ο Γιώργος Κοτζιούλας (1909-1956) γεννήθηκε στην Πλατανούσα (Ραψίστα) της Ηπείρου. Ο πατέρας του ήταν ταχυδρομικός διανομέας. Τέλειωσε το Δημοτικό σχολείο στη γενέτειρά του, το Σχολαρχείο στο Καλέντζι Ιωαννίνων και το Γυμνάσιο στην Άρτα. Το 1926 γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και παράλληλα με τις σπουδές του εργαζόταν ως διορθωτής και μεταφραστής σε αθηναϊκά περιοδικά και εφημερίδες. Λόγω των δύσκολων συνθηκών εργασίας του προσβλήθηκε από φυματίωση το 1934, αρρώστια που τον ταλαιπώρησε στην υπόλοιπη ζωή του. Νοσηλεύτηκε για μικρά χρονικά διαστήματα στην Πάρνηθα, την Πεντέλη και την Αθήνα, κυρίως όμως έμενε σε φίλους, καθώς συχνά παρέμενε άστεγος. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά διώχτηκε λόγω της αριστερής του δράσης και το 1940 επέστρεψε στη γενέτειρά του. Στην περίοδο της γερμανικής κατοχής πήρε μέρος στην εθνική αντίσταση και έδρασε στον ΕΛΑΣ, όπου οργάνωσε το καλλιτεχνικό τμήμα και πήρε μέρος στην ίδρυση του θιάσου “Λαϊκή Σκηνή”, με τον οποίο περιόδευσε στα ελληνικά χωριά. Στην Αθήνα επέστρεψε το 1945, παντρεύτηκε και απέκτησε ένα γιο. Πέθανε στην Αθήνα από καρδιακή προσβολή. Στο χώρο των γραμμάτων πρωτοεμφανίστηκε το 1924 με τη δημοσίευση στίχων στην “Ηπειρωτική Ηχώ” των Ιωαννίνων, καθοριστική όμως για την ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία ήταν η εμφάνισή του στο περιοδικό “Μπουκέτο”. Ακολούθησαν συνεργασίες του με περιοδικά όπως η “Οικογένεια”, η “Πνοή”, τα “Ελληνικά Γράμματα”, η “Νέα Εστία”, ο “Λόγος”, ο “Ρυθμός”, τα “Νεοελληνικά Γράμματα”, η “Πνευματική Ζωή”, τα “Νέα Φύλλα”, η “Ποιητική Τέχνη”. Το 1932 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο “Εφήμερα”. Ασχολήθηκε επίσης με την πεζογραφία, το δοκίμιο, την κριτική και το θέατρο (την περίοδο του αγώνα του κατά τη διάρκεια του εμφυλίου έγραψε θεατρικά έργα για το θίασο της Λαϊκής Σκηνής (“Ξύπνα ραγιά”, “Ο κομματάρχης”, “Το πρόστιμο του δασικού”). Η ποίηση του Γιώργου Κοτζιούλα τοποθετείται χρονικά στην ανανεωτική ποίηση του μεσοπολέμου, στην ουσία όμως συνεχίζει την παράδοση της αμέσως προηγούμενής του ποιητικής γενιάς κινούμενη στα χνάρια του νεοσυμβολισμού και του νεορομαντισμού όπως εκφράστηκαν μέσα από την παραδοσιακή στιχουργική ποιητών όπως ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, ο Κώστας Καρυωτάκης και ο Τέλλος Άγρας. Η γραφή του ακολούθησε μια εξελικτική πορεία από το πνεύμα της νοσηρότητας και της ειρωνικής διάθεσης σε ένα ρεαλιστικότερο και πιο βιωματικό κλίμα, κυρίως μετά την ένταξή του στον ΕΛΑΣ και την στράτευσή του στην κομμουνιστική ιδεολογία. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Γιώργου Κοτζιούλα βλ. Γιώργος Παιδαρος, “Κοτζιούλας Γιώργος”, στη “Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας”, τ. 9, Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. [1968], Κώστας Στεργιόπουλος (επιμέλεια), “Γιώργος Κοτζιούλας”, στο “Η ελληνική ποίηση· η ανανεωμένη παράδοση”, Σοκόλης, 1980, Αλέξανδρος Αργυρίου, “Κοτζιούλας Γιώργος”, στο “Παγκόσμιο βιογραφικό λεξικό”, τ. 5, Εκδοτική Αθηνών, 1986. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).
Share this
ΠΗΓΗ TIMESNEWS








