Γιώργος Μαρκόπουλος: Ένα ποίημα έλεγε ότι γνωρίζει τον Μήτσο | Ο πατέρας μου ήθελε να φτιάξει ένα σπίτι
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ
Κατόπιν αφού την έδεσαν αμφότεροι εις τρεις καρέκλας ηνωμένας, και παραμείνας μόνος ο αρχιβασανιστής ο επιλεγόμενος “Μήτσος ο επιλοχίας”, εκτύπησεν ανηλεώς τα πέλματά της με ρόπαλο. Της κατεβίβασεν το παντελόνιον, της απέσπα τρίχας εκ του εφηβαίου και ακολούθως της ετράβηκε τα στήθη επί τοσούτον ισχυρώς ώστε η παθούσα να καταθέτη ότι “τραβούσε να τα αποσπάση”. Προσέτι δε, γνωρίζομεν υμίν, ότι ο εν λόγω Μήτσος παρέμεινεν άγνωστος. (Βούλευμα πλημμελειοδικών από την δίκη των βασανιστών 14.7.75)
Ένα ποίημα έλεγε ότι γνωρίζει τον Μήτσο
Ο Μήτσος πήρε την βαλίτσα του που είχε χαθεί
στο πρακτορείο λεωφορείων Πρεβέζης. Ήσυχα και μοναχικά.
ύστερα, μπήκε στην Αθήνα, Κυριακή απόγευμα
τόσο απλά και τόσο αθόρυβα, να σπουδάσει ηλεκτρονικός.
Πέρασε δίπλα από κλειστές μάντρες υλικών οικοδομής στην ιερά οδό,
από χαλασμένα φορτηγά, τρίκυκλα και κλειστά μηχανουργεία στο Αιγάλεω.
Ο Μήτσος είδε από μακριά την Πεντέλη, τον Κεραμικό…
Αυτή είναι η Αθήνα, είπε.
Πέρασε από την έρημη Ομόνοια.
Είδε έναν πατριώτη του φαντάρο. Έκανε πως δεν τον πρόσεξε.
Ρε συ, εσύ δεν είσαι ο Μήτσο!
Και ο Μήτσος απάντησε όχι
σκεπτόμενος πράγματα πολύ συγκεχυμένα,
όπως τα παιδικά ξυπόλητα χρόνια του
με αυτιά γαϊδάρου στο χωριό
καθώς και εκείνη την Στέλλα από την Βέροια που την αγάπησε
και εντούτοις παντρεύτηκε ζωέμπορο στην Λιβαδειά.
Αυτή είναι η Αθήνα, ξαναείπε ο Μήτσος.
Έφαγε μακαρονάδα το βράδυ
σε ψητοπωλείο της οδού Βερανζέρου – έκανε βόλτα.
Την νύχτα κοιμήθηκε στο ξενοδοχείο “ωραία Ήπειρος”
της οδού Μενάνδρου.
Ο πατέρας μου ήθελε να φτιάξει ένα σπίτι
Ο πατέρας μου έφαγε μια ζωή για να φτιάξει ένα σπίτι.
Απογεύματα, Κυριακές στο κουζινάκι χωρίς ένα γλυκό ή ένα καφενείο.
Όταν πέθανε άφησε ένα χορταριασμένο στρατί
ένα κτίσμα δίχως κουφώματα, δίχως σοφάτια, χρόνια…
Άλλαξαν οι καιροί που λέει και ο λαός, γεγονότα συνέβησαν…
Χαθήκαμε με τον αδελφό μου, μάθαμε πως πέθανε κι ο πατέρας.
Για αυτό λοιπόν το βράδυ σε κοιτώ τόσο βαθιά στα μάτια.
Είναι μήπως ζήσω εγώ την ταπεινή θαλπωρή που εκείνος δεν έζησε.
- Γιώργος Μαρκόπουλος, ΟΙ ΠΥΡΟΤΕΧΝΟΥΡΓΟΙ. Ποίηση. Βιβλιοπωλείον της “Εστίας”. Αθήνα, 1982

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος γεννήθηκε στη Μεσσήνη το 1951, αλλά από το 1965 ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομικά και στατιστική. Παράλληλα με την ποίηση γράφει λογοτεχνικές κριτικές και άλλα κείμενα σε περιοδικά και εφημερίδες.
Έχει κυκλοφορήσει επτά ποιητικές συλλογές, μία με πεζά, δύο τόμους με κείμενά του για το έργο άλλων ποιητών, δύο μονογραφίες (για το ποδόσφαιρο στην ελληνική ποίηση και για το έργο του Τάσου Λειβαδίτη), ενώ έχει επιμεληθεί βιβλία γύρω από την ποίηση. Το 1996 τιμήθηκε με το “Βραβείο Καβάφη” στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Το 1999 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του “Μη σκεπάζεις το ποτάμι”, η οποία, στη συνέχεια, ήταν υποψήφια για το Ευρωπαϊκό Αριστείο του 2000. Σε μετάφραση Michel Volkovitch εκδόθηκε στα γαλλικά μια επιλογή από όλες τις ποιητικές συλλογές του με τον γενικό τίτλο “Ne recouvre pas la riviere” (εκδ. Desmos/ “Cahiers grecs”, Paris 2000). Το 2011 τιμήθηκε και πάλι με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, για τη συλλογή του “Κρυφός κυνηγός”, και με το βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων από το 1982, ενώ στο διάστημα 1984-1986 διετέλεσε μέλος του διοικητικού της συμβουλίου.
ΠΗΓΗ TIMESNEWS








