ΓΕΝΙΚΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Δεξιά με Αριστοκρατικές Παρεκκλίσεις: Οι αντιφάσεις της απειλούν την επιχειρηματικότητα

  • Γράφει ο Ανδρέας Ν. Λύτρας

ΑΝΔΡΕΑΣ Ν. ΛΥΤΡΑΣ

Διάβασα, πρόσφατα, πως μια ομάδα ειδικών ανέλαβε να εισηγηθεί στην κυβέρνηση το πλαίσιο για την οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας μας. Έδωσε, μάλιστα, στη δημοσιότητα μια σειρά αρχικών προτάσεων, για τις αναγκαίες αλλαγές τις οποίες οφείλει να υλοποιήσει η κυβερνητική παράταξη, προκειμένου να στηρίξει τον εκσυγχρονισμό και για να επιταχυνθούν οι ρυθμοί ανάπτυξης της οικονομίας.

Σε αυτές τις προτάσεις παρατηρεί κάποιος καλόπιστος αναλυτής την παρουσία αρκετών κοινοτοπιών, με διάφορες ευχές που σπανίως έχουν κάποια ιδιαίτερη σημασία.1 Υπάρχουν και δύο προτάσεις, οι οποίες κινητοποίησαν το ενδιαφέρον μου. Η πρώτη αφορά στην αύξηση του μεγέθους των ελληνικών επιχειρήσεων και η δεύτερη αφορά σε μια ασαφή διατύπωση (που χρειάζεται οπωσδήποτε διευκρίνιση), σχετικά με τη μείωση του φορολογικού βάρους της μισθωτής εργασίας.

Οι προτάσεις αυτές έχουν σίγουρα σημασία για την ελληνική κοινωνία και οικονομία. Στη χώρα μας επικρατούν αριθμητικά οι μικρές επιχειρήσεις με προσωπικό (το 99% από τις περίπου 295 χιλιάδες), οι οποίες έχουν μέσο μέγεθος απασχόλησης, τα 5-6 άτομα.

Τί ακριβώς πιστεύει η επιτροπή πως πρέπει να γίνει; Μήπως αξιώνει τη διεύρυνση του μεγέθους (της απασχόλησης) των επιχειρήσεων στο διπλάσιο ή στο τριπλάσιο (κατά μέσο όρο); Αν εννοείται κάτι τέτοιο, τότε πράγματι, θα αλλάξει ριζικά το οικονομικό, αλλά και το κοινωνικό τοπίο στην χώρα. Λιγότερες και ισχυρότερες επιχειρήσεις θα δεσπόζουν στο οικονομικό περιβάλλον. Ως αποτέλεσμα του αναπότρεπτου και ανισότιμου ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλων και μικρών επιχειρήσεων, θα μειωθεί δραστικά ο αριθμός των μικρών και των πολύ μικρών επιχειρήσεων.

Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις θα αποκτήσουν, ως τιμάρια κατακτητικών πριγκίπων, το μείζον μέρος του υπερβάλλοντος πλούτου από την προσδοκώμενη οικονομική επέκταση, ενόσω θα έχουν συγκεντρώσει τους περισσότερους από τους σχετικά φθηνότερους μισθωτούς εργαζομένους. Στην καλύτερη προβλεπόμενη εκδοχή, το συγκεκριμένο σενάριο προοιωνίζεται την ταχεία συγκέντρωση του πλούτου σε μια ισχνή σε αριθμούς ομάδα προνομιακών επιχειρηματιών (φαντάζομαι ότι θα πληρώνει και ελάχιστο φόρο εισοδήματος), τη σημαντική αποπτώχευση των νέων μισθωτών και την οριστική οικονομική και κοινωνική καταστροφή της μικρής επιχειρηματικότητας. Αυτό το είδος οικονομικής ανάπτυξης έχει γνωστές καταβολές και προελεύσεις. Δημιουργεί, ωστόσο, πολλά ερωτήματα, σχετικά με τις ιδεολογικές ορίζουζες και την επαφή τους με το «καπιταλιστικό πνεύμα».

Σχόλια για την υποδομή των προτάσεων

Υπάρχει ένα σοβαρό ζήτημα με τους σημερινούς ιδεολογικούς προσδιορισμούς της Δεξιάς, σε ευρωπαϊκή και παγκόσμια κλίμακα. Οι παρεκκλίσεις τους καθόρισαν και τις πολιτικές μετατοπίσεις, τα τελευταία σαράντα χρόνια. Οι ιδεολογικοί ακροβατισμοί της Δεξιάς προσπάθησαν να ισορροπήσουν ένα υποτιθέμενο «αστικό πνεύμα» με κάποια υπόρρητα, αριστοκρατικής προέλευσης, θεωρήματα για την φύση και τις αρχές του σημερινού κόσμου. Υπό μια έννοια, επιχειρήθηκε η αλλοίωση των αρχών της αστικής κοινωνίας, με την χρήση των λέξεων (αλλά όχι και των νοημάτων) της απελευθέρωσης, προκειμένου να προωθηθεί και να επιβεβαιωθεί με την κοινωνική (ή έστω την προσωρινά πολιτική) επικύρωση, η σημασία της μαζικής υποταγής, για την οικονομική ευημερία. Σοβαρό ρόλο σε αυτή τη σκόπιμη παραπλάνηση διαδραμάτισαν και λειτουργοί της οικονομικής θεωρίας, οι οποίοι αφενός μετέτρεψαν την οικονομική ανάλυση και στρατηγική σε ένα συνδυασμό μαθηματικών μοντέλων και αφετέρου χρησιμοποίησαν τα πορίσματά τους ως έναν «τεχνικό» επενδύτη των κερδοσκοπικών σκοπιμοτήτων των μεγάλων συμφερόντων. Στην φάση της ολοκλήρωσης των προηγούμενων ιστορικών κύκλων, τόσο το προεκλογικό πρόγραμμα του πολιτικού κόμματος, που έχει σήμερα την ευθύνη της διακυβέρνησης στην χώρα μας, όσο και η εφαρμοζόμενη (ή οι προαναγγελίες για τη μελλοντική) πολιτική παρατηρείται να έχουν τις ίδιες ιδεολογικές ορίζουσες με τις προαναφερθείσες. Ενδεχομένως, θα υποστασιοποιούνται και σε ανάλογες πολιτικές.

Αστικό πνεύμα ή αριστοκρατία σε σύμπηξη με την κερδοσκοπία;

Σίγουρα, το αστικό πνεύμα περιγράφεται αυθεντικά από τους εισηγητές των βασικών κειμένων, αλλά από τις ίδιες τις αρχές, τα περιεχόμενά τους και τις αρνήσεις έναντι εκείνων του προηγούμενου καθεστώτος (φεουδαρχία-απολυταρχία). Σημειώνω ορισμένες κρίσιμες βάσεις της αστικής κοινωνίας, που, από τις τροποποιήσεις των σύγχρονων συντηρητικών κομμάτων, παρεφθάρησαν:

Ελευθερία και Ασφάλεια

Στο άρθρο 2 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη, σημειώνεται: «Σκοπός κάθε πολιτικής ένωσης αποτελεί η διατήρηση των φυσικών και απαράγραπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου. Τα δικαιώματα αυτά είναι η ελευθερία, η ιδιοκτησία, η ασφάλεια και η αντίσταση στη βία» (26 Αυγούστου 1789).

Η έννοια της ασφάλειας, σε αυτό κείμενο, σημαίνει την σύμφυτη με την ελευθερία απαίτηση αποστασιοποίησης της εξουσίας από την αυθαίρετη άσκηση βίας σε βάρος των πολιτών [βλ., Α. Μάνεσης, Συνταγματικά Δικαιώματα. Ατομικές ελευθερίες, Θεσσαλονίκη, Σάκκουλας, 1982, τ. α΄].

Στη σύγχρονη εποχή, ο R. Nixon (σήμερα, ο πιο απαξιωμένος πολιτικός του δυτικού κόσμου) εισήγαγε στο πολιτικό λεξιλόγιο το δόγμα: «νόμος και τάξη», προκειμένου να αντιμετωπιστούν (με συνέργεια των πιο συντηρητικών δυνάμεων της αμερικανικής κοινωνίας), βασικά, τα κοινωνικά κινήματα της δεκαετίας του 1960. Με αφορμή τα φαινόμενα παραβατικότητας (την εποχή της κατάρρευσης), που σε ένα βαθμό τροφοδοτήθηκαν από τα κοινωνικά προβλήματα (την εποχή των μνημονίων) στην ελληνική κοινωνία, τις αδυναμίες χρηματοδότησης και τις υποκειμενικές ατέλειες διοίκησης των (ήδη ευάριθμων) σωμάτων ασφαλείας, μέγα μέρος του προεκλογικού προγράμματος της σημερινής κυβερνώσας παράταξης βασίστηκε στην αξίωση για ενίσχυση της «ασφάλειας». Ακόμη δυστυχέστερα, η αξίωση για «ασφάλεια» βρισκόταν προφανώς σε αντίθεση (δηλαδή δίχως την αναγκαία ισορροπία με την ελευθερία) προς την αρχική σημασία της στην γαλλική διακήρυξη των δικαιωμάτων. Αν αντιμετώπιζε αυτή την εξέλιξη ο B. Franklin (από τους πρωτεργάτες της αμερικανικής ανεξαρτησίας), είναι πιθανόν, να επαναλάμβανε: «Όσοι παραιτούνται της ουσιαστικής ελευθερίας για λίγη, προσωρινή ασφάλεια, δεν είναι άξιοι ούτε της ελευθερίας ούτε της ασφάλειας» (B. Franklin, Reply to the Governor, Pennsylvania Assembly, 11-11-1775).

Πρέπει να ξανασκεφτούν, όσοι προασπίζονται απόψεις για την ενίσχυση της ασφάλειας, έναντι της ελευθερίας, αν και κατά πόσο εκπροσωπούν το αστικό πνεύμα ή κάποιες, απολυταρχικής προέλευσης, αυταρχικές ιδέες.

Ελευθερία και Ισότητα

Δεν χρειάζεται πολλή συζήτηση, για να θεμελιωθεί η αίσθηση ότι σύμφωνα με τους σύγχρονους συντηρητικούς, για τον προσδιορισμό της ελευθερίας, έχει μεγαλύτερη σημασία η «ελεύθερη επιλογή στην αγορά». Είναι μία από τις σημαντικότερες δηλώσεις, εκείνη του F.A. Hayek (ο βασικός εισηγητής του μονεταρισμού), στην προσπάθεια του να προασπιστεί τις απόψεις της M. Thatcher. Έχει γράψει, λοιπόν, πως «η ελεύθερη επιλογή μπορεί να υπάρχει, τουλάχιστον, κάτω από μια δικτατορία που μπορεί να περιοριστεί, αλλά όχι κάτω από την απεριόριστη δημοκρατία η οποία δεν μπορεί να περιοριστεί». (“Letter”, The Times, 11-7-1978).

Διερωτώμαι το ακόλουθο: ποιος μπορεί να σκέφτεται με έναν ανάλογο τρόπο; Είναι σίγουρο πως τέτοιες απόψεις δεν μπορεί (δεν έχει νόημα, εκτός αν είναι ηλίθιος), να εκφέρει ένας μικρός ή μεσαίος επιχειρηματίας, ο οποίος συνήθως διαγκωνίζεται με τους ομοίους του, προκειμένου να επιβιώσει ή να καταφέρει κοπιωδώς κάποια σημαντικά οικονομικά αποτελέσματα. Ένας τέτοιος άνθρωπος αξιώνει τον μεγαλύτερο κοινωνικό έλεγχο, μέσω της δημοκρατίας, προκειμένου να αποτρέπεται η απίθανη συγκέντρωση πλούτου και η αυθαίρετη λειτουργία ολίγιστων ισχυρών παραγόντων της οικονομίας, σε βάρος των ιδίων των μικρών επιχειρηματιών. Υπέρμαχος της άποψης του F.A. Hayek είναι μάλλον κάποιος μεγαλοτραπεζίτης (τις περισσότερες φορές «δημιουργημένος» από την κληρονομιά ή τα οικονομικά παρελκόμενα του γάμου), ο οποίος πιθανώς υπολογίζει ότι από αυτή την ανεξέλεγκτη λειτουργία της αγοράς (ελεύθερη επιλογή) θα ευνοηθεί σε τέτοιο βαθμό που θα μοιάζει με κάποιον ισχυρότερο από κάθε ιστορικά γνωστό φεουδάρχη (δούκα ή πρίγκηπα). Το δικό μας σχόλιο είναι είναι το ακόλουθο: αυτή η ανέξελεγκτη λειτουργία της ελεύθερης επιλογής, πέραν της δημοκρατίας, δεν έχει καμιά σχέση με τον καπιταλισμό, ενώ είναι σαφώς εγγύτερη με την φεουδαρχία. Οι βασικοί λειτουργοί της δεν είναι καπιταλιστές, αλλά «αριστοκράτες».

Η ισότητα είναι, εκ παραλλήλου, μια από τις βασικές ορίζουσες της αστικής κοινωνίας και της σύγχρονης πολιτείας. Είναι, βέβαια, μια σχετικώς περιορισμένη ισότητα, καθώς αντιπροσωπεύει, κατ’ ουσίαν και μόνον, την «ισότητα έναντι του νόμου». Πιθανότατα, οι αμέσως προηγούμενοι «αριστοκράτες» που προσποιούνται τους «καπιταλιστές», δεν είναι ικανοποιημένοι από την προηγούμενη (και «πολύ στενάχωρη»), για τα προσωπικά τους συμφέροντα, θέσπιση της ισότητας. Αυτοί είναι (και εκ των πραγμάτων) σύμφωνοι με τον αυθαίρετο προσδιορισμό της ισότητας και των παρελκομένων της, από την M. Thatcher (https://www.margaretthatcher.org/document/102777) και κάθε επόμενο λειτουργό που εκπροσωπεί τις απόψεις της: «Όλοι είμαστε άνισοι…». «Πιστεύουμε, πως όλοι έχουν το δικαίωμα να είναι άνισοι, αλλά για εμάς κάθε άνθρωπος είναι ισότιμα σημαντικός». Ενδεχομένως, στην ίδια λογική εδραιώνεται και η κυνική δικαιολόγηση της αδηφαγίας των «αριστοκρατών», οι οποίοι προσποιούνται τους καπιταλιστές: «Ο άνθρωπος έχει δικαίωμα να δουλεύει όπως επιθυμεί, να ξοδεύει όσα κερδίζει, να έχει περιουσία, το κράτος να είναι υπηρέτης του και όχι κύριός του∙ αυτά είναι βρετανική κληρονομιά. Αυτή είναι η ουσία της ελεύθερης οικονομίας» (στο ίδιο κείμενο). Είναι προφανές ότι από αυτές τις διανοητικές αυθαιρεσίες έχουν πειστεί (εκ του αποτελέσματος), αρκετές φορές, κάποιες πλειοψηφίες ψηφοφόρων, οι οποίες μάλλον καταψήφιζαν τις αδυναμίες και τις ασυναρτησίες των αντιπάλων των συντηρητικών παρατάξεων.

Πολιτικά αποτελέσματα των παρεκκλίσεων

Με τη δύναμη, που αποκτήθηκε με τη λαϊκή ψήφο, οι πολιτικοί εκπρόσωποι των «αριστοκρατικών» παρεκκλίσεων της αστικής ιδεολογίας, για το παρόν και το μέλλον του καπιταλισμού, παρέδωσαν ήδη τα αποτελέσματα της πολιτικής τους και μια κρίση (του 2007-2008), η οποία οδήγησε σε δραματική διακινδύνευση την παγκόσμια οικονομία:

1) Οι επιχειρηματίες-εργοδότες (μικροί και μεγάλοι), στη Βρετανία, ήταν το 2008, το 2,81% και καταλήγουν, το 2018, στο 2,06% των απασχολουμένων. Η ίδια κατηγορία στην Ιαπωνία, ήταν το 2,52%, το 2008, και καταλήγει να είναι το 1,92% των απασχολούμενων, το 2018. Αυτή η κατάσταση είναι συνώνυμη της απαράδεκτης «αριστοκρατικής» εξέλιξης του σύγχρονου καπιταλισμού.

2) Από αυτήν την ισχνή μειονότητα των προνομιούχων προέρχεται μια ακόμη πιο ισχνή ομάδα (περί το 0,7%) πάμπλουτων ανθρώπων (με εισόδημα ανάλογο με εκείνο περίπου του μισού παγκόσμιου πληθυσμού).

3) Οι μισθωτοί εργαζόμενοι είναι σήμερα περισσότεροι (στις ΗΠΑ το 93,72% των εργαζομένων), αλλά σε πάρα πολλές χώρες, οι μερικώς απασχολούμενοι (δηλαδή οι πολύ χαμηλά αμειβόμενοι μισθωτοί) είναι μεταξύ του ενός πέμπτου και του ενός τρίτου των συνολικών εργαζομένων. Η σχετική αποπτώχευση ενός σημαντικού μέρους της απασχόλησης συνοδεύει την αριστοκρατική παρέκκλιση του καπιταλισμού. Η εισοδηματική κατάρρευση της μισθωτής απασχόλησης και η επισφάλεια της μερικής ή της ευέλικτης εργασίας, επισημαίνει ότι οι υπόφοροι της συγκεκριμένης κατάστασης μοιάζουν με δουλοπάροικους και όχι με πολίτες.

4) Με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι παλαιές μεσαίες τάξεις (αυτοαπασχολούμενοι, μικροί ιδιοκτήτες και παραγωγοί), είναι είτε ήδη μικρές ομάδες είτε φθίνουν ακόμη περισσότερο ή αμφισβητείται συνεχώς η ύπαρξή τους. Παρά τη σχετική φιλολογία για την ύπαρξη κάποιων νέων μεσαίων τάξεων, αυτές στην ουσία έχουν εξαρθρωθεί από τους μετασχηματισμούς της φορντικού τύπου μεγάλης επιχείρησης και τις νέες μορφές παραγωγικής οργάνωσης. Ένα «φάντασμα» των μεσαίων τάξεων επιβιώνει, μέσω των διανοητικών κατασκευασμάτων περί μεσαίων εισοδηματικών κατηγοριών, στην κλίμακα των εισοδημάτων (σε κάθε ανάλογη κλίμακα μπορεί να εντοπιστεί μια μεσαία κατηγορία, αλλά είναι ένας διανοητικός πρωτογονισμός, να ονοματίζεται μεσαία τάξη).

5) Από τη δεκαετία του 1960, η οικονομία των αναπτυγμένων χωρών είναι οικονομία υπηρεσιών. Η δημιουργική προσπάθεια της βιομηχανίας έχει μετατεθεί, από τη δεκαετία του 1980, στις χώρες χαμηλού εργατικού κόστους, με επενδύσεις των επιχειρηματιών του αναπτυγμένου κόσμου, ενώ αυτή η μετάθεση συμπληρώνεται και από επενδύσεις σε κρατικά ομόλογα των περιφερειακών χωρών. Η παραγωγή στις περιφερειακές χώρες και η μείζων κατανάλωση στις χώρες υψηλότερου εισοδήματος δημιουργεί πολλαπλές και εναλλακτικές ευκαιρίες κερδοφορίας, κάνοντας απειροελάχιστη την πιθανότητα της πλήρους αποτυχίας κάθε κεφαλαιούχου, από τις συγκεκριμένες μικρές ομάδες.

6) Οι ίδιοι «επενδυτές», επωφελήθηκαν από τη δεδομένη πελατεία των δημόσιων επιχειρήσεων, λειτουργιών, υπηρεσιών και προϊόντων, όταν πραγματοποιήθηκαν ευρύτατες ιδιωτικοποιήσεις ή αποκρατικοποιήσεις, στις αναπτυγμένες χώρες, και απέκτησαν τεράστια και δεδομένα κέρδη. Κατά τη διαδικασία ιδιωτικοποίησης σε αρκετές περιπτώσεις (πιθανώς στις περισσότερες) δεν ανέλαβαν τα χρέη των δημόσιων επιχειρήσεων, τα οποία μετατέθηκαν στο δημόσιο χρέος. Παρά τις διακηρύξεις για τη σφικτή δημοσιονομική διαχείριση, το δημόσιο χρέος των αναπτυγμένων χωρών περίπου διπλασιάστηκε. Την ίδια περίοδο εξακοντίστηκε μια αιχμηρότατη επικοινωνιακή εκστρατεία, εναντίον του κράτους και κάθε δημόσιας δομής. Αυτή η εκστρατεία ήταν αποδοτική. Αυτοί, που έκαναν ή χρηματοδότησαν την επικοινωνιακή εκστρατεία, πήραν νέα συμβόλαια με το Δημόσιο, εξαιρετικά υψηλού κόστους, πέραν κάθε ουσιαστικού ανταγωνισμού (καθώς οι μεγάλοι δημόσιοι διαγωνισμοί, εξ αντικειμένου, αποκλείουν τη μεγάλη μάζα των μικρών επιχειρήσεων).

7) Η σταθερή ροή των επενδύσεων απαιτεί μια επαρκή χρηματοδότηση των επιχειρηματικών εγχειρημάτων, με φθηνή νομισματική μάζα (χρήμα με χαμηλό επιτόκιο δανεισμού στη μέση διάρκεια), από το τραπεζικό σύστημα. Τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού εξαρτώνται απολύτως από τον χαμηλό ετήσιο ρυθμό αύξησης του πληθωρισμού, στη μακρά διάρκεια. Με μια παραπλανητική επικοινωνιακή εκστρατεία (πάλι), επιχειρήθηκε να πειστούν οι αμύητοι πληθυσμοί ότι η αύξηση του πληθωρισμού βλάπτει τα ατομικά εισόδηματα (ενώ η δόκιμη τοποθέτηση είναι ότι μόνο με μία έλλογη και ελεγχόμενη αύξηση του πληθωρισμού είναι δυνατή η αύξηση του μέσου επιπέδου των ατομικών εισοδημάτων). Η επικοινωνιακή εκστρατεία συμπληρώθηκε από μια ροπή των τραπεζών, να συμπληρώσουν τα κέρδη τους, με τη διάθεση στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων, σε μεγάλες μάζες του πληθυσμού. Η συγκεκριμένη πράξη έδειχνε ωφέλιμη, αρχικά, αλλά έγινε η αιτία της απαθλίωσης των παγκόσμιων πληθυσμών, στη φάση της κρίσης του 2007-2008.

8) Η εκκαθάριση, μετά την κρίση του 2007-2008, άφησε στην αγορά ελάχιστους τραπεζικούς ομίλους, έτσι που σήμερα είναι προσβολή των νοημάτων, να γίνεται λόγος για καπιταλισμό στον τραπεζικό τομέα της παγκόσμιας οικονομίας. Τα επιβιώσαντα υπέρ-μονοπώλια είναι τα συνώνυμα της μεγαλοφεουδαρχίας. Σε αυτούς τους «οικονομικούς θεσμούς» είναι χρεωμένοι και επομένως οικονομικά υποταγμένοι σχεδόν όλοι οι «κανονικοί άνθρωποι» του σύγχρονου κόσμου, αλλά και η πλειονότητα των μικρών επιχειρηματιών. Αξίζουν πράγματι «συγχαρητήρια» στους επινοητές αυτών των θεαματικών κινήσεων, επειδή κατάφεραν να αναιρέσουν την υπόσταση του καπιταλισμού και να οδηγήσουν την παγκόσμια οικονομία και τις εθνικές κοινωνίες, στην καλύτερη περίπτωση, πίσω στην εποχή των μαικήνων.

Είναι τόση η παρέκκλιση από τις οικονομικές συνιστώσες του αστικού κόσμου και τις φυσιολογικές συνθήκες για την πραγματική ελεύθερη οικονομία, που όσοι ομνύουν πολιτικά, στην ελεύθερη αγορά και τα συμπαρομαρτούντα της, να ομοιάζουν με θλιβερούς πλάνητες και περιφορείς ανούσιων ανακριβειών. Αν δεν πρόκειται για δυστυχείς εξαπατημένους, τότε είναι θύματα της αυτό-εξαπάτησής τους, δηλαδή σαν να βασανίζονται από κάποια ιδεολογική φλύκταινα, που τούς απασχολεί μανιωδώς και ταυτόχρονα έχει καθορίσει την πολιτική εμμονή τους.

Το διάβασμα των προτάσεων της ελληνικής ομάδας των ειδικών μού προκάλεσε την αίσθηση, ότι αντιγράφουν βασικά ένα πρότυπο οικονομικής ανάπτυξης που έχει τις ίδιες ιδεολογικές αναφορές με τις υπερκείμενες, ενώ δεν διαθέτουν κάτι ιδιαίτερο για να θεωρήσουμε, πως οι υπό διασκευή πολιτικές θα έχουν εκβολές, με κάποια ουσιαστική διαφορά από τα περιγραφέντα αποτελέσματα. Πρώτα από όλα, δεν μπορώ να συγχαρώ τους ειδήμονες για την επιστημονική επινοητικότητά τους. Υποθέτω, ότι στις παρατηρήσεις μου θα αντιτάξουν τα γνωστά και τα επαναλαμβανόμενα «κλισέ», σχετικά με την υποστήριξη εκ μέρους τους της κοινής λογικής και με το ισχυρισμό τους ότι οι θέσεις βρίσκονται στην χορεία των δήθεν αυτονόητων. Αν ανήκα στους οπαδούς του J. Schumpeter, θα ανταπαντούσα, πως οι ανάλογες στερεοτυπικές εκφράσεις ανταποκρίνονται σε όλα τα διανοητικά αδιέξοδα του αταβισμού των ανωτέρων τάξεων. Έχω, όμως και επιπρόσθετα, να θέσω ένα ερώτημα: Πόσοι από τους συμμετέχοντες έχουν συνεργαστεί ή συνεργάζονται επαγγελματικά με εμπορικές τράπεζες, με μεγάλες επιχειρήσεις ή με επαγγελματικές οργανώσεις εκπροσώπησης μεγάλων επιχειρήσεων;

Εφόσον η απάντηση είναι ότι αρκετοί από τα μέλη της συγκεκριμένης ομάδας ή οι βασικοί εισηγητές των προτάσεων έχουν συνεργαστεί ή συνεργάζονται με ανάλογους «οικονομικούς θεσμούς», τότε εξηγείται, εύκολα και χωρίς αναζητήσεις ιδεολογικού χαρακτήρα, η ροπή τους να εξυπηρετήσουν τα υλικά συμφέροντα της μεγάλης επιχειρηματικότητας. Κατά την εκτίμησή μου, η ομάδα δεν αντιπροσωπεύει κάποια διανοητική πρωτοπορία. Είναι, απλώς, μια θεωρητική οπισθοφυλακή. Κάποιες φορές, κατά την άποψή μου, τα μέλη ανάλογων ομάδων μεταβάλλονται σε θεληματικούς και σε υπερβολικούς θεράποντες των συμφερόντων μεγάλων επιχειρήσεων. Αναμένουν, ενδεχομένως, αύξηση των επενδύσεων της ισχυρής επιχειρηματικότητας στην χώρα (σαν να ήταν κάποια υπανάπυκτη χώρα χαμηλού εργατικού κόστους), ίσως και κάποια σημαντική ανταμοιβή για τους υπερθεματιστές αυτών των συμφερόντων. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μου, μέχρι τώρα, δεν υπήρξε καμιά αξιόλογη προσφορά!

Στην περίπτωση επικράτησης του υποδείγματος της εισήγησής τους, οι εκατοντάδες χιλιάδες μικροί επιχειρηματίες και αυτοαπασχολούμενοι της χώρας μας, δηλαδή οι βασικοί συντελεστές της ελληνικής ευημερίας (και της συμπερίληψης της χώρας στις πιο πλούσιες, παγκοσμίως), οφείλουν να σκεφτούν το μέλλον τους, στο βαθμό που θα εφαρμοστούν οι σχετικές πολιτικές. Η επιβίωσή της μικρής επιχειρηματικότητας, θα τίθεται σταθερά σε αμφισβήτηση. Ακόμη και η χαμηλή φορολογία δεν θα ευνοεί τους ίδιους, αλλά τους πολύ μεγάλους ανταγωνιστές τους. Αν οι συγκεκριμένοι μικροί επιχειρηματίες και αυτοαπασχολούμενοι εμφορούνται, λόγω της εσωτερικής τους παρόρμησης και της γενικότερης κουλτούρας τους, από ισχυρές πεποιθήσεις, για την αξία της «ελεύθερης επιλογής στην αγορά», να θυμούνται, πως, για να έχουν κάποια αξία οι πεποιθήσεις τους στην κανονική ζωή, πρέπει να συνεχίσουν να υπάρχουν οικονομικά. Για να είναι υπαρκτή και διεξοδική η επιχειρηματική τους επιβίωση, οφείλουν να αλλάξουν τους πολιτικούς συσχετισμούς και μέσα στις συντηρητικές πολιτικές παρατάξεις. Η αλλαγή των συσχετισμών στη Δεξιά, σημαίνει ταυτόχρονα την αποδέσμευση της ιδεολογίας της, από τις αριστοκρατικές παρεκκλίσεις της, και την αποτροπή της συσσώρευσης απίθανου πλούτου σε ελάχιστους μεγάλους επιχειρηματίες, οι οποίοι έχουν μία μόνο πεποίθηση: ότι είναι πολύ πλούσιοι επειδή είναι «άριστοι» και είναι «άριστοι» επειδή είναι πολύ πλούσιοι. Την ίδια λογική αναπαράγουν οι ιλαροί διασκεδαστές τους και οι αμειβόμενοι διαβιβαστές των απόψεων τους.

Η μεγάλη μάζα των μικρών επιχειρηματιών οφείλει να συμβάλει στην αποκατάσταση του καπιταλιστικού πνεύματος και αυτή να συνεισφέρει ταυτόχρονα στη δημιουργικότητα, την αύξηση του πλούτου, την ευημερία των απασχολουμένων και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Σε αυτήν την προοπτική χρειάζεται και ο διαχωρισμός των τύπων και του ύψους της επιχειρηματικής φορολογίας, με διαφορετικούς συντελεστές φορολόγησης για τους μικρούς και τους μεγάλους επιχειρηματίες (το όριο και τα μέσα αναγνώρισης του εισοδήματος μπορούν να συμφωνηθούν). Η μόνη ορίζουσα, για την δίκαιη επιλογή, είναι σύμφυτη με τους κανόνες της βαθύτερης και πιο ουσιαστικής λειτουργίας της δημοκρατίας. Τότε θα είναι δυνατόν να λειτουργήσει η βιώσιμη και η διεξοδική, για τις κοινωνικές ανάγκες, «ελεύθερη επιλογή στην αγορά», σε συνθήκες ουσιαστικού ανταγωνισμού. Ακόμη και η ατομική διάκριση, χωρίς την παρέκκλιση της άμετρης απληστίας (εκείνης της συνοδευόμενης από την φθονερή κοινωνική αντιμετώπιση), θα έχει πραγματικό νόημα, επειδή θα συμβαδίζει με την απαραίτητη συλλογική ευημερία. Μέχρι τότε, οι πραγματικότητες μας θα βασανίζονται από την αφόρητη δεσποτεία των πανίσχυρων επιχειρηματιών και την ατελή δημοκρατία, η οποία θα είναι προσανατολισμένη είτε στη συστηματική μεταβίβαση (κρατικών) πόρων σε πολύ μεγάλες επιχειρήσεις είτε στην μονομερή εξυπηρέτηση, διά της νομοθεσίας, των ιδιοτελών συμφερόντων τους.

The following two tabs change content below.

ΑΝΔΡΕΑΣ Ν. ΛΥΤΡΑΣ

Ο Ανδρέας Ν. Λύτρας είναι Καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Έχει διατελέσει Πρόεδρος του Τμήματος Κοινωνιολογίας (σε τρεις θητείες) και Αντιπρύτανης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Έχει υπηρετήσει, ακόμη, ως Διευθυντής, στο Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας (Ε.Ι.Ε) και την Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης, ως Διοικητής στο Γ.Ν.Α. «Κοργιαλένειο-Μπενάκειο»-ΕΕΣ και ως Πρόεδρος του Συμβουλίου Ανώτατης Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (Σ.Α.Π.Ε.). Οι διερευνήσεις του αποτυπώνονται, κυρίως, σε μονογραφίες. Είναι παράλληλα πολλές οι συμμετοχές του, με κεφάλαια, σε συλλογικούς τόμους. Στο συγγραφικό του έργο συμπεριλαμβάνονται άρθρα και ανακοινώσεις σε συνέδρια. Οι μελέτες του έχουν λάβει αναφορές, σε ελληνικά και ξενόγλωσσα κείμενα. Σημειώνουμε, πως διαπιστώνονται πολλαπλές αναφορές ή, ακόμη, και κεφάλαια αφιερωμένα στο έργο του Α.Ν. Λύτρα, σε διδακτορικά ελληνικών και ξένων πανεπιστημίων. Αρκετά από τα βιβλία, που έχει συγγράψει, χρησιμοποιούνται ως διδακτικά, σε ελληνικά πανεπιστήμια. Οι περισσότερες από τις δημοσιευμένες μελέτες του έχουν ενταχθεί, σε ελληνικές και ξένες ακαδημαϊκές (όπως και εθνικές ή πολιτειακές) βιβλιοθήκες.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

Related Posts