ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η θεία καταγωγή της μουσικής. Από τους αρχαίους Έλληνες στον Μέγα Βασίλειο

  • Γράφει ο Ηλίας Λιαμής

Η θεία καταγωγή της μουσικής. Από τους αρχαίους Έλληνες στον Μέγα Βασίλειο[1]

 Είναι πλέον διαπιστωμένο με βεβαιότητα πως η άποψη των αρχαίων Ελλήνων για τη σημασία της μουσικής υιοθετήθηκε από τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας ή, τουλάχιστον, απετέλεσε γι’  αυτούς ένα από τα σοβαρότερα θέματα συζητήσεων ως προς την χριστιανική λατρεία.

Ο Μέγας Βασίλειος, ο κορυφαίος αυτός καππαδόκης Πατήρ δεν ήταν δυνατόν να αφήσει έξω από την διδασκαλία τού το τόσο σημαντικό κεφάλαιο της μουσικής, ιδιαίτερα για τους απλούς ανθρώπους. Στην ομιλία του για τον Α’ Ψαλμό αναφέρει (σε ελεύθερη απόδοση) πως «το Άγιο Πνεύμα, βλέποντας πως το ανθρώπινο γένος πολύ δύσκολα προσελκύεται στην εξάσκηση της αρετής, καθώς όλοι οι άνθρωποι είμαστε επιρρεπείς σε ό,τι μας προξενεί ευχαρίστηση, ανάμιξε την ευχαρίστηση που προκαλεί η μελωδία με τις αλήθειες των δογμάτων και την ηθική διδασκαλία της πίστεως μας για να μπορέσουμε να υποδεχτούμε ανεπαίσθητα και χωρίς καμία κούραση τους λόγους που είναι ωφέλιμοι στην ψυχή».  Συγκρίνει μάλιστα την τακτική αυτή τού Αγίου Πνεύματος με τη μέθοδο των γιατρών της εποχής που, θέλοντας να βοηθήσουν τους αρρώστους να πάρουν ένα πικρό φάρμακο, άλειφαν με μέλι το στόμιο τού ποτηριού.

Η θέση αυτή τού Μεγάλου Βασιλείου συναντά την πλατωνική αντίληψη για την θεία καταγωγή της μουσικής, όπως καταγράφεται στους «Νόμους» (653δ). Εκεί, ο Πλάτωνας σημειώνει πως οι θεοί, βλέποντας τους ανθρώπους να παλινδρομούν στις αρετές, «λυπήθηκαν το ανθρώπινο γένους που έχει γεννηθεί για να υποφέρει και τού έδωσαν τις Μούσες με τον ηγέτη τους, τον Απόλλωνα και τον Διόνυσο». Στη συνέχεια, βλέποντας οι θεοί την ανταπόκριση των ανθρώπων, τους προσέφεραν τη μουσική.

Ο Μέγας Βασίλειος, περισσότερο από όλους τους σύγχρονους του Πατέρες, αποδέχεται την ευεργετική επίδραση της μουσικής, ιδιαίτερα για εκείνους που βρίσκονται στα πρώτα στάδια τού πνευματικού αγώνα, χωρίς να αποκλείει και εκείνους που έχουν προχωρήσει αρκετά και που, μέσω της μουσικής, βοηθούνται στην ακόμη μεγαλύτερη πνευματική προκοπή. Από τον Γρηγόριο Νύσσης μάλιστα μαθαίνουμε πως η μητέρα τού μεγάλου Βασιλείου, Μακρίνα είχε ως διαρκή σύντροφο τη μουσική σε όλες τις ημερήσιες και νυχτερινές ακολουθίες. Στην ίδια ομιλία μάλιστα αναφωνεί: «Ω της σοφής επινοήσεως τού διδασκάλου αυτού (της μουσικής) που ανεκάλυψε έναν τρόπο, με τον οποίον να ψάλλουμε και συγχρόνως να μαθαίνουμε όσα είναι ωφέλιμα στην ψυχή μας».

Ο Βασίλειος προσπαθεί να στηρίξει τη θέση του για τη θεϊκή καταγωγή της μουσικής αναφερόμενος στους αγγέλους και στη δοξολογία που αναπέμπουν στον Θεό, σύμφωνα με τον ψαλμό στίχο τού Δαυίδ «αινείτε Αυτόν πάντες οι άγγελοι Αυτού». Στην επιστολή του «προς τον φίλον Γρηγόριον», όπου ασχολείται με τη ζωή των μοναχών, σημειώνει ότι «δεν υπάρχει ευτυχέστερο από το να μιμείται κανείς εδώ στη γη την αγγελική υμνωδία». Ιδού και ποιος είναι, κατά τη γνώμη του, ο τρόπος μίμησης των αγγέλων για το μόναχο: Πρέπει «με την αρχή της ημέρας, να σπεύδει με προθυμία να τιμήσει με ύμνους και ψαλμωδίες τον Κτίστη, όταν δε ο ήλιος ανατείλει εντελώς, να τρέχεις στις διάφορες εργασίες με σύντροφο πάντα την προσευχή και τους ύμνους, ώστε σαν με αλάτι να νοστιμίζει τις εργασίες».

Για να αποδείξει την ωφέλεια της μουσικής, τόσο στην εποχή του όσο και παλαιότερα ακόμα ο Μέγας Βασίλειος, στο περίφημο έργο του ‘’προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων», καταφεύγει στην αρχαία Ελλάδα και τη Βίβλο. Από την αρχαία Ελλάδα μνημονεύει τον διάσημο μουσικό Τιμόθεο που ήταν κάτοχος τέτοιας απαράμιλλης τέχνης, ώστε «και στον ίδιον τον Μέγα Αλέξανδρο, όταν κάποτε έπαιξε με τον αυλό το φρύγιο μελος που προκαλεί ενθουσιασμό… ενώ είχε παρατεθεί δείπνο, τον έκανε να σηκωθεί και να πάρει τα όπλα και πάλι τον επανέφερε στην ηρεμία όταν μετέβαλε την αρμονία σε γλυκύτερο και ήρεμοτερο τρόπο». Προβάλλει επίσης το παράδειγμα τού Πυθαγόρα, ο οποίος «όταν συνάντησε γελωτοποιούς μεθυσμένους, διέταξε τον αρχηγό τους που έπαιζε αυλό, αφού μεταβάλλει την αρμονία που προκαλεί το γέλιο, να παίξει σε αυτούς με τον αυλό το δώριον μέλος», που θεωρείτο σεμνοπρεπές. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι γελωτοποιοί «τόσο συνήλθαν από την μελωδία, ώστε, αφού έριξαν καταγής τους στεφάνους, αποχώρησαν συνεσταλμένοι από ντροπή». Από τη Βίβλο ακόμα παραθέτει την περίπτωση της θεραπείας τού Σαούλ από τον Δαβίδ μέσω των ψαλμών του.

Κατά την εποχή τού μεγάλου Βασιλείου, καθιερώνονται τα δύο ημιχόρια, δηλαδή οι δύο ομάδες πιστών που έψελναν αντίφωνικα τους ύμνους. Ακόμη καθιερώθηκαν τα εφύμνια, δηλαδή οι καταλήξεις των ψαλμών που ψάλλονται από τον λαό. Αυτά απετέλεσαν για μερίδα πιστών της Νεοκαισάρειας «καινά δαιμόνια». Ο Μέγας Βασίλειος, στην επιστολή 207 «Προς τους κληρικούς της Νεοκαισάρειας» υπενθυμίζει πως πολλές καινοτομίες είχαν εισαχθεί κατά την περίοδο αυτή στο τελετουργικό της εκκλησίας, όπως οι λιτανείες. Καλε μάλιστα, ιδιαίτερα τους μοναχούς, να σταματήσουν να διυλίζουν τον κώνωπα και να ασχοληθούν με την ακρίβεια και την αυστηρότητα των ήχων στις ψαλμωδίες.

Ο μεγάλος Καππαδόκης δεν είναι όμως ανυποψίαστος για τους κινδύνους τς μουσικής. Στην ομιλία του «Κατά μεθυόντων», παίρνοντας αφορμή από αισχρές συμπεριφορές συνοδευόμενες από απρεπείς ύμνους και χορούς, προειδοποιεί τους πιστούς πως η ευπρεπής μουσική που παροτρύνει προς την αρετή, μπορεί εύκολα να δώσει τη θέση της σε απρεπή μουσική που ανοίγει στην ψυχή την θύρα πλήθους παθών. Στις συμβουλές του μάλιστα προς τους νέους επισημαίνει και τον κίνδυνο μελοποίησης πορνικών στίχων, που οδηγούν την ψυχή σε πλήρη παραλυσία.

Οι απόψεις τού Μεγάλου Βασιλείου για τη μουσική μάς αποκαλύπτουν αναμφίβολα την συναισθηματική και ευαίσθητη πλευρά τού χαρακτήρα του. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον να συνδυάσει κανείς την πλευρά αυτή με την αυστηρότητα και την αυτοπειθαρχία που χαρακτηρίζει την ζωή και τη διδασκαλία του. Συμπληρώνεται έτσι με τον καλύτερο τρόπο η πλήρης εικόνα ενός αγίου, οδηγώντας και εμάς στον εμπλουτισμό της έννοιας «αγιότητα». Μία έννοια που περιλαμβάνει όλες τις πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης -νόηση, βούληση, συναίσθημα-, χαριτωμένες από την χάρη τού Αγίου Πνεύματος, η καθεμία με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Όλοι οι άγιοι, παλαιοί και σύγχρονοι, δεν μας απέκρυψαν και τη χαρίτωση τού συναισθηματικού τους κόσμου -αν η μουσική αφορά μόνον τον συναισθηματικό κόσμο-, έναν κόσμο στον οποίον η τέχνη των ήχων και της μελωδίας οδήγησε σε πλουσιότερη πνευματική ζωή και σε άντληση επιπλέον δυνάμεων στον αγώνα προς την θέωση._

[1] Βασική πηγή: Γιάννη Πλεμμένου, Συζητώντας για την Ελληνική μουσική, εκδ. ΕΝ ΠΛΩ, Αθήνα 20082.

Πηγή: www.pemptousia.gr

The following two tabs change content below.

ΗΛΙΑΣ ΛΙΑΜΗΣ

Ο Ηλίας Λιαμής γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Οικουμενικό Ινστιτούτο του Bossey. Συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όπου και άρχισε την εκπόνηση της διδακτορικής του διατριβής. Το 2002 αναγορεύτηκε διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών στο πεδίο της Νηπτικής Θεολογίας. Αμέσως μετά έγινες δεκτός ως υποψήφιος διδάκτωρ στο τμήμα Μουσικολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με θέμα τις σύγχρονες μουσικοπαιδαγωγικές μεθόδους. Παράλληλα με τις θεολογικές του σπουδές πήρες τα πτυχία πιάνου και ανώτερων θεωρητικών (αρμονίας, αντίστιξης και φούγκας) από το Ελληνικό Ωδείο, ενώ παρακολούθησε μεταπτυχιακά μαθήματα μουσικολογίας και διεύθυνσης χορωδίας και ορχήστρας στην Αγγλία και την Ουγγαρία. Ορίστηκε από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος μέλος της Συνολικής Επιτροπής Εορτασμού του Ιωβηλαίου Έτους (1998), μέλος της Συνοδικής Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων (2003), ενώ από το 2000 είναι μέλος της Συνοδικής Επιτροπής Χριστιανικής Αγωγής της Νεότητος και Πρόεδρος της Συνοδικής Υποεπιτροπής Καλλιτεχνικών Εκδηλώσεων. Υπό την τελευταία αυτή ιδιότητα, διοργάνωσε πλήθος εκδηλώσεων κα συνεδρίων στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Είναι πρόεδρος και ιδρυτικός μέλος του Ερευνητικού Ιδρύματος Πολιτισμού και Εκπαίδευσης (Ε.Ι.Π.Ε.) το οποίο εκπονεί ελληνικά και ευρωπαϊκά προγράμματα διάδοσης του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας. Αποτελεί μόνιμο συνεργάτη του Γραφείου Νεότητας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών και της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος, ενώ μετέχει συστηματικά σε Σχολές Γονέων και σεμινάρια επιμόρφωσης κατηχητικών πολλών Ιερών Μητροπόλεων. Διδάσκει επί 25 έτη στην Ελληνογαλλική Σχολή “St Joseph”, ως καθηγητής θεολόγος και μουσικός ενώ από το 2000 μέχρι το 2015 κατείχε την θέση του Υποδιευθυντή του Γυμνασίου. Ανέλαβε την αναδιοργάνωση της παιδικής χορωδίας της Σχολής η οποία συμμετείχε σε πλήθος εκδηλώσεων. Είναι συγγραφέας βιβλίων, κατηχητικών βοηθημάτων και θεατρικών παραστάσεων, οι οποίες έχουν παρουσιαστεί στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στο Ίδρυμα “Μιχάλης Κακογιάννης”, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά κ.ά. Αρθρογραφεί συστηματικά, ενώ, επί εικοσιπενταετία, είναι και παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών με θέμα την ανάλυση θεμάτων Βιβλικής και Πατερικής Θεολογίας σε σχέση με τη σύγχρονη πραγματικότητα.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

Related Posts