Η λογική της πολιτικής
- Του Τόμας Μάγερ*
Σύμφωνα μe τον Αριστοτέλη, η λογική της πολιτικής πράξης συνίσταται στη συνεννόηση των πολλών για ό,τι έχουν κοινό και αυτή η συνεννόηση ελεύθερων και ίσων ανθρώπων οδηγεί στον δεσμευτικό χαρακτήρα των αποφάσεων. Στον πυρήνα της θεωρίας του βρίσκεται η λογική της πολιτικής στη δημοκρατία ως αρχή της συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων και της ισοτιμίας στο σχηματισμό της βούλησης.
Η Χάνα Άρεντ έθεσε, στη δεκαετία του 1950, το ερώτημα της επικαιρότητας της αριστοτελικής έννοιας της πολιτικής υπό τη σκιά του ολοκληρωτισμού και της ατομικής βόμβας (Hannah Arendt, 1993). Στις ασύνοπτες και περίπλοκες σύγχρονες κοινωνίες, θα πρέπει από τη φύση του πράγματος να δεχτούμε ορισμένες υποχωρήσεις από μια τόσο απαιτητική κατανόηση της πολιτικής επικοινωνίας. όσο και να μη συμπίπτει η διαδικασία της λήψης πολιτικών αποφάσεων και της πολιτικής πρακτικής με αυτό τον κανόνα, η πολιτική διαδραματίζεται πάντοτε στο πεδίο μιας δομημένης κοινότητας (η διάσταση του polity), η οποία διαμορφώνεται από αξίες, θεσμούς και ένα σύνταγμα που ρυθμίζει τις διαδικασίες.
Η πολιτική αποσκοπεί πάντοτε στη λύση προβλημάτων της κοινωνικής συμβίωσης με ιδιαίτερα πρακτικά προγράμματα, με τα οποία, εφόσον είναι επιτυχή, πραγματοποιούνται οι στόχοι της (η διάσταση της policy)· συντελείται σε μια διαδικασία (η διάσταση των politics), στην οποία διεξάγονται συγκρούσεις διαφόρων δρώντων προσώπων για αποκλίνοντα συμφέροντα· οι δρώντες αξιοποιούν σε αυτές τις συγκρούσεις τα διαφορετικά μέσα που διαθέτουν και ζητούν τη νομιμοποίηση των στόχων των πράξεών τους σύμφωνα με τις νομιμοποιητικές ιδέες της κοινότητας. Στη δημοκρατία αυτές οι ιδέες είναι πρωτίστως τα δικαιώματα του ανθρώπου και οι δημοκρατικές ψηφοφορίες.
Μια διδακτική της πολιτικής, η οποία δεν έχει να υπολογίσει την πιθανότητα του “ζάπινγκ” ή της αποχής του κοινού, επειδή π.χ. δεν επιτρέπεται στους μαθητές να εγκαταλείψουν την αίθουσα και επειδή χρειάζονται βαθμό, αναλύοντας μια πολιτική κατάσταση ή διαδικασία, θ’ αναφέρει όλες τις βασικές έννοιες με την καθιερωμένη επιστημονική τους ονομασία. Για κάθε μέσο μαζικής ενημέρωσης η παρουσίαση, που θα ακολουθούσε άμεσα την ιδιαίτερη λογική της πολιτικής πράξης, θα ήταν χοντρό λάθος και βέβαιη αποτυχία. Θα βρισκόταν μάλιστα σε αντίφαση με τον πραγματικό πολιτικό του ρόλο, να προσελκύει το δημόσιο ενδιαφέρον σε πολιτικά ζητήματα.Το ίδιο θα συνέβαινε και στην περίπτωση που το μέσο αυτό προσείλκυε μεν την προσοχή εφαρμόζοντας τους δικούς του κανόνες επιτυχίας, παραβλέποντας όμως την ιδιαίτερη λογική της πολιτικής.
Ο αυστριακός επικοινωνιολόγος Φριτς Πλάσερ, υποστήριξε τη θέση ότι με την κυριαρχία των μέσων που έχει επιβληθεί σήμερα, οι ιδιαίτερες διαφορές μεταξύ της λογικής της λειτουργίας της πολιτικής από τη μια και των μέσων από την άλλη έπαψαν να υπάρχουν. Και οι δυο πλευρές ενώνονται σε ένα υπερσύστημα πολιτικής και μέσων, το οποίο ως σύνολο ακολουθεί αποκλειστικά τη λογική του συστήματος των μέσων, με αποτέλεσμα τα μέσα, βλέποντας την πολιτική πρακτική σαν σε καθρέφτη, να αναγνωρίζουν πάντοτε τον εαυτό τους και τον δικό τους τρόπο να κατασκευάζουν τον κόσμο. (Fratz Plasser, 1985).
Σύμφωνα με τον Πλάσερ, η πολιτική του “λες και”, όπως καθορίζεται από τα μέσα, έχει γίνει η ουσία της πολιτικής στη δημοκρατία των μαζών. Εκ πρώτης όψεως αυτή η άποψη φαίνεται παράλογη. Ο παραλογισμός εξαφανίζεται αν δούμε αυτή την άποψη στο φως μιας ριζοσπαστικής συστημικής θεωρίας για την κοινωνία, σύμφωνα με την οποία στις περίπλοκες σύγχρονες κοινωνίες η πολιτική έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί να παρέμβει διαμορφωτικά σε άλλα επιμέρους συστήματα -στην οικονομία, την παιδεία, την τεχνολογία, την έρευνα, το δίκαιο- όπως θα αντιστοιχούσε στο ρόλο που διεκδικεί.
Αυτά τα συστήματα έχουν αυτονομηθεί από καιρό και ακολουθούν αποκλειστικά μια δική τους λογική που την έχουν δημιουργήσει τα ίδια. Στην πολιτική απομένει ο ρόλος μιας καταπραϋντικής μουσικής συνοδείας σε ένα έργο, στη σκηνοθεσία του οποίου δεν έχει πια ουσιώδη συμμετοχή.
Το ερώτημα κατά πόσο η ουσία της πολιτικής προσαρμόζεται στο σύστημα των μέσων, δεν μπορεί να απαντηθεί με ακρίβεια, παρά μόνο ύστερα από ενδελεχείς εμπειρικές έρευνες σε πολλούς τομείς της πολιτικής. Το κατά πόσο η λογική των μέσων και το ταλέντο για τα μέσα που διαθέτουν οι ευνοούμενοί τους επικαλύπτει ορισμένους παράγοντες της λογικής της πολιτικής πράξης, την ακυρώνει, τη μετατοπίζει ή την αναδομεί συνολικά, αλλάζει στη δημοκρατία των μαζών ανάλογα με το πεδίο δράσης και την κατάσταση.
Το καθεστώς αποικιοκρατίας του συστήματος των μέσων επί της πολιτικής μπορεί να στοιχειοθετηθεί πολλαπλώς. Μια ανάλυση της σταδιοδρομίας πολιτικών ηγετών προς την επιτυχία δείχνει ότι ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία είναι σήμερα η συγκέντρωση ισχύος στα μέσα μέσω προσωπικής σκηνοθετικής ικανότητας. Υποψήφιοι για υψηλά κομματικά ή κρατικά αξιώματα που δεν καταλαμβάνουν υψηλή βαθμίδα στην εύνοια των μέσων δεν έχουν σήμερα πιθανότητα επιτυχίας όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά ούτε στις ευρωπαϊκές δημοκρατίες των μέσων.
Η μεγάλη ισχύς στα μέσα δίνει μάλιστα σήμερα στον πολιτικό τη δυνατότητα να χειρίζεται το πρόγραμμα και την πολιτική του κόμματός του με μεγάλη αυθαιρεσία, και μάλιστα αποκλειστικά με σκοπό να διατηρήσει και να αυξήσει τη δύναμή του στα μέσα, ακόμη και αν προηγουμένως σε άλλους δημοκρατικούς διαλόγους έχουν ληφθεί διαφορετικές αποφάσεις.
Η κατακόρυφη άνοδος του Τόνι Μπλερ, αρχικά στην ηγεσία του κόμματός του και κατόπιν της κυβέρνησης, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της συνάρτησης. η αρμοδιότητα για αποφάσεις επί του προγράμματος και της φυσιογνωμίας μιας πολιτικής που υποστηρίζεται δημοσίως στο όνομα ενός μεγάλου λαϊκού κόμματος μεταφέρεται βαθμιαία στα μαγειρεία των spin-doctors που συμβουλεύουν τον Βοναπάρτη των μέσων. Ως διορθωτικός θεσμός αναγνωρίζονται πια μόνο τα αποτελέσματα δημοσκοπήσεων, σκηνοθετημένες από τα μέσα διαθέσεις της κοινής γνώμης και οι αποτυπώσεις της στιγμής των εκλογικών αποτελεσμάτων.
Το ταλέντο για τα μέσα των υποψηφίων αντικαθιστά όλο και περισσότερο τη δημοκρατική τους νομιμοποίηση με διαδικασίες και τη δημόσια διεργασία σχηματισμού συλλογικής βούλησης στα κόμματα και στην κοινωνία των πολιτών. Αυτό το ταλέντο είναι πηγή εξουσίας, η οποία ανταγωνίζεται τη γνώση, την ικανότητα για δράση και το χρήμα.
Η ιδιαίτερη λογική της πολιτικής πράξης δεν απορροφάται εντελώς από τη λογική των μέσων· όμως η συμβολική πολιτική του “λες και” αυξάνεται επικίνδυνα. Με δεδομένη τη συρρίκνωση των δυνατοτήτων πολιτικής πράξης, η νέα εξουσία της θεατρικής σκηνοθεσίας της πολιτικής επιφέρει σημαντικές αλλαγές στα προγράμματα δράσης, τα οποία απλώς παριστάνονται με όλο και μεγαλύτερη δεξιοτεχνία. (Ulrich Sarcinelli, 1987).
Σε περιόδους κρίσης αυξάνεται η αναγκαιότητα για νομιμοποίηση της πολιτικής πράξης ή απραξίας του εθνικού κράτους, ενώ η παγκοσμιοποίηση του αφαιρεί σημαντικό τμήμα των δυνατοτήτων του να διαμορφώνει. Έτσι οι πολιτικοί παρασύρονται π.χ. ακόμη περισσότερο στο να συγκαλύπτουν την προφανή έλλειψη επιτυχιών με ψευδοδραστηριότητα που προβάλλεται αποτελεσματικά από τα μέσα.
Για τους επαγγελματίες είναι εύκολο να αξιοποιήσουν δυνατότητες συμβολικής πολιτικής και οι ηλεκτρονικές σκηνές την προσφέρουν πλουσιοπάροχα. Ορισμένα παραδείγματα: Η εκτενής απεικόνιση των εγκαινίων από τον ομοσπονδιακό καγκελάριο ενός νέου εργοστασίου στη Θουριγγία, το οποίο δημιουργεί διακόσιες θέσεις εργασίας σε μια περιοχή, στην οποία προηγουμένως πολιτικές παραλείψεις είχαν οδηγήσει στην απόλυση πολλαπλάσιου αριθμού εργαζομένων· επί εβδομάδες επιδεικνύεται πως καταφθάνουν μεγάλες λιμουζίνες μπρος στο κρατικό σκηνικό της Βόννης, στις πύλες της εξουσίας· πολυάσχολοι οικονομικοί παράγοντες και συνδικαλιστικοί ηγέτες κατεβαίνουν και εξαφανίζονται στα άδυτα της εξουσίας· η ομοσπονδιακή κυβέρνηση εξαγγέλλει επίσημα ένα νέο πρόγραμμα για τη δημιουργία θέσεων εργασίας, το οποίο παρουσιάζεται από τα μέσα ως πολιτική πράξη για τη μείωση της ανεργίας, όπως το είχαν είχαν εξαγγείλει οι πρωταγωνιστές αυτής της ενέργειας· ωστόσο η ανάγνωση του κειμένου αποδεικνύει ότι το σχέδιο είναι σχεδόν ανέξοδο και αναποτελεσματικό. Αυτά είναι μόνο δυο παραδείγματα μιας ατελείωτης ακολουθίας πολιτικών μη-συμβάντων, τα οποία προπαγανδίζονται δημοσίως ως εικονικά συμβάντα των μέσων, υποβάλλοντας την εντύπωση της πανταχού παρουσίας δρώντων πολιτικών.
Όταν η λάμψη των εικόνων δεν φέρνει πια αποτέλεσμα, όταν οι πολίτες βιώνουν τις πολιτικές παραλείψεις ως κρίσεις του προσωπικού τους κόσμου της ζωής -διαρκής ανεργία, βία στο σχολείο, μείωση του εισοδήματος ή ασθένεια των παιδιών από τη μόλυνση του περιβάλλοντος- το ερώτημα για προγράμματα δράσης, στόχους και επιτυχίες επιστρέφει απρόσμενα στην πραγματικότητα της πολιτικής, συχνά στρεβλωμένο ως ακραία διαμαρτυρία ή λαϊκιστική συκοφαντία.
Όσο σημαντικότερος είναι ο ρόλος των εμπορικών τηλεοπτικών ιδρυμάτων τόσο ταχύτερα και ουσιαστικότερα αλλάζει η κουλτούρα της πολιτικής επικοινωνίας. Ωστόσο, η θέση που εξαγγέλλεται από ορισμένα κέντρα των μέσων και της επιστήμης για την αυτοδιάλυση της πολιτικής στην εικονική ευαρέσκεια της λαμπρότητας των μέσων είναι για διαφόρους λόγους υπερβολική και εντέλει κυνική, επειδή επιφυλάσσει στους πολίτες μόνο το ρόλο του θεατή.
- Η λογική του πολιτικού στοιχείου στην πολιτική επικαλύπτεται σε όλες της τις διαστάσεις, συμπληρώνεται και στρεβλώνεται από νέους παράγοντες που συνδέονται με τα μέσα και τη σκηνοθεσία, αλλά δεν αναιρείται.
- Η ισχύς της παραστατικής τέχνης κερδίζει σημαντικά έδαφος στην πολιτική ζωή, το πολιτικό σύστημα όμως δεν παράγει μόνο παραστάσεις.
- Η προδιαμόρφωση της επικοινωνίας μεταξύ πολιτών και πολιτικής από τα μέσα διευρύνει όλο και περισσότερο το πλαίσιο που σχηματίζουν οι θεμελιώδεις δημοκρατικές αξίες, όπως η ελευθερία και η ισότητα, αποδυναμώνοντάς το, η πολιτική κουλτούρα όμως και οι θεσμοί εξακολουθούν να οροθετούν την πολιτική δραστηριότητα.
- Τα χαρτιά του παιχνιδιού για τις δυνατότητες εξουσίας και ανέλιξης των αστέρων ανακατεύονται και μοιράζονται ξανά, αλλά το τι θα συμβεί το καθορίζουν οι πολιτικοί και οι πηγές της εξουσίας τους και αυτοί φέρουν την ευθύνη.
Είναι αλήθεια ότι η πολιτική δημοσιότητα κινδυνεύει να γίνει αίθουσα καθρεφτών, όπου η πολιτική και τα μέσα δεν μπορούν να δουν παρά μόνο τον εαυτό τους και κινδυνεύουν να χάσουν τον κόσμο από τα μάτια τους. Ο πραγματικός κόσμος της ζωής των πολιτών και η τύρβη στους προθαλάμους και στους μοχλούς της εξουσίας συνεχίζουν ωστόσο να υπάρχουν πίσω από τους καθρέφτες. Η πολιτική επιδιώκει με μεγάλη επιτυχία το θεατρικό στοιχείο που το κοινό βλέπει προπάντων σ’ αυτή. Η εξουσία και η λογική της διαμόρφωσης, της ανάπτυξης και της επίδρασής της αποσύρονται στα παρασκήνια, μόλις έχουν πάρει όσα εφόδια χρειάζονται στις σκηνές της δημοσιότητας. Μπορούν να αποφύγουν την πρώτη ματιά, αλλά μακροπρόθεσμα αγνοούν τον πρωταρχικό τους ρόλο, απεκδύονται οι ίδιες τη δικαιολόγησή τους. Αλλά και τα μέσα, όταν με τις κατασκευές τους θελήσουν να συλλάβουν τον ίδιο τον κόσμο της πολιτικής και όχι τις σκηνές στις οποίες παρουσιάζεται, πρέπει να εγκαταλείψουν την αίθουσα με τους καθρέφτες.
Οι πολίτες στην “κοινωνία της σκηνοθεσίας” έχουν το δικαίωμα και την υποχρέωση να ρωτήσουν τι γίνεται στα παρασκήνια και να θυμίσουν στην πολιτική το ρόλο της.(Πρβλ. H. Willems/M. Jurga, 1998). Αυτοί θα ζήσουν με τις επιπτώσεις του θεάτρου.
*Τόμας Μάγερ, Η πολιτική ως θέατρο. Η νέα εξουσία της ηθοποιίας. Μετάφραση από τα γερμανικά: Θόδωρος Παρασκευόπουλος. Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2000.

Ο Τόμας Μάγερ (Thomas Meyer, 1943) είναι καθηγητής της Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Ντόρτμουντ, μέλος της Επιτροπής Προγράμματος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας, διευθυντής της Ακαδημίας Πολιτικής του Ιδρύματος Φρίντριχ Έμπερτ και έχει πολυάριθμες δημοσιεύσεις με το θέμα “Η πολιτική ως θέατρο”.
ΠΗΓΗ TIMESNEWS







