Η Τήνος και το μάρμαρο
Share this
- Του Αλέκου Ε. Φλωράκη
Ανάμεσα στους διάφορους ελληνικούς τόπους όπου άνθισε η λαϊκή λιθογλυπτική, την Ήπειρο, η Μακεδονία και το Πήλιο, τη Μάνη, τη Χίο, την Πάρο και τη Νάξο, η Τήνος αξιώθηκε μιας μεγάλης τιμής: Να πρωτοστατήσει μετά το 1821 στην ανοικοδόμηση και τον καλλωπισμό του ελεύθερου ελληνικού κράτους και ν’ αναδείξει κορυφαίους εκπρόσωπους της νεοελληνικής γλυπτικής. Κι ακόμη να παραμείνει ώς σήμερα το μοναδικό κέντρο όπου ο ήχος του μαντρακά δεν έπαψε ν’ αντηχεί και το καλλιτεχνικό κλίμα να συντηρείται.
Ανανεώνοντας απ’ τα χρόνια της Βενετοκρατίας τη βαθιά ελληνική παράδοση πάνω στο μάρμαρο, η Τήνος αναδείχτηκε το πιο σημαντικό κέντρο λιθογλυπτικής στην Ελλάδα. Η ανάπτυξη της τοπικής μαρμαροτεχνίας συγκεντρώνεται γύρω από δυο μεγάλα κέντρα: Τα χωριά Πύργο και Ιστέρνια στην Όξω Μεριά, όπου και τα λατομεία μαρμάρου. Στην περιοχή αυτή, αντίθετα με τις άλλες περιοχές του νησιού, οι κάτοικοι δεν είναι γεωργοί, αλλά τεχνίτες και ναυτικοί. Ολόκληρες οικογένειες καλλιεργούν κληρονομικά την τέχνη του μαρμαρογλύπτη και αποδώ ξεκινούσαν για τις περιοδείες τους.
Οι αφετηρίες της τοπικής μαρμαροτεχνίας πρέπει να τοποθετηθούν στα χρόνια της βενετσιάνικης κυριαρχίας. Αν και το μέγιστο μέρος των λιθόγλυπτων που σώζονται ανήκουν στο 18ο και 19ο αιώνα, η έναρξη της ακμής τοποθετείται αρκετά πριν το 1720-1730 που θεωρείται ως σημείο αρχής του χρυσού 18ου αιώνα της νεοελληνικής χειροτεχνίας. Από τον 17ο μόλις αιώνα, μαρμαράδες μαστόροι ακολουθούσαν τους οικοδόμους σ’ ολόκληρο το νησί, κατασκευάζοντας μαρμάρινα μέλη οικοδομών και διακοσμητικά ανάγλυφα, ή συνδυάζαν και τις δυο ιδιότητες, (του μαρμαρά και του οικοδόμου), όπως συνάγεται από επιγραφές:
1662 ΗΡΧΕCΑ ΚΕ ΗΚΤΥCΑ ΤΙΝ Ε/ΚΛΙCΥΑΝ ΚΕ ΕΤΕΛΙΟCΑ ΤΑ ΜΑΡΜΑΡΑ ΕΓΩ Ο/ ΙΩ ΑΠΕΡΓΗC ΚΟΝΤΟΦΡΑΝΤΖΕC (ΚΟΥ) 1664.
Η αρχή του 18ου αιώνα βρίσκει σε μεγάλη άνθηση την τηνιακή μαρμαρογλυπτική. Τα τοπικά κέντρα ακμάζουν οικονομικά και πολιτιστικά. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται έντονη άμιλλα, όπως και ανάμεσα στα εργαστήρια και στους μαστόρους, που συντηρεί τη δημιουργία και οδηγεί σε τελειότερες μορφές. Πολύ σύντομα η μαρμαρογλυπτική του νησιού θα σπάσει τα τοπικά όρια. Γίνεται πλανόδια και κατακτά ολόκληρο το συναλλακτικό κύκλωμα του ευρύτερου ελληνισμού. Οι τεχνίτες περιοδεύουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα στη νησιώτικη και τη στεριανή Ελλάδα, το Άγιον Όρος, τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, τα Βαλκανικά, τον Εύξεινο, τη Ρωσία, την Αίγυπτο. Απ’ τις οικογένειες αυτές των μαρμαράδων θα βγουν αργότερα κορυφαίοι εκπρόσωποι της επώνυμης νεοελληνικής γλυπτικής, ο Χαλεπάς, ο Φιλιππότης, οι Βιτάληδες, οι Φυτάληδες, οι Σώχοι, οι Λυρίτηδες, οι Μαλακατέδες κ.ά.
Συνεκτιμώντας ποικίλους παράγοντες μπορούμε να εντοπίσουμε τις αιτίες που οδήγησαν στη γέννηση του φαινομένου στα εξής τέσσερα σημεία:
α) Την αφθονία της πρώτης ύλης (μάρμαρο) που εξορύσσεται στην περιοχή ακριβώς όπου άνθισαν τα τοπικά κέντρα.
β) Τη διαμόρφωση κατάλληλων ιστορικών και κοινωνικοοικονομικών συνθηκών.
γ) Τον πολύπλευρο ρόλο των Βενετών (ευκαιρίες που πρόσφερε η οικοδόμηση αρχοντικών, θετική θέση της Καθολικής Εκκλησίας απέναντι στην πλαστική, βενετσιάνικη καλλιτεχνική επιρροή, εντοιχισμός οικοσήμων) και
δ) Την πιθανή προγενέστερη επιβίωση. Φαίνεται πιθανό να η σταμάτησε ποτέ εντελώς μια στοιχειώδης εφαρμογή των τεχνικών του μαρμάρου, αν και οι μαρτυρίες που διαθέτουμε σήμερα δεν επιτρέπουν την τεκμηρίωση συνέχειας.
Αποδώ και πέρα η τοπική μαρμαρογλυπτική φτάνει στη μεγάλη ακμή της μέσα στην ελληνική αναγέννηση του 18ου αιώνα. Με τη δημιουργία, αργότερα, του νέου ελληνικού κράτους και τις αλλαγές των κοινωνικών δομών, ο εργαστηριακός χαρακτήρας της διευρύνεται και ταυτόχρονα διαφοροποιείται Οι τηνιακοί τεχνίτες χρησιμοποιούνται από ξένους και έλληνες αρχιτέκτονες, σχεδόν αποκλειστικά, για την ανοικοδόμηση της πρωτεύουσας, τα μέγαρα, τις εκκλησίες και τις αναστηλώσεις των αρχαίων μνημείων. Παράλληλα δουλεύουν και σ’ άλλες ελληνικές πόλεις και στην Ερμούπολη. Ας αναφερθεί ο Γεώργιος Βιτάλης από τα Ιστέρνια, που άνοιξε το εργαστήρι του στην Ερμούπολη, κατασκευάζοντας εκεί πολλά μνημεία κι ανάμεσά τους το τέμπλο του Αγίου Νικολάου και τον ανδριάντα του Κανάρη. Μέσα απ’ αυτούς τους μαρμαράδες ξεπηδούν οι πρώτοι μαθητές του Πολυτεχνείου και μεγάλος αριθμός καλλιτεχνών. Πολλοί μαστόροι που έρχονται απ’ την Τήνο στην Αθήνα, ανοίγουν εργαστήρια και δημιουργούν ένα ισχυρό δευτερογενές κέντρο, που λειτουργεί παράλληλα με εκείνα του νησιού. Έτσι, σε μια πρωτεύουσα δίχως καλλιτεχνική υποδομή, καλλιεργείται ζηλευτό καλλιτεχνικό κλίμα. Παράλληλα όμως οι τηνιακοί μαστόροι της Αθήνας, ζώντας και δουλεύοντας έξω από το χειροτεχνικό τους περιβάλλον, απομακρύνονται απ’ την παράδοση και υιοθετούν αστικές και νεοκλασικές μορφές. Την ίδια ώρα στα αρχικά κέντρα, στο νησί, η παράδοση αντιστέκεται. Διαγράφεται έτσι μια παράλληλη αλλά και διαφοροποιημένη πορεία, που θα κρατήσει ώς τα τέλη του 19ου αιώνα.
Σιγά-σιγά όμως ο αντίκτυπος των επιρροών, η αλλαγή του τρόπου ζωής και η αφαίμαξη ανθρώπινου δυναμικού προς τα μαρμαράδικα της Αθήνας πλήττει και τα ξωμερίτικα κέντρα. Βασική απασχόληση των μαστόρων είναι τώρα – μαζί με εργασίες καθαρά μαρμαροτεχνικές – η κατασκευή τέμπλων, αμβώνων και άλλων εκκλησιαστικών αντικειμένων, μνημείων, προτομών κ.λπ., συνήθως με άρτια τεχνική , αλλά όχι παραδοσιακού χαρακτήρα. Τα εργαστήρια κλείνουν το ένα μετά το άλλο. Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο έχουν μείνει μόνο τρία. Παρ’ όλ’ αυτά, ο Πύργος παραμένει ώς σήμερα το μόνο κέντρο στην Ελλάδα που ακόμα επιβιώνει. Τα νταμάρια συνεχίζουν πάντα να βγάζουν το μάρμαρο. Στα εργαστήρια χρησιμοποιούν ακόμη παραδοσιακά εργαλεία. Από το 1956 λειτουργεί στο χωριό και “Προπαρασκευαστική Σχολή Καλών Τεχνών”.
Είναι γνωστό ότι κάθε μορφή χειροτεχνίας είναι πρώτα πρακτική και μετά καλλιτεχνική. Στην Τήνο μαρμαροτέχνης και μαρμαρογλύπτης δεν ξεχωρίζουν σαν επαγγέλματα με σαφή όρια. Ο ίδιος “μαρμαράς” είναι ταυτόχρονα τεχνίτης και καλλιτέχνης. Στα ξωμερίτικα χωριά το μάρμαρο χαρακτηρίζει σε σημαντικό ποσοστό την τοπική αρχιτεκτονική κι ακόμη χρησιμοποιείται για την κατασκευή ορισμένων εργαλείων και οικιακών σκευών. Με βάση λοιπόν τη λειτουργική τους, τα προϊόντα της τηνιακής μαρμαροτεχνίας μπορούν να ταξινομηθούν σε εργαλεία-σκεύη, αρχιτεκτονικές κατασκευές και λιθανάγλυφα. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν το “κύλιντρο” για τη συντήρηση του χωμάτινου δώματος, τα “πετροτύρια” για το πήξιμο του τυριού, το “βόλι” του ελαιοτριβείου που σπάει τις ελιές, τα “ξινάρια” απ’ όπου αναβλύζει το νερό της βρύσης, οι γούρνες, οι σκάφες, τα γουδιά. Στις αρχιτεκτονικές κατασκευές περιλαμβάνονται οι επενδύσεις και τα φέροντα στοιχεία της οικοδομής, με εφαρμογή τόσο στην κοσμική, όσο και στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική: “πλακοστρώματα”, ορθομαρμαρώσεις, κολόνες, κορνίζες, προστώα, μπαλκόνια, φορούσια, πεζούλες, σκάλες, πορτοσιές, αετώματα, πηγαδοστόμια κ.λπ., η τέμπλα, άμβωνες, δεσποτικοί θρόνοι, προσκυνητάρια, σταυροί, καμπαναριά. Τα τελευταία είναι από τα πιο χαρακτηριστικά μαρμάρινα οικοδομήματα των τηνιακών μαστόρων, με σημαντική διάδοση και έξω απ’ το νησί. Συχνά ο κορμός διακοσμείται με ανάγλυφα σχέδια, ενώ στην κορυφή καταλήγουν σε ημισφαιρικό θόλο εν είδει στέμματος και επιστέφονται με σταυρό.
Ως λιθανάγλυφα χαρακτηρίζονται επιφάνειες που φέρουν γλυπτό διάκοσμο, είτε πρόκειται για πλάκες, είτε για διακοσμημένα τμήματα αρχιτεκτονικών κατασκευών. Σ’ αυτά συγκαταλέγονται:
α) Οικόσημα: Ξεκινούν απ’ την περίοδο της Βενετοκρατίας. Μετά την αποχώρηση των Βενετών, οι ντόπιοι πρόκριτοι κληρονόμησαν τη συνήθεια και πολλές φορές τα ίδια τα οικόσημα που άφησαν οι πρώτοι. Οικόσημα έχουν και οι δυτικοί Επίσκοποι του νησιού. Όλα είναι κατασκευασμένα από ντόπιους μαστόρους.
β) Υπέρθυρα και περιθυρώματα: Συνδέονται άμεσα με τη σημασία της εισόδου που, για τη λαϊκή πίστη, είναι το πιο ευπρόσβλητο σημείο του σπιτιού από τα δαιμονικά όντα. Φέρουν φυλακτικά-αποτρεπτικά σύμβολα και διακοσμητικές παραστάσεις. Στα περιθυρώματα “πορτοσιές”, ο διάκοσμος μπορεί να συγκεντρώνεται μόνο στο “ανώφλι”, ή να επεκτείνεται και στις παραστάδες.
γ) Φεγγίτες: Αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία υπερθύρων και είναι από τα πλέον χαρακτηριστικά έργα των τηνιακών μαρμαράδων. Πρόκειται για ημικυκλικές, διάτρητες πλάκες με ανάγλυφες παραστάσεις, που προέκυψαν απ’ την ανάγκη να καλυφθούν τα τόξα πάνω απ’ τα πορτοπαράθυρα της οικοδομής. Άλλες φορές αντιστοιχούν απευθείας σε μικρά παράθυρα, οπότε έχουν σχήμα ορθογωνικό ή τετραγωνικό. Η λειτουργική τους είναι απλή: φυλακτική, που υπαγορεύεται από την ιδιότητά τους ως υπέρθυρα, διακοσμητική και πρακτική, αφού απ’ τα διάτρητα μέρη τους αφήνουν το φως να περνά στο σπίτι, όταν τα κουφώματα είναι κλειστά.
δ) Αρχιτεκτονικές πλάκες: Είναι πλάκες ανάγλυφες, εντοιχισμένες σε διάφορα σημεία των εξωτερικών τοίχων σπιτιών και εκκλησιών. Οι κοσμικές φέρουν συχνά επιγραφές με τη χρονολογία κατασκευής του κτίσματος και το όνομα του ιδιοκτήτη. Οι εκκλησιαστικές φέρουν ανάλογες χρονολογίες και ονόματα αφιερωτών ή του αρχιτέκτονα. Τις περισσότερες φορές εικονίζουν τον τιμώμενο άγιο με σημασία δηλωτική, αλλά και φυλακτική. Στην ίδια κατηγορία μπορούν επίσης να ενταχθούν ομφάλια και άλλες πλάκες στα δάπεδα των ναών.
ε) Βρύσες: Η βρύση θεωρείται χώρος που προστατεύεται από υπερφυσικές δυνάμεις, αφού ένα τόσο πολύτιμο αγαθό, όπως το νερό, ήταν φυσικό να συνδεθεί από νωρίς με τη λατρείες. Με τις δοξασίες αυτές συνδέονται και τα θέματα των αναγλύφων της βρύσης. Εκφράζουν την προσπάθεια μόνιμης αποτροπής του κακού, ή εξευμενισμού του στοιχειού της πηγής (σταυροί, αγιογραφικές παραστάσεις, αποτρεπτικά σύμβολα, θυμιατήρια, άνθη και καρποί προσφοράς κ.ά.).
στ) Ταφόπλακες: Μαρμάρινες πλάκες με διάκοσμο ενδεικτικό των λαϊκών αντιλήψεων για το θάνατο και τον κάτω κόσμο, οι ταφόπλακες παρουσιάζουν ξεχωριστό ενδιαφέρον. Χαρακτηριστικά τους θέματα είναι τα σύμβολα της ματαιότητας των εγκοσμίων (κόκαλα, νεκροκεφαλή) και οι σχετικές επιγραφές, συνθέσεις, άνθη σε μόνιμη προσφορά και επαγγελματικά σύμβολα-εργαλεία του νεκρού.
ζ) Παιδικά χαράγματα: Πρόκειται για γυμνάσματα παιδιών, χαραγμένα στις μαρμαρόπλακες των δρόμων του Πύργου. Είναι ενδεικτικά του κοινωνικού προτύπου των παιδιών ενός ειδικευμένου κέντρου: να γίνουν καλοί μαστόροι. Παρουσιάζουν καθημερινά θέματα με πρωτογονισμό και αφοπλιστική αφέλεια.
Τα λιθόγλυπτα της Τήνου είναι όλα σχεδόν μαρμάρινα, χαμηλά ή βαθιά ανάγλυφα, αλλά και εγχάρακτα, εσώγλυφα και διάτρητα, σε διάφορες αποχρώσεις, ανάλογα με το λατομείο απ’ όπου προέρχεται το υλικό. Υπάρχουν και λίγα παραδείγματα ολόγλυφων έργων, η σπανιότητά τους όμως επιβεβαιώνει το γενικό κανόνα της νεοελληνικής λιθογλυπτικής, που αποφεύγει την περίοπτη πλαστική, ακολουθώντας τη βυζαντινή κληρονομιά. Το ίδιο σπάνιος είναι και ο επιχρωματισμός τους, σε αντίθεση με άλλες ελληνικές περιοχές. Άσπρο και μαύρο, φως και σκιά, είναι η χρωματική έκφραση του αιγαιοπελαγίτικου χώρου.
Τρεις είναι οι θεματολογικές και τεχνοτροπικές αφετηρίες της τηνιακής (όπως και γενικότερα της νεοελληνικής) μαρμαρογλυπτικής: Η βυζαντινή παράδοση, ανατολικές επιδράσεις και δυτικές επιρροές. Η επίδραση της Ανατολής αναπτύσσεται σε δυο φάσεις. Την πρώτη φορά ξεκινά από του αρχαίους ανατολικούς λαούς και, διαμέσου της αρχαιοελληνικής και της βυζαντινής τέχνης, φτάνει στις νεότερες μορφές (δράκοντες, γλάστρες με σχηματοποιημένα φυτά, δέντρο της ζωής, αθάνατο νερό, εραλδικά λιοντάρια, σφίγγες) και τη δεύτερη από την επαφή ελληνικού και μουσουλμανικού στοιχείου. Η μουσουλμανική επίδραση έρχεται έμμεσα στην Τήνο (αφού δεν σημειώθηκαν τούρκικες εγκαταστάσεις) σαν συνέπεια της γενικότερης παρουσίας των Οθωμανών και του σημαντικού αριθμού προσφύγων από τουρκοκρατούμενες περιοχές που εγκαταστάθηκε στο νησί. Εντοπίζεται σε ορισμένα φυτικά και διακοσμητικά θέματα και κυρίως στο λεγόμενο τουρκομπαρόκ (πιο πολύ σε βρύσες). Από την άλλη μεριά, οι δυτικές επιρροές είναι πολλές, αποτέλεσμα της μακροχρόνιας συνύπαρξης με το λατινικό στοιχείο.
Αν και η παρουσία του δυτικού μπαρόκ γίνεται πολύ επίμονη, η αφομοιωτική δύναμη του ελληνισμού έντυσε τα ξένα δάνεια με το αιγαιοπελαγίτικο φως. Διαφύλαξε το μεταβυζαντινό στοιχείο, δημιουργώντας μιαν ιδιότυπη σύνθεση. Πλάι στις πιο πολύπλοκες συνθέσεις μπαρόκ αφθονούν τα παραδοσιακά θέματα: Ο σταυρός, το θυμιατό, οι κληματίδες, το φίδι, ο δικέφαλος αετός, το κυμάτιο, το ημικύκλιο, η τοξοστοιχία, το σχοινί, τα ηλιακά σύμβολα, η πεντάλφα, οι καβαλάρηδες, οι βρακοφόροι φρουροί, τα πουλιά, τα καράβια, τα σχηματοποιημένα θέματα, το ψάρι, το αυστηρό ανθοπλόκαμο, η ανθρώπινη κεφαλή, κάποτε μάλιστα και μορφολογικά στοιχεία, όπως η αυστηρότητα της γραμμής, η έλλειψη περιττού διακόσμου, η περιορισμένη πτυχολογία. Εξάλλου, πηγές έμπνευσης στάθηκαν συχνά η Καινή Διαθήκη, τα συναξάρια των αγίων, τα λειτουργικά κείμενα, το δημοτικό τραγούδι, η λαϊκή θρησκεία και η καθημερινή ζωή.
Κοντά 5000 χρόνια αντηχεί η ελληνική σμίλη σ’ αυτές τις θάλασσες. Από τα κυκλαδικά ειδώλια και το κλασικό θαύμα, ώς το βυζαντινό ανάγλυφο και τον τηνιακό μαρμαρογλύπτη, η ίδια Ελλάδα χτυπά στο σφυγμό της πέτρας και τραγουδά με καμάρι στο τραγούδι της κοπελιάς:
Εμένα το πουλάκι μου δε σπέρνει, δε θερίζει,
μόνο το μαντρακά βαστεί και μάρμαρα σκαλίζει.
Αμπέρι μου των αμπεριώ, στολίδι των παλικαριώ (*)
(*) Περισσότερα βλ. στο βιβλίο του συγγραφέα: Η λαϊκή λιθογλυπτική της Τήνου, β΄έκδοση, 1980. Εκδόσεις Φιλιππότη (σσ. 413, εικ. 299).
- Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΣΥΡΙΑΝΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ. Τεύχος 3, χρόνος πρώτος, Ιούλιος 1988.

Ο Αλέκος Ε. Φλωράκης είναι διδάκτωρ εθνολόγος-λαογράφος και ποιητής. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1948. Σπούδασε στην Αθήνα πολιτικές επιστήμες και στο Παρίσι εθνογραφία, εθνολογία και κοινωνική ανθρωπολογία, με υποτροφία του Ιδρύματος Ωνάση. DEA της Εcole des Hautes Εtudes en Sciences Sociales (Ανθρωπολογία της Θρησκείας), διδάκτωρ του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (Προβιομηχανική Τεχνολογία). Σπούδασε επίσης δημοσιογραφία και δημόσιες σχέσεις και εργάστηκε για ένα διάστημα ως δημοσιογράφος. Δημοσίευσε πολλά αυτοτελή βιβλία και πολλές μελέτες σε επιστημονικά περιοδικά, πρακτικά συνεδρίων και συλλογικούς τόμους, με θέματα αναφερόμενα στην παραδοσιακή τεχνολογία, τη μαρμαρογλυπτική και άλλες μορφές της νεοελληνικής χειροτεχνίας, τη λαϊκή θρησκεία και τον ιερό χώρο, την εθνογλωσσολογία, την ονοματολογία και την εραλδική, ιδιαίτερα για την Tήνο. Υπήρξε συνεργάτης διαφόρων ερευνητικών και πολιτιστικών ιδρυμάτων, μουσείων και οργανισμών και του “Οργανισμού Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, Θεσσαλονίκη 1997” στην έκθεση “Θησαυροί του Αγίου Όρους”. Διετέλεσε επίσης πρώτος διευθυντής του “Ιδρύματος Τηνιακού Πολιτισμού”, συνεδριακού, εκθεσιακού και ερευνητικού κέντρου, το οποίο και οργάνωσε, και επιστημονικός υπεύθυνος του Μουσείου Μαρμαροτεχνίας του Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς, στον Πύργο Tήνου. Δίδαξε “λαϊκή τέχνη και αρχιτεκτονική” στη Σχολή Ξεναγών ΕΟΤ της Αθήνας, και “λαϊκή τέχνη” στα Π.E.K. (Περιφερειακά Eπιμορφωτικά Kέντρα) του Yπουργείου Παιδείας. Έκανε ανακοινώσεις σε συνέδρια, καθώς και πολλές ομιλίες και διαλέξεις. Έγραψε τα κείμενα ή συνεργάστηκε ως επιστημονικός σύμβουλος σε 18 ερευνητικά ντοκιμαντέρ, για την EPT και άλλους φορείς. Συνέταξε και επιμελήθηκε την ψηφιακή παρουσίαση των κειμηλίων και εκθεμάτων του Πανελληνίου Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου και του Ιδρύματος Τηνιακού Πολιτισμού στο διαδίκτυο (Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου). Είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας και της Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών, ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Εθνολογίας και της Εταιρείας Τηνιακών Μελετών (της οποίας διετέλεσε αντιπρόεδρος), της Ελληνικής Ονοματολογικής Εταιρείας, της Εραλδικής και Γενεαλογικής Εταιρείας Ελλάδος κ.ά. Έχει τιμηθεί με Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών, της Ελληνικής Εταιρείας Χριστιανικών Γραμμάτων και της Εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρείας, με τιμητική διάκριση του Επαρχείου Τήνου και του Δήμου Εξωμβούργου Τήνου, με τιμητικό δίπλωμα της Αδελφότητος των εν Αθήναις Τηνίων και με άλλες διακρίσεις. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε σε ηλικία 19 ετών, στη “Φιλολογική Βραδυνή”. Μέχρι σήμερα έχει δημοσιεύσει εφτά ποιητικές συλλογές κι ένα βιβλίο με δοκίμια. Από τους πρωτεργάτες της ποιητικής γενιάς του ’70, δημοσίευσε το 1971, σε συνεργασία με τον Στέφανο Κ. Μπεκατώρο, την ποιητική ανθολογία “Η νέα γενιά 1965-1970” (εκδ. Κέδρος), την πρώτη που αποτίμησε μια σειρά νέων τότε ποιητών που αργότερα καθιερώθηκε να ονομάζονται “Γενιά του ’70”. Το 2001 εκδόθηκε από το Δήμο Τήνου η πολυσέλιδη ανθολογία του “Τηνίων Πολιτεία”, ανθολόγιο λογοτεχνίας και πολιτισμού. Είναι μέλος της Εθνικής Εταιρείας των Ελλήνων Λογοτεχνών. Τον Δεκέμβριο του 2018 τιμήθηκε με το Χαλκούν Μετάλλιο της Τάξης Γραμμάτων και Καλών Τεχνών της Ακαδημίας Αθηνών, “για το σύνολο του εξαίρετου συγγραφικού του έργου, κυρίως λαογραφικού και εθνογραφικού ενδιαφέροντος”. (www.biblionet.gr)
Share this
ΠΗΓΗ TIMESNEWS








