ΓΕΝΙΚΕΣ

“Κολοκοτρώνης”, μια διάλεξη του Γ. Τερτσέτη

Share this

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΕΡΤΣΕΤΗΣ*

“Η παρουσία του και η υπογραφή του ήταν το δυνατότερον όπλον εις τον στρατιώτην…”

Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ ήταν ικανός κι επιτήδειος να ετοιμάζη τας ζωοτροφίας των στρατιωτών, είχε και τρόπον μαγευτικόν επάνω του. Επείθοντο εις αυτόν όλοι οι στρατιώται, αυτοθελήτως επιθυμούσαν να ευρίσκωνται εις τας διαταγάς του. Η παρουσία του και η υπογραφή του ήταν το δυνατότερον όπλον εις τον στρατιώτην, ίνα είπω εις την Πελοπόννησον, αφού έφθασε πλέον να λέγουν κι οι απλοί Έλληνες: “Το είπε ο Γέρος”.

Η φωνή του ήτον βροντώδης και μεγάλη, είχε βλέμμα ζωηρόν, τόλμην εις τους πολέμους και στρατηγήματα. Θυμωμένος εφαίνετο άγριος, ο θυμός του ολίγον εβαστούσε. Πριν ξεθυμώση ήτον απότομος, βάρβαρος και προπέτης, εμετανοούσε ύστερα, αλλά ήθελε να μην τον νοιώσουν ότι μετενόησε. Επροσπαθούσε να σκεπάση τούτο δια διαφόρων παραδειγματικών ομιλιών, μύθων και κινημάτων.

Αγαπούσε πολύ την Πελοπόννησον. Όταν έδιδε τον λόγον του έμενε πιστός, δεν έκαμνε απάτη, όλα του τα επιχειρήματα τα έκαμνε φανερά. Εφαίνετο ότι δεν έκρυβε τίποτα εις τους άλλους και μάλιστα τα γενικά και τα του πολέμου. Εις δε τα ιδιαίτερά του ήτον πανούργος, όποιον ήθελε ευκόλως τον απατούσε, αλλά δεν είχε εις ενέργειαν την απάτην, την απέφευγε δια να είναι εμπιστευτός εις όλους.

Η πλεονεξία του ήτον τίποτε, καθώς και η φιλαργυρία του. Δεν είχε την ευκολίαν να τα συνάζη, ούτε την φροντίδα να τα φυλάττη· ήτον αμελής εις το είδος αυτό. Αν τυχόν του εγύρευε κανένας τίποτε να του χαρίση, δεν έδιδε εις κανένα τίποτε. Έρριχνε την σκουντούφλα και εγνωρίζετο ότι δεν θέλει να δώση, άλλαζε ομιλίαν. Ήθελε και αγαπούσε να έχη πράγματα, αλλά δεν έκαμνε χρήσιν της αξίας των.

Απόφευγε την μελαγχολίαν, αποστρέφετο τους κατηφείς και ελαττωματίας. Αν τον εύρισκαν δυστυχήματα ανθρώπινα η λύπη του ήτον ολίγη, μ’ αναστεναγμού βογγητόν αχ!, αλλά δεν του έκαμνε εντύπωσιν αισθαντικήν και άρχιζε τους αστεϊσμούς.

Αγαπούσε να πειράζη πολύ εκείνους που εθύμωναν. Ήσυχος όταν ήτον δεν είχε ετοιμολογίαν, ερεθισμένος όμως είχε εμβρίθειαν λόγου. Εκ του προχείρου απαντούσε και εις τα μεγάλα πράγματα.

Εις τα ομιλίας του πάντοτε ομιλούσε παραβολικώς και δια κάθε πράγμα, όπου έλεγε ή ό,τι έγραφεν ή έπαθεν και εις τίποτε, αμέσως εύρισκε παροιμίαν μυθολογικήν. Πάντοτε είχε και ποτέ δεν του έλειψαν αι παροιμίαι.

Όταν επερπατούσε, και καβάλλα αν ήτον ακόμη, έβλεπε τριγύρω του εις όλα τα μέρη και μακράν ακόμα, δεν του έφευγε μήτε πουλί να μην το ιδή.

Είχε πολύ ενθυμητικόν. Ενεθυμείτο και τα μικρότερα πράγματα όσα ήκουε κι έβλεπε, και μάλιστα, εάν κανένας των συντρόφων του έκαμνε τίποτε κρυφώς και εφανερώνετο, ή επείραζεν καμμιάν χριστιανή, ή άλλο τι, ήτον καλός να το σατυρίση εις την στιγμήν, εις όλον τον κόσμον. Και ολοένα το έλεγε εις την ομήγυριν των συντρόφων. Αν έλειπε κανένας και ήρχετο, πριν τον ερωτήση και χαιρετήση του έλεγε: “Το έμαθες; κ.λπ.”· ώστε έφευγε οποίος έκαμνε το παράξεενο και ασυνήθιστο.

Πολλές φορές ευχαριστείτο να ομιλή με τους μωρολόγους, αγαπούσε τους ευφυείς κι ετοιμολόγους, απεστρέφετο τους αγέρωχους και υπερηφάνους κι εκείνους όπου εκαυχώντο. Όποιον έβλεπε να κορδεύεται να κάμη το παλληκάρι, να αρματώνεται με πολλά άρματα και να περπατή καμαρωτά, εγέλα και έδειχνεν εις τους περί αυτόν με σημεία να εννοήσουν, ότι φαίνεται και αυτός, αλλά δεν είναι τίποτε.

Φιλέκδικος δεν ήτον, ούτε ήθελε να φονεύη ανθρώπους, εκτός εις τους πολέμους.

Δεν ήθελε να κάθεται εις το σπίτι κλεισμένος. Αν ήτον χειμώνας επλησίαζε την φωτιάν, την έσιαζε να καίη καλά, εμπόδιζε του άλλους να την συνδαυλούν, έλεγε των άλλων: μην την εγγίξη κανείς, και αφού την ανακάτωνε καλώς έπαιρνε τη μασιά. Του έρριχνε εις την ποδιά του χόβολην και του έλεγε: “να το μερτικό σου και άφησε των άλλων” (τούτο εγίνετο έξω εις το στρατόπεδον με τους συντρόφους του).

Εις τα πόλεις δεν ήθελε να ευρίσκεται. Όταν εκοιμάτο, ήθελε να έχη το κεφάλι του ξεσκέπαστον και να φυσά ο αέρας εις τα ρουθούνια του, και τότε εκοιμάτο καλά. Όταν ίδρωνε από κόπον, εσήκωνε τα μανίκια του υποκαμίσου του, να στεγνώση από τον ίδρωτα τους βραχίονάς του. Όταν ασθενούσε, δεν έτρωγε τίποτε δια πολλάς ημέρας, έπινεν μόνον ζεστά. Αν του έλεγαν, εδέχετο τα έξω ιατρικά.

Δεν ήτον φαγάς, έτρωγε πολύ το κρέας, το ήθελε πάντοτε. Αγαπούσε τα στεγνά φαγητά και την νομήν των προβάτων. Αγαπούσε πάντοτε το λειψόν ψωμί (μπογάτσα), το κρασί ήθελε να μην του λείψη. Δια μίαν ημέραν ήθελε μίαν και ημίσειαν οκάν κρασί δια γεύμα και δείπνον, και τούτο εις το στρατόπεδον. Κανένα άλλο είδος σπίρτου δεν έπινε, ερούφα πολύ τον ταμπάκον. Την νύκτα, όταν έπεφτε να κοιμηθή, έως το πρωί ποτέ δεν ερούφα. Αποστρέφετο το κάπνισμα, διότι ο καπνός τον έκανε να βήχη. Όταν ήτον νέος εκάπνιζε, αλλά το παράτησε.

Δεν εκυριεύετο από κανένα ελάττωμα. Τα γλυκά δεν τα ήθελε διόλου να τα τρώγη, καθώς και τα πολλά φαγητά.

Εις την αρρώστεια του δεν ησύχαζε, ήθελε κάτι να λέγη και να κάμηνα γίνωνται γέλοια. Αίμα δεν είχε πάρει. Έως το 56 έτος της ηλικίας του, μίαν φοράν ήτον άρρωστος. Επήγε εις το Λεβίδι με τους ιατρούς του να ησυχάση· τούτο ήτον μετά την μάχην του Δάμαλη. Είχε ένα σφάκτην εις την πλάτην του δυνατόν. Του επήραν αίμα τότε δια πρώτην φοράν και δεν ήθελε. Ο πόνος εξακολούθει. Χωρικός τις, γνώριμός του, του είπε να βάλη απάνω εις τον πόνον το υνί του ζευγολάτη να γιάνη. Τότε εκάλεσε τους ιατρούς του, τους είπε: “να γνωρίσετε και του λόγου του δια ιατρόν”. Το έβαλε το υνίον κρύον, ελαττώθη ο πόνος.

Το ανάστημά του ήτον σωστόν. Τα μούτρα του και όλον το δέρμα του κορμιού του μαυρειδερόν, αι τρίχες της κεφαλής του χονδρές και σκληρές, καμπουρομύτης, κούτελον πλατύ, τα φρύδια σκεπαστά, τα αυτιά του μεγάλα.

Εχόρευε καλά κατά την συνήθειαν των Ελλήνων. Ετραγουδούσε νόστιμα τα λεγόμενα κλέφτικα τραγούδια. Εις τα τραπέζια ήθελε να μεθά τους άλλους να γίνωνται γέλοια, άνω κάτω έκαμνε τον τόπον να μεθύση άνθρωπον. Υπόφερνε τα λόγια εις το τραπέζι, αν και πειραχτικά, δια να μην χαλάση την ευθυμίαν. Δια των μεθυσμένων τα λόγια δεν έδιδεν προσοχήν. Όπλα δεν ήθελε να έχη κανείς εις το τραπέζι.

Ήθελε να κοιμάται έξω, εκοιμάτο ελαφρά, μικρός κτύπος τον εξύπνα και φοβισμένος επιάνετο από τα όπλα του.

Είχε βάρδιαν πάντοτε, τούτο το είχε συνήθειαν.

Πάντοτε ήθελε να έχη εργασίαν. Θορυβώδης, ήτον σοφιστής δι’ όπλα. Εδέχετο τα χωρατά, μάλιστα επήγαινε γυρεύοντας. Έβανε τους οικείους του να φιλονεικούν και να θυμώνουν και κάποτε να πιάνωνται από τα μαλλιά (αυτά τα επαρακινούσε εις την κατωτέραν τάξιν· όταν ήτον αργός έκαμνε ταύτα).

Με εκείνους όπου συνέτρωγε έκαμνε μύρια άλλα πράγματα. Έρριχνε  εις το γάλα ψιλές πετρίτσες να τσακίζουν τα δόντια τους οι λαίμαργοι, όσοι εβουτούσαν το χουλιάρι εις τον πάτον της βεδούρας [:ξύλινο αγγείο για το γάλα]. Όταν επεριπάτει και εγνώριζεν  ότι είναι στάνες πλησίον του δρόμου, δια να μην τρώγουν οι στρατιώτες το γάλα του τσοπάνη, πολλές φορές, έσελνε κρυφά και άδειαζε τους πυτερούς [: δοχεία για την πυτιά] εις τα λεβέτια [: καζάνια]. Χωρίς να γνωρίζουν οι στρατιώτες έτρωγαν το γάλα και ως εκ τούτου τους εκίνα ως καθάρσιον δραστήριον δια πολλάς ώρας. Τους έπιανε στομαχόπονος από την συχνοκίνησιν και εμετός και πλέον δεν ετόλμουν να φαν γάλα. Εφοβούντο κι έλεγαν: “μην είναι ο Κολοκοτρώνης εις το λεβέτι”. Τούτο έγινε παροιμία και ως εκ τούτου οι σύντροφοί του έτρωγαν όλοι φυλακτά και ύποπτα. Εις το κοιμηθιόν τους έρραβε τα φορέματά τους εις το προσκέφαλον και αλλού. Έξαφνα τους εφώναζε κι εσηκώνοντο με τα προσκέφαλα και άλλα ρούχα επάνω τους. Τους έχυνε νερόν και άλλα πολλά, δεν έφηνε ούτε στιγμή να περάση χωρίς χωρατά.

Όταν έμβαινε εις τα χωριάτικα σπίτια, άφηνε τους νοικυραίους να κάμουν ό,τι αυτολι ήθελαν. Την ώραν του φαγητού εκάθιζε τον σπιτονοικοκύρην  κοντά του. Αυτός τότε εγίνετο θύμα, ότι αξιώθη να φάγη το φαγητόν του με τον Γέρον. Τούτο είχε πολλήν εύνοιαν δια να τρώγη ελεύθερα, αφού έτρωγε και ο νοικοκύρης με θάρρος.

Είχε τρόπους περιποιητικούς και πραχτικούς δια τας γυναίκας τας χωριάτισσας· έως εκεί όπου την έφερεν να θαρρεύη και να χωρατεύεται και κάποτε έρριχνε το χέρι του επάνω της. Εύρισκε λόγον και τρόπον να μην εννοηθή από τους βλέποντας ότι έχει πονηρίαν. Άνοιγε χορόν, την εχόρευε να την ευχαριστήση, ενοστιμεύετο τα θηλυκά. Έλεγε, όταν έμπαινε εις του χωριάτη το σπίτι, από τον καιρόν όπου τον έκαμαν μεγάλον κοντεύει να στραβωθή, τον καθίζουν εις το παραγώνι [: τζάκι] και του εβγάνει ο καπνός τα μάτια. Το έλεγεν ως παράπονον εις τους δικούς του γελώντας, να το ακούη η σπιτονοικοκυρά να γελάη. “Πηγαίνετε να ιδήτε  τον χωριόν και αφήσετέ με να κουβεντιάσω με την νοικοκυρά ολίγον κι εγώ”.

Αν έβλεπε το σπίτι ακάθαρτον, επροσποιείτο να ζητήση νερόν να πιη και να παρουσιασθή η νοικοκυρά να την ιδή αν είναι καθαρά. Ει δε και ήτον ακάθαρτος, έπαιρναν την ετοιμασίαν του φαγητού οι υπηρέτες του. Τούτο το εγνώριζαν οι περί αυτόν. Είχε και λέξεις όπου τας έλεγε εις τουυς εδικούς του διαα να εννοήσουν. Έλεγε την νοικοκυρά άπλυτη βεδούρα [: ξύλινο ποιμενικό αγγείο για το γάλα]. Τότε δεν έγγιζε το φαγί του. Όταν ήτο εις το σπίτι ύποπτον, έλεγε “ας ησυχάσουν οι νοικοκυραίοι και όταν τους χρειαζώμεθα τους ζητούμεν”. Οι υπηρέτες τους έλεγαν κ’ έφευγαν με τρόπον.

Εφυλάγετο από το φαρμάκωμα, όταν επαρουσιάζετο φαγητόν ή ποτόν. Οι ιδικοί του άνθρωποι του ΄διδαν να φάγη και να πιη από τα φαγητά του χωρίς να το εννοήση, να τον δοκιμάσουν από το θάρρος του και απο το αποτέλεσμα· διότι την άλλην ημέραν τα εμεταχειρίζετο τα φαγητά. Είχε όλα τα προφυλακτικά περί τούτο.

Είχε πίστιν εις τους φίλους του. Ήθελε την υπόληψίν του. Εφυλάγετο να μην αγγίζη τι κατά της τιμής των φίλων του. Δια τούτο είχε ειπεί κι έλεγε πάντοτε εις τους περί αυτόν: “προσέξατε πολύ, διότι τα χαλάμεν ύστερα”.

Δια να έχη πολλούς συγγενείς και φίλους πιστούς, εβάπτιζε, τα παιδιά τους και το βαπτιζόμενον παδί το ωνόμαζε Θοδωρή· δεν έβανε άλλο όνομα και το θηλυκό το ωνόμαζε Θεοδώρα. Έλεγε εις τους γιους του νύμφη να κην πάρουν να την λέγουν Θεοδώραν, καθώς και εις τους θηλυκούς να μην παίρνουν άνδρα Θεοδωράκη, δια να φυλαχθή η θρησκευτική παραγγελία.

___________________________

*Ο Γεώργιος Τερτσέτης (Ζάκυνθος, 1800 – Αθήνα, 15 Απριλίου 1874) ήταν ιστορικός, πολιτικός, συγγραφέας, ποιητής, φιλόσοφος, απομνημονευματογράφος, νομικός και αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Είχε διοριστεί αρχειοφύλακας στη βιβλιοθήκη της Βουλής στο νεοσύστατο Ελληνικό κράτος, θέση που κράτησε μέχρι το θάνατό του. Το 1832 διορίστηκε από την Αντιβασιλεία μέλος του πενταμελούς δικαστηρίου του Ναυπλίου που δίκαζε τους Κολοκοτρώνη, Πλαπούτα κ.ά. Ο Τερτσέτης τότε μαζί με τον πρόεδρο του δικαστηρίου Αναστάσιο Πολυζωίδη, γνωρίζοντας πολύ καλά την αθωότητα των κατηγορουμένων, αρνήθηκε να υπογράψει την απόφαση καταδίκης τους σε θάνατο 

Share this

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

Related Posts