Λύντια Στεφάνου: Ώς την άλωση | Διαθήκη | Πικρή Άνοιξη
Share this
ΛΥΝΤΙΑ ΣΤΕΦΑΝΟΥ
Ώς την άλωση
Ο τόπος μου είναι δικός μου, και τίποτα δεν μπορεί
να τον αλλάξει – τα βράχια του, και το γιαλό του,
και τα κύματα με τα πυροφάνια, και τα βουνά
με τις ορθωμένες τους πλαγιές· ο τόπος μου είναι δικόςμου,
κι ας τρέχουν γύρω του γύπες και μέσα του σκουλήκια.
Ο τόπος μου είναι δικός μου, και αν το θέλησαν ή δεν το θέλησα
αυτό είναι μια άλλη ιστορία· έπρεπε τάχα να γεννηθώ εδώ
ή έπρεπε να δώσω στα πσιδιά μου μια καινούργια πατρίδα,
να πω: πάμε να φύγουμε πριν πέσει η σκεπή και μας πλακώσει
και μείνουμε η καταραμένη ράτσα, ερημόσπιτοι, σαν τις νυχτερίδες,
σέρνοντας τις καρδιές μας ανήμπορα, ανάμεσα στους ξένους, στα ξένα.
Αυτό είναι μια άλλη ιστορία, και χαίρομαι που δεν έτυχε σε μένα·
θα τύχει βεβαια κάποτε, όμως όι στα χρόνια μας, όχι στα χρόνια του Βαγιαζήτ·
απέχουμε περίπου δυο γενιές ώς την Άλωση
ή το έδικτο του Μεδιολάνου,
κι ώς τότε ο τόπος μου είναι δικός μου, κι ας είναι ένας βρώμικος τόπος,
γεμάτος νηιά μ’ εξορίστους και πεινασμένα χωριατόπουλα,
καταχραστές ανθύπατους και μανιασμένα σκυλόψαρα.
Το μέλλον ανήκει σ’ άλλους, σ’εκείνους που μπορούν και υπνωτίζοντι·
το παρόν ανήκει σ’ άλλους, σ’ όσους λένε πως πρέπει να πολεμήσουν·
εμένα μου μένει ο τόπος μου, σιχαμερός όπως είναι,
δεν αξίζει πια μήτε να πολεμήσω γι’ αυτόν, μα είναι,
το μόνο που μου απόμεινε, κι ας τρίζουν οι γύπες τα νύχια τους,
κι ας πήζει την ατμόσφαιρα η αποσύνθεση των σκουληκιών.
WP EditΕυτυχισμένε Κωνσταντίνε Δραγάτση, εσένα που σου ‘τυχε
ν’ απαντήσεις στο απλούστατο δίλημμα: πρόδωσε ή πέθανε,
χωρίς να υπάρχουν σύμμαχοι, που θα ‘πρεπε ν’ αποφύγεις,
ή παρατάξεις, που θα χρησιμοποιούσαν και το πτώμα σου.
(“Ποιήματα”, 1953)
Διαθήκη
Κρατώντας
πεθαένους σπόνδυλους
στο πέλμα του καιρού
στα δύσκολα χρόνια
-κείνα που σε τρέφουν με την οδύνη
και την αρμύρα της λησμονιάς-
στο άτεγκτο στήθος σου
λυγίζει το βράδυ.
όχι, αυτό είναι όλο όσο μπόρεσα
κι είναι πολύ λίγο, το ξέρω.
Το δρόμο μου
τον είδα μέσα
σε γκρεμούς·
το τι είμαι
το έμαθα
όταν διαλύθηκα.
Στα τσακίδια, άθλε κρονόληρε Έλιοτ!
Και συ Μαγιακόβσκι με τα πολύχρωμα τσουράπια σου
και τα καρβουνιασμένα μάτια
κοιτάς μες στο ποτάμι τις δίνες που έκανε
πέφτοντας ο Σεργκέι Ιεσένιν.
Στο καλο, δάσκαλε Πάουντ!
Έμαθα να κρατώ τη σκέψη μου
σαν αλήτης που δεν πέρασε
μια νύχτα στο Περιγκόρδ.
Έμαθα να κρατώ τη σκέψη μου
ανάμεσα στους λύκους της Μαρβουάλ
και τον αρχικολασμένο εκείνο εν Μπερτράνς.
Και σεις οι δύο, αδερφοί μες στο χρόνο
Ρίλκε και Λι Τάι-Πο, με τους στητούς διπλούς
καθρέφτες της ιδεοληψίας, γεια σας!
Τραβάμε μπρος, γέρο Ουίτμαν, ταξιδεύοντας
με ζωγραφισμένη τη γριά Μανχάττα στο πανί μας
που άξαφνα ξημερώθηκε κατάμαυρο
όταν γυρίζαμε με το Θησέα απ’ την Κρύτη.
Ώστε πεθάναμε.
(“Ιδιωτική Διάβασις”, 1966)
Πικρή Άνοιξη
Πικρή και θυμωμένη άνοιξη
Παλεύει για τη ζωή της εβδομάδες τώρα
Τα πρώτα της λουλούδια κάηκαν στο χιόνι και στην παγωνιά
Κλαδιά ξεράθηκαν δεν ακούν πια φωνές από τις ρίζες
Άλλα κρατήθηκαν και βγάλαν μισερά λουλούδια νάνους
Αχ, γη της Αττικής
Δεν είναι πια οι άνθρωποι που μοιάζουν με τους τόπους
Ασκήμισαν οι τόποι για να μοιάσουν στους ανθρώπους που τους κατοικούν.
4-4-2004 («Ανέκδοτα ποιήματα 1980-2004»)

Η ποιήτρια, δοκιμιογράφος και μεταφράστρια Λύντια Στεφάνου (1927-2013) γεννήθηκε στην Αθήνα με πατρικό όνομα Γεωργούλη. Τέλειωσε το πειραματικό γυμνάσιο του Πανεπιστημίου Αθηνών, τη Σχολή Ρυθμικής και Ορχηστικής Τέχνης της Κούλας Πράτσικα, το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών (1943-1946), το Ελληνοαμερικανικό Κολέγιο Pierce (1946-1947) και τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (νομική και πολιτικές επιστήμες, 1945-1949). Ακολουθώντας τον διπλωμάτη σύζυγό της Αλέξανδρο Στεφάνου, ταξίδεψε μαζί του στην Ιερουσαλήμ, την Άγκυρα, τη Λευκωσία, τη Σόφια, τη Γενεύη, το Λονδίνο και την Καμπέρα της Αυστραλίας, μεταξύ 1953-1979. Ιδρύτρια της γκαλερί Μέρλιν (1963), και ιδρυτικό μέλος των περιοδικών “Παλμός” (1944-1945), “Αιγαίο” (1945) και “Στάχυς” (1950-1951). Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1944 με δημοσιεύσεις στο περιοδικό “Νεανική Φωνή” και στον “Παλμό”. Το 1958 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή της, με τίτλο “Ποιήματα”. Ακολούθησαν οι συλλογές “Τοπία από την καταγωγή και την περιπλάνηση του Υκ” (1965), “Έξι επεισόδια από τον κύκλο των τεράτων” (1971), “Τα μεγάφωνα” (1973), “Οι λέξεις και τα πράγματα” (1983) και τα δοκιμιακά κείμενα “Το πρόβλημα της μεθόδου στη μελέτη της ποίησης” (1972), “Γενικά και ειδικά για την ποίηση” (1993). Μετέφρασε στα ελληνικά έργα των Guillaume Apollinaire, C. M. Bowra, Claude Mosse, Jacqueline de Romilly και Dylan Thomas. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά “Τομές”, “Ζυγός”, “Νέα Ποίηση”, “Νέα Ελληνικά”, “Εποχές”, κ.ά. Το 1973 τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Κριτικής-Δοκιμίου για τη μελέτη της “Το πρόβλημα της μεθόδου στη μελέτη της ποίησης” και το 1994 με το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου για το “Γενικά και ειδικά για την ποίηση”. Η Λύντια Στεφάνου τοποθετείται στη μεταπολεμική ελληνική ποίηση. Στην πρώτη της ποιητική συλλογή αντλεί τη θεματική της από τα βιώματα της περιόδου της γερμανικής κατοχής, ενώ στην πορεία του έργου της στράφηκε προς την προσπάθεια απεικόνισης του αδιεξόδου του ανθρώπου μπροστά στις απάνθρωπες συνθήκες ζωής του σύγχρονου κόσμου. Βασικό χαρακτηριστικό της γραφής της είναι ο συνδυασμός του λυρικού στοιχείου με τη θεωρητική σκέψη, η οποία πηγάζει από τη θητεία της στη λογοτεχνική κριτική και τη θεωρία της λογοτεχνίας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ήταν ανάμεσα στα ιδρυτικά μέλη του Συμποσίου Ποίησης στην Πάτρα, στο οποίο παρουσίασε το έργο πολλών νέων ποιητών. Επίσης, πρωτοστάτησε στην ίδρυση της Εταιρείας Συγγραφέων το 1981 και έπαιξε σημαντικό ρόλο στη θέσπιση της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης το 1997, προτείνοντας να καθιερωθεί η 21η Μαρτίου, ημέρα της εαρινής ισημερίας, ως η ημέρα εορτασμού της ποίησης. Πέθανε στην Αθήνα το πρωί της 6ης Φεβρουαρίου 2013, από τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, σε ηλικία 86 ετών. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Λύντιας Στεφάνου βλ. Αλέξανδρος Αργυρίου, “Λύντια Στεφάνου”, στο “Η ελληνική ποίηση· Η πρώτη μεταπολεμική γενιά”, Αθήνα, Σοκόλης, 1982, Αλέξης Ζήρας, “Στεφάνου Λύντια”, στο “Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό”, τ.9α, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988, και Αλέξης Ζήρας, “Στεφάνου Λύντια”, στο “Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας”, Αθήνα, εκδ. Πατάκη, 2007.
(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, ΕΚΕΒΙ).
Share this
ΠΗΓΗ TIMESNEWS








