Μπερνάρ Ντε Βανταντούρ: Canzo
Bernard De Ventadour
Canzo
Le tems vai e ven e vire…
Πάει κι έρχεται ο καιρός γυρνά κι όλο διαβαίνει,
Μέρες και μήνες και χρονιές περνούν γοργά,
Μα στην καρδιά μου μένει πάντα ριζωμένη
Αγάπη ασάλευτη για μια άσπλαχνη κυρά,
Που, ενώ το ξέρει φλογερά πως την ποθώ
Με τυραννάει, αλί! Με παίδεμα σκληρό,
Αφού ούτε μια ματιά δε μου έριξε γλυκιά.
Τη βλέπω πάντα γελαστή κι ευτυχισμένη,
Και κάθε θλίψη κι αγωνία παρατά
Σ’ εμένα. Κι όταν κάπου-κάπου με προσμένει
Για ο παιχνίδι που μου παίζει πονηρά,
Ξέρω από πρώτα πως θα χάσω μόνο εγώ.
Και τέτοιο χάσιμο είναι σίγουρα διπλό
Για το φτωχό που πλάσμα αναίσθητο αγαπά.
Μα ποιος μου φταίει; Ο εαυτός μου, που επιμένει
Να υποφέρει για μιαν άκαρδη ομορφιά.
Άλλος κανείς δε θα μπορούσε να υπομένει
Σε τύραννου έρωτα να μένει τη σκλαβιά.
Γιατί κι αυτή δεν παίρνει ένα ραβδί γερό
Για να γιατρέψει το τρελό μου το μυαλό;
“Μόνο το ξύλο τον τρελό κάνει καλά”.
Άλλο δεν τραγουδώ, κι αχρείαστη απομένει
Η διδαχή του αφέντη μου Εμπλi, αφού καμιά
Ωφέλεια για τον έρωτά μου αυτό δε βγαίνει
Απ’ τα τραγούδια που η καρδιά μου τραγουδά.
Του κάκου δέρνομαι ο φτωχός τόσον καιρό·
Μέρα καλύτερη δεν μπόρεσα να δω.
Για μένα καμιά ελπίδα δεν υπάρχει πια!
Στην όψη μου έχω τη χαρά ζωγραφισμένη,
Όμως η θλίψη μου φωλιάζει στην καρδιά.
Σε παιδεμό κανέναν είδατε να μπαίνει
Προτού να πέσει σε καμιά αμαρτία βαριά;
Όσο θερμότερα τηνε παρακαλώ
Τόσο το φέρσιμό της γίνεται πιο σκληρό
Θα την αφήσω πια, αν δε γίνει πιο γλυκιά!
Μα είναι σωστό έτσι σαν σκλάβο να ε δένει
Κάθε καπρίτσιου της, αφού κάποια φορά
– Μ’ όλο που αργεί – θα’ρθει σ’ εμέ μετανιωμένη;
Κι όπως της άγιας Γραφής λέει το ρητό:
“Δεν έχουν τόση αξία μέρες εκατό
Όση μια μέρα ευτυχισμένη μοναχά!”.
Όχι! Ζωής πνοή και νους όσο μου μένει
Απ’ την κυρά μου δε θα φύγω εγώ μακριά.
Θε να υποφέρω ωσάν το στάχυ, που δαρμένη
Απ’ τον αγέρα την κορφή του αργολυγά.
Κι ας με παιδεύει αυτή, αν το θέλει, για καιρό·
Θα το δεχτώ και δίχως να βαρυγκομώ,
Φτάνει μια μέρα να μου γιάνει την καρδιά.
Αχ! ομορφιά μου, ποθητή και παινεμένη,
Κορμάκι αφράτο, λυγερό μ’ ευγενικιά
Χάρη, με σάρκα δροσερή, ροδοπλασμένη
Από τον ίδιο το Θεό· με πεθυμιά
Μονάχα εσένα νύχτα-μέρα λαχταρώ.
Άλλη από σένα δε μ’ αρέσει, ούτε ποθώ,
Κι από άλλη αγάπη δε ζητώ παρηγοριά.
Πλάσμα γλυκό, χαριτωμένο, το Θεό,
Που τόση σου’δωσε ομορφιά, παρακαλώ
Να μου χαρίσει του έρωτά σου τη χαρά.
- Τρουβαδούροι, Προβηγγιανοί τραγουδιστές του Μεσαίωνα. Επιμέλεια-μετάφραση: Σπύρος Σκιαδαρέσης. Εκδόσεις Γαβριηλίδη. Αθήνα 1999.
Bernard De Ventadour
Γιος ενός ταπεινού υπηρέτη του πύργου του Βανταντούρ, στην επαρχία Κορρέζ, ο Μπερνάρ τράβηξε από νωρίς την προσοχή του πυργοδεσπότη Υποκόμη Εμπλ Β΄, του επιλεγόμενου Τραγουδιστή, που του έμαθε την τέχνη του τρουβαδούρου. Από τότε ο νεαρός Μπερνάρ έγινε το χαϊδεμένο παιδί του Βανταντούρ για πολλά χρόνια. Όμως ο Εμπλ Γ, που διαδέχτηκε τον πατέρα του περί το 1148, και που το 1150 νυμφεύτηκε τη χήρα του Υποκόμη του Λιμόζ, Μαργαρίτα της Τουραίνης, παρατήρησε πως ο Μπερνάρ και η νέα Υποκόμισσα ένιωθαν αμοιβαία τρυφερά αισθήματα. Γι’ αυτό κλείδωσε στα διαμερίσματά της τη γυναίκα του, κι έδιωξε από τον πύργο του τον αισθηματία ερωμένο της. Τότε ο Μπερνάρ κατέφυγε κοντά στη Δούκισσα Ελεονώρα, της Ακουϊτάνιας, που τον πήρε μαζί της στην Αγγλία όταν έγινε βασίλισσα της χώρας αυτής. Φαίνεται όμως πως η προστασία αυτής της πολύ λίγο ενάρετης ρήγισσας δεν κράτησε πολύ, κι ο Μπερνάρ βρήκε, για λίγον καιρό, καινούργια προστάτισσα στο πρόσωπο της Υποκόμισσας Ερμεγκράντ της Ναρμπόν. Ύστερα βρήκε καταφύγιο στην αυλή του Ραϋμόνδου Ε΄, Κόμη της Τουλούζης. Κι όταν ο Κόμης πέθανε, το 1194, ο Μπερνάρ έγινε καλόγερος στο αββαείο του Νταλόν, όπου πέθανε.
Το ποιητικό έργο του, που δονείται από έντονο ερωτικό πάθος, χαρακτηρίστηκε πολύ εύστοχα από τον σοφό μελετητή του έργου των τρουβαδούρων Αλφρέδο Ζανρουά σαν “ένας από τους ωραιότερους ερωτικούς ύμνους, που τραγουδήθηκαν ποτέ”.

iΟεμπλ Β΄, ο επιλεγόμενος “Τραγουδιστής”, ήταν ο αφέντης του πύργου του Βανταντούρ. Αυτός έμαθε στον Μπερνάρ την τέχνη του τροβαδούρου.
ΠΗΓΗ TIMESNEWS








