ΓΕΝΙΚΕΣ

Οδοιπορικό στη Μακεδονία μιας άλλης εποχής

  • Φλώρινα (α) – Καστοριά (β)

Ελληνικές εικόνες και βουλγάρικες θηριωδίες – Ένα σύνορο – Βούλγαροι ιεροκήρυκες – Μια πόλη εβραίικη – Εβραίοι καλλιεργητές

  • Victor Bérard

Πίσω μας το Μοναστήρι σβήνει μέσα στη βραδινή ομίχλη. Ο ήλιος έχει γείρει. Στο βάθος του κάμπου μόνο ένας πράσινος λεκές φαίνεται πια, δυο μιναρέδες μέσα στα δέντρα, και κοντά στην πόλη το σύννεφο της σκόνης που σηκώνει μια ίλη βασιβουζούκων. Νάμαστε ξανά στο δρόμο μαζί με τους δυο Αρβανίτες μας. Ο Αμπεντίν έπιασε κιόλας το μοιρολόι του για τον Αλή Πασά και για τα τρία σουλιώτικα κοράκια.

Ο κάμπος αυτός του Μοναστηρίου είναι η ακριβής αναπαραγωγή του λεκανοπεδίου της Ρέσνας. Κοιμάται χωρίς ούτε μια πτυχή, με φόντο μια ζώνη από λόφους με μεγάλες πλαγιές. Πάνω από τη ζώνη αυτή υψώνουν τις γρανιτένιες τους κεφαλές δυο συμμετρικές μάζες· ανατολικά το Νίτσεi, δυτικά το Περιστέρι. Η λίμνη που γέμιζε κάποτε την καθίζηση αυτή, κύλησε προς το Βαρδάρη μέσω της στενής κλεισούρας, που και σήμερα ακόμη αφήνει να περνούν προς τα ανατολικά τα νερά της Τσέρναii.

Ο θερισμός έχει γίνει. Τα αυλάκια απλώνουν τις μεγάλες έρημες ράγιες τους μέχρι τα ριζά των λόφων, όπου τα αμπέλια εναλλάσσονται με τα σύδεντρα. Ο βραδινός άνεμος σηκώνει άξαφνα στρόβιλους σκόνης.

Ακολουθούμε τα πλευρά των δυτικών λόφων, πάνω σ’ ένα λιθόστρωτο δρόμο που ενώνει το Μοναστήρι με τα νότια χωριά. Περνώντας ένα γεφυράκι διασταυρωνόμαστε με τη φρουρά του Μοναστηρίου, στρατιώτες κουρελοντυμένους αλλά με ωραίο παράστημα και υπέροχα άλογα. Πλάι σε μια λίμνη με αλμυρό νερό μερικές τουρκάλες παίζουν το τόπι· ήρθαν μέχρι εκεί πάνω σε μια καρότσα ταπετσαρισμένη με ασημοκέντητο μεταξωτό· δυο γέροι Τούρκοι που κάπνιζαν τα τσιμπούκια τους, μας απομάκρυναν από κει με σοβαρά λόγια και σοβαρές χειρονομίες. Εδώ έρχονται οι Μουσουλμάνοι του Μοναστηρίου να ξεκουραστούν. Ο τελευταίος διοικητής, ο Εγιούμπ πασάς, έχτισε μια πεζούλα με χλόη και φύτεψε κυπαρίσσια γύρω από την πηγή. Οι αλβανοί κατσαπλιάδες συνήθιζαν να στήνουν χωσιές στο σημείο αυτό· κάτω από μια καλαμωτή έχουν τώρα εγκατασταθεί έξι χωροφύλακες.

Περάσαμε κατόπιν το αμπέλι των Λαζαριστών. Ο συνάδελφος του πατρός Φαβεριάλ και ο αδελφός κηπουρός κοίταζαν τα σταφύλια τους που ωρίμαζαν… Ένα τελευταίο αντίο… Τι τυχεροί που φεύγετε από το Μοναστήρι… κόλαση, μια πόλη όπου κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι θα ζει αύριο. Χθες τη νύχτα ρίχτηκαν στον Απόστολο και τον τραυμάτισαν. Λένε επίσης πως οι Βούλγαροι του αρχιεπίσκοπου σκότωσαν τον παπα-Στογιάν.

Η Φλώρινα, ο πρώτος μας σταθμός, απέχει μόλις τρεις ώρες από το Μοναστήρι. Ήρθαμε εδώ για να κοιμηθούμε, ώστε αύριο με την αυγή να διαβούμε τα βουνά που μας χωρίζουν από την Καστοριά, τη Νέρετσκαiii Πλάνιναiv (Η οροσειρά που σχηματίζουν οι τρεις ορεινοί όγκοι Περιστέρι, Βίτσι, Άσκιο – σ.τ.μ.). Τα βουνά αυτά είχαν γεμίσει αρβανιτιά τον περσινό χειμώνα. Η συγκρότηση άτακτων σωμάτων για την εκστρατεία τη Δίβρας (γ) ξεκαθάρισε το μέρος. Καλό όμως είναι να ταξιδεύουμε εδώ γρήγορα και με το φως της ημέρας.

Η Φλώρινα είναι χτισμένη στην κατωφέρεια των λόφων, δίπλα σ’ ένα καχεκτικό παραπόταμο της Τσέρνας. Τη μουσουλμανική πόλη την αποτελούν 1500 σπίτια, που τα κατοικούν Αλβανοί και Σλάβοι προσήλυτοι· βρίσκεις και μια εκατοντάδα τούρκικες οικογένειες. Η χριστιανική συνοικία – 500 σπίτια – θυμίζει την Αχρίδα και τη Στρούγκα με την όψη των ξύλινων σπιτιών της, τη βρωμιά των δρόμων της, τη φορεσιά των γυναικών και το χωριάτικο και βαρύ σουλούπι όλων των κατοίκων της. Δηλώνουν όμως Έλληνες και μιλούν ελληνικά, σε μας τουλάχιστον. Η βουλγάρικη προπαγάνδα αφύπνισε μόνο 200-300 πατριώτες, λυσσαλέους όμως πατριώτες, όπως όλοι οι Βουλγαρομακεδόνες. Μια ανελέητη πάλη ανάμεσα στους νεοφώτιστους αυτούς και τους ελληνόφρονες εξασφαλίζει στη Φλώρινα τις ίδιες ευφροσύνες με το Μοναστήρι.

Φτάσαμε στο χάνι πολύ αργά. Το χάνι ανήκει σε Έλληνες. Χρειάστηκαν συζητήσεις, απειλές και κοντακιές πίσω από τα ξύλινα κάγκελα για να μας ανοίξουν τη φραγμένη με αμπάρες και παλούκια πόρτα. Προχθές οι Βούλγαροι, γυρίζοντας τη νύχτα από το Μοναστήρι, όπου είχαν πάει να δουν το δεσπότη τους, καταχέρισαν κι έδεσαν μετά χειροπόδαρα το χαντζή· τρώγοντας τα ορνίθια του και πίνοντας το κρασί του, τον κεντούσαν με τα μαχαίρια τους “για να τον κάνουν να τραγουδήσει”. Έβγαλαν τα μάτια από τα πολύχρωμα πορτρέτα ελλήνων ηρώων, πρωθυπουργών και πατριαρχών που σκεπάζουν τους τοίχους. Έριξαν στη φωτιά το βασιλιά Γεώργιο, τον Τρικούπη και τη βασίλισσα Όλγα και μάλιστα, παίρνοντας το Γαμβέττα για έλληνα πατριώτη, τον καταξέσχισαν. Ο χαντζής ελπίζει ότι η Γαλλία δε θ’ αργήσει να εκδικηθεί για την προσβολή αυτή.

Η βουλγάρικη τυραννία βασιλεύει κι εδώ όπως στην Αχρίδα. Ο χαντζής μας συμβουλεύει να μη μιλούμε μεγαλόφωνα ελληνικά· επέβαλε σιγή στον Αμπεντίν που, αφού πότισε τα άλογά του, έσυρε το ελληνικό μοιρολόι του. Αν αυτοί “οι κερατάδες” κάνουν πάλι καμιά φασαρία, ο τούρκος Έπαρχος εμάς θα κλείσει φυλακή.

 

Το βουνό που δεσπόζει στη Φλώρινα και κλείνει στα νότια τον κάμπο του Μοναστηρίου, είναι σκεπασμένο με δάση. Δεν βρισκόμαστε ακόμη σε ελληνικό τόπο. Ο μουσουλμάνος, φίλος της σκιάς, έχει σεβαστεί τα γέρικα δέντρα, βελανιδιές και πλατάνια, φτελιές και έλατα, που γεμίζουν όλο το βουνό της Νέρετσκας, από τους πρόποδες ώς την κορυφή. Αφθονούν εκεί οι λαγοί και τ’ αγριογούρουνα, ζώα ακάθαρτα που δε χαλά πάνω τους το μπαρούτι του ο Πιστός. Σε κάθε λαγό που ξεγλιστρά από μπρος μας, ο Κώστας σταυροκοπιέται για να διώξει το κακό προμήνυμα, και ο Αμπεντίν πετά πάνω στο δραπέτη μια κατάρα: “Που ο διάολος να βιάσει τη μάνα σου” ή “που να σου φάνε οι σκύλοι τα κόκαλα”.

Το πέρασμα αυτό ήταν από τα πιο πολυσύχναστα της παλιάς Τουρκίας. Ήταν ο μεγάλος δρόμος του πολέμου για τους Τούρκους της Θεσσαλίας και τους πασάδες της Ηπείρου, όταν βάδιζαν εναντίον του Ούγγρου ή εναντίον του Μοσκόφ. Πέρασαν από δω μπουλούκια, που πήγαιναν να φυλάξουν φρουρά στην Πέστη, να πολιορκήσουν τη Βιέννη ή να υπερασπιστούν το Βελιγράδι. Τι μακρινοί που είναι πια αυτοί οι καιροί! Οι βροχές σκέπασαν με επιχωματώσεις την παλιά λιθόστρωση. Ο γκιαούρης ξαναπήρε την κατοχή του τους θεσσαλικούς κάμπους. Οι πασάδες της Ηπείρου δεν αποκρίνονται πια στο κάλεσμα του Χαλίφη. Ανάμεσα στο Μοναστήρι, στα Γιάννινα και στη Λάρισα έπαψε κάθε σχέση, ακόμη και εμπορική· το απόκρημνο αυτό βουνό μοιάζει σαν εσωτερικό σύνορο· η σλάβικη Μακεδονία στα βόρεια, ο εξελληνισμένος τόπος στα νότια.

Στη βουνοκορφή ξαφνικά η θέα ανοίγεται. Τα δάση της άλλης πλευράς έχουν κοπεί σύρριζα. Ο αργιλώδης όγκος της βουνοπλαγιάς κατολισθαίνει σιγά-σιγά. Κάτω απ’ τα πόδια μας η κοιλάδα του Αλιάκμονα απλώνει προς τα νότια κάπου εξήντα χιλιόμετρα θερισμένων χωραφιών ανάμεσα σε δυο γραμμές από γυμνά ψηλώματα. Κάμποι, βουνά και χωριά κάτω απ’ το λιοπύρι έχουν τη θαμπή χλωμάδα του πυρωμένου σίδερου. Στο κέντρο, ένα στεφάνι από πρασινάδα περιβάλλει τη λαμπερή επιφάνεια τη λιμνούλας της Καστοριάς.

***

Στον κατσικόδρομο που κατεβαίνει στριφογυριστός μέσ’ από τα μισοξεκολλημένα σχιστολιθικά πετρώματα και τις ραβδωτές πέτρες, φτάσαμε και ξεπεράσαμε ένα περίεργο καραβάνι. Δυο χαλκόχρωμοι παπάδες –Βούλγαροι– έσερναν δυο γαϊδούρια φορτωμένα χύτρες, κάπες, τραπεζομάντιλα και χαλκώματα διάφορα. Ακολουθούσαν δυο νεαρές γυναίκες, ντυμένες ευρωπαϊκά, αλλά με πολύ κοντές και πολύ φαρδιές μαύρες φούστες. Τα γελοία μαύρα καπέλα τους με γαλάζιες κορδέλες θύμιζαν τις πλανόδιες κοσμοσώστρες του Στρατού της Σωτηρίαςv. Τους είπαμε καλημέρα στα ελληνικά· οι παπάδες μας αντιχαιρέτησαν στα τούρκικα· μας ρώτησαν στα τούρκικα την ώρα… το δρόμο… και την απόσταση από το πιο κοντινό χωριό. Καταλάβαιναν τις απαντήσεις μας στα ελληνικά αλλά χρησιμοποιούσαν πεισματικά μόνο τα τούρκικα με τον Αμπεντίν και τ’ αρβανίτικα με τον Κώστα.

Στα μισά του κατηφορικού δρόμου απλώνει τα τετρακόσια σπίτια του το Ντιχέμ. Τοίχοι από πλίθρες, πέτρινες στέγες, πέτρινα παγκάκια, χώμα πατημένο κάτω. Τα πρώτα απ’ αυτά τα άθλια καλύβια ήσαν έρημα. Όλο το χωριό ήταν μαζεμένο μπροστά σ’ ένα απόμερο σπίτι. Βλέπαμε από ψηλά τις άσπρες φουστανέλες των αντρών και τα άσπρα τσεμπέρια των γυναικών που πενθούσαν. Ακούγαμε τα κλάματα του πλήθους και την ψαλμουδιά του παπά: “Κάποιος πέθανε” λέει χαμογελώντας ο Αμπεντίν.

Όταν μας είδαν να κατεβαίνουμε την πλαγιά, οι άντρες παράτησαν το νεκρό τους κι έτρεξαν γύρω μας. Ποιοι είμαστε; Από πού είμαστε; Τι πουλάμε; Τι αγοράζουμε; Πόσους αδελφούς και πόσες αδελφές έχουμε;… Οι άνθρωποι αυτοί μιλούν ελληνικά· στον Έλληνα η περιέργεια έχει το προβάδισμα απέναντι σε όλα τα άλλα αισθήματα. Μετά από λίγα λεπτά οι γυναίκες, που είχαν διστάσει στην αρχή, έρχονται κι αυτές· οι γοερές τους κραυγές πριν από λίγο μας έσχιζαν την καρδιά, τώρα μας ζαλίζουν τ’ αυτιά με τη βουλγάρικη ντοπιολαλιά τους. Ο παπάς που είχε μείνει μονάχος μέσα με τον πιστό του νεκρό, ερεθίζεται τελικά κι αυτός και ανεβαίνει ώς επάνω, φορώντας τα ιερατικά του άμφια. Όταν μας ακούει να μιλούμε ελληνικά, πιάνει τα γκέμια των αλόγων μας και μας οδηγεί στο σπίτι. Έπειτα, αφού δίνει τις σχετικές προσταγές, παίρνει μαζί του όλους τους ενορίτες του και επιστρέφει στους ψαλμούς του, αφού πρώτα μας υπόσχεται να κάνει γρήγορα· φοβάται μήπως μας σφίξει η μοναξιά. Περνούν όμως δυο ώρες. Η όρνιθα του μεσημβρινού μας γεύματος – η τεσσαρακοστή δεύτερη όρνιθα από την αρχή του ταξιδιού – ετοιμάστηκε και φαγώθηκε. Ξαπλώνουμε για τη μεσημεριανή ανάπαυση, όταν μπαίνει μέσα όλο χαρά ο Αμπεντίν: “Να σηκωθούν οι αφεντιές σας γρήγορα, να έρθουν έξω… πρέπει να έρθετε να δείτε· θα σκοτωθούνε”.

Το κατώφλι του σπιτιού του πεθαμένου εξακολουθεί να ασπρολογά από τις φουστανέλες και τα τσεμπέρια. Στη μέση όμως έχουν στήσει χορό τέσσερα μαύρα ράσα. Αναγνωρίζουμε τους δυο παπάδες που συναντήσαμε στο μονοπάτι, τις δυο τους γυναίκες και τα δυο τους γαϊδούρια, που βόσκουν τώρα στο γειτονικό χωράφι. Οι παπάδες και οι γυναίκες χειρονομούν φωνάζοντας. Ο άλλος παπάς, ο Έλληνας, αμύνεται με πείσμα. Είναι μια ώρα τώρα, όπως φαίνεται, που μαλώνουν έτσι. Πλησιάζοντας πιάνουμε με το αυτί μας μερικές λέξεις: “κερατά, κλέφταρε, σχισματικέ, αποστάτη, καταραμένε”.

Ο παπάς του χωριού μας ενημερώνει για τη διένεξη. Τελείωνε τη νεκρώσιμη αυτή ακολουθία, όταν κατέφθασαν τα τέσσερα αυτά ενεργούμενα· είναι εξαρχικοί παπάδες μαζί με τις παπαδιές τους. Ήρθαν λοιπόν στο σπίτι του πεθαμένου. Πήραν το λόγο στα σλάβικα, λέγοντας πως είναι καταραμένοι που αφήνουν αυτό το παλιόσκυλο τον Έλληνα να θάψει έναν καλό Σλάβο… πως πρέπει να μη φοβούνται ούτε το Θεό ούτε το διάολο, για να μην έχουνε πετσοκόψει ακόμη αυτόν τον κερατά… ότι ο Θεός θέλει από τους λαούς να τον λατρεύουν ο καθείς στη δική του γλώσσα, οι Έλληνες στα ελληνικά, οι Ρώσοι στα ρώσικα και οι Σλάβοι στα βουλγάρικα. Το ακροατήριο άκουγε χωρίς εκδηλώσεις αποδοκιμασίας. Ο έλληνας παπάς σιωπούσε, φοβόταν να τα βάλει μ’ αυτούς τους φερμένους απ’ τη Θεσσαλονίκη, που ήξεραν να τα λένε ωραία… Σηκώθηκε όμως πάνω ο δάσκαλος και τους έκανε τ’ αλατιού τους αφορεσμένους, τους βρωμοσχισματικούς. Κι εκείνοι όμως δεν το έβαζαν κάτω, έσκουζαν πιο δυνατά, οι άντρες από τη μια κι οι γυναίκες απ’ την άλλη. Φώναζαν ότι έρχεται βούλγαρος δεσπότης, ότι όλοι οι χριστιανοί της Ευρώπης υποστηρίζουν το Βούλγαρο εναντίον του Έλληνα κι έλεγαν για βεράτια και για ξαλάφρωμα από τους φόρους, που ετοιμάζεται να παραχωρήσει ο σουλτάνος σε όλες τις κοινότητες που θα γίνουν βουλγάρικες. Μερικοί από τους Ντιχεμίτες που τα είχαν ξανακούσει αυτά το παζάρι του Μοναστηρίου, έπαιρναν κιόλας το μέρος των βουλγαροπαπάδων. Το συγγενολόι όμως του νεκρού ούτε ν’ ακούσει δεν ήθελε για βουλγάρικη κηδεία. Πήγαν να τραβήξουν τα μαχαίρια από τα ζωνάρια. Οι βουλγαροπαπάδες όμως βλέποντας το χωροφύλακά μας νόμισαν πως ερχόμαστε σε επικουρία του έλληνα παπά. Πήραν λοιπόν τα γαϊδούρια τους απ’ τα χαλινάρια κι έφυγαν, βρίζοντάς μας Εβραίους και Παπιστές.

Όταν τέλειωσε η ταφή, ο παπάς μας κράτησε ακόμη μερικές ώρες. Θα φτάσουμε άνετα στην Καστοριά για να περάσουμε τη νύχτα. Κι έχει τόσα και τόσα να μας πει! Θέλει να μάθει όλος ο κόσμος στη Γαλλία πόσα βάσανα τραβούν οι Έλληνες εδώ πέρα· αν οι Γάλλοι ήξεραν τη δυστυχία των φίλων τους θα έκαναν σίγουρα επέμβαση… Οι αλβανοί πλιατσικολόγοι οργώνουν με τα χατζάρια τους όλη την περιοχή. Τον περασμένο χειμώνα μια συμμορία από δαύτους έπεσε πάνω στο χωριό και πήρε στο βουνό όλους τους προύχοντες,τον παπά και το δάσκαλο· ζήτησαν λίτρα 200 λίρες (4.600 φράγκα). Ο έπαρχος της Καστοριάς έτρεξε την επόμενη άνοιξη για να αποκαταστήσει την τάξη, έκανε έρευνα στα σπίτια και μάζεψε όλα τα όπλα που βρήκε. Το χωριό είναι τώρα στο έλεος του πρώτου λήσταρχου που θα θελήσει να το πατήσει. Το κυνήγι όμως πια δεν αξίζει το μπαρούτι του· οι 200 λίρες που δόθηκαν στους Αλβανούς, εκπροσωπούσαν τη συρμαγιά μιας γενεάς ολόκληρης· το μόνο που απομένει στα καλύβια πια είναι το χώμα και οι πλίθρες… Κι ύστερα, είναι κι οι Βούλγαροι… Από τη Θεσσαλονίκη στέλνουν σε όλο τον ελληνότοπο εδώ καραβάνια σαν κι εκείνο που είδαμε. Έρχονται δυο-δυο οι απεσταλμένοι του Έξαρχου και τριγυρνούν εδώ κι εκεί, μπαίνουν στα σπίτια, μοιράζουν χαρτιά τυπωμένα, κάνουν κήρυγμα στα σλάβικα και λένε πως ξέρουν κι από αρρώστιες· γιατροκομούνε ανθρώπους και ζωντανά. Κάνουν βίζιτες προπάντων σε χωριά όπως το Ντιχέμ, όπου οι γυναίκες και οι γέροι μιλούν ακόμη τα σλάβικα και δεν έχουν ακόμη φωτιστεί, εξελληνιστεί εννοεί ο παπάς. Με υποσχέσεις και απειλές στρατολογούν εδώ κι εκεί μερικούς οπαδούς. Πληροφορούνται πότε θα γίνει κηδεία, γάμος ή βαφτίσι σε κάποιο χωριό κι έρχονται, οι κερατάδες, να κάνουν σκάνδαλα, όπως σήμερα. Στο Ντιχέμ υπάρχει μια μειοψηφία ταραχοποιών, πουλημένων στις νέες αυτές ιστορίες, που προσπάθησε μάλιστα με τη βία να βάλει ένα μαθητή του Έξαρχου στη θέση του δάσκαλου. Ο αγώνας κράτησε πολλούς μήνες και οι βουλγαρόφρονες σηκώθηκαν και πήγαν κι έστησαν πιο ψηλά στο βουνό ένα χωριό, το Σέλο (χωριό στα σλάβικα), που χρησιμεύει σήμερα για γενικό επιτελείο των περιπλανώμενων παπάδων τους.

Ακούσαμε υπομονετικά, δυο ώρες με το ρολόι, όλη την αφήγηση του παπά, πως οι κερατάδες του έκλεψαν το γάιδαρο και τις κατσίκες του, πως άρπαξαν την παπαδιά του και τη μαστίγωσαν, πως μάτιασαν όλα του τα παιδιά και πως, στο προσκύνημά του στο άγιο Όρος, παραλίγο να τον κουρέψουν βουλγάρικα ψαλίδια. Πονέσαμε κι εμείς μαζί του για όλα του τα πάθη. Τον συμπονέσαμε προπάντων για τη μοίρα του να ζει ανάμεσα σε βαρβάρους· όλες οι άλλες δοκιμασίες είναι παροδικές, τούτη δω όμως θα κρατήσει πολύ· γιατί παρόλες τις προσπάθειες του παπά και του δάσκαλου, οι χωριάτες εδώ δε δείχνουν διάθεση να φωτιστούν· με τους ξένους προσπαθούν να μιλήσουν ελληνικά, μεταξύ τους όμως χρησιμοποιούν μόνο τα σλάβικα. Η συζήτηση στράφηκε, όπως πάντα, στα αγαθά του πολιτισμού, στον Πύργο του Άιφελ και στο σιδηρόδρομο.

Ήταν παράξενη και συγκινητική η μακριά αυτή αφήγηση. Ο γέροντας αυτός, σλάβικης ράτσας και σχεδόν και γλώσσας, δεν ήταν από συμφέρον φυσικά που εξακολουθούσε να μένει στο λεηλατημένο του σπίτι και σ’ αυτό το χωριουδάκι, που ήταν πολύ φτωχό, για να μπορεί να του πληρώνει δεκάτη και εκκλησιαστικά τυχερά· δεν ήταν το συμφέρον που τον έκανε να μένει στο βάρβαρο τόπο. Δεν είχαμε ακόμη ξαναδεί παρόμοιο παράδειγμα της μυστηριακής αυτής δύναμης που, κυριεύοντας τους ανθρώπους, τους θέτει στην υπηρεσία του θρίαμβου της Ιδέας, παρόλες τις θεωρίες περί φυλών και καταγωγής, παρά τη γλώσσα, τις προλήψεις και τα αισθήματα που κληροδοτούνται από τους προγόνους.

Όταν όμως ο δάσκαλος θέλησε να μας αναπτύξει την ευγλωττία του, να μας εκθέσει τα ελληνικά δικαιώματα πάνω τη Μακεδονία… τον Αριστοτέλη… το Φίλιππο… εμείς προλάβαμε και πήραμε δρόμο πριν από την εκστρατεία του Αλέξανδρου.

***

Ο κατηφορικός δρόμος προς την Καστοριά δεν είναι παρά μια μακριά τσουλήθρα μέσα σε ραβδωτές πέτρες και σε αργιλόχωμα. Ούτε δάση ούτε σύδεντρα ούτε καν μοναχικά δέντρα. Ο τόπος τούτος την αξίζει την ελληνικότητά του· από φυσική άποψη είναι κιόλας καθαρά ελληνικός· τέτοια γύμνια δεν έχει ούτε ο Μοριάς. Στα πλευρά των βουνών απλώνονται οι “πεζούλες” των καλλιεργειών. Παντού όπου η πλαγιά δεν είναι κακοτράχαλη, τοιχώματα συγκρατούν με δυσκολία τους χωματοσωρούς που κατολισθαίνουν. Για να κρατηθεί ένα μέτρο γης, το έχουν υποστηλώσει σε πολλά σημεία, με δυο μέτρα λιθιά.

Στην κοίτη ενός ξεροπόταμου η σκιά μερικών πράσινων βαλανόδεντρων σκεπάζει το χωριό Μπάσκουρι. Τα άλογα και τα γαϊδούρια αλωνίζουν το σιτάρι στα υπαίθρια αλώνια. Οι χωρικοί τρέχουν να μας δουν και να μας κάνουν ερωτήσεις. Τα ελληνικά τα καταλαβαίνουν με δυσκολία και μιλούν σλάβικα· δηλώνουν όμως Έλληνες και ζητούν συγγνώμη που δεν είναι πιο φωτισμένοι. Φωνάζουν τα παιδιά που βγαίνουν από το σχολείο για να κάνουν τους διερμηνείς. Έρχεται κι ο παπάς κι ο δάσκαλος και τα παράπονά τους είναι τα ίδια με του Ντιχέμ: η ανασφάλεια του βουνού… οι αλβανοί ληστές… οι παπάδες του Έξαρχου.

Ο κάμπος της Καστοριάς που βλέπουμε από ψηλά, φαίνεται έρημος και ακαλλιέργητος μέχρι τις πρασινάδες που κυκλώνουν τη λίμνη· κάποια θερισμένα χωράφια χάνονται μέσα στις τούφες των γαϊδουράγκαθων. Μα γιατί οι Μπασκουριώτες δεν κατεβαίνουν από το βουνό και δεν πάνε να καλλιεργήσουν τα εγκαταλειμμένα αυτά χωράφια; Κοντά στην πόλη θα ήταν ήσυχοι από τους Αλβανούς και ο επίσκοπος της Καστοριάς θα τους έσωζε από τους βουλγαροπαπάδες. “Πώς φαίνεστε ότι είστε Ευρωπαίοι”, λέει ο δάσκαλος. Στον κάμπο όλα τα χωράφια ανήκουν στους μπέηδες και όλα τα χωριά είναι τσιφλίκια. Το βουνό είναι ελεύθερο· το Ντιχέμ, το Μπάσκουρι, η Όλιτρα, όλοι οι οικισμοί που φτιάχνουν στο νεκρό κάμπο μια ζώνη ζωής, έχουν παραμείνει ελεύθερα χωριά, ελευθεροχώρια, κεφαλοχώρια. Ο νικητής πήρε μετά την κατάκτηση την καλλιεργημένη γη. Το βουνό ήταν τότε γεμάτο δάση και μεγάλο μέρος του κατείχαν, όπως και σήμερα ακόμη, τα μοναστήρια. Ο μουσουλμάνος σεβάστηκε σχεδόν παντού τις βακουφικές ιδιοκτησίες. Οι χριστιανοί ξεχέρσωσαν το βουνό κι έφτιαξαν, με την ενίσχυση τοιχωμάτων, μερικά καλλιεργήσιμα χωράφια. “Όταν θα ξανάρθει εδώ ο ελληνισμός, τότε θα κατεβούμε”.

***

Από τον κάμπο της Καστοριάςvi αναδίνεται η ίδια θλίψη όπως κι από την κοιλάδα του Ελβασάν. Το μονοπάτι περνά στενό μέσ’ από τα γαϊδουράγκαθα, που πετιούνται ρωμαλέα και μας φτάνουν μέχρι τον αναβολέα. Οι καλλιέργειες αρχίζουν μόλις στα προάστια της πόλης, με τα περιβόλια, τα λιόφυτα και τα αμπέλια των χριστιανών. Η ίδια η πόλη είναι χτισμένη μέσα στη λίμνη, πάνω σ’ ένα βραχώδες ακρωτήριο.

Συντροφιές με τα κυριακάτικά τους βγαίνουν για το βραδινό περίπατο, Αρβανίτες με φουστανέλες και Έλληνες με ευρωπαϊκά “κουστούμια” και πολλοί Εβραίοι με έντονο το φυλετικό τους τύπο, τη γρυπή μύτη, τις στρουφουλιδωτές μπούκλες που σκεπάζουν τ’ αυτιά, τη μακριά συριακή ρόμπα και το φαρδύ ζωνάρι με τα ανάμεικτα χρώματα. Οι γυναίκες και τα κορίτσια περπατούν αργά κάτω από τα γούνινα καφτάνια τους· τα πόδια τους είναι γυμνά μέσα στα βαθυκόκκινα πασούμια τους, τα μάτια τους βαμμένα, το χαμόγελό τους γίνεται πιο πλατύ ακόμη από το κοκκινάδι και τα στήθια τους μόλις που τα σκεπάζει το μεταξένιο πουκαμισάκι. Έτσι στολισμένες, μοιάζουν να προσφέρονται στον πρώτο ξένο με το πρώτο τους χαμόγελο· οι Εβραίες της Καστοριάς γέμιζαν παλιότερα τα χαρέμια της Αλβανίας.

Όσο πλησιάζουμε στην πόλη, τόσο περισσότερα γίνονται τα περιβόλια. Αύριο είναι ημέρα Σαββάτου. Κάτω από τις ελιές οι Εβραίοι τραγουδούν στα ελληνικά· οι Εβραίες παράμερα χορεύουν ή καπνίζουν το ναργιλέ. Κέφι δύσπιστο, κέφι με σιγαστήρα, που σβήνει αμέσως στη θέα του χωροφύλακά μας.

Η Καστοριά δεν είναι καθόλου μεγάλη πόλη. Η εμπορική της σημασία που άλλοτε είχε προσελκύσει τους προγόνους αυτών των Εβραίων από τη Θεσσαλονίκη, έχει τώρα χαθεί· οι χωρικοί από τη γύρω ύπαιθρο δεν κάνουν πια από δω τις προμήθειές τους· το ταξίδι ώς τη Θεσσαλονίκη έχει γίνει εύκολο και το λαθρεμπόριο διαμέσου των ελληνικών συνόρων είναι σε έξαρση. Η μουσουλμανική αριστοκρατία, μπέηδες και πασάδες, κατεστραμμένη από τις αλβανικές επιδρομές και την ερήμωση του κάμπου, φυτοζωεί θλιβερά στα σαραβαλιασμένα κονάκια της. Το παζάρι είναι νεκρό· όλη η ντόπια παραγωγή εκπροσωπείται από ψάρια της λίμνης, μάλλινες κάπες και μερικά χοντροφτιαγμένα χαλιά.

Η μουσουλμανική συνοικία έχει μόνο διακόσια σπίτια· οι Εβραίοι, περισσότεροι, είναι γύρω στις 250-300 οικογένειες· στον αριθμό υπερτερούν οι Έλληνες· 1.000 με 1.200 σπίτια. Στην ουσία όμως εδώ κυριαρχούν οι Εβραίοι. Ο Ελληνισμός έχει αποδυναμωθεί από τις βλάχικες διχοστασίες. Όλα σχεδόν τα χριστιανικά σπίτια καταλαβαίνουν ή και μιλούν τα βλάχικα. Το βλάχικο κόμμα δε στρατολόγησε εδώ παρά 200-300 πιστούς· οι νοικοκυραίοι, από πεποίθηση ή από μόδα, είναι παντού ελληνόφρονες. Τα σχολεία έμειναν ελληνικά, παρά τους έντονους καυγάδες. Οι Βλάχοι όμως παίρνουν την εκδίκησή τους με εφορμήσεις στις σοδειές και στα κοπάδια, με γιουρούσια στα λιόφυτα, με απαγωγές κοριτσιών εύπορων οικογενειών, που τα παντρεύονται με ή δίχως παπά και κατόπιν ζητούν την προίκα τους. Όλοι οι μόρτες, οι σκανταλιάρηδες και οι σαματατζήδες της χριστιανικής κοινότητας δηλώνουν Βλάχοι· είναι ένας τίτλος που ο τούρκος έπαρχος τον σέβεται και που διασφαλίζει στις προκείμενες περιπτώσεις σχεδόν πλήρη ατιμωρησία.

Οι Εβραίοι αντίθετα, σε μια αδελφική ενότητα μεταξύ τους, εργάστηκαν χωρίς σταματημό για το ξεζούμισμα του μουσουλμάνου. Οι πατεράδες τους ή οι παππούδες τους ήρθαν από τη Θεσσαλονίκη στις αρχές του αιώνα. Ήσαν ράτσας σπανιόλικης· τα ισπανικά αποτελούν ακόμη τη μητρική γλώσσα των γερόντων και των παλιών οικογενειών. Μέσα σε μισόν αιώνα έβαλαν στο χέρι όλη την περιουσία της Καστοριάς με τα συνηθισμένα μέσα, δανεισμό χρημάτων, προαγορές εμπορευμάτων ή σπόρου, υποθήκες. Ύστερα όμως από την πρώτη αυτή γενεά ήρθε μια δεύτερη, που φαίνεται να θέλει να ριζώσει στον τόπο, να μετατρέψει τον πλούτο της σε έγγεια αγαθά, σε αμπέλια, σε μποστάνια, σε λιόφυτα.

Πράγματι, όσον καιρό η μουσουλμανική αριστοκρατία διατηρούσε τον πλούτο της, όλος ο τόπος δούλευε για τους Εβραίους. Μέσα στον αγροτικό αυτό πληθυσμό, η έλλειψη προβλεπτικότητας των μπέηδων έδινε πολλές ευκαιρίες στους χειριστές ρευστού χρήματος. Όλα τα έσοδα έρχονταν σε είδος. Στο τέλος της συγκομιδής οι μπέηδες, αφού έβαζαν κατά μέρος τις προμήθειές τους για όλο το χρόνο, ξεφορτώνονταν όλο το υπόλοιπο στην πρώτη κουδουνιστή προσφορά. Σε μερικές μέρες είχαν ξοδέψει το ρευστό αυτό σε ψιλικά, σε μπιμπελό, σε κεντητές σέλες, σε πλουμιστά άρματα, σε άλογα και σε χαλιά· κι ο Εβραίος ξαναρχόταν στα λεφτά του. Έρχονταν τα ανοιξιάτικα ραμαζάνια, οι νύχτες που το παζάρι μετά τον ολοήμερο ύπνο ανοίγει με τα φανάρια του να λαμποκοπούν και τις ευρωπαϊκές φτηνοπραμάτειες του να αστραποβολούν, απλώνοντας τα φανταχτερά υφάσματα και βάζοντας σε πειρασμό την κοκεταρία των γυναικών και τη λαιμαργία των παιδιών – ο καλός Τούρκος δεν αρνιέται τίποτα στις γυναίκες του ούτε στα παιδιά του, όταν πλησιάζει το Μπαϊράμι. Ένα δάνειο από τον Εβραίο ικανοποιούσε όλα αυτά τα καπρίτσια· είχε όμως δεσμευτεί και προφαγωθεί έτσι ένα μέρος από τη σοδειά της επόμενης χρονιάς. Αφήστε το χρόνο να κάνει τη δουλειά του, τις σοδειές να έρχονται κι να φεύγουν, άλλη καλή άλλη κακή, μια χρονιά ξηρασίας να πλακώνει άξαφνα ή μια επιδρομή Αλβανών· τότε ο μουσουλμάνος χρεώνεται, βάζει υποθήκη τη γη του, χώνεται κάθε μέρα και πιο πολύ ώς το λαιμό στα χρέη· το χωράφι πέφτει στα χέρια του Εβραίου όπως και τα καλά σπίτια της πόλης, στο νότιο μέρος του βράχου, που είναι προφυλαγμένο από τους βοριάδες.

Τότε ο κατεστραμμένος μουσουλμάνος παίρνει των ομματιών του και φεύγει από την πόλη. Οι κολίγοι του που συχνά τους συγκρατούσε με τη βία, στηριγμένος στην υποστήριξη της εξουσίας, διασκορπίζονται στα ελεύθερα χωριά. Τα έσοδα του Εβραίου κατεβαίνουν στο μηδέν. Πρέπει κάτι να γίνει. Ένα μέρος επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη. Άλλοι, αντίθετα, υποτάσσονται στις καινούργιες ανάγκες και καλλιεργούν μοναχοί τους τα χωράφια τους.

Η Καστοριά παρουσιάζει έτσι το σπανιότατο φαινόμενο μιας εβραϊκής αγροτικής κοινότητας. Στην πραγματικότητα, ο αριθμός των γεωργών αυτών δεν είναι ακόμη μεγάλος και έχουν επιδοθεί σε μια καλλιέργεια που γειτνιάζει με τη βιοτεχνία. Δεν έχουν ακόμη βάλει στο χέρι το αλέτρι· ασχολούνται με την κηπουρική ή με τις λεπτές μέριμνες που απαιτεί το αμπέλι και η ελιά· σχεδόν δουλειά μαστόρου. Το πρώτο όμως αυτό βήμα έξω από τις παραδοσιακές απασχολήσεις της φυλής τους θα τους οδηγήσει ίσως και σε άλλες αλλαγές.

Η εβραϊκή αυτή κοινότητα είναι άξια προσοχής. Ριζώνοντας στη γη, μοιάζει να απέκτησε ένα πρώτο ίχνος πατριωτισμού, φυλετικού πατριωτισμού, όπως είναι ο πατριωτισμός όλων των βαλκανικών κοινοτήτων. Ήδη μερικοί Εβραίοι ονειρεύονται και συζητούν κάποιο εθνικό μέλλον. Όχι πως ο ζυγός του Τούρκου τους καταθλίβει όπως τους Χριστιανούς, και ζητούν την απολύτρωσή τους· καθόλου δεν θεωρούν τους εαυτούς τους καταπιεζόμενους. Ούτε φυσικά φοβούνται τον ερχομό του Ελληνισμού και την προσάρτηση στην Ελλάδα δεν την θεωρούν καθόλου αξιόκλαυστη κακοτυχία· μιλούν ελληνικά, φοιτούν στα ελληνικά σχολεία και, ευκατάστατοι οι ίδιοι, συμπορεύονται με τους ευκατάστατους Έλληνες εναντίον των Βλάχων… Η τύχη όμως διέπει τα πάντα και μυστήριες είναι οι βουλές του μέλλοντος. Πού ξέρεις, όταν φύγει ο Τούρκος και οι ευρωπαϊκές αντιζηλίες δεν αφήσουν ούτε τον Έλληνα ούτε το Σλάβο ούτε τον Αυστριακό να εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη, αποκλείεται να διαμορφωθούν οι συνθήκες για τη σύσταση ενός εβραϊκού κράτους γύρω από την πρωτεύουσα αυτή; Όλες οι πόλεις της νότιας Μακεδονίας έχουν εβραϊκή παροικία· καταρχήν η Θεσσαλονίκη, όπου ως προς τον αριθμό και τον πλούτο είναι οι κύριοι, με 15.000 – 20.000 σπίτια· ύστερα η Βέροια, τα Σέρβια, η Καστοριά· φτάνουν μάλιστα μέχρι την Ήπειρο, το Μέτσοβο και τα Γιάννινα. Ο συνολικός τους αριθμός ξεπερνά τις εκατό χιλιάδες και ο αριθμός αυτός διπλασιάζεται, αν προστεθούν και οι εξισλαμισθέντες Εβραίοι, οι Μαμίν. Οι Μαμίν αναγνώρισαν κάποτε τον προφήτη, για να σώσουν α λεφτά τους. Και ως Μουσουλμάνοι όμως διατήρησαν τα ήθη και το πνεύμα της φυλής τους· μεγάλοι τοπικιστές, οικονόμοι έως φιλάργυροι, έχουν γίνει οι πλουσιότεροι Μακεδόνες… Οι Εβραίοι αυτοί είναι πελάτες της Γαλλίας. Στέλνουν τα παιδιά τους στα δικά μας λύκεια, της Μασσαλίας και του Παρισιού. Υπολογίζουν στη γαλλική υποστήριξη. Ο Πύργος του Άιφελ και η παγκόσμια Έκθεση (δ) μας ξανάδωσαν το αλλοτινό κύρος… Θα ξαναχτιστεί άραγε κάποτε στη Θεσσαλονίκη ο ναός του Σολομώντα;

Ζήσαμε πολύ λίγο στην ελληνική κοινότητα της Καστοριάς. Τα διαβατήριά μας δεν ήσαν εντάξει. Στο Μοναστήρι τα είχε ρυθμίσει όλα η επέμβαση του Απόστολου Μαργαρίτη. Εδώ, χωρίς καμιά γνωριμία και χωρίς πρόξενο, μπορούσαμε να πέσουμε στα νύχια κάποιου σχολαστικού ή πειναλέου έπαρχου. Κι ύστερα από την περίφημη συνωμοσία, την ελληνική κοινότητα την έχουν σε κακό μάτι. Η υπόθεση είναι γνωστή· βρέθηκε στου έλληνα πρόξενου μια κασέλα, που είχε μέσα ολόκληρο το σχέδιο μιας ενδεχόμενης συνωμοσίας. Ο Έλληνας έλπιζε να βρει συστασιώτες ανάμεσα στους φαλιριμένους μπέηδες και πασάδες του μουσουλμανικού μαχαλά· είχε υπολογίσει από πριν το ποσό που θα καταλάγιαζε τις αναστολές του καθενός.

Έλληνες παπάδες και αγωγιάτες μας έκαναν επίσκεψη, με την πρόφαση κάποιας ιατρικής συμβουλής. Υπολόγιζαν στις γνώσεις μας, για να γιατρέψουμε ένα παλιάλογο, που το είχαν ματιάσει οι Βλάχοι και που, παρόλες τις προσπάθειές μας ψόφησε μέσα σ’ ένα σπαραξικάρδιο επιθανάτιο ρόγχο. Το ξεσέλωσαν για πρώτη φορά ύστερα από εβδομάδες, ίσως και μήνες. Το έσυραν απ’ το κεφάλι μέχρι την άκρη της λίμνης. Ένας Αρβανίτης πρόσεξε ότι τα πέταλα μπορούσαν ακόμη να χρησιμέψουν και τα ξεκόλλησε. Ένας Εβραίος του έκοψε την ουρά. Το υπόλοιπο εγκαταλείφθηκε στη διάθεση των αλητόσκυλων της μουσουλμανικής συνοικίας.

Βιβλιογραφικές σημειώσεις

α) Για την παιδεία τη Φλώρινα βλ. Στεφ. Ι. Παπαδοπούλου, Εκπαιδευτική δραστηριότητα, σ. 152.

β) Στεφ. Ι. Παπαδοπούλου, ένθα ανωτ., σ. 167.

γ) Ελευθ. Νικολαΐδου, Προπαγάνδες, σ. 109 (όπου αναφέρονται οι ταραχές της περιοχής).

δ) Ανδρ. Συγγρού: Απομνημονεύματα, εν Αθήναις 1908, τ. 2ος, σ. 117.

iΝίτσε: Η βορειότερη κορυφογραμμή του όρους Βόρας.

iiΠαραπόταμος το Αξιού.

iiiΝέρετσκα: Βουνό στα δυτικά της Φλώρινας. Είναι το νότιο μέρος του όρους Βαρνούς, που καλύπτει την περιοχή μεταξύ Πρεσπών και Μοναστηρίου – Φλώρινας. Το Περιστέρι αποτελεί την ψηλότερη κορυφή του.

ivΠλάνινα: Οροσειρά τα σλάβικα.

vΣτρατός της Σωτηρίας, Salvation Army: (Ιδρυτής του ο Γουλ. Μπουθ). Ιεραποστολή με οργάνωση στρατιωτική και σκοπό τη σωτηρία. Στις τάξεις του δεχόταν Χριστιανούς όλων των εκκλησιών αλλά και αλλόθρησκους. Έμβλημά του ήταν ο ηθικός τρόπος ζωής και όχι η πίστη.

viΚαστοριά: Με το άρθρο 6 της συνθήκης του αγίου Στεφάνου η Καστοριά περιήλθε στη βουλγαρική ηγεμονία. Οι διατάξεις του άρθρου ακυρώθηκαν με τη συνθήκη του Βερολίνου. 

ΠΗΓΗ: Victor Bérard, Τουρκία και ελληνισμός. Οδοιπορικό στη Μακεδονία. Έλληνες – Τούρκοι – Βλάχοι – Αλβανοί – Βούλγαρο – Σέρβοι. μετάφραση: Μ. Λυκούδης. εισαγωγή – σχόλια: Θ. Πυλαρινός. Εκδόσεις Τροχαλία 1987

Ο Βικτόρ Μπεράρ (Victor Bérard, Μορέζ 1864- Παρίσι 1931) ήταν Γάλλος πολιτικός, διπλωμάτης και ελληνιστής, οπαδός της ριζοσπαστικής σοσιαλιστικής Αριστεράς. Το 1920 εξελέγη γερουσιαστής. Είναι κυρίως γνωστός για τη μετάφραση της Οδύσσειας του Ομήρου στα γαλλικά, αλλά και της προσπάθειάς του να πραγματοποιήσει το ταξίδι του Οδυσσέα, με τη βοήθεια ενός δικού του σύγχρονου πλοίου και των περιγραφών του Ομήρου. Ο Μπεράρ – όπως σημειώνει ο Θ. Πυλαρινός – ήταν γνώστης του Ανατολικού ζητήματος, γνώριζε τη σημασία της Μακεδονίας, κατανοούσε ότι το πρόβλημα δεν ήταν μόνο “υλικό” αλλά και ηθικό. Διέβλεπε ότι επίκειται η μέρα του “ξεκαθαρίσματος”, όπως αποκαλεί τα γεγονότα που επακολούθησαν και αποκορυφώθηκαν στους Βαλκανικούς πολέμους. Η σχέση του με τον ελληνισμό, η έμμεση φιλοδοξία του να συμμετάσχει στη διαμάχη αυτή  και να ασκήσει επιρροή με το βιβλίο του, τον ώθησαν στο ταξίδι του στη Μακεδονία… Τον Ιούλιο του 1892 αναφέρει ότι επισκέφθηκε τα ελληνικά μέρη στη διάρκεια των τριών χρόνων που πέρασε στην Ανατολή. Η διάρκεια των τριών ετών καλύπτει το χρονικό διάστημα 1890 έως 1892… Πάντως πρέπει να δεχθεί κανείς κάποιες φιλελληνικές διαθέσεις του Μπεράρ και όχι φιλελληνισμό του. Κάποιες φιλελληνικές θέσεις του αποτελούν απόρροια της αρχαιομάθειας και της αρχαιολατρείας του.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

Related Posts