Ο παιδαγωγός Μίλτος Κουντουράς, διευθυντής του Διδασκαλείου Θηλέων, και η κοινωνία της Θεσσαλονίκης
Share this
Πηγή φωτογραφίας: www.facebook.com
- Δήμητρα Αγγελίδου
Το τριτάξιο Διδασκαλείο θηλέων στη Θεσσαλονίκη ιδρύθηκε με βάση το Ν.Δ 381/1914 και λειτούργησε από το 1915 για τις ανάγκες της απελευθερωμένης Μακεδονίας. Στο διδασκαλείο φοιτούσαν μαθήτριες που είχαν τελειώσει εξάχρονο δημοτικό και το τριτάξιο Ανώτερο Παρθεναγωγείο. Ήταν τότε το μόνο ίδρυμα που πρόσφερε ανώτερη μόρφωση στις νέες της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης, το ίδρυμα που ικανοποιούσε τους πόθους και τις ελπίδες της «να διδάσκονται (αι νέαι) πως να γίνουν καλαί διδασκάλισσαι, ενάρετοι σύζυγοι και χρησταί μητέρες καθοδηγούσαι τα μέλη της οικογενείας των εις την οδόν της πατροπαράδοτου αρετής».
Ήταν φυσικό να γίνει το Διδασκαλείο την εποχή εκείνη το καμάρι της «καλής»κοινωνίας· μια επιτροπή που αντιπροσώπευε αυτή τη κοινωνία, ανέλαβε να συμπαραστέκεται στο διευθυντή του. Από το 1925 το Διδασκαλείο λειτούργησε ως εξατάξιο. Έπειτα από εισιτήριες εξετάσεις εισάγονται οι απόφοιτες εξαταξίου δημοτικού και με κρατική επιχορήγηση προσφέρεται σ’ όλες μια υποτροφία 300 δραχμές το μήνα. Τότε άλλαξε η κοινωνική του σύνθεση και τροποποιήθηκαν οι εκπαιδευτικοί του στόχοι.

Αν και είναι πια καθαρά επαγγελματικό η λειτουργία του δεν διαφέρει σε τίποτα από τον τρόπο που λειτουργούσαν τότε τα σχολεία: κέντρο της σχολικής ζωής ήταν ο δάσκαλος, βαθμός επιτυχίας του η απόλυτη πειθαρχία και επιδιωκόμενος σκοπός η γνώση. Καμιά επικοινωνία ανάμεσα στο δάσκαλο και το μαθητή, καμιά ευαισθησία του δασκάλου για τον ψυχικό κόσμο του παιδιού και για το περιβάλλον του. Ήταν ένα σύστημα που δε λάβαινε υπόψη τα πορίσματα της παιδαγωγικής, τις εμπειρίες της διδακτικής μεθόδου και τα συμπεράσματα της έρευνας της ψυχολογίας σχετικά με το παιδί και τον έφηβο. Σύστημα που δεν το τάραξαν οι νέες κοινωνικές επιταγές, αυτές που δημιουργήθηκαν με την απελευθέρωση της Μακεδονίας, τον πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο και τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922. Η ανεδαφική εκπαίδευση με τα πενιχρά αποτελέσματά της δεν ανησυχούσε την Πολιτεία.
Ωστόσο δεν έλειψαν εκείνοι που αγωνίζονταν για μια εκπαίδευση ανανεωμένη και ανθρώπινη όπως την επιδίωκε ο “Εκπαιδευτικός όμιλος” μέλος του οποίου ήταν ο παιδαγωγός Μίλτος Κουντουράς. Η πίστη του Μίλτου Κουντουρά στην ανάγκη της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης εδραιώθηκε και όταν ως υπότροφος του κράτους (1924-1927) παρακολούθησε τα παιδαγωγικά συστήματα στη Γερμανία. Επέστρεψε με την ελπίδα να δει υλοποιημένη μια παιδαγωγική που τη στήριζε σε συγκεκριμένες ανανεωτικές βάσεις. Με τη μετάθεση του Μ.Κ. στο Διδασκαλείο συγκρούστηκαν δυο κόσμοι. Δεν υπήρχαν περιθώρια συμβιβασμού ανάμεσα στους στόχους και τον παραδοσιακό τρόπο λειτουργίας του σχολείο με τις παιδαγωγικές αρχές του Μ.Κ. ο νέος διευθυντής θεωρούσε βασική προϋπόθεση της λειτουργίας του σχολείου την εργασία χωρίς καταναγκασμό με σκοπό τη μόρφωση, μια μόρφωση πλατιά που να ξεφεύγει από τη χρησιμοθηρική μετάδοση γνώσεων.

Ως διευθυντής του Διδασκαλείου οργάνωσε τη σχολική ζωή όπως αναλύεται παρακάτω:
Α. Το σχολείο λειτούργησε τις πρωινές ώρες 8 π.μ. – 2 μ.μ. σύμφωνα με το Αναλυτικό και Ωρολόγιο Πρόγραμμα της εκπαιδευτικής νομοθεσίας αλλά με μερικές παρεκκλίσεις. Συνέπτυξε τις ώρες π.χ. της Ψυχολογίας σε συνεχή δίωρα ή τρίωρα που επιφανειακά ήταν ασήμαντη αλλά έδινε τη δυνατότητα να αναπτυχθούν τα διδακτέα θέματα σφαιρικά σύμφωνα με τις αρχές της ενιαίας συγκεντρωτικής διδασκαλίας για να μην κατακερματίζεται η γνώση και για να υπάρχει χρόνος ώστε να ακολουθεί εποικοδομητική συζήτηση.
Β. Το απόγεμα το σχολείο λειτούργησε ελεύθερο από τον περιορισμό των νομοθετημένων προδιαγραφών μ τις ομάδες εργασίας. Η τάξη χωριζόταν σε ομάδες. Κάθε ομάδα αναλάβαινε σε τακτό από τον καθηγητή χρόνο να αναπτύξει στην τάξη θέμα είτε της ύλης που όριζε το αναλυτικό πρόγραμμα είτε θέμα σχετικό με τα γεγονότα της καθημερινής ζωής, όπως έγινε με την επίσκεψη του Κ. Παλαμά στη Θεσσαλονίκη, το θάνατο του Ψυχάρη, τις επιτυχίες του Ιταλού φυσικού Μαρκόνι, το έργο της Αγγελικής Χατζημιχάλη κ.ά. Βοηθήματα για τις εργασίες αυτές χρησιμοποιούσαν οι μαθήτριες εκτός από τα σχολικά εγχειρίδια τα βιβλία της βιβλιοθήκης που ήταν απόλυτα προσιτή. Με την αλλαγή τρόπου εργασίας έγινε αλλαγή τρόπου σχολικής ζωής. Μετατοπίστηκε το κέντρο: ο δάσκαλος έγινε βοηθός και το παιδί ερευνητής. Συνέπεια να είναι η έδρα περιττή, ένα απλό τραπέζι την αντικατέστησε, και για να ευκολύνεται η συζήτηση άλλαξαν θέση και τα θρανία – σχημάτιζαν ένα Π – ή αντικαταστάθηκαν με τραπεζάκια. Με το σύστημα αυτό τη θέση της παθητικής γνώσης πήρε η αυτενέργεια, ο βαθμοθηρικος ανταγωνισμός των παιδιών μεταβλήθηκε μέσα στην ομάδα σε συνεργασία και ο χαρακτηρισμός της επίδοσης με βαθμούς κάθε μαθήτριας αντικαταστάθηκε με τη γνώμη που έγραφε ο καθηγητής στο ατομικό της δελτίο.
Γ. Για να ενεργοποιήσει τις έμφυτες ικανότητες κάθε παιδιού καθιέρωσε ελεύθερη επιλογή μαθημάτων. ένα απόγεμα την εβδομάδα παρακολουθούσαν οι μαθήτριες ανάλογα με τα ενδιαφέροντά τους μαθήματα γραφομηχανής, στενογραφίας, υφαντικής (είχε στηθεί αργαλειός), κεντήματος, χρήση ραπτομηχανής, πρώτων βοηθειών κ.ά. Με τις ομάδες ειδικοτήτων, όπως τις αποκαλούσαν, δημιουργήθηκαν τάξεις ανεξάρτητα από την ηλικία με γνώμονα την κλίση και την επίδοση κάθε μιας. Ο Μ.Κ. δεν πρόφτασε να τις διαμορφώσει οριστικά ούτε να καταλήξει σε συμπεράσματα. Ο χρόνος ήταν λίγος και οι αντιπερισπασμοί μεγάλοι. Ο Α. Δελμούζος έγραψε “αν του έμενε καιρός θα έστηνε ένα έργο με πολλή γενικότερη σημασία”. Παράλληλα συστήθηκε ορχήστρα 40 οργάνων – το σχολείο διέθετε αρμόνιο – και χορωδία που είχαν ουσιαστική συμβολή στη ζωή του σχολείου. Κάλυπταν όλες τις εκδηλώσεις του (θεατρικές παραστάσεις, γυμναστική, εκδρομές) αλλά και η χορωδία κάθε τάξης δημιουργούσε κατανυκτική ατμόσφαιρα την ώρα της πρωινής προσευχής με ύμνους θρησκευτικούς, όπως του Γκουνώ και του Σούμπερτ, το “Ave Maria”, ύμνους του Μπαχ, του Μέντελσον κ.ά. Ομάδα θεάτρου δεν υπήρχε. Όλα τα παιδιά έπρεπε να ασχολούνται με το θέατρο. πίστευε ο Μ. Κουντουράς ότι οι δημιουργικές δυνάμεις των νέων βρίσκουν τον τρόπο να γνωρίσουν με τη θεατρική έκφραση στο οριοθετημένο σκηνικό την ομορφιά και την αλήθεια του μεγάλου κόσμου. Η θεατρική παράσταση έγινε σιγά-σιγά τρόπος και στόχος εργασίας, έγινε μέθοδος μελέτης ατομικής ή συλλογικής (πρόγραμμα, σκηνοθεσία, σκηνογραφία). Θεατρικές παραστάσεις γινόταν πολύ συχνά εκτός από τις καθιερωμένες των Χριστουγέννων και της 25ης Μαρτίου. Παρουσίαζαν πρωτότυπα έργα από τη νεοελληνική παράδοση, όπως ‘η θυσία του Αβραάμ”, δραματοποιούσαν υπόθεση διηγημάτων των ‘νεοελληνικών Αναγνωσμάτων’, όπως “Ένα μικρό λάθος” του Ι. Πολυλά, και έδιναν ιδιαίτερη σημασία στην καλή απαγγελία δημοτικής ή έντεχνης ποίησης. Μορφωτικό μέσο αγωγής ήταν και η ζωγραφική. Φρόντιζε Μ.Κ. το μάθημα της Ιχνογραφίας να γίνεται από δόκιμους ζωγράφους, όπως το Ν. Κεσσανλή, τη Ζ. Τζαμαρέλα, την κ. Ζήφακα και με υπόδειξη του οι μαθήτριες παράγγειλαν στον εκδοτικό οίκο Zeeman της Λιψίας reproductions έργων μεγάλων ζωγράφων. Έτσι έμαθαν όλα τα παιδιά τις ευρωπαϊκές σχολές ζωγραφικής και τους μεγάλους ζωγράφους. έμαθαν να “διαβάζουν” κάθε πίνακα και η απόδοση του θέματος πολλών σε tableaux vivants στις σχολικές παραστάσεις να είναι τέλεια.
Οι μαθήτριες ήταν πάντα ενημερωμένες για τις έκτακτες εκδηλώσεις του σχολείου. Στη γραφομηχανή και τον πολύγραφο μια ομάδα, εκτός από τα δανειστικά και τα συνοδευτικά δελτία των βιβλίων της βιβλιοθήκης, τύπωνε και μοίραζε τα προγράμματα των θεατρικών παραστάσεων, των εκδρομών, του αποκριάτικου χορού κ.ά.
Δ. Σ’ όλη τη δραστηριότητα, την ομορφιά και τη χαρά που είχε δημιουργηθεί, θέμα πειθαρχίας δεν υπήρξε ποτέ. Στην απογευματινή συγκέντρωση της Πέμπτης όλα τα παιδιά με τη βοήθεια των καθηγητών αποφάσιζαν για τις ανάγκες της καθημερινής ζωής του σχολείου. Έκαναν τον απολογισμό της εργασίας της εβδομάδας που πέρασε, κριτική για τη συμπεριφορά των παιδιών, για την καθαριότητα, τη διακόσμηση (πίνακες ζωγραφικής, γλάστρες κλπ.) και προγραμμάτιζαν την εργασία της επόμενης εβδομάδας. Ακολουθούσαν ανακοινώσεις για την κίνηση της βιβλιοθήκης, για την πνευματική κίνηση της πόλης (εκδηλώσεις μουσικής,εκθέσεις ζωγραφικής, διαλέξεις, θεατρικές παραστάσεις) και για τις σημαντικές εκδόσεις.
Μετά τις ανακοινώσεις μια μαθήτρια διάβαζε μελέτη ατομική η ομαδική με θέμα από την ελληνική λογοτεχνία και ακολουθούσε κριτική της μελέτης και συζήτηση. Στο τέλος – η ώρα πια περνούσε – για να ξεκουραστούν άκουγαν κλασική μουσική Μπαχ, Μπετόβεν, Σεν-Σαν, Σοπέν κ.ά. από μια πλούσια συλλογή δίσκων γραμμοφώνου που διέθετε το σχολείο. Στη συγκέντρωση αυτή όλες μαζί οι μαθήτριες, ανεξάρτητα από ηλικία και τάξη, αποτελούσαν ένα σύνολο. Παρακολουθούσαν, συζητούσαν και ικανοποιημένες έβλεπαν να γράφεται η γνώμη της κάθε μιας στα Πρακτικά. Η συγκέντρωση της Πέμπτης ήταν ο καθρέφτης της ζωής του σχολείου.
Ε. Ένας άλλος στόχος του Μίλτου Κουντουρά ήταν να γκρεμίσει τα ψηλά τείχη που απομόνωναν τη ζωή του σχολείου από τον εξωτερικό κόσμο, γιατί πίστευε πως η αγωγή πρέπει να είναι κοινωνική, ότι ο μαθητής ανήκει στην κοινωνία, μεγαλώνει μέσα σ’ αυτήν και γι’ αυτήν. Στο αναγνωστήριο υπήρχαν τεύχη του περιοδικού Τύπου της Αθήνας και Θεσσαλονίκης: ο “Νουμάς” του Δ. Ταγκόπουλου, η “Νέα Εστία” του Γρ. Ξενόπουλου, τα “Ελληνικά Γράμματα” του Κ. Μπαστιά, η “Αναγέννηση” του Δ. Γληνού, ο “Γρηγόριος Παλαμάς” έκδοση της Ι. Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, η “Διάπλαση των Παίδων” του Γρ. Ξενόπουλου, όλα τα περιοδικά ετερόκλιτου προσανατολισμού, γιατί ήθελε να είναι ενημερωμένος ο μαθητής, ήθελε να τον βοηθήσει να διαμορφώσει προσωπικότητα ανεξάρτητη και ελεύθερη.

Υπήρχε ακόμη στο αναγνωστήριο μια ημερήσια εφημερίδα. Ο ίδιος δίδαξε στα παιδιά όλου του σχολείου πώς γίνεται η σελιδοποίηση των εφημερίδων ανάλογα με τα πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά, φιλολογικά θέματα. Παρακολούθησε το σχολείο μια θεατρική παράσταση της Κοτοπούλη με το έργο “Μάκβεθ’ του Σαίξπηρ και επισκέφθηκε μια έκθεση ζωγραφικής που για κακή τύχη είχε ανάμεσα στους άλλους πίνακες και έναν με σπουδή γυμνού. Μ’ αυτή την αφορμή άρχισε μια ανίερη επίθεση εναντίον του Κουντουρά από μια μερίδα του Τύπου και από τον άμβωνα που σιγά-σιγά πήρε χαρακτήρα κομματικό.
Η κρίση σοβούσε από καιρό και είχε αρχίσει από το σύλλογο των καθηγητών. Μερικοί συνεργάτες του αδυνατούσαν να συμμορφωθούν με το νέο σύστημα εργασίας, άλλοι να αντιμετωπίσουν την εξαντλητική εργασία που απαιτούσε ο τρόπος λειτουργίας του σχολείου και άλλοι διαφωνούσαν. τρεις από αυτούς – είναι γνωστά τα ονόματα, ο βίος και η πολιτεία τους – συνεργάστηκαν κρυφά με τη Σχολική Επιτροπή, η οποία έστειλε στο Υπουργείο Παιδείας μιαν αναφορά ζητώντας να απομακρυνθεί ο διευθυντής του Διδασκαλείου από τη θέση του. Την ίδια αναφορά φρόντισαν παράλληλα να την δημοσιεύσουν στον ημερήσιο Τύπο. Τα μέλη της Σχολικής Επιτροπής που υπέγραψαν την αναφορά και όσοι από την κοινωνία της Θεσσαλονίκης και της άλλης Ελλάδας συμμερίστηκαν τις απόψεις τους αντέδρασαν με πείσμα.
Η απόπειρα να εκσυγχρονιστεί η εκπαίδευση με νέα πρότυπα και νέες αξίες ήλθε σε σύγκρουση με τις παραδοσιακές αξίες και η εδραιωμένη κοινωνική τάξη δεν είχε ή δεν θέλησε να έχει την ευλυγισία να συλλάβει την ανάγκη της αλλαγής. Είδε μόνο απειλητικές συνέπειες επικίνδυνες και κατηγόρησε το Μ.Κ. για αντεθνική δραστηριότητα (μαλλιαροκομμουνισμό), αθεΐα, έκλυση ηθών κ.ά. Χωρίς καμία πρωτοτυπία διατυπώθηκαν οι ίδιες κατηγορίες που είχαν εκτοξευτεί και στα “Αθεϊκά” του Βόλου το 1908-1910 και στα “Μαρασλειακά” το 1925. Βρέθηκαν φυσικά πολλές αφορμές να πλουτίσουν την αρθρογραφία των εφημερίδων. Πρώτα η δημοτική γλώσσα το γραπτό και στον προφορικό λόγο που είχε καθιερώσει ο Κουντουράς ήταν ο πιο εύκολος στόχος και η απήχηση εξασφαλισμένη.

Στη γυμναστική οι μαθήτριες φόρεσαν μαύρες φαρδιές “βράκες” με λάστιχο στη μέση και κάτω από τα γόνατα, όπως και κόκκινες γραβάτες στις μαύρες ποδιές. Κάποιοι ανακάλυψαν ότι στη βιβλιοθήκη υπήρχε το βιβλίο του Φρ. Νίτσε “Τάδε έφη Ζαρατούστρας” που διάβαζαν οι μαθήτριες, και εκτόξευσαν ως ύβρη εναντίον του τα ονόματα Γερμανών παιδαγωγών, του Wineken κ.ά. Σήμερα μ’ ένα ειρωνικό μειδίαμα διαβάζουμε ό,τι τότε είχε συγκλονίσει την κοινωνία της Θεσσαλονίκης και της άλλης Ελλάδας. Οι γονείς των παιδιών αντέδρασαν στην κακοπροαίρετη επίθεση με δημοσιεύματα.
Με τη διαίσθηση της αγάπης τους ήξεραν καλύτερα από κάθε άλλον ότι το σχολείο του Κουντουρά κάλυπτε τις ψυχικές και πνευματικές ανάγκες των παιδιών τους, είχε γίνει το κέντρο της ζωής τους. Ποια αγωγή μπορούσε να ‘ναι πιο αποτελεσματική; Οι μαθήτριες έκπληκτες και αγανακτισμένες συσπειρώθηκαν γύρω από το διευθυντή τους που ατάραχος, τουλάχιστον φαινομενικά, εξακολουθούσε να εργάζεται, όπως πάντα. Ο Εκπαιδευτικός Σύμβουλος Γ. Παλαιολόγος που έκανε ανακρίσεις υπέβαλε στο Υπουργείο Παιδείας πόρισμα απαλλακτικό. Ο Γεώργιος Παπανδρέου, υπουργός τότε Εθνικής Παιδείας, όταν επισκέφθηκε το σχολείο είπε χαρακτηριστικά: “Εδώ δημιουργείται η Μεγάλη Ελλάς” και ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος: “Ο Κουντουράς περιποιεί τιμήν εις την πόλιν της Θεσσαλονίκης”.

Η προτομή του Κουντουρά είναι φτιαγμένη από μπρούτζο. Βρίσκεται στην συμβολή των οδών Φιλίππου Αγίας Σοφίας και Δελμούζου έξω από το Πειραματικό Σχολείο Θεσσαλονίκης, απέναντι από την προτομή του Αλέξανδρου Δελμούζου.
Η Πολιτεία φάνηκε πως τίμησε τον Μίλτο Κουντουρά, Τον προήγαγε σε Εκπαιδευτικό σύμβουλο του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Στην πραγματικότητα νίκησε η αντίδραση. Κανείς από τους συκοφάντες του δεν απολογήθηκε ούτε τιμωρήθηκε, ενώ αυτός απομακρύνθηκε από την ενεργό υπηρεσία. Σ’ ένα σημείωμά του έγραψε: “Όταν κατέβηκα στην Αθήνα ήμουν σαν ορφανός, όλοι οι άνθρωποι ήταν δυστυχισμένοι αφού δεν ήταν δάσκαλοι, κι εγώ πια ήμουν απ’ όλο τον κόσμο ο πιο δυστυχισμένος αφού είχα για πάντα χάσει τα αγαπημένα μου παιδιά…”. Έτσι τον αντάμειψε η Πολιτεία.
Μια καλή τύχη απόθεσε στον Μίλτο Κουντουρά να υλοποιήσει ελπίδες πολλών γονέων για μια εκσυγχρονισμένη εκπαίδευση· όμως υπερίσχυσε η αντίδραση και ανέκοψε το έργο του. Έχασε ο ελληνικός κόσμος το δάσκαλο που στην κατάλληλη θέση θα μόρφωνε ορθά πολλές γενεές δασκάλων κι εκείνοι με τη σειρά τους θα δημιουργούσαν ομαλά μιαν υποδομή ανθρώπων ώριμων να δεχτούν και να συμπορευτούν με τα μηνύματα της εποχής.
Τρία μόνο χρόνια δούλεψε ο Μ.Κ. με μια εκπληκτική αυταπάρνηση και με μια σπάνια ανταπόκριση των μαθητριών του. Συνταξιούχες πια δασκάλες οι μαθήτριές του διατηρήσαμε ζωντανή μνήμη μιας ανεπανάληπτης σχολικής ζωής και πολλά χρόνια με πικρία είδαμε να ταλανίζεται η παιδεία. Σήμερα με συγκίνηση βλέπουμε με δημοσιεύματα, με ραδιοφωνικές εκπομπές και με εκδόσεις βιβλίων να γίνεται αντικείμενο έρευνας η σχολική πράξη του Μίλτου Κουντουρά ύστερα από πενήντα τόσα χρόνια σε άλλες εποχές και με άλλες συγκυρίες.
- Πρώτη δημοσίευση: ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ. Τριμηνιαία έκδοση του Συλλόγου Αποφοίτων της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Τεύχος 48. Καλοκαίρι 1987.
Ο Μίλτος Κουντουράς γεννήθηκε το 28 Φεβρουαρίου 1889 στη Λέσβο. Φοίτησε στην Φιλοσοφική σχολή Αθηνών και εργάστηκε ως εκπαιδευτικός μέχρι το 1923 με συνεχείς διακοπές λόγο στράτευσης. Σπούδασε με κρατική υποτροφία στην Γερμανία. Όταν επέστρεψε διορίστηκε διευθυντής στο Διδασκαλείο Θηλέων Θεσσαλονίκης μέχρι το 1930. Ήταν αυτός που εφάρμοσε πρωτοποριακές μεθόδους διδασκαλίας για τις οποίες κατηγορήθηκε πολλές φορές. Το 1933 απολύεται από το Εκπαιδευτικό Γνωμοδοτικό Συμβούλιο. Το 1936 εκδίδει το περιοδικό Παιδεία. Πεθαίνει το 1940 στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός.
Share this
ΠΗΓΗ TIMESNEWS








