Ο χώρος και ο χρόνος στην ποιητική πορεία του Τάσου Λειβαδίτη
- Της Σόνιας Ιλίνσκαγια
Οι σημερινές συζητήσεις για το ποιητικό έργο του Τάσου Λειβαδίτη συνήθως περιστρέφονται -με διάφορες παραλλαγές- γύρω από το ίδιο πρόβλημα της τομής στην πορεία του, που οριστικοποιείται με τη συλλογή “Νυχτερινός επισκέπτης” (1972). Το ερώτημα είναι ουσιαστικά το εξής: ήταν ή όχι αλλαγή πορείας;
Οι αντιλήψεις για κάποια ορόσημα δημιουργικής εξέλιξης, η αντίληψη από την οποία εμφορείται ο ίδιος ο δημιουργός και εκείνες που διατυπώνονται και από την κριτική, κυρίως για το περιεχόμενο, τη σημασία της μεταλλαγής, αρκετές φορές δε συμπίπτουν. Ας θυμηθούμε το καβαφικό “προ του 1911”. Η αλλαγή πορείας, η αποδέσμευση από τον ρομαντικό ζυγό, είχε συντελεστεί σταδιακά και πολύ νωρίτερα, κάπου στο μεταίχμιο των αιώνων. Οπότε το 1911 σήμαινε όχι τόσο ένα απότομο πέρασμα, όσο ένα ώριμο καταστάλαγμα. κάτι που τεκμηριώνεται και με την αποδοχή στο αναγνωρισμένο από τον Καβάφη σώμα όλων των ποιημάτων που δημοσιεύτηκαν στον 20ό αιώνα (ενώ στα “αποκηρυγμένα” εντάσσεται ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής του 19ου αιώνα).
Για τα ορόσημα του Λειβαδίτη, έχουμε μια δική του δήλωση που πρέπει βέβαια να την λάβουμε υπόψη μας. Πρόκειται για το ποίημα “Απόδραση” στη συλλογή “Εγχειρίδιο ευθανασίας” (1979):
Πολλοί αναρωτιούνται γιατί ήμουν κάποτε αλλιώς. Άλλοι
αναζητάν να βρουν γιατί είμαι έτσι σήμερα. Ποιος είμαι ή ποιος
ήμουν; Αναζητήσεις δίχως σημασία.
Το κέρδος είναι ότι τους ξέφευγα διαρκώς.
Ας κρατήσουμε αποδώ για την ώρα το πνεύμα αμφισβήτησης με το οποίο ο Λειβαδίτης φαίνεται να βλέπει τον διαχωρισμό ανάμεσα στο “ποιος ήμουν” και “ποιος είμαι”. Η κρίση του είναι μάλλον σαφής: Αναζητήσεις δίχως σημασία”. Αυτό δεν πρέπει βέβαια να αποθαρρύνει την έρευνα – καθήκον της είναι να ψηλαφήσει όλη τη διαδρομή και να εντοπίσει τους κόμπους. Οφείλουμε όμως να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί στην αξιολόγηση των μεταβολών. Η αυστηρή προειδοποίηση του Λειβαδίτη πρέπει να στρέψει το ενδιαφέρον μας όχι μόνο στα σημεία διαφοροποίησης -που είναι άλλωστε φυσικά σημάδια κίνησης και ωρίμανσης- αλλά και σε κάποιους ενιαίους άξονες, τα μόνιμα, όλο και εμπλουτιζόμενα βέβαια, στηρίγματα του καλλιτεχνικού του κόσμου. Ας περιορίσουμε εδώ την οπτική μας γωνία σε δυο πεδία -του χώρου και του χρόνου στην ποιητική πορεία του Λειβαδίτη.
Θα ξεκινήσουμε από τα μνημειακά ποιήματα του στρατοπέδου “Μάχη στην άκρη της νύχτας” και “Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας” (1952) -με την κυρίαρχη και άμεση παρουσία του γεγονότος, της τραγικής πραγματικότητας του εμφυλίου πολέμου. Ο χώρος και ο χρόνος προσδιορίζονται εδώ με ημερολογιακή σχεδόν ακρίβεια (κυρίως στο πρώτο ποίημα),με φανερή επιδίωξη για κατάθεση μαρτυριών, για σύνθεση ενός χρονικού. Παράλληλα όμως λειτουργεί και μια άλλη έγνοια -για ένα τέτοιο αγκάλιασμα του χώρου που να επιτρέπει το σφαιρικό φωτισμό του, σε όλες τις πτυχές που έχουν κάποια βαθύτερη σημασία όχι για την καταγραφή μόνο, αλλά και για την κατανόηση των συμβάντων και -σε συνέχεια- για την ένταξή τους στον κορμό του ιστορικού χρόνου. Ο σφυγμός του δεν σβήνει μέσα στο εφιαλτικό παρόν και γίνεται ιδιαίτερα αισθητός στο φινάλε, με τη στροφή προς το μέλλον: “Θα βαδίσουμε”. Πρόκειται για ένα είδος “αισιόδοξης τραγωδίας”, εμπνευσμένης από μια αλύγιστη πίστη και αγωνιστικότητα (δανείζομαι τον τίτλο ενός θεατρικού έργου -του Βσέβολοντ Βισνέφσκι- για τα γεγονότα της ρωσικής επανάστασης.
Η τάση αυτή, σαφώς ενισχυμένη στο δεύτερο ποίημα, εκδηλώνεται εκεί πιο πολυδιάστατα. Υπάρχει μόνο ο χώρος και ο χρόνος του στρατοπέδου, αλλά και η προϊστορία του, καθώς και μια προέκταση στο αύριο, πέρα από το στρατόπεδο. Παράλληλα μ την κίνηση του ιστορικού χρόνου διαγράφεται η εσωτερική κίνηση του ατόμου, δοσμένη μέσα από τη λυρική εξομολόγηση, από το γράμμα στην αγαπημένη. Το κύριο βάρος πέφτει όχι τόσο τα γεγονότα -μαρτύρια, εκτελέσεις κλπ., όσο στα ηθικά μοτίβα μιας ανθρώπινης στάσης, η υψηλή ποιότητα της οποίας λειτουργεί σαν ελπίδα για μια συνέχεια. Είναι ένας ιδιόμορφος απολογισμός στο θέμα του στρατοπέδου με ανοίγματα προς καινούργιες αναζητήσεις.
Στο τρίτο ποίημα “Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου” (1953) έχουμε αλλαγή σκηνικού. βρισκόμαστε έξω από το στρατόπεδο, στην πολιτεία που είναι ένα από τα σταυροδρόμια του κόσμου. ενός κόσμου που υποφέρει από τις συνέπειες του πρόσφατου πολέμου, αλλά και από τις ψυχροπολεμικές αγωνίες. Παρακολουθούμε κι εδώ, όπως στη “Μάχη στην άκρη της νύχτας”, εναλλασσόμενες μαζικές σκηνές που συνδέονται ανάμεσα τους με ένα μόνιμο γύρισμα -“φυσάει”. Εκτός από το δομικό ρόλο, ο άνεμος φορτίζεται στο ποίημα και με άλλη -συμβολική- λειτουργία: αντιπροσωπεύει, όπως στο πασίγνωστο επαναστατικό ποίημα “Οι Δώδεκα” του Μπλοκ. το θυελλώδη ρυθμό της εποχής, αναδεικνύει τις αλλαγές που φέρνει η κίνηση του χρόνου. Χαράζοντας τις προοπτικές τους στο μέλλον, ο ποιητής επιστρατεύει το φανταστικό στοιχείο που εμφανίζεται σαν συνέχεια του πραγματικού: η πομπή των νεκρών έρχεται να συμβάλει στη διαμόρφωση “ενός καινούργιου πεπρωμένου”.
Οι ποιητικές συνθέσεις “Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου”, “Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο” και “Οκτώ άνθρωποι βαδίζουν πάνω στη γη” καθώς και ένας κύκλος μικρότερων επικαιρικών ποιημάτων αποτελούν τη συνεισφορά του Λειβαδίτη στο κίνημα της ειρήνης και στην ποίηση που γέννησε αυτή η καινούργια μαχητική σταυροφορία. Σε παγκόσμια κλίμακα η ποίηση αυτή διακρίνεται από μια θεματική οικουμενικότητα, ένα γεωγραφικό πλάτεμα, μια δραστήρια διαφωτιστική προσπάθεια -με αντίστοιχη χρησιμοποίηση της τεχνικής του πλακάτ και κάποια δόση ρητορικότητας. Ο χώρος και ο χρόνος πολλές φορές περιέχουν στοιχεία επικής πνοής και υπερεθνικής αφαίρεσης. Στο ποίημα “Οκτώ άνθρωποι βαδίζουν πάνω στη γη” τα όρια εκτείνονται σ’ όλη την υδρόγειο. Ένας άδικος αποικιακός πόλεμος και η δραματική μοίρα των ανθρώπων, φερμένων στο μέτωπο από διάφορα σημεία της γης, περιγράφονται με ζυγισμένη ισορροπία ζωντάνιας στις λεπτομέρειες, αλλά και αφαίρεσης που πρέπει να παρακινήσει τον αναγνώστη να εξετάσει και για τον εαυτό του μια τέτοια πιθανότητα. Η βουλητική παρουσία του ποιητή σε όλον αυτόν τον κύκλο είναι ιδιαίτερα εμφανής και δημιουργεί επιπτώσεις στο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα.
***
Ο επόμενος κύκλος βρίσκεται πέρα από το πρώτο σημαντικό ορόσημο στην ποιητική πορεία του Λειβαδίτη. Συνδέεται με τη γνωστή συνειδησιακή κρίση της αριστεράς γύρω από το 1956, με τη στροφή των δημιουργών της προς μια αμείλικτη αναθεώρηση της πορείας του κινήματος, αλλά και της ατομικής συμμετοχής και της ευθύνης του καθενός. Σημαίνει εμβάθυνση σε περίπλοκες ψυχολογικές καταστάσεις και σε συνέχεια άνοιγμα για πλατύτερους οντολογικούς προβληματισμούς, μια έκτακτη ηθική εγρήγορση. Πρέπει να τονίσουμε όμως πως οι αλλαγές αυτές δεν συνοδεύονταν συνήθως με μεταστροφές ως προς την πολιτική στράτευση, τις αντιλήψεις για την ιστορική πορεία και την κοινωνική προοπτική.
Μπορούμε να το δούμε πολύ ανάγλυφα λ.χ. στον τρόπο με τον οποίον ο Λειβαδίτης χειρίζεται το θέμα του χρόνου -στο ίδιο περίπου πνεύμα του ιστορισμού που διακατέχει σ’ ένα μεγάλο βαθμό και το πρώτο στάδιο της δημιουργίας του, για το οποίο μιλήσαμε μέχρι τώρα, αλλά και το δεύτερο -ώς το 1967 περίπου. Η αυξανόμενη διάσπαση του αφηγηματικού χρόνου με αναδρομές στο παρελθόν δεν υπονομεύει την αντίληψη για την ιστορική συνέχεια -αντίθετα, τονίζει την ιδέα της κίνησης, της ροής και αρκετές φορές εξακολουθεί να υποβάλλει το όραμα του μέλλοντος. Είδαμε πως στο πρώτο στάδιο η βουλητική ορμή συχνά παραβιάζει τα όρια της υποβολής. Το όραμα επιβάλλεται, προβάλλεται σαν μια αναπότρεπτη ευτυχής μελλοντική λύση του σημερινού δράματος.
Αλλά και στο δεύτερο στάδιο, αρχίζοντας από τη διαταραγμένη “Συμφωνία αρ. 1” (1957) δεν θα λείψει η επίμονη προσπάθεια ν’ ανάβει στο φινάλε ένα άστρο-οδηγός, προορισμένο να προσφέρει το φως, τη δύναμη και το κουράγιο στους εξαντλημένους οδοιπόρους. η έννοια της προοδευτικής ιστορικο-κοινωνικής εξέλιξης παραμένει ακόμα δραστηριοποιημένη, παρόλο που παράλληλα διαμορφώνεται μια ανανεωμένη αντίληψη για τον κόσμο και τον άνθρωπο, στο επίκεντρο της οποίας τίθεται η κυρίαρχη αξία του ανθρώπου στις συνθήκες μιας κοινωνίας που το καταπιέζει και το καταπνίγει. Έχω την εντύπωση πως η αντίληψη αυτή αποτελεί το σταθερό άξονα στο τρίτο στάδιο της δημιουργίας του Λειβαδίτη. Η μετάβαση όμως είναι προετοιμασμένη από καιρό, μπορούμε να ψηλαφήσουμε τη φυσικότητα μιας συνέχειας: “… δε φέρνω κανένα μήνυμα / Απλώς / τον ανθρώπινο πόνο / υπενθυμίζω”, -έγραφε ο Λειβαδίτης από το 1957, στη “Συμφωνία αρ. 1”.
Ας περπατήσουμε λίγο τον χώρο στις ποιητικές συνθέσεις του Λειβαδίτη αυτής τη δεύτερης φάσης. Στη “Συμφωνία αρ. 1” είναι η πολιτεία που στοχάζεται τις πληγές της πρόσφατης ήττας, τη διάσταση ανάμεσα στο θλιβερό παρόν και το ηρωικό παρελθόν, και η διασταύρωση αυτών των χρονικών επιπέδων συνεχώς προωθεί την ερευνητική σκέψη του ποιητή και του αναγνώστη. Στις “Γυναίκες με τ’ αλογίσια μάτια” (1958) είναι ένα ξενοδοχείο στην άκρη της πόλης, όπου παίζεται κάποιο ερωτικό δράμα. δεν είναι όμως μια ιδιωτική ιστορία που αφορά ένα κλασικό τρίγωνο -έχει πολύ πλατύτερες και βαθύτερες προεκτάσεις: “σχέδιο για σύγχρονη τραγωδία” λέει ο ποιητής, και πέρα από το προσκήνιο ξαναβλέπουμε στο βάθος να απλώνεται “η πόλη απέραντη, πολύβουη, κατάφωτη, αμφιθεατρική, σαν ένα παλαιό, γιγάντιο στάδιο”. Άλλωστε κι εδώ στον κεντρικό πυρήνα του δράματος βρίσκεται η ίδια τραυματική διάσταση ανάμεσα στο ηρωικό χτες και το άψυχο ταπεινωτικό σήμερα, διάσταση που δίνει πράγματι στη συνηθισμένη φαινομενικά ερωτική ιστορία υπόσταση “σύγχρονης τραγωδίας”.
Την τραγωδία αυτή ζει και ο κόσμος της “Καντάτας” (1960) που κατοικεί σ’ έναν ” συνοικιακό δρόμο σύγχρονης πόλης”. Δεν πρόκειται για κάποιο περιορισμένο χώρο. Στο ποιητικό σύστημα της “Καντάτας” ο συνοικιακός δρόμος παρουσιάζεται σαν ενδεικτικό κύτταρο της κοινωνίας, με προεκτάσεις στην ιστορία του τόπου, αλλά και εν γένει της ανθρωπότητας, και το ποίημα αποκτά μνημειακή επικολυρική υφή, ιδιαίτερα στην βιβλική αφήγηση τη ιστορίας του Ανθρώπου με το κασκέτο, που συμβολίζει όλες τις γνωστές και άγνωστές μας θυσίες στο βωμό του καλού και της δικαιοσύνης. Η πολυπρόσωπη και πολυφωνική “Καντάτα” μαζί με τα αδιέξοδα και τους καημούς της ανθρώπινης ύπαρξης αποτυπώνει και την ακατανίκητη κίνηση της ζωής, καθώς και την ανεξάντλητη τελικά ψυχική της υγεία.
***
“Ω, ανθρώπινο πλήθος / είμαι ερωτευμένος μαζί σου”, -θα γράψει σε λίγο ο Λειβαδίτης στην “25η Ραψωδία της Οδύσσειας” (1963). Από εκεί και πέρα τη μετακίνηση που ακολούθησε, μπορούμε να τη σηματοδοτήσουμε και κάπως έτσι: από τον έρωτα στην αγάπη, από το ανθρώπινο πλήθος στον άνθρωπο. Στο μεταίχμιο ανακαλύπτουμε τους μεταβατικούς “Τελευταίους” (1966). Βρισκόμαστε “σε μια πολυκατοικία κάπου. είσοδος θολά φωτισμένη. Το εσωτερικό άγνωστο… Έτσι, τουλάχιστον, -προσθέτει ο ποιητής- άρχισαν οι περισσότερες τραγωδίες”. Το μόνιμο πια τραγικό στοιχείο μπαίνει εδώ με μια νέα ένταση -αντλείται από την ιστορικο-κοινωνική διάσταση, αλλά δεν εξαντλείται μ’ αυτήν, αγγίζει την οντολογική απεραντοσύνη, εκφράζεται με την “απαρηγόρητη κραυγή όσων δεν εκπληρώθηκαν ποτέ στον κόσμο”. Και μέσα από το μαρτύριο βγαίνει η κάθαρση: “καταλάβαμε πόσο αυτή η ερήμωση μας εξανθρώπιζε. Ήταν κάποιο φως”.
Είναι μια γέφυρα που μας οδηγεί στον “Νυχτερινό επισκέπτη” και στο τελευταίο κεφάλαιο της δημιουργίας του Τ. Λειβαδίτη. Πέρασμα σ’ ένα χώρο φαινομενικά σαφώς στενότερο, θα μπορούσε να πει κανείς -ιδιωτικοποιημένο, αν μέσα απ’ αυτό δεν ξεχώριζε ένα άλλο πνευματικό ύψος, ένα ανώτερο πεδίο ενόρασης.
Αρχίζοντας από το “Νυχτερινό επισκέπτη”, ο χρόνος στην ποίηση του Λειβαδίτη δεν αντιμετωπίζεται πλέον από τη σκοπιά της ιστορικο-κοινωνικής πορείας (“άδειασα τα παπούτσια μου απ’ όλους τους δρόμους”), ούτε φορτίζεται με έγνοιες μιας άμεσης επικαιρότητας. Τα σήματα διαβάσεων ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν καταργούνται, όπως άλλωστε και τα σύνορα ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό:
υπήρξαν μέρες που ξύπνησα εντελώς μέσα στο παρελθόν, κατέβηκα
σκάλες που δεν υπήρχαν, πιάστηκα απ’ το χέρι του πατέρα
για να μη χαθώ στο συνωστισμό ή πέθανα πυροβολημένος από
λέξεις που ειπώθηκαν εδώ και είκοσι ή και τριάντα χρόνια…
(“Βιολέτες για μια εποχή”)
Ο χρόνος κυλά “κάτω από τον ίδιο αστερισμό”. Εμπεριέχει μέσα του όλες τις εποχές: στο παρόν διαφαίνεται το παρελόν, αλλά και το μέλλον, στο παρελθόν φέγγει το παρόν.
…η μητέρα δε μ’ άφηνε να βγω και παίζαμε μαζί στο δωμάτιο,
εγώ της κρυβόμουν κι εκείνη έψαχνε, αλλά δε μ’ έβρισκε,
“πού είσαι;” φώναζε τότε τρομαγμένη,
γιατί εγώ είχα κιόλας καταποντιστεί μες σ’ όλους τους μελ-
λοντικούς μου πόνους.
(“Πρόγευση”. Στη συλλογή “ο τυφλός με το λύχνο”).
Ή στις “Βιολέτες για μια εποχή”:
…σε πλησίασα
με κοίταξες στα μάτια και τότε σε φίλησα, σε φίλησα για όλα
τα χρόνια που θα περάσουν, για όλες τις ελπίδες που θα χαθούν, σε
φίλησα και σε κράτησα πάνω μου – κι όπως πριν λίγο είχες αγκα-
λιάσει ν’ αποχαιρετήσεις το νεκρό, τα μαλλιά σου μύριζαν
αιωνιότητα…
(“Οι σάλπιγγες της αποκαλύψεως”).
Η συναίσθηση της απεραντοσύνης που ενυπάρχει σε κάθε θνητή στιγμή της ζωής μας, ωθεί στην επανεκτίμηση “πραγμάτων παραμελημένων” όπως τα άστρα που “αναιρούν τη ματαιότητα” ή ένα ξημέρωμα: “Ανοίγω τότε το παράθυρο και άθελά μου χαμογελώ. Ο θεός για άλλη μια φορά, με κέρδιζε με την καινούρια μέρα του”. Μας επιτρέπει να νιώσουμε ταυτόχρονα τα πλέον απόμακρα και τα πλέον οικεία -“το θρόισμα της αιωνιότητας” και “το βήχα του πατέρα απ’ τα περασμένα.
Μεμια τέτοια μέτρηση της ζωής γίνεται περιττή η σπουδή για προσκόμιση στην τέχνη στοιχείων επικαιρότητας -όχι μόνο πολιτικής, αλλά και του ανακαινιζόμενου καθημερινού βίου. Προέχει η φροντίδα όχι για απεικόνιση της πραγματικότητας, αλλά για μια βαθύτερη κατανόηση. Για μια ουσιαστικότερη έκφραση όχι της τρέχουσας στιγμής, αλλά μιας εποχής ολόκληρης που χωράει και την ιστορική περιπέτεια, και τη μόνιμη τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Αγγίζοντας υπερβατικά ύψη, ο Λειβαδίτης δεν παύει να είναι γήινος και συγκεκριμένος. Το αιώνιο προβάλλεται μέσα από απτές ρεαλιστικές λεπτομέρειες. Πολύ δραστικά χρησιμοποιείται η παρομοίωση που ανοίγει μια άλλη διάσταση στα πλέον κοινά, καθημερινά. Δυο κόσμοι -κοντινός και απόμακρος, υλικός και πνευματικός, ρεαλιστικός και φανταστικός- δημιουργούν ένα διαλεκτικό σύνολο με πολύ βατά περάσματα, με προσανατολισμό σε κάτι πολύ ουσιαστικό και γνήσιο που πλησιάζει το ανώτερο νόημα της ζωής -την καλοσύνη, την ομορφιά, την αρμονία, τη μουσική, τη συμπόνια, την ευσπλαχνία. “Κι η ποίηση είναι σαν να ανεβαίνεις μια φανταστική σκάλα για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό”.
Ο Λειβαδίτης πέρασε πολλές και πολύμορφες δοκιμασίες -του στρατοπέδου, της ήττας, της απογοήτευσης, της διάψευσης. Τις είχε εκφράσει, φτάνοντας σε μια ανώτερη, αμείλικτη για τον ίδιο ειλικρίνεια. Το μαρτύριό του όμως το έζησε και το είπε με την “πίκρα των γενναίων”, χωρίς να χάσει τελικά την εμπιστοσύνη του στη ζωή και τον άνθρωπο. Στο “ανεκπλήρωτο” που δεν πρέπει όμως να λείψει από τον κόσμο μας: “Αν υπήρξαμε, είναι μόνο από τη νοσταλγία για κάτι που ποτέ δεν υπήρξε”.
Τελειώνοντας ας ρίξουμε άλλη μια ματιά στο ποίημα “Απόδραση”, στην τελευταία του φράση, απομονωμένη σε χωριστή στροφή:
Το κέρδος είναι, ότι τους ξέφευγα διαρκώς.
Ας προσέξουμε “το κέρδος” που μνημονεύει ο ποιητής. Μάλλον πρέπει να μας θυμίσει τη “χαρά” του Καβάφη.
Μες στ’ ολικό ποσό
δεν αριθμήθηκα. Κι αυτή η χαρά μ’ αρκεί.
(“Πρόσθεσις”).
Εκτός από τη σφαίρα μιας κοινωνικής διάστασης που μπορεί να θρέψει διαθέσεις απόδρασης, υπάρχει συνδεδεμένο βέβαια μ’ αυτήν, αλλά έμμεσα, το πρόβλημα της δημιουργικής συνείδησης. Το χάρισμα μιας άλλης ενόρασης που διαθέτει, πολλές φορές έρχεται σε σύγκρουση με κυρίαρχες αντιλήψεις περί τέχνης, με την κολλητική αρρώστια της μόδας που λανσάρεται τόσο πειστικά. (Η περίπτωση του Καβάφη είναι πολύ ενδεικτική και διδακτική).
Ας ελπίσουμε πως οι σημερινές και αυριανές αναγνώσεις του Λειβαδίτη θα μας φέρουν πιο κοντά στην κατανόηση που εκείνος επιθυμούσε.
Κείμενο ομιλίας στο Κέντρο πολιτισμού “Δημήτρης Γληνός” στις 24-11-1988. Δημοσιεύτηκε στη ΔΩΔΩΝΗ – “Φιλολογία”. Επιστημονική επετηρίδα του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Τόμος δέκατος όγδοος. Ιωάννινα 1989.

Η Σόνια Ιλίνσκαγια γεννήθηκε το 1938 στη Μόσχα. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας με παράλληλη ειδίκευση στη νεοελληνική και τη ρωσική φιλολογία. Ασχολήθηκε με τη διάδοση -μελέτη και μετάφραση- της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Έχει εκλεγεί τακτικό μέλος της Ένωσης Συγγραφέων της ΕΣΣΔ ως κριτικός και μεταφράστρια της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας. Το 1971 υποστήριξε τη διδακτορική διατριβή της με θέμα “Συμβολή στη μελέτη της μεταπολεμικής ποίησης στην Ελλάδα. Η μοίρα μιας γενιάς”. Μέχρι το 1938 υπήρξε ερευνήτρια του Ινστιτούτου Σλαβικών και Βαλκανικών Μελετών της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ. Το 1983, για οικογενειακούς λόγους (από το 1959 είναι παντρεμένη με τον Έλληνα πεζογράφο Μήτσο Αλεξανδρόπουλο), εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα. Δίδαξε νεοελληνική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (1983-2004).
ΠΗΓΗ TIMESNEWS







