Πάνος Θασίτης: Ιστορία | Οι τελευταίοι των Μοϊκανών
Share this
ΠΑΝΟΣ ΘΑΣΙΤΗΣ
Ιστορία
Αύριο δε θα ‘χουμε μήτε ένα ξένο σπίτι
μήτε ψωμί μήτε φίλους.
Διάβηκε η ζωή μέσ’ απ΄ τα χέρια μας
και μας τα πήρε.
Δεν ξέρω αν είμαστε οι πιο δυνατοί οι πιο περήφανοι
οι πιο αγνοί
και μείναμε σα δέντρα ή σαν κάμποι
στην ερημιά
πιστοί στον εαυτό μας οι τελευταίοι μιας εποχής…
-Ποιος τα ρωτάει αυτά;
Κι άλλωστε τι ακριβώς ήταν αυτός ο εαυτός μας
έτσι μοιρασμένος σε σκοπούς και σχέδια αντιφατικά;
Σαν όλους τους νικημένους κουρασμένοι και κουραστικοί
βέβαιοι για τη μάταιην ιστορία μας
που διάβηκε παράξενα, απλώς παράξενα
σα γέροι πελαργοί θα μείνουμε κρυφά στα βαλτοτόπια
κοιτάζοντας για τελευταία φορά στον ουρανό, της νιότης μας τους παγωμένους δρόμους
μόνοι μ’ έναν θάνατο που κανείς τη θλίψη του δε θα τη μάθει.
Ήχοι συρτοί “χαμαί πέσαι… Φοίβος… απέσβετο”
σαν καταχνιά παγώνουνε τα γόνατά μας.
(Δίχως κιβωτό, 1951)
Οι τελευταίοι των Μοϊκανών
Άνοιξαν οι πύλες
απροσδόκητα,
όμως χωρίς βιάση καμιά,
βουβές·
-μόνον οι πιο ευαίσθητοι άκουσαν κάτι,
σαν πτώση εντόμου, στο δάπεδο νεκρού·
και διάβηκεν η συντροφιά μας.
Βήματα σταθερά, καθαρά περιγράμματα,
μέταλλα στα μάτια
εμείς, σταθήκαμε στην αγορά – οι έμποροι είχαν φύγει·
κάτι περαστικοί συνάχτηκαν σ’ ένα γύρο σκοτεινό.
Ο πιο λαμπρός μας πάει μπροστά και λέει:
“Τώρα ο τρομερός χαλκός των σαλπίγγων θα ηχήσει,
αποσύρεται το τίμιο βάρος μας
κι απ’ το φτωχό τελώνη κι από τον φαρισαίο·
ωραίοι άνθρωποι, η ζωή σας δεν είχε τόπο πια για μας,
ήταν πιο μικρή από μας, αφού δεν έχει πίστη
να πολλαπλασιάζεται, να διαρκεί
ή ν’ απατά
και δεν αντέχει στον καθρέφτη.
Δεν έχει αγνότητα και σαπίζει
θεούς δεν έχει μήτε καν να τους πυροβολεί
μήτε φως αγάπης άπτεται αυτής.
Αποσυρόμαστε νικώντας – νικώντας;”
Ήταν η φωνή του ένας ρυθμός κυκλικός,
αδιάκοπος, απαλός
τρομερός,
διαπερνούσε το κάθε τι:
ήταν για τη γη και για τον ουρανό.
Κάποιοι κίνησαν να ‘ρθουν
να προστεθούν στη συντροφιά μας.
“Μη μας εγγίζετε
μη μας ακολουθείτε
μη μας βλέπετε’
μη μας ενθυμείσθε.
Είμαστε ανεπανάληπτοι”.
(Πράγματα, 1957)

Ο Πάνος Θασίτης (1923-2008) γεννήθηκε στον Μόλυβο της Μυτιλήνης. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Από το 1930 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδασε νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και εργάστηκε ως δικηγόρος. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, φοιτητής τότε, υπήρξε μέλος της συντακτικής ομάδας του φοιτητικού περιοδικού “Ξεκίνημα”. Στο ίδιο περιοδικό πρωτοεμφανίστηκε στο χώρο της λογοτεχνίας το 1944 με τη δημοσίευση του ποιήματος “Έτσι είναι πάντα”. Την ίδια περίοδο πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και υπήρξε αρχισυντάκτης του περιοδικού της ΕΠΟΝ Μακεδονίας-Θράκης “Λεύτερα Νιάτα”. Διώχτηκε και εξορίστηκε στον Άη Στράτη και τη Μακρόνησο για τα πολιτικά του φρονήματα (1947-1950). Μετά την ολοκλήρωση και της στρατιωτικής του θητείας εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο “Δίχως Κιβωτό” (1951). Συνεργάστηκε με τα περιοδικά “Ελεύθερα Γράμματα”, “Καινούρια Εποχή”, “Νέα Πορεία”, “Κριτική”, “Συνέχεια”, “Φοίνικας”, “Νέα Εστία”, “Κριτική”, “Αντί”, “Ο Πολίτης”, “Παρατηρητής” και την εφημερίδα “Καθημερινή”, όπου δημοσίευσε μελέτες, δοκίμια και κριτικά άρθρα για τη λογοτεχνία. Τιμήθηκε με το Βραβείο Ποίησης του Δήμου Θεσσαλονίκης το 1951 και ήταν μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Πήρε μέρος στο διεθνές φεστιβάλ ποίησης στη Struga της πρώην Γιουγκοσλαβίας (1982) και τον επόμενο χρόνο στο Διεθνές Συνέδριο Ποίησης του Βελιγραδίου ως τακτικός σύνεδρος και εισηγητής. Υπήρξε μέλος των επιτροπών του ποιητικού διαγωνισμού του Δήμου Θεσσαλονίκης (1960) και του θεατρικού διαγωνισμού του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (1964), μέλος του Δ.Σ. της “Τέχνης” (1962-1964) και του Κ.Θ.Β.Ε. (1974-1977), μέλος της οργανωτικής επιτροπής του θεσμού “Βαλκανικό Θέατρο” (1980) και της επιτροπής μελέτης και αναθεώρησης των ελληνικών κρατικών σκηνών. Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά, ρωσικά, πολωνικά και άλλες γλώσσες. Ο Πάνος Θασίτης τοποθετείται στην πρώτη μεταπολεμική ποιητική γενιά. Το έργο του χαρακτηρίζεται από έντονο πολιτικό και κοινωνικό προβληματισμό. Ασχολήθηκε επίσης με τη θεωρία και την κριτική της λογοτεχνίας. Πέθανε στη Θεσσαλονίκη στις 21 Αυγούστου 2008, σε ηλικία 85 ετών. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Πάνου Θασίτη βλ. Αλέξανδρος Αργυρίου, “Πάνος Θασίτης”, στο “Η ελληνική ποίηση: Η πρώτη μεταπολεμική γενιά”, σ.164-165. Αθήνα: Σοκόλης, 1982 και σελίδες 15-16 του περιοδικού “Ο Παρατηρητής”, τχ. 13, αφιερωμένου στον Πάνο Θασίτη. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).
Share this
ΠΗΓΗ TIMESNEWS








