Σύλβια Πλαθ: Θνησιγενή | Κεριά | Μικρές ώρες | Ανησυχίες
Share this
SYLVIA PLATH IN APRIL 1954, AS A STUDENT AT SMITH COLLEGE (PHOTO: JUDY SNOW DENISON)
ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ
Θνησιγενή
Αυτά τα ποιήματα δε ζούνε: μια θλιβερή διάγνωση.
Μεγάλωσαν τα δάχτυλα των ποδιών και των χεριών τους αρκετά,
Τα μικρά τους μέτωπα εξογκώθηκαν από συγκέντρωση.
Αν δεν μπόρεσαν να περπατήσουν σαν άνθρωποι
Δεν έφταιξε καμιάς μητρικής αγάπης στέρηση..
Ω δεν μπορώ να καταλάβω τι τους συνέβη!
Είναι τέλεια στο σχήμα και τα μέτρα και σε κάθε κομμάτι.
Κάθονται τόσο χαριτωμένα μες στην άλμη!
Χαμογελούν και χαμογελούν και χαμογελούν και χαμογελούν σε μένα.
Μα τα πνευμόνια δε θα γεμίσουν κι η καρδιά δε θα χτυπήσει.
Δεν είναι γουρούνια, δεν είναι καν ψάρια,
Αν κι έχουν ένα γουρουνίσιο κι ένα ψαρίσιο ύφος-
Θα ‘ταν καλύτερα να ‘ταν ζωντανά, κι αυτό ‘ναι ό,τι ήταν.
Αλλ’ είναι νεκρά, κι η μητέρα τους σχεδόν νεκρή από παραφροσύνη.
Κι ανόητα ατενίζουν, και δε μιλάν γι’ αυτήν.
Κεριά
Είναι οι τελευταίοι ρομαντικοί, αυτά τα κεριά:
Ανάποδες καρδιές φωτός χύνοντας κερένια δάχτυλα,
Και τα δάχτυλα, πιασμένα απ’ τη δικιά τους αίγλη,
Μεγαλωμένα γαλακτερά, διάφανα σχεδόν, σαν τα σώματα των αγίων.
Είναι συγκινητικός ο τρόπος που θ’ αγνοήσουν
Μια ολόκληρη οικογένεια σημαντικών αντικειμένων
Μόνο και μόνο για να βυθίσουν τα βάθη ενός ματιού
Μες στη σκιερή του κοιλότητα, στον κροσσό του από καλάμια,
Κι ο ιδιοκτήτης περασμένα τριάντα, καμιά ωραία γυναίκα ποτέ.
Το φως της μέρας θα ‘ταν πιο φρόνιμο.
Αμερόληπτα καθέναν ακούγοντας.
Θα ‘πρεπε να ‘χουν βγει έξω πετώντας μπαλόνια και με το στερεοπτικό
Αυτός δεν είναι καιρός για την ιδιωτική άποψη.
Όταν τ’ ανάβω, τα ρουθούνια μου με τσιμπούν.
Τα χλομά τους, δισταχτικά κίτρινα
Ανατρέφουν πλαστά, Εδουαρδιανά αισθήματα,
Και θυμάμαι την από μητέρα γιαγιά μου απ’ τη Βιέννη.
Όταν ήταν μαθήτρια χάρισε λουλούδια στον Φραντς Τζόζεφ.
Οι δημότες ίδρωσαν και δάκρυσαν. Τα παιδιά φορούσανε άσπρα.
Κι ο παππούς μου μελαγχόλησε στο Τυρόλο,
Ονειρευόμενος τον εαυτό του αρχισερβιτόρο στην Αμερική,
Πλέοντας μέσα σε μιας Αγγλικανικής Εκκλησίας σιωπή
Ανάμεσα σε δοχεία του πάγου, ψυχρές πετσέτες.
Αυτές οι μικρές σφαίρες φωτός είναι γλυκιές σα ροδάκινα.
Μαζί μ’ ανάπηρους και σαχλές γυναίκες φιλικά,
Το γυμνό φεγγάρι κατευνάζουν.
Με ψυχή καλόγριας καίνε προς τον ουρανό και ποτέ δεν παντρεύονται.
Σε είκοσι χρόνια θα ‘μαι ξεπεσμένη
Σαν αυτούς τους αφημένους στα ρεύματα καζαμίες.
Παρατηρώ τα χυμένα τους δάκρυα να σκοτεινιάζουν και να θαμπώνουν σαν πέρλες.
Πώς θα πω οτιδήποτε
Σ’ αυτό το μωρό που είναι ακόμη σε μιας γέννας νάρκη;
Απόψε, το μαλακό φως την αγκαλιάζει σα σάλι,
Οι σκιές καμπουριάζουν σαν καλεσμένοι σε βάφτιση.
Μικρές ώρες
Άδεια, αντηχώ ώς τον ελάχιστο βηματισμό,
Μουσείο δίχως αγάλματα, λαμπρό με κολώνες προστεγάσματα ροτόντες.
Μες στην αυλή μου ένα συντριβάνι πηδά και βυθίζεται πίσω στον εαυτό του,
Με καρδιά καλόγριας και κλειστό στον κόσμο. Μαρμάρινοι κρίνοι
Εκπνέουν τη χλομάδα τους σαν άρωμα.
Φαντάζομαι τον εαυτό μου μ’ ένα σπουδαίο κοινό,
Μητέρα μιας λευκής Νίκης κι μερικών μ’ άδεια μάτια Απόλλωνων.
Αντί γι’ αυτό, οι νεκροί με πληγώνουν με φροντίδες, και τίποτα δεν μπορεί να συμβεί.
Το φεγγάρι ακουμπά ένα χέρι στο μέτωπό μου,
Μ’ ανέκφραστο πρόσωπο και σιωπηλό σαν νοσοκόμα.
Ανησυχίες
Υπάρχει αυτός ο λευκός τοίχος, που από πάνω του ο ουρανός δημιουργεί τον εαυτό του-
Άπειρος, άφθαρτος, πέρα για πέρα ανέγγιχτος.
Άγγελοι κολυμπάνε μέσα του, , και τ’ άστρα, αδιάφορα επίσης.
Είναι το μέντιούμ μου
Ο ήλιος διαλύεται πάνω σ’ αυτόν τον τοίχο, αιμορραγώντας τα φώτα του.
Ένας γκρι τοίχος τώρα, γδαρμένος και ματωμένος.
Δεν υπάρχει κανένας δρόμος πέρ’ απ’ τη σκέψη;
Βήματα στην πλάτη μου σπειρώνονται μέσα σ’ένα πηγάδι.
Δεν υπάρχουν δέντρα ούτε πουλιά σ’ αυτόν τον κόσμο,
Υπάρχει μόνο μια κακοκεφιά.
Αυτός ο κόκκινος τοίχος συσπάται συνέχεια:
Μια κόκκινη γροθιά, ανοίγοντας και κλείνοντας,
Δυο γκρίζες, χάρτινες σακούλες-
Αυτό ‘ναι που απ’ αυτό είμαι φτιαγμένη, αυτό κι ένας τρόμος
Του να με κυλάνε και να φεύγω κάτω από σταυρούς και μια βροχή από αποκαθηλώσεις.
Πάνω σ’ ένα μαύρο τοίχο, απροσδιόριστα πουλιά
Περιστρέφουν τα κεφάλια τους και κραυγάζουν .
Δεν υπάρχει καμιά ομιλία αθανασίας μεταξύ τους!
Κρύα κενά μας πλησιάζουν:
Κινούνται βιαστικά.
Μετάφραση: Αλέξης Τραϊανός
- Πρώτη δημοσίευση: ΤΡΑΜ/ΕΝΑ ΟΧΗΜΑ. Δεύτερη διαδρομή. Ενδέκατο & δωδέκατο τεύχος. Μάρτης 1979. Θεσσαλονίκη.

H Sylvia Plath (1932-1963), δεν είναι μόνον μια μεγάλη Αμερικανίδα ποιήτρια του εικοστού αιώνα, αλλά μία από τις σπουδαιότερες ποιήτριες της νεώτερης, μετά τον B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, εποχής, κατέχοντας μια ξεχωριστή θέση στη σύγχρονη ποίηση. Ο θάνατος του πατέρα της το 1940 επηρέασε καθοριστικά τη ζωή και την ποίησή της. Μεγάλωσε σ’ ένα αστικό περιβάλλον με μια μητέρα αυταρχική. Στις σπουδές που έκανε στο Smith College, διακρίθηκε. Η απόρριψη από το Πανεπιστήμιο Harvard την οδήγησε σε βαθιά κατάθλιψη και στην πρώτη της απόπειρα αυτοκτονίας. Το 1956, στο Cambridge όπου σπούδαζε με υποτροφία, γνώρισε τον Ted Hughes, άγνωστο τότε Άγγλο ποιητή. Παντρεύονται και το 1957 πηγαίνουν στις ΗΠΑ για να διδάξουν. Τέλη του 1959 επέστρεψαν στο Λονδίνο. Τον Απρίλιο του 1960 γεννήθηκε η κόρη τους Frieda και τον Οκτώβριο κυκλοφόρησε η πρώτη της συλλογή “The Colossus”. Αγόρασαν ένα σπίτι στο Deven, όπου τον Ιανουάριο του 1962 γεννήθηκε το δεύτερο παιδί τους, ο Nicholas. Τον Οκτώβριο ο Hughes την άφησε για να συζήσει με την ερωμένη του. Η Plath εξαρτάται πλέον από την οικογένειά της. Τα Χριστούγεννα μετακόμισε με τα παιδιά της σ’ ένα σπίτι στο Λονδίνο. Στις 11 Φεβρουαρίου του 1963, αυτοκτόνησε, αφήνοντας ανοιχτό το αέριο στην κουζίνα της. Τα υπόλοιπα ποιήματά της εκδόθηκαν από τον Hughes μετά το θάνατό της. Τα ποιήματά της συνδυάζουν τρομακτική ένταση και εκθαμβωτική τέχνη. Σ’ αυτά η ποιήτρια παλεύει με την ποιητική της έμπνευση, με την εικόνα του ίδιου του εαυτού της, με την διανοητική της υγεία. Mε την σκληρή και ειλικρινή της αυτο-αποκάλυψη και την συναισθηματική αμεσότητά της, η ποίηση της Plath είχε μεγάλη επίδραση σε πολλούς ποιητές μετά από αυτήν και συνεχίζει να έχει απήχηση στους νεώτερους φίλους της ποίησης. Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο που αυτά τα ποιήματα διδάσκονται ακόμη και σήμερα σε Κολέγια και Πανεπιστήμια ως υποδείγματα ποιητικής δομής κα ύφους.
Τα ποιήματα της Sylvia Plath είναι αυτοβιογραφικά με επίκεντρο την εσωτερική τρικυμία και κύριο θέμα τον θάνατο σε πρωτεϊκή μορφή, είτε σαν ληστή της παιδικής ομορφιάς, είτε σαν εγωιστή εραστή. H ποιήτρια φλερτάρει με την εμπειρία του θανάτου, και αυτό το επικίνδυνο παιγνίδι θα την οδηγήσει τελικά σ’ αυτόν. Δημοσίευσε συνολικά τρεις συλλογές ποιημάτων, “The Winter Ship”, “The Collossus” και “Ariel”. Έγραψε επίσης ένα μυθιστόρημα, “The Bell Jar”, που το δημοσίευσε με το ψευδώνυμο Victoria Lucas. (Πηγή: www.biblionet.gr)

Ο Αλέξης Τραϊανός, φιλολογικό ψευδώνυμο του Αλέξανδρου Ζαβατάρη, (20 Οκτωβρίου 1944 – 7 Μαΐου 1980) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Ποιητής της γενιάς του ’70, μεταφραστής και κριτικός ποίησης. Υπήρξε ο πρώτος που μετέφρασε beat ποίηση στα ελληνικά. Επίσης, μετέφρασε μέρος των έργων των Τσέζαρε Παβέζε και Τσαρλς Μπουκόφσκι. Το 1972 πήρε το πτυχίο του από το Οικονομικό της Νομικής του ΑΠΘ. Αυτοκτόνησε στις 7 Μαΐου του 1980 στο Καπανδρίτι.
Share this
ΠΗΓΗ TIMESNEWS








