ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το δικαίωμα στη μοναξιά

Share this
  • Τζορτζ Στάινερ

Η γνώμη μας για τη λογοτεχνία εξαρτάται, από πολλές απόψεις, από το δικαίωμα στη μοναξιά. Η σιωπηλή ανάγνωση, η κατ’ ιδίαν, είναι ιστορικώς πρόσφατη και προϋποθέτει κάποια οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα: ένα “δωμάτιο δικό σου” (σύμφωνα με την σημαντική έκφραση της Virginia Woolf) ή τουλάχιστον έναν χώρο αρκετά μεγάλο ώστε ο καθένας να μπορεί να βρίσκει ηρεμία, βιβλία αποκτημένα από τον ίδιο, δηλαδή βιβλία που τελικά δεν βρίσκονται σε δημόσια χρήση, μια πηγή τεχνητού φωτός για τις βραδινές ώρες, συμπερασματικά όλα αυτά που μπορεί να προσφέρει η αστική ζωή σε χώρο βιομηχανικό και έντονα αστικοποιημένο, ως αξίες και προνόμια.

Αυτό το σύστημα έχει αποκρυσταλλωθεί αρκετά πιο πρόσφατα απ’ ό,τι πιστεύομε γενικά. Η μεσαία τάξη της βικτωριανής εποχής εξασκούσε πολύ την ανάγνωση με δυνατή φωνή, από ένα μέλος της οικογενείας, τουλάχιστον όταν ο καθείς δεν το έκανε με τη σειρά του. Μόλις και χρειάζεται να επιμείνει κανείς στις αναστατώσεις που επήλθαν τις προφορικές συνήθειες από τον κώδικα, κυρίως οπτικό, του τυπωμένου βιβλίου.

Ο Marshall McLuhan αξιολόγησε την “επανάσταση του Γουτεμβέργιου” μέσα στην δυτική συνείδηση. Αυτό που υποψιαζόμαστε λιγότερο είναι ότι ένα μέρος όχι αμελητέο, έργων φιλολογικών και εποχής πρόσφατης, δεν επινοήθηκαν ποτέ για τον τύπο της ανάγνωσης που ασκούμε, αλλά αντίθετα, προορίζεται για την απαγγελία, για το παιχνίδι των φωνητικών κάμψεων και των απαντήσεων του αυτιού. Ο Βικτόρ Ουγκώ, ο Ντίκενς, ο Χόπκινς, ο Λοτρεαμόν, ο Κίπλιγκ, ο Λεκόντ ντε Λιλ, μαρτυρούν μεταξύ των συγχρόνων μια ευαισθησία πριν απ’ όλα ακουστική, που χρειάστηκε να προσαρμόσουν στην αλαλία του τυπογραφικού κειμένου.

Αυτή η κίνηση, η πανάρχαια και αυθόρμητη, εμμένει όταν το παιδί μαθαίνει να διαβάζει. Ο νεαρός μαθητής, ο ενήλικος, ο λίγο περιορισμένων δυνατοτήτων “με τα χείλη” και κάποιες συγκεκριμένες στιγμές ταυτίζονται μ’ έναν συγκινησιακό μιμητισμό με τα μυθιστορηματικά συμβάντα που τους προτείνονται. Ο άνθρωπος που διατρέχει, με τα μάτια του στον ελεύθερο χρόνο του, ένα έργο που του ανήκει, είναι ειδικό προϊόν της παιδείας και των ανέσεων του αστικού δυτικού κόσμου, θα συνεχίσει κάτω από την παρούσα μορφή του;

Μερικές ενδείξεις αποδεικνύουν ότι οι αδιάλλακτες έφοδοι που ασκούνται εναντίον των πύργων σιωπής από τα “mass media” και την ηλεκτρονική πληροφόρηση θα μπορούσαν να αλλοιώσουν το περιβάλλον μας: το “μη ατομικό” θα επικρατήσει. Το μήνυμα, για να διατηρήσει το κύρος του στις υπο-κουλτούρες και στην επίπλαστη γλώσσα των πόλεων, έχει εγκαταλείψει τις λογικές και συντακτικές διευθετήσεις που είναι χαρακτηριστικά της γραφής. Και αυτό το φαινόμενο που προς το παρόν περιορίζεται στον δικό μας ορίζοντα, δεν θα αργήσει να αγγίξει την Ανατολή και τις υπανάπτυκτες χώρες.

Όλο και περισσότερο οι κρίσεις και οι θέσεις που επικρατούν μέσα στο μυαλό μας μεταφέρονται από συνειρμούς προφορικούς και γραπτούς. Αν σκεφθεί κανείς τις λέξεις που γίνονται από τους ήχους των, το Ω! και το Α! της σύγχρονης διαφημίσεως, τις αφίσες, την οθόνη της τηλεοράσεως. Η διασαφηνισμένη φράση υποχωρεί μπροστά στην φωτογραφία, στην τηλεοπτική εικόνα, στο αλφάβητο το εικονογραφημένο των κόμικς και των σχολικών εγχειριδίων. Ο μέσος άνθρωπος υποτάσσεται κάθε μέρα και λίγο περισσότερο στο να διαλέγει μόνο τους τίτλους και τους υποτίτλους όλων των μορφών των παραστάσεων. Η λέξη δεν είναι πια εκεί για να απαντήσει στις απαιτήσεις του σοκ των αισθήσεων.

Όπως το επισημαίνει ο McLuhan, αυτή η κατάσταση των πραγμάτων θα μεταβάλει τις βασικές χρήσεις της αντιλήψεως. Η έγχρωμη τηλεόραση και αυτή των τριών διαστάσεων που θα μεταφέρει αυτόματα από το ένα σημείο της γης στο άλλο, τις σκηνές τις πλέον δραματικές, όχι μόνον θα μειώσει πιο πολύ τα ενδόμυχα τα φυλαγμένα στον καθένα μας, αλλά και θα μορφοποιήσει την φαντασία σε μια ακόρεστη παθητικότητα. Η δυνατότητα αφομοιώσεως του νευρικού μας συστήματος θα βρεθεί αναμφίβολα αυξημένη, θα ανεχόμαστε ευκολότερα την εφόρμηση του ορατού και του θορυβώδους.

Αλλά η ικανότητά μας να ξαναδημιουργήσουμε μια συγκροτημένη ολότητα διάκοσμου και πράξης, ξεκινώντας από το απλό νεύμα ενός βωβού όρου, θα ατροφήσει όπως ένα μυς που δεν εργάζεται. Πώς να φανταστεί κανείς ότι τα μυθιστορήματα ή τα ποιήματα που απαιτούν από μας προσπάθεια και συμμετοχή, θα μπορούσαν να παλέψουν με εφάμιλλα όπλα με τις νέες γλώσσες όπου όλες οι αισθήσεις επιστρατεύονται και όπου δοξάζεται το συγκεκριμένο; Να παλέψουν με τις τεχνικές που τοποθετούν την πολυθρόνα μας στο μέσον των θαλασσών ή που μας εγκαθιστούν μέσα σ’ ένα πύραυλο, στο μέσον της καμίνου της εκτοξεύσεως; Οι προφητικές αποδείξεις του Goethe στον πρόλογο του Φάουστ, επανέρχεται στη μνήμη: ποιος μπορεί να ελπίζει ότι ένας άνθρωπος που μόλις επανήλθε από το Lesen der Journale, από την παράφορη βασιλεία και το χάος των ειδήσεων, θα ξανακερδίσει την ηρεμία, την διαθεσιμότητα του πνεύματος, αυτό δηλαδή που απαιτεί η λογοτεχνία;

Μετάφραση: Σούλα Νικολοπούλου

  • Δημοσιεύτηκε στην ΕΥΘΥΝΗ. Περιοδικό ελευθερίας και γλώσσας. Τεύχος 257, Μάιος 1993.

Pour saluer George Steiner - La République des livres

Ο Τζορτζ Στάινερ γεννήθηκε στις 23 Απριλίου 1929 στο Παρίσι από Εβραίους γονείς αυστριακής καταγωγής. Η οικογένειά του μετανάστευσε στην Αμερική το 1940. Ήδη από τα πρώτα του παιδικά χρόνια μιλούσε τρεις γλώσσες· αργότερα σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, στο Χάρβαρντ και στην Οξφόρδη με υποτροφία Rhodes. Δίδαξε συγκριτική λογοτεχνία στα Πανεπιστήμια του Κέιμπριτζ, της Γενεύης και της Οξφόρδης και συνεργάστηκε, ως κριτικός λογοτεχνίας με τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες του καιρού μας. Πρώτο του βιβλίο ήταν η μελέτη “Τολστόι ή Ντοστογιέφσκι” (1958). Ακολούθησαν τα έργα “The Death of Tragedy” (“Ο θάνατος της τραγωδίας”, 1960, ελλ. εκδ. Δωδώνη), “Language and Silence” (“Γλώσσα και σιωπή”, 1967), “In Bluebeard’s Castle: Some Notes Towards the Redefinition of Culture” (“Στο κάστρο του Κυανοπώγωνα: Σημειώσεις για τον επαναπροσδιορισμό της κουλτούρας”, 1971, ελλ. εκδ. Scripta), “After Babel” (“Μετά τη Βαβέλ”, 1975, ελλ. εκδ. Scripta), “On Difficulty” (“Περί δυσκολίας”, 1978, ελλ. εκδ. Ψυχογιός), “Antigones” (“Αντιγόνες”, 1984, ελλ. εκδ. Καλέντης), “Real Presences” (“Πραγματικές παρουσίες”, 1989), “Heidegger” (“Χάιντεγκερ”, 1992), “No Passion Spent” (“Αξόδευτα πάθη”, 1996, ελλ. εκδ. Νεφέλη), “Grammars of Creation” (“Γραμματικές της δημιουργίας”, 2001), η σύντομη αυτοβιογραφία του “Errata” (1998) και το μυθιστόρημα “The Deeps of the Sea” (“Τα βάθη της θάλασσας”, 1996). Έφυγε από τη ζωή στις 3 Φεβρουαρίου 2020.

Share this

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

Related Posts