ΓΕΝΙΚΕΣ

Το κοινό έχει εθισθεί στο θόρυβο

  • Γράφει ο Νίκος Λαγκαδινός

Δεν θα είναι πρωτότυπο αν τώρα αρχίσω να εκθειάζω την υπεροχή του βιβλίου ως μέσου επιμόρφωσης, ψυχαγωγίας, αισθητικής απόλαυσης κ.λπ. Αλλά θα καταθέσω μερικές σκέψεις για το βιβλίο αλλά και για τη λειτουργία των μέσων μαζικής ενημερωσης, εν μέσω της πανδημίας του κοροναϊού.

Μερικές φορές νιώθουμε ότι οι λέξεις της γλώσσας μας, που όντως είναι ένα θησαυροφυλάκιο, δεν είναι φορτισμένες τόσο, ώστε ν’ αποδώσουν τον τηλεοπτικό κρετινισμό που έχει… ενσκήψει στη χώρα μας. Οι μεγαλόστομοι φύλακες της ηθικής, της αλήθειας και της καθαρότητας του εκπεμπόμενου τηλεοπτικού λόγου και της εικόνας, μας έχουν φλομώσει με… κοπριά.

Μας πνίγει η τηλεοπτική δυσωδία και η εσκεμμένη αφέλεια, η χρήση απατηλών λέξεων και εικόνων και η αθώα πανουργία όλων εκείνων, οι οποίοι έχουν θρονιαστεί στις τηλεοπτικές οθόνες και προκαλούν σύγχυση ή υπνηλία, που εκμεταλλεύονται την κούραση του πολίτη και την αγωνία του για ειρηνικές από πάσης απόψεως μέρες και τον εξαπατούν. Είμαστε που είμαστε κλεισμένοι στα σπίτια μας σύμφωνα και με τις επιταγές της πολιτείας προς αποφυγή της διασποράς του πανούργου κοροναϊού.

Η δύναμη που εκπέμπει ο ολοκληρωτισμός της τηλεοπτικής εικόνας και του λόγου αναγκάζει σε κλιμακωτή υποχώρηση του πνευματικού πολιτισμού. Ενώ βρισκόμαστε στην άκρη του γκρεμού και αντιμετωπίζουμε ως κοινωνία τον κίνδυνο της μόλυνσης από τον θανατηφόρο ιό, τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα εν πολλοίς, μας βομβαρδίζουν με κοινοτοπίες και ασημαντότητες. Κι αυτή η φρικτή καταγραφή του αριθμού των νεκρών, στην οποία όλοι έχουν υποκύψει, λειτουργεί τρομοκρατικά.

Η καταφυγή, είναι τα βιβλία, είναι το «παραμύθιον γλυκύ ανθρωπίνης ατυχίας». Οι σύγχρονες εφιαλτικές κοινωνίες γνωρίζουν –γιατί είναι έργο δικό τους– ότι όπου τα μέτρα ξεπερνάνε τον άνθρωπο, η ψυχή συντρίβεται. Και ξέρουμε πολύ καλά, ότι η ψυχική ερήμωση είναι αποτέλεσμα της απώλειας κάποιου στοιχείου που συνένωσε τον άνθρωπο με το σύμπαν ως αίσθηση. Αυτό το στοιχείο έχει υποκατασταθεί από τα ηλεκτρονικά μηχανήματα, από την τηλεόραση, που εξωθεί τον άνθρωπο στην πνευματική ακινησία και τη συναισθηματική αγκύλωση.

Το βιβλίο όμως, που πρέπει να διαβάζουμε, ανήκει (για να θυμηθούμε τον Ουμπέρτο Έκο) σ’ εκείνα τα θαύματα μιας αιώνιας τεχνολογίας, της οποίας μέρος αποτελούν ο τροχός, το μαχαίρι, το κουτάλι, το σφυρί, το τσουκάλι, το ποδήλατο. Έτσι που έχει αναπτυχθεί και εξελιχθεί η τεχνολογία μας, λέει ότι θα υπάρξουν μηχανές για να εξερευνούμε μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή τις βιβλιοθήκες όλου του κόσμου και να επιλέγουμε τα κείμενα που θέλουμε, θα τα εκτυπώνουμε όπως θέλουμε, το φωτοαντιγραφικό μηχάνημα θα τακτοποιεί τα φύλλα και θα τα δένει. Και λοιπόν, λέει χαμογελώντας ο Έκο. Θα χαθούν οι στοιχειοθετήσεις, τα τυπογραφεία, τα βιβλιοδετεία, αλλά θα έχουμε στα χέρια μας και πάλι και πάντα ένα βιβλίο…

Όσο και να ζυγιάσει κανείς τους ανθρώπους, πάντα θα καταλήγει στην απορία για το ποιος φταίει που σκοτώνεται ο κόσμος, που πεινάνε τα παιδιά, που υπάρχουν χιλιάδες ορφανά, που μισεί ο ένας τον άλλον, που κυνηγάει εκείνο που είναι άπιαστο, που δεν είναι ρεαλιστές οι άνθρωποι, που είμαστε έρμαια μιας θανατηφόρας επιδημίας… Ψάχνοντας, λοιπόν, την άλλη όψη των πραγμάτων και πιστεύοντας ότι με ρεμβασμούς οντολογικούς καλπάζουμε προς το αδύνατο, κι επειδή αδυνατούμε πλέον να διακρίνουμε αν η ζωή γίνεται εξωστρεφής ή εσωστρεφής, θα σας πούμε ότι προσπαθούμε τον τελευταίο καιρό να διαβάζουμε βιβλία.

Θα έχετε παρατηρήσει ότι οι εκφωνητές των τηλεοπτικών ειδήσεων έχουν πλέον εθιστεί στην υπερβολή, στους υπερθετικούς βαθμούς κι έχουν αποκτήσει μυθοπλαστικές ιδιότητες, που τους επιτρέπουν να λύνουν το μηχανισμό της φαντασίας του τηλεοπτικού κοινού. Κάποιοι απ’ αυτούς διεκδικούν πλέον και τον τίτλο πανεπιστημιακών καθηγητών της ιατρικής. Οι περιώνυμες «ζωντανές συνδέσεις» με τον τρόπο που γίνονται, τονώνουν τη μακαριότητα μιας κοινωνίας που αναζητά την ευτυχία της στην τραγωδία του άλλου. Οι λεγόμενες ειδήσεις πλέον είναι θέματα στα οποία εμφιλοχωρεί το στοιχείο του παράδοξου, αλλά και του γελοίου.

Ας καταλάβουμε επιτέλους ότι ειδήσεις υπάρχουν και φυσικά δεν έχουν καμιά απολύτως σχέση με τις «ζωντανές συνδέσεις», στις οποίες οι λεγόμενοι «αστέρες» των καναλιών στηρίζουν τη θεαματικότητα. Και τους βλέπουμε να βολοδέρνουν ανάμεσα σε απίστευτες επιπολαιότητες και ενίοτε τηλεοπτικές βαναυσότητες, σε σημείο που να λέμε, όσοι τις παρακολουθούμε ως θεατές, ότι φτάνει πια, δεν θέλουμε άλλες «ζωντανές συνδέσεις» με αρρώστους και τραγωδίες… Είμαστε απλώς υπερήφανοι για τη λάσπη μας, τα βάσανά μας και την απελπισία μας! Ας μη γίνει ποτέ «ζωντανή σύνδεση»  που δεν αντέχει τη μωρία των πολιτικών, τη σεξουαλική ιδεοληψία ορισμένων Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, την παλιανθρωπιά… Οι «ζωντανές συνδέσεις» δεν θα μας βοηθήσουν να δούμε καλύτερα μέσα στον κουρνιαχτό!

Όλοι, λίγο πολύ, το νιώθουμε πως όταν τίθεται σε λειτουργία ο μηχανισμός της ομαδικής υποβολής, γινόμαστε… πρόβατα και αρχίζουμε να θαυμάζουμε κάποιους «αστέρες» που διακινούν το σαρκίο τους στους προβολείς των μέσων ενημέρωσης. Μπορεί η ανησυχία να λαγοκοιμάται μέσα μας – όμως υποτασσόμαστε στην ακατανίκητη δύναμη των επαγγελματιών των ΜΜΕ. Η μοίρα όλων των πραγμάτων –παρατηρεί ο Ζαν Μποντριγιάρ– είναι να επανεμφανίζονται σαν απομιμήσεις. Τα τοπία σαν φωτογραφίες, οι γυναίκες σαν ερωτικό σενάριο, οι σκέψεις σαν γραφή, η τρομοκρατία σαν μόδα και μέσα επικοινωνίας, τα γεγονότα σαν τηλεόραση. Αναρωτιόμαστε αν και ο ίδιος ο κόσμος δεν υπάρχει, παρά μόνο για να λειτουργεί σαν διαφημιστικό αντίγραφο κάποιου άλλου κόσμου…

Δεν νομίζουμε ν’ αμφιβάλλει κανείς για τον κίνδυνο, που αντιμετωπίζουμε καθημερινά, να παγιδευτούμε σε μια ασταμάτητη θύελλα πληροφοριών χωρίς να έχουμε το χρόνο και τη διάθεση να κατανοήσουμε ή να δούμε το νόημα των πληροφοριακών κυμάτων που μας τυλίγουν. Και ξέρετε, τι λέει ο Μποντριγιάρ; Ότι ζούμε σ’ ένα σύμπαν υπερεπικοινωνίας που βυθίζει τους πολίτες σε μια δίνη κωδικοποιημένων μηνυμάτων. Το σύμπαν μεταμορφώνεται σε μια γιγαντιαία οθόνη παρακολούθησης. Η δημοσιότητα χρησιμεύει ως δικαιολογία για τη δημοσιότητα. Η πληροφόρηση παύει να συνδέεται με γεγονότα, αλλά γίνεται η ίδια γεγονός, που προκαλεί την προσοχή και το ενδιαφέρον.

Οι πολίτες θάβονται κάτω από ανεξέλεγκτους σωρούς εικόνων. Ο κόσμος είναι τόσο κορεσμένος με την αίσθηση της υπερπραγματικότητας, που δεν είναι πια σε θέση να ξέρει τι θέλει. Οι πολίτες γίνονται σχιζοφρενείς παρά τη θέλησή τους, ανοιχτοί σε όλα και μονίμως ζαλισμένοι. Υποβαθμίζονται σε «μάζες», που στην καλύτερη περίπτωση φέρονται σαν δύστροπα παιδιά που λένε μόνο «ναι» ή «όχι».

Τελικά, δεν σας είπα ποια βιβλία διαβάζω αυτό τον καιρό. Θα το πράξω σε επόμενο σημείωμα.

The following two tabs change content below.

Ο Νίκος Λαγκαδινός είναι δημοσιογράφος [ΕΣΗΕΑ]. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Θεατρολογία στο 8ο Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Έχει εργαστεί ως συντάκτης και αρχισυντάκτης στην ΕΡΤ [τηλεόραση και ραδιόφωνο], στις εφημερίδες Ελεύθερη Γνώμη, Νίκη, Ενημέρωση, Βραδυνή, Ακρόπολις, Αθηναϊκή. Διηύθυνε την εφημερίδα ΕΞΟΡΜΗΣΗ.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

Related Posts