ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Φρανσουά Βιγιόν: Μπαλάντα των παροιμιών

François Villon

Μπαλάντα των παροιμιών

Όσο πάει στη βρύση, τόσο πιο νωρίς σπάει το λαγήνι·
Τόσο η γίδα κακοπέφτει, όσο πιο βαθιά σκαλίζει.
Όσο σίδερο πυρώσεις, τόσο κόκκινο θα γίνει,
Όσο πιο πολύ χτυπάς το, τόσο πιο πολύ λυγίζει.
Όσο πιο μίζερος είσαι, τόσο ο κόσμος σε μανίζει.
Όσο πιο πολύ αλαργεύεις, τόσο κι οι άλλοι σε ξεχνούνε.
Όσον ένας εχτιμιέται, τόσο και μονάχα αξίζει·
Όσο κράζεις τις γιορτάδες, τόσο πιο νωρίς θα’ρθούνε.

Όση αξία σου δίνει η φήμη, η αξία σου δε στη δίνει.
Όποιος όλο λέει και λέει, να ξελέει γλήγορα αρχίζει.
Όσο πιο εύκολα ένας τάζει, τόσο πιο δύσκολα δίνει.
Οπού κάτι όλο γυρεύει, δε θ’ αργήσει να τ’ ορίζει.
Τόσο πεθυμάμε κάτι, όσο πιο ακριβά κοστίζει·
Όσοι επίμονα το θέλουν, στο φινάλε τ’ αποχτούνε·
Όσο πιο πολύ κοινό είναι, τόσο και πιο λίγο αξίζει.
Όσο κράζεις τις γιορτάδες, τόσο πιο νωρίς θα’ρθούνε.

Το σκυλί του όποιος πονάει, πεινασμένο δεν τ’ αφήνει.
Όσο το φυλάς το φρούτο, τόσο πιο πολύ σαπίζει.
Τρώει σιγά-σιγά τη γούρνα το νερό που η βρύση χύνει.
Χάνει όποιος πολυψειρίζει τ’ ό,τι η μοίρα του χαρίζει.
Δυο λαγούς όποιος ξετρέχει, και τους δυο τους αστοχίζει.
Όσοι βιάζουνται και τρέχουν, στα κοτρώνια σκουντουφλούνε.
Όσο λες το ίδιο τραγούδι, τόσο ο κόσμος το μπουχτίζει.
Όσο κράζεις τις γιορτάδες, τόσο πιο νωρίς θα’ρθούνε.

Όσο πιότερο αναμπαίζεις, τόσο και το γέλιο σβήνει.
Όσο η χούφτα σου σκορπίζει, τόσο η γούνα σου ξεφτίζει.
Όποιος λέει πάντα του αλήθεια, ζόρκος γλήγορα θα μείνει.
Όσο δέρνεται ο αγέρας, τόσο στο χιονιά γυρίζει.
Όποιος το Θεό λατρεύει, σ’ εκκλησιές ξεροσταλίζει
Τόσα χάρισες, που τώρα δανεικά θα σου χρειαστούνε.
Απ’ τα δέκα που σου τάζουν, το’να πόχεις κάλλιο αξίζει.
Όσο κράζεις τις γιορτάδες, τόσο πιο νωρίς θα’ρθούνε.

Πρίγκιπα, του βουρλισμένου το μυαλό στο τέλος πήζει·
Όσο τόνε δέρνουν, τόσο οι τρέλες του τον παρατούνε.
Όσο φρονιμεύει, τόσο το όσο ξύλο έφαγε αξίζει.
Όσο κράζεις τις γιορτάδες, τόσο πιο νωρίς θα’ρθούνε.

  • François Villon, ΜΠΑΛΛΑΝΤΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ. Επιμέλεια-μετάφραση: Σπύρος Σκιαδαρέσης. Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Αθήνα 1999.

Φρανσουά Βιγιόν (François Villon, 1431 – εξαφανίστηκε το 1463) ήταν Γάλλος ποιητής του Μεσαίωνα, ο κατά Ρεμπό γενάρχης των «καταραμένων ποιητών». Όλα στη ζωή του είναι υπό την σκιάν του πιθανού και της αβεβαιότητας. Γεννήθηκε περί το 1431 και το πραγματικό του όνομα ήταν François de Montcorbier ή François Des Loges ή κάποιο άλλο. Ορφάνεψε μικρός από πατέρα και τον πήρε υπό την προστασίαν του ο (θείος του) εφημέριος Γκυγιόμ ντε Βιγιόν. Το 1452 απονεμήθηκε από το Πανεπιστήμιο των Παρισίων στον Φρανσουά Βιγιόν ο τίτλος του Maître ès arts.

To 1455 μαχαίρωσε θανάσιμα ένα κληρικό, εξορίστηκε από το Παρίσι, αλλά στις αρχές του 1456 πήρε βασιλική χάρη. Πριν όμως τελειώσει η χρονιά πήρε μέρος στην διάρρηξη ενός κολεγίου και υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει και πάλι το Παρίσι.

Εκείνο τον καιρό έγραψε το ποίημα Κληροδοσιά που ονομάστηκε αργότερα Μικρή Διαθήκη. Κληροδοτεί μ’ αυτό, σαρκάζοντας, τα μαλλιά του στον κουρέα του, μερικές δεκάρες σε τοκογλύφους και στον γραμματέα του κακουργιοδικείου το σπαθί του.

Τον βρίσκουμε μετά στο Μπλουά, στην αυλή του ομότεχνού του (στην ποίηση) Κάρολου δούκα της Ορλεάνης. Κλείνεται στην φυλακή για νέα παραπτώματα αλλά τον Δεκέμβριο το 1457 αμνηστεύεται επ’ ευκαιρία της γέννησης της κόρης του δούκα. Παίρνει μάλιστα μέρος και σε ποιητικό διαγωνισμό που αθλοθέτησε ο δούκας με την μπαλάντα του Πλάι στη βρύση πεθαίνω διψασμένος.

Περιπλανήθηκε ύστερα και όλο το καλοκαίρι του 1461 το πέρασε κλεισμένος σε φυλακή στον Λίγηρα με διαταγή του επισκόπου της Ορλεάνης. Απελευθερώθηκε τον Οκτώβριο με την ευκαιρία της διέλευσης από την περιοχή του Λουδοβίκου ΙΑ΄. Τότε έγραψε το μεγαλύτερο έργο του την Μεγάλη Διαθήκη. Εκφράζει τον αποτροπιασμό του για τις δυστυχίες της ζωής, την αρρώστια, τη φυλακή, τα γηρατειά και τον θάνατο, θυμάται τα καπηλειά, τους αμφίβολους φίλους και τις πόρνες που συναναστράφηκε, με τόνους πολύ πιο δηκτικούς απ’ ότι στο προηγούμενο έργο του.

Το 1462 κλείνεται και πάλι φυλακή στο Παρίσι για ληστεία. Αφήνεται ελεύθερος αλλά τον επόμενο χρόνο συλλαμβάνεται και πάλι για συμμετοχή σε συμπλοκή κι αυτή τη φορά καταδικάζεται «να κρεμαστεί και να στραγγαλιστεί». Στην φυλακή γράφει την περίφημη Μπαλάντα των κρεμασμένων και το σατιρικό τετράστιχο Είμαι ο Φρανσουά, πολύ τούτη η έγνοια με ταράζει… Στις 5 Ιανουαρίου του 1463 το Παρλαμέντο του Παρισιού μετατρέπει την ποινή του σε δεκαετή εξορία από το Παρίσι. Από το σημείο αυτό και ύστερα χάνονται τα ίχνη του.

O Βιγιόν ήταν ένας λόγιος που έκανε ζωή αλήτη. Αλλά αυτή η ζωή -οι περιπέτειες, οι φυλακές και ο μόνιμος τρόμος της τιμωρίας- του έδωσε την έμπνευση της συγκλονιστικής πολλές φορές ποίησής του.

Statue Francois Villon (Paris) - 2020 All You Need to Know BEFORE ...

Μνημείο του Βιγιόν στο Παρίσι

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

Related Posts