ΓΕΝΙΚΕΣ

12 Μαρτίου γιορτάζουν…

Share this
  • Όσιος Θεοφάνης ο Ομολογητής της Συγριανής
  • Όσιος Γρηγόριος ο Α’ Διάλογος Πάπας Ρώμης
  • Άγιοι Εννέα Μάρτυρες
  • Δίκαιος Φινεές
  • Όσιος Συμεών ο Ευλαβής
  • Άγιος Λαυρέντιος
  • Προφήτης Ααρών
  • Άγιος Δημήτριος βασιλεύς της Γεωργίας
 ***********************************************************************************************************
  • Όσιος Θεοφάνης ο Ομολογητής της Συγριανής

Ο Όσιος Θεοφάνης ο Ομολογητής, γεννήθηκε το 760 μ.Χ. από ευσεβείς και φιλόθεους γονείς, τον Ισαάκ και την Θεοδότη. Σε ηλικία οκτώ ετών έμεινε ορφανός από πατέρα και η μητέρα του ανέλαβε το δύσκολο έργο της ανατροφής, της διαπαιδαγωγήσεως και της μορφώσεως του υιού της Θεοφάνους.

Ο Όσιος, κατά παράκληση της μητέρα του, νυμφεύθηκε σε νεαρή ηλικία την ευσεβή και πλούσια Μεγαλώ. Ο γάμος αυτός, που ήταν αντίθετος για τη μοναχική ζωή που επιθυμούσε ο Όσιος, διαλύθηκε. Η μεν σύζυγος αυτού έγινε μοναχή στη μονή της Πριγκίπου και μετονομάσθηκε Ειρήνη, ο δε Όσιος κατέφυγε, το 781 μ.Χ., σ’ ένα μοναστήρι κοντά στο βουνό της Συγριανής, το Πολίχνιο. (Η Συγριανή βρισκόταν είτε στη Μήδεια είτε – το πιθανότερο – στην Μυτιλήνη [ακρωτήρι Σίγρι]).

Από τη μονή αυτή, ως λόγιος και ενάρετος μοναχός, προσκλήθηκε μαζί με άλλους ηγουμένους διαπρεπείς, τον ηγούμενο της μονής Σακουδίωνος Πλάτωνα, τους μοναχούς Νικηφόρο και Νικήτα από τη μονή Μηδικίου, το μοναχό Χριστόφορο από τη μονή του Μικρού Αγρού, στην Εβδόμη Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιος, το έτος 787 μ.Χ.

Όταν επέστρεψε, εγκατέστησε ηγούμενο τον μοναχό Στρατήγιο και εκείνος αποσύρθηκε στην απέναντι νήσο Καλώνυμον, όπου ίδρυσε μεγάλη μονή και εκεί, αφού εγκαταβίωσε επί εξαετία, ασχολήθηκε με την καλλιγραφία και τις συγγραφές. Αλλά ατυχώς η υγεία του προσβλήθηκε από οξεία λιθίαση. Σε αυτή την χαλεπή κατάσταση δεν παρέλειψε να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη, όταν προσκλήθηκε υπό του Λέοντος του Αρμενίου (813 – 820 μ.Χ.), ο οποίος προσπάθησε διά του Πατριάρχη Ιωσήφ του εικονομάχου να ελκύσει αυτόν στην αίρεση της εικονομαχίας. Ο Όσιος φυσικά δεν ήταν δυνατό να αποδεχθεί μία τέτοια πρόταση και να προδώσει την Ορθόδοξη πίστη. Έτσι τον έκλεισαν σε σκοτεινό μέρος και στην συνέχεια τον εξόρισαν στη Σαμοθράκη, όπου μετά από είκοσι τρεις ημέρες κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 815 (ή κατ’ άλλους το 818 μ.Χ.). Αργότερα οι μαθητες του μετεκόμισαν τα ιερά λείψανα του το έτος 822 μ.Χ., στη μονή του, όπου ετελείτο η Σύναξη του, όπως και τη Μεγάλη Εκκλησία.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ὀρθοδοξίας ὁδηγέ, εὐσεβείας Διδάσκαλε καί σεμνότητος, τῆς Οἰκουμένης ὁ φωστήρ, τῶν Μοναζόντων θεόπνευστον ἐγκαλλώπισμα, Θεοφάνη σοφέ, ταῖς διδαχαῖς σου πάντας ἐφώτισας, λύρα τοῦ Πνεύματος. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Θεῶ τῷ ἐν σώματι, ἐπιφανέντι ἠμίν, ὁσίως ἐλάτρευσας δι’ ἐνάρετου ζωῆς, Θεόφανες Ὅσιε, πᾶσαν γὰρ τὴν προσοῦσαν, ὕπαρξιν ἀπορρίψας, ἄθλους ὁμολογίας, τὴ ἀσκήσει συνάπτεις, ἐντεῦθεν δι’ ἀμφοτέρων, φαίνεις τοὶς πέρασι.

Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τά ἄνω ζητῶν.
Ἐξ ὕψους λαβών, τὴν θείαν ἀποκάλυψιν, ἐξῆλθες σπουδῇ, ἐκ μέσου τῶν θορύβων, καὶ μονάσας Ὅσιε, τῶν θαυμάτων εἴληφας τὴν ἐνέργειαν, καὶ προφητείας χάρισμα, συμβίου καὶ πλούτου στερούμενος.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος πλ. β’. Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν.
Τῆς ζωαρχικῆς, τοῦ Λόγου θεοφανείας, σκεῦος ἐκλεκτόν, Θεόφανες καὶ θεράπων, τῷ ἐνθέῳ σου βίῳ, θεόφρον γενόμενος, τὴν Εἰκόνα τὴν ἐνσώματον, τοῦ Χριστοῦ σεπτῶς ἐτίμησας, ὁμιλήσας πολλαῖς θλίψεσιν· ἀνθ’ ὧν θαυμάτων πηγήν, εἴληφας ἐκ Θεοῦ.

Κάθισμα
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Ζῆλον ἔνθεον προσκεκτημένος, δόγμα ἄθεον ἀπεβδελύξω, καὶ κινδύνοις πολυτρόποις ὡμίλησας, ὑπερορίαις ἀδίκως στελλόμενος, καὶ εὐσεβῶς παμμάκαρ τελειούμενος, Πάτερ Θεόφανες, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ὁ Οἶκος
Ἐπὶ τῆς γῆς μηδὲν προτιμήσας, ἠκολούθησας χαίρων τῷ καλοῦντί σε Χριστῷ, καὶ τὸν ζυγὸν αὐτοῦ ἔλαβες ἐπὶ τῶν ὤμων τῶν σῶν προθύμως, καὶ ἀνάπαυσιν εὗρες τῇ ψυχῇ σου, ἣν περ κἀμοὶ τῷ πτωχῷ καὶ ῥαθύμῳ κατάπεμψον τῷ λέγοντι, καὶ μηδόλως ἐκτελοῦντι, ἀλλ’ ἔτι σχολάζοντι, ἐν τοῖς τοῦ βίου πράγμασι, καὶ θαυμάζοντι, πῶς πάντα ἔφυγες, συμβίου καὶ πλούτου στερούμενος.

Μεγαλυνάριον
Τῆς θεοφανείας τῆς μυστικῆς, βίῳ ὑπερτέρῳ, θησαυρίσας τὴν μετοχήν, θέσει ἐθεώθης, Θεοφάνες θεόφρον, καὶ ὤφθης Ἐκκλησίας, στῦλος θεόφωτος.

12 Μαρτίου γιορτάζουν…
  • Όσιος Γρηγόριος ο Α’ Διάλογος Πάπας Ρώμης

Ο Όσιος Γρηγόριος, γεννήθηκε περί το έτος 540 μ.Χ. και έζησε στη Ρώμη, κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α’ του Μεγάλου (527 – 565 μ.Χ.). Ονομάσθηκε δε Διάλογος, επειδή τα περισσότερα έργα του τα έγραψε με διαλογικό τρόπο, δηλαδή με ερωτήσεις και αποκρίσεις. Ο πατέρας του ονομαζόταν Γορδιανός και η μητέρα του Συλβία. Τόσο οι γονείς του όσο και οι δύο αδελφές του πατέρα του, η Ταρσίλα και η Αιμιλιανή, διακρίνονταν για την ευσέβειά τους και επέδρασαν ευεργετικά στην διαμόρφωση της προσωπικότητας του Γρηγορίου. Ως γόνος πλούσιας οικογένειας ο Γρηγόριος έλαβε καλή μόρφωση, ιδιαίτερα στη νομική. Βέβαια έζησε σε μια εποχή όπου η καλλιέργεια της ελληνικής γλώσσας και των ελληνικών γραμμάτων στη Ρώμη είχε σβήσει. Ο Γρηγόριος μάλλον ήταν κάτοχος μόνο της λατινικής γλώσσας, γεγονός που δεν του επέτρεπε να μελετήσει την πλούσια θεολογική γραμματεία των Ελλήνων Πατέρων.

Περί το έτος 570 μ.Χ. διορίσθηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β’ (565 – 576 μ.Χ.) στο αξίωμα του πραίτορος της πόλεως της Ρώμης. Δεν παρέμεινε όμως για μακρύ χρονικό διάστημα στην θέση αυτή. Μετά τον θάνατο του πατέρα του διέθεσε το μέγιστο μέρος της περιουσίας που κληρονόμησε σε φιλανθρωπικά έργα και στην ίδρυση μονών. Ίδρυσε έξι μοναστήρια στη Σικελία και περί το έτος 575 μ.Χ. μετέτρεψε την οικία του στην Ρώμη σε μοναστήρι αφιερωμένο στον Απόστολο Ανδρέα. Ο ίδιος έγινε μοναχός αυτής της μονής και αργότερα αναδείχθηκε ηγούμενός της. Στο μοναστήρι ζούσε μια πολύ ασκητική ζωή και αφιερώθηκε στην προσευχή και στη μελέτη της Αγίας Γραφής και των Πατέρων.

Δεν έμελλε όμως να παραμείνει για πολύ καιρό στη μονή του, γιατί χειροτονήθηκε διάκονος και το έτος 579 μ.Χ. εστάλη στην αυτοκρατορική αυλή της Κωνσταντινουπόλεως ως αποκρισιάριος, δηλαδή αντιπρόσωπος, του Πάπα Ρώμης. Στην Κωνσταντινούπολη ο Όσιος Γρηγόριος, μαζί με τους μοναχούς που τον συνόδευσαν από την Ρώμη, ζούσε μοναστική ζωή. Είχε όμως την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά τα πολιτικά και εκκλησιαστικά προβλήματα της αυτοκρατορίας και να συνάψει γνωριμίες με σημαίνοντα πρόσωπα της αυτοκρατορικής αυλής, με τα οποία διατήρησε αλληλογραφία μετά την αναχώρησή του από την Κωνσταντινούπολη. Ανάμεσα στα πρόσωπα αυτά ήταν η Θεοκτίστη, αδελφή του αυτοκράτορα Μαυρικίου (582 – 602 μ.Χ.), ο πατρίκιος Ναρσής, ο ιατρός του αυτοκράτορα Θεόδωρος κ.α. Στην Κωνσταντινούπολη επίσης, γνώρισε τον Επίσκοπο Σεβίλλης Λέανδρο (βλέπε Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος γ’. Θείας Πίστεως.
Στόμα γρήγορον καταπλουτήσας, νομεὺς ἄριστος τοῦ θείου λόγου, ἀνεδείχθης Ἱεράρχα Γρηγόριε, τῶν ἀρετῶν γὰρ ἐκφάντωρ γενόμενος, δικαιοσύνης ἐκφαίνεις τὴν ἔλλαμψιν Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμιν τὸ μέγα ἔλεος.

  • Άγιοι Εννέα Μάρτυρες
Οι Άγιοι Εννέα Μάρτυρες μαρτύρησαν δια πυρός. (Ίσως είναι οι ίδιοι μ’ αυτούς που μαρτύρησαν μαζί με τον Άγιο επίσκοπο Αυδά στην Περσία, που η μνήμη τους εορτάζεται την 
Ο Δίκαιος Φινεές ήταν ιερέας των Εβραίων από τη φυλή του Ααρών, περί του οποίου διαβάζουμε στην Παλαιά Διαθήκη: «Ὁ Κύριος ὡμίλησε πρὸς τὸν Μωυσὴν καὶ εἶπεν: ὁ Φινεές, ὁ υἱὸς τοῦ Ἐλεάζαρ υἱοῦ τοῦ Ἀαρῶν, ἔπαυσε τὸν θυμόν του κατὰ τῶν Ἰσραηλιτῶν, διότι οὗτος μὲ ἱερὰν ἀγανάκτησιν, διὰ τὴν ἁμαρτίαν τῶν Ἰσραηλιτῶν, φονεύσας τοὺς ἐνόχους πρωταιτίους καὶ οὕτω δὲ κατέστρεψα ἐν τὴ ἱερά μου ἀγανακτήσει ὅλους τοὺς Ἰσραηλίτας. Ἕνεκεν τῆς τοιαύτης διαγωγῆς του δηλῶ: Νά! Συνάπτω μετ’ αὐτοῦ ἐγὼ ὁ Θεὸς συμβόλαιον ἰδιαιτέρων εἰρηνικῶν σχέσεων. Ὑπόσχομαι νὰ δώσω εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους του ἔπειτα ἀπὸ αὐτὸν τὴν ἱεροσύνην παντοτεινήν, ἐπειδὴ ἔδειξε ζῆλον ὑπὲρ ἐμοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐξιλέωσε τὸν θυμόν μου κατὰ τῶν Ἰσραηλιτῶν». Ο Φινεές διαδέχθηκε στην αρχιερωσύνη τον Δίκαιο Ελεάζαρ. Ως προς τους απογόνους του, εκτός μιας διακοπής από του Ηλί μέχρι του Δαβίδ, οι απόγονοί του έγιναν οι κληρονομικοί διάδοχοι της αρχιερωσύνης μέχρι της καταστροφής του Ιουδαϊκού έθνους. Η μνήμη του Δικαίου Φινεές εορτάζεται και στις 

Ο Προφήτης Ααρών είναι ο πρώτος αρχιερέας των Ισραηλιτών, από τη φυλή του Λευί, πρεσβύτερος αδελφός του Προφήτου Μωυσή, στον οποίο προσέφερε πολύτιμη συνδρομή κατά την απελευθέρωση του λαού του Ισραήλ από τη δουλεία στην Αίγυπτο. Εύγλωττος και θαρραλέος, υποδείχθηκε υπό του Θεού ως συνεπίκουρος στον Προφήτη Μωυσή, όταν αυτός δίσταζε να αναλάβει το μέγα έργο, να εξαγάγει τον Ισραηλιτικό λαό από τη δουλεία, προφασιζόμενος μεταξύ των άλλων και τη βραδυγλωσσία του. Πράγματι, ο Ααρών, όταν πληροφορήθηκε από τον Μωυσή τη θεία εντολή, συγκέντρωσε τους πρεσβυτέρους των υιών Ισραήλ και διαβίβασε τους λόγους, τους οποίους λάλησε ο Κύριος προς τον Μωυσή. Αφού ο λαός πίστεψε στους λόγους του, ο Μωυσής και ο Ααρών μετέβησαν στον Φαραώ και διαβίβασαν την διαταγή του Θεού, να αποστείλει τον Εβραϊκό λαό να εορτάσει στην έρημο. Ενώπιον μάλιστα του βασιλέως ο Ααρών μετέβαλε την ράβδο του σε φίδι και κατόπιν την επανέφερε στην πρώτη κατάσταση.

Ο Φαραώ όμως, όχι μόνο δεν υπάκουσε, αλλά κατέστησε ακόμη πιο βαριά την δουλεία. Η καρδιά του σκλήρυνε. Οι Εβραίοι άρχισαν τότε να γογγύζουν και να διαμαρτύρονται κατά των δύο ανδρών. Πάλι όμως ο Ααρών εμφανίσθηκε ενώπιον του Φαραώ ως πληρεξούσιος του Μωυσή και ζήτησε από αυτόν να αφήσει τον Ισραηλιτικό λαό να απέλθει από την Αίγυπτο. Όταν δε ο Φαραώ ζήτησε θαύματα από τους δύο απεσταλμένους του Θεού για να πεισθεί, ο Ααρών εξετέλεσε πάλι τα θαύματα αυτά. Επακολούθησαν οι επτά πληγές του Φαραώ, ο οποίος τελικά αναγκάσθηκε να αφήσει τους Εβραίους να φύγουν από την Αίγυπτο.

Καθ’ όλο το διάστημα της εξόδου του λαού από την Αιγυπτιακή δουλεία και την περιπλάνηση στην έρημο, ο Ααρών ήταν πρόθυμος συνεργάτης του Μωυσή στο δυσχερέστατο έργο της διοικήσεως του λαού, που υπέφερε μύριες στερήσεις και κακουχίες.

Ήλθε όμως η στιγμή κατά την οποία ο Ααρών δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τον εξεγερθέντα λαό. Ο Μωυσής είχε ανέλθει στο όρος Σινά, για να λάβει τις εντολές του Θεού, αλλά άργησε να κατέλθει. Ο λαός τότε εγκατέλειψε τον Θεό και ζήτησε τη σωτηρία του σε ψεύτικους θεούς. Συνάχθηκε λοιπόν, γύρω από τον Ααρών και του ζήτησε να κατασκευάσει σε αυτόν ομοιώματα θεών. Τότε κατασκευάσθηκε ο χρυσός μόσχος. Ο Προφήτης Ααρών κοιμήθηκε με ειρήνη, όπως ο Μωυσής, πριν εισέλθει στη γη της επαγγελίας, σε ηλικία 123 ετών. Ενταφιάσθηκε στο όρος Χορ ή Ωρ, κοντά στην Πέτρα, πρωτεύουσα των Ιδουμαίων. Η μνήμη του Προφήτη Ααρών εορτάζεται, επίσης, την Κυριακή των Προπατόρων.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

Related Posts