ΓΕΝΙΚΕΣ

3 Ιουλίου γιορτάζουν…

  • Άγιος Υάκινθος ο κουβικουλάριος (θαλαμηπόλος)
  • Άγιος Ανατόλιος Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης
  • Άγιος Γεράσιμος ο νέος ο Καρπενησιώτης
  • Άγιοι Θεόδοτος, Θεοδότη, Δολινδούχ, Διομήδης, Ευλάμπιος και Ασκληπιάδης
  • Άγιοι Μάρκος και Μωκιανός
  • Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου της Γαλακτοτροφούσης
  • Όσιος Ιωακείμ ο νέος ο θεοφόρος
  • Εύρεσις του τάφου και των λειψάνων του Αγίου Ιερομάρτυρας Ραφαήλ εν Μυτιλήνη
  • Άγιος Βασίλειος Επίσκοπος Ριαζάν και Μουρώμ
  • Άγιος Κωνσταντίνος ο Πρίγκιπας
  • Άγιος Ηλιόδωρος Επίσκοπο Αλτίνου
************************************************************************************************************
    • Άγιος Υάκινθος ο κουβικουλάριος (θαλαμηπόλος) 

Ο Άγιος Υάκινθος καταγόταν από την Καισαρεία της Καππαδοκίας και έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Τραϊανού (98 – 117 μ.Χ.). Ήταν άνθρωπος με εξαιρετική συμπεριφορά και διετέλεσε κουβικουλάριος του αυτοκράτορα. Διεκπεραίωνε τα καθήκοντα του μέσα στο παλάτι κατά τον καλύτερο τρόπο. Ήταν προσεκτικός και δε μολύνθηκε από τη χλιδή των ανακτόρων. Η ψυχή του ολόκληρη ήταν δοσμένη στο Σωτήρα Χριστό. Γι’ αυτό, όταν ο Τραϊανός διέταξε διωγμό κατά των χριστιανών, ο Υάκινθος δε δίστασε να ομολογήσει μπροστά στον αυτοκράτορα ότι είναι χριστιανός. Ο Τραϊανός εξεπλάγη και του είπε ότι είναι αχάριστος, για την εμπιστοσύνη και την υπόληψη που του πρόσφερε το παλάτι. Τότε ο Υάκινθος με ψυχική άνεση απάντησε: «Αν η ευγνωμοσύνη είναι αρετή, βασιλιά, ποια απολογία θα μπορέσω να δώσω αρνούμενος το Σωτήρα μου Χριστό, ο όποιος έχυσε για μένα το αίμα του, ο οποίος μου χάρισε την πίστη, την ελπίδα, την αγάπη, ο όποιος μου δίνει λιμάνι στις τρικυμίες της ψυχής, παρηγοριά στη θλίψη, ασφάλεια στα κύματα, θώρακα στις δοκιμασίες; Και ο οποίος μου επιφυλάσσει συμμετοχή αιώνια στη βασιλεία Του και τη δόξα»; Ο Τραϊανός, στενοχωρημένος από τα λόγια του Υακίνθου, διέταξε να τον φυλακίσουν χωρίς να του δίνουν καθόλου φαγητό, εκτός και αν ήθελε να φάει ειδωλόθυτα. Σαράντα μέρες πέρασε έτσι ο Υάκινθος, χωρίς να αγγίξει τα ειδωλόθυτα. Την 41η, όμως, παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο. (Η μνήμη του Αγίου αυτού, μαζί μ’ αυτή του Αγίου Διομήδη, από ορισμένους Συναξαριστές, επαναλαμβάνεται περιττώς και την 3η Ιουνίου).

3 Ιουλίου γιορτάζουν…
Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς Λίθος ὑάκινθος, τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, ἀστράπτεις τοὶς πέρασι, ταὶς τῶν χαρίτων αὐγαίς, παμμάκαρ Ὑάκινθε, σὺ γὰρ ὁμολογία, πυρσωθεῖς εὐσέβειας, ἔλαμψας ἐν ἀθλήσει, τὴ τοῦ Λόγου μιμήσει, ἐντεῦθεν καταφαιδρύνεις, τοὺς σὲ γεραίροντας.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὑακίνθῳ σήμερον, ἐξ ὑακίνθων, ἀμαράντων πλέξωμεν, στέφανον πάντες οἱ πιστοί, μεγαλοφώνως κραυγάζοντες, Χαίροις μαρτύρων, τὸ κλέος Ὑάκινθε.
  • Άγιος Ανατόλιος Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης 

Ο Άγιος Γεράσιμος ο νέος ο Καρπενησιώτης καταγόταν από το Μεγάλο Χωριό του Καρπενησίου και ονομαζόταν Γεώργιος. Ένδεκα χρονών, πήγε στην Κωνσταντινούπολη και παρέμεινε κοντά σ’ έναν παντοπώλη. Κάποια μέρα, μετέφερε πάνω στο κεφάλι του ένα χάλκινο δίσκο, που είχε γιαούρτι σε πήλινα δοχεία. Σε κάποια στιγμή όμως γλίστρησε, του έπεσε ο δίσκος με τα δοχεία και του έσπασαν όλα. Και ενώ έκλαιγε μέσα στο δρόμο για τη δυστυχία που τον βρήκε, τον πήρε κοντά της μια επίσημη Οθωμανίδα κυρία, που τον παρηγόρησε. Στη συνέχεια με διάφορες περιποιήσεις, τον ξεγέλασε και κατάφερε να τον εξισλαμίσει.

Μετά από πολλά χρόνια ο Γεώργιος, κατάλαβε το αμάρτημα του και έφυγε για την πατρίδα του. Αργότερα πήγε στο Άγιο Όρος, εκάρη μοναχός και ονομάστηκε Γεράσιμος.

Επιθυμώντας όμως το μαρτύριο, επέστρεψε στη βασιλεύουσα και αποκήρυξε τον Ισλαμισμό. Κατόπιν μπροστά στον πρώην κύριο του, κήρυξε με θάρρος την πίστη του στον Χριστό. Παρά τις κολακείες και τα βασανιστήρια, ο Γεράσιμος έμεινε αμετακίνητος στην πίστη του. Τότε, στις 3 Ιουλίου 1812 μ.Χ. τον αποκεφάλισαν στο Μπαμπά Χουμάϊ της Κωνσταντινούπολης. Τότε ήταν 25 χρονών. Το λείψανο του Αγίου, ενταφιάστηκε στην αρχή στο νησί Πρώτη. Μεταφέρθηκε αργότερα στην Ιερά Μονή Προυσού και από εκεί το 1971 μ.Χ. στον ομώνυμο μεγαλοπρεπή ναό του χωριού του τον οποίον έκτισαν οι απανταχού Μεγαλοχωρίτες.

Οι Άγιοι Θεόδοτος, Θεοδότη, Δολινδούχ (ή Γολινδούχ), Διομήδης, Ευλάμπιος (ή Ευλαμπίδης) και Ασκληπιάδης συνελήφθησαν από τον βασιλιά Τραϊανό (98 μ.Χ.), ο οποίος τους εξανάγκαζε ν’ αρνηθούν τον Χριστό και να θυσιάσουν στα είδωλα. Επειδή όμως αρνήθηκαν να πειστούν στις διαταγές του βασιλιά, αφού βασανίστηκαν, κατόπιν τους έκλεισαν στη φυλακή, όπου ήταν και ο Άγιος Υάκινθος ο Κουβικουλάριος, από τον όποιο και στηρίχτηκαν στην πίστη του Χριστού. Όταν μαρτύρησε ο Άγιος Υάκινθος, κατόπιν έβγαλαν και αυτούς από τη φυλακή, και τους οδήγησαν στο ναό για να φάγουν από τα ειδωλόθυτα. Οι Άγιοι αυτοί, όχι μόνο δεν έφαγαν, αλλά και ήλεγξαν με θάρρος τη θρησκεία των ειδώλων. Τότε τους κρέμασαν πάνω σε ξύλα και ξέσχισαν τις σάρκες τους. Έπειτα με βάρβαρο τρόπο αφού τους κατέβασαν από τα ξύλα, τους αποκεφάλισαν και έτσι όλοι έλαβαν το στεφάνι του μαρτυρίου. Τα δε τίμια λείψανα τους, ενταφίασαν με τιμές οι χριστιανοί στον τόπο όπου μαρτύρησαν.

Ο Όσιος Ιωακείμ γεννήθηκε στα μέσα του 17ου αιώνα μ.Χ. (ή σύμφωνα με άλλες πηγές στα τέλη του 16ου αιώνα μ.Χ), στο χωριό Σκιαδά που βρίσκεται στους νοτιοδυτικούς πρόποδες του όρους Ερύμανθος, στη περιοχή της σημερινής Τριταίας, της επαρχίας των Παλαιών Πατρών (Αχαΐα). Σε νεαρή ηλικία και παρά τη θέληση του, αρραβωνιάστηκε μια ευσεβή νέα, που καταγόταν από το ίδιο χωριό.

Ο Ιωακείμ όμως, φλεγόμενος του πόθου της μοναχικής ζωής, εγκατέλειψε γονείς και αρραβωνιαστικιά και έγινε μοναχός στο Μοναστήρι της Χρυσοπηγής, που βρίσκεται πάνω από το χωριό Δίβρη του νομού Ηλείας. Στο Μοναστήρι της Χρυσοπηγής ο Άγιος έφθασε σε μεγάλα ύψη αρετής και αγιότητας, ώστε κρίθηκε άξιος από τον Ηγούμενο της Μονής για να λάβει το μέγα αξίωμα της Ιεροσύνης. Ζώντας έτσι ταπεινά μέσα στην αδελφότητα, μετά την κοίμηση του Καθηγούμενου της Μονής, εκλέγεται Ηγούμενος.

Εν συνεχεία πήγε στη Μονή των Νοτενών, που βρίσκεται κοντά στη γενέτειρά του και τιμάται απ’ ονόματι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και έγινε Καθηγούμενος της. Δεν παρήλθαν, όμως, πολλά χρόνια και, φλεγόμενος από τον πόθο της ησυχίας, παραιτήθηκε από το αξίωμα του ηγουμένου, και αποσύρθηκε σε κάποιο σπήλαιο, που υπήρχε κοντά στο Μοναστήρι.

Στο μικρό εκείνο σπήλαιο, ο όσιος επιδόθηκε σε σκληρή άσκηση, με διαρκείς προσευχές, νηστείες και αγρυπνίες, υπομένοντας κάθε σκληραγωγία και στενοχώρια της ασκητικής πολιτείας, προκειμένου να καθαρίσει τον εαυτό του από τα πάθη και να γίνει εύχρηστο σκεύος του Αγίου Πνεύματος. Η τροφή του ήταν χυλός αλεύρου βρασμένου με μέλι, ή άγρια χόρτα βρασμένα.

Οι μεγάλοι του πνευματικοί αγώνες ήταν κρυφοί, γιατί φοβόταν ότι «η φανερή αρετή χάνεται, καθώς ο θησαυρός ο φανερός κλέπτεται». Έτσι όλες τις νύκτες κοιμόταν όρθιος, κρεμασμένος με σχοινιά από τις μασχάλες του, έχοντας εμπρός του ένα Τετραευάγγελο ανοικτό.

Αν και όταν εντελώς αγράμματος, εν τούτοις τόσο πολύ κατανοούσε την Αγία Γραφή και τα συγγράμματα των θείων Πατέρων, ώστε και ο τότε Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών, Παρθένιος Ε’ (1750-56 και 1759-70 μ.Χ.), ο οποίος ήταν πολύ πεπαιδευμένος στην ελληνική σοφία, καταδεχόταν να πηγαίνει σ’ αυτόν και να τον συμβουλεύεται.

Έτσι, λοιπόν, ζούσε και αγωνιζόταν όλες τις ημέρες της ζωής του ο όσιος Ιωακείμ, έως ότου έφθασε «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Εφ. δ΄ 13), περί τα μέσα του 18ου αιώνα μ.Χ. Τότε, καταλαβαίνοντας την ώρα της εκδημίας του, κάλεσε τους πατέρες της Μονής και τους νουθέτησε πως να πολιτεύωνται και να ζουν εν ειρήνη, κατά το μοναχικό τους πολίτευμα. Έπειτα, αφού έκαμε το σημείο του Σταυρού, είπε: «Εἰς χεῖράς σου, Χριστέ, παρατίθημι τὸ πνεῦμά μου», και έτσι απέπνευσε. Ενταφιάσθηκε ευλαβώς στον νάρθηκα του Ιερού ναού, στο μοναστήρι.

Τρία χρόνια μετά την κοίμηση του οσίου (ή σύμφωνα με άλλες πηγές δέκα χρόνια μετά), ο ανωτέρω Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών θέλησε να κάνει την ανακομιδή των Λειψάνων του. Ένας, όμως, από εκείνους που έσκαβαν, τραβώντας απρόσεκτα, έβγαλε κομμένο από τους ώμους το δεξιό χέρι του Οσίου με όλο το κρέας και το δέρμα του. Τότε εξεπλάγησαν όλοι και άρχισαν προσεκτικά να βγάζουν με τα δάκτυλα το χώμα από τον τάφο, έως ότου το υπόλοιπο σώμα του αγίου βγήκε όλο ακέραιο, πλήρες ευωδίας, και κατά κάποιον τρόπον στάθηκε όρθιο, όπως εκείνο του αγίου Σπυρίδωνος.

Τότε η φήμη του Ιερού Λειψάνου διαδόθηκε παντού και πολλοί χριστιανοί έτρεχαν σ’ αυτό, άλλοι μεν χάριν προσκυνήσεως, άλλοι δε για να ιατρεύσουν τα πάθη τους, και αμέσως λάμβαναν την θεραπεία τους. Και όχι μόνον οι χριστιανοί, αλλά και πολλοί τούρκοι πήγαιναν, και θεραπεύονταν από τον Άγιο.

Μετά από λίγα χρόνια, κατά την μεγάλη επιδρομή των Τουρκαλβανών στον Μωρέα, μετά την αποτυχημένη εξέγερση των Ορλωφικών (1770 μ.Χ.), «κρίμασιν οἷς οἶδεν ὁ Κύριος», το ιερό Λείψανο διαλύθηκε και η Αγία Κάρα του Οσίου κλάπηκε μαζί με άλλα πολύτιμα αντικείμενα της Μονής.

Σήμερα στην Ιερά Μονή των Νοτενών σώζονται λίγα Λείψανα από το ιερό σκήνος του οσίου Ιωακείμ του Νέου, που ευωδιάζουν και κάνουν διάφορες θεραπείες στους πιστούς, ενώ εμπρός από το σπήλαιο, στο οποίο ασκήτευε, έχει οικοδομηθεί εκκλησία επ’ ονόματί του, όπου και η μνήμη τιμάται με λαμπρότητα στις 

Ο Άγιος Ραφαήλ καταγόταν από τους Μύλους της Ιθάκης και γεννήθηκε το έτος 1410 μ.Χ. Το κοσμικό του όνομα ήταν Γεώργιος Λάσκαρης ή Λασκαρίδης και ο πατέρας του ονομαζόταν Διονύσιος. Πριν γίνει κληρικός είχε σταδιοδρομήσει στο βυζαντινό στρατό και έφθασε μάλιστα σε μεγάλο βαθμό. Σε ηλικία τριάντα πέντε ετών γνώρισε ένα ασκητικό και σεβάσμιο γέροντα, τον Ιωάννη, ο οποίος τον προσείλκυσε στην εν Χριστώ ζωή. Κάποια Χριστούγεννα ο γέροντας κατέβηκε από τον τόπο της ασκήσεώς του, για να εξομολογήσει και να κοινωνήσει τους στρατιώτες και κήρυξε τον λόγο του Θεού. Τότε ο αξιωματικός Γεώργιος, όταν ο γέροντας κατέβηκε πάλι τα Θεοφάνεια, αποχαιρέτισε τους στρατιώτες και τον ακολούθησε.

Μετά την κουρά του σε μοναχό, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, αλλά τιμήθηκε και με το οφίκιο του αρχιμανδρίτη και του πρωτοσύγκελου. Μαζί δε με τις άλλες αποκαλύψεις, ο Άγιος Ραφαήλ αποκάλυψε ότι απεστάλη από τον Οικουμενικό Πατριάρχη στην Εσπερία, στην πόλη της Γαλλίας που ονομάζεται Μορλαί, για να εκπληρώσει την εντολή που του ανατέθηκε. Το γεγονός αυτό έλαβε χώρα λίγο πριν από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Ακόμη απεκάλυψε ότι κήρυξε τον λόγο του Ευαγγελίου στην Αθήνα, στο λόφο που είναι το μνημείο του Φιλοπάππου.

Λίγα χρόνια πριν από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, περί το έτος 1450 μ.Χ., ο Άγιος βρέθηκε μετά από περιπλανήσεις στην περιοχή της Μακεδονίας και μόναζε εκεί.

Κοντά στον Άγιο Ραφαήλ βρισκόταν εκείνο το διάστημα ο Άγιος Νικόλαος ως υποτακτικός. Ο Νικόλαος εκάρη μοναχός και στη συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος. Θεωρείται Θεσσαλονικεύς στην καταγωγή, αν και αναφέρεται ότι γεννήθηκε στους Ράγους της Μηδίας της Μικράς Ασίας. Ωστόσο μεγάλωσε και ανδρώθηκε στη Θεσσαλονίκη.

Μόλις έπεσε η Κωνσταντινούπολη στα χέρια των Τούρκων, οι οποίοι εισέβαλαν ορμητικά στη Θράκη και καταλύθηκε οριστικά η βυζαντινή αυτοκρατορία, ο φόβος για γενικούς διωγμούς κατά των Χριστιανών στάθηκε ως αφορμή να καταφύγει ο Άγιος Ραφαήλ με την συνοδεία του από το λιμάνι της Αλεξανδρουπόλεως, στη Μυτιλήνη. Εκεί εγκαταστάθηκε μαζί με άλλους μοναχούς στην παλαιά μονή του Γενεσίου της Θεοτόκου, η οποία στο παρελθόν ήταν γυναικεία και ήταν χτισμένη στο λόφο Καρυές, κοντά στο χωριό Θέρμη. Ηγούμενος της μονής εξελέγη στην συνέχεια ο Άγιος Ραφαήλ.

Έπειτα από μερικά χρόνια, το έτος 1463 μ.Χ., η Λέσβος έπεσε στα χέρια των Τούρκων, οι οποίοι σε μια επιδρομή τους στο μοναστήρι, συνέλαβαν τον Άγιο Ραφαήλ και τον Άγιο Νικόλαο, τη Μεγάλη Πέμπτη του ιδίου έτους. Ακολούθησαν σκληρά και ανηλεή βασανιστήρια και ο Άγιος Ραφαήλ μαρτύρησε διά σφαγής με πολύ σκληρό τρόπο. Τον έσυραν βιαίως τραβώντας τον από τα μαλλιά και την γενειάδα, τον κρέμασαν από ένα δένδρο, τον χτύπησαν βάναυσα, τον τρύπησαν με τα πολεμικά τους όργανα, αφού προηγουμένως τα πυράκτωσαν σε δυνατή φωτιά και τελικά τον έσφαξαν πριονίζοντάς τον από το στόμα.

Σε μερικές εμφανίσεις του ο Άγιος Ραφαήλ φαίνεται να συνοδεύεται από πολλούς, δορυφορούμενους τρόπον τινά, οι οποίοι διάνυσαν πριν από αυτόν τον ασκητικό βίο στη μονή των Καρυών, όπως είπε σε εκείνους που τα έβλεπαν αυτά. Αποκάλυψε επίσης, ότι η μονή αυτή, η οποία είναι γυναικεία, υπέστη επιδρομή από τους αιμοχαρείς πειρατές κατά το έτος 1235 μ.Χ. Κατά την επιδρομή εκείνη αγωνίσθηκε μαζί με τις άλλες μοναχές τον υπέρ του Χριστού καλό αγώνα η καταγόμενη από την Πελοπόννησο ηγουμένη Ολυμπία και η αδελφή της Ευφροσύνη. Η Ολυμπία τελειώθηκε αθλητικώς στις 11 Μαΐου του έτους 1235 μ.Χ., εμφανίσθηκε δε μαζί με τον μεγάλο και θαυματουργό Άγιο Ραφαήλ.

Ο Άγιος Βασίλειος έζησε στη Ρωσία μεταξύ του 13ου και του 14ου αιώνα μ.Χ. και λόγω των αρετών του εξελέγη Επίσκοπος Ριαζάν και Μούρωμ. Ήταν εκείνος που διαπλέοντας θαυματουργικά νερό, μετέφερε τη θαυματουργική εικόνα της Παναγίας του Μούρωμ στην πόλη του Ριαζάν. Κοιμήθηκε οσίως με ειρήνη. Η Εκκλησία εορτάζει, επίσης, τη μνήμη του στις 
  • Άγιος Κωνσταντίνος ο Πρίγκιπας