ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η γλώσσα και οι γλώσσες

Share this
  • Τζούλια Κρίστεβα

Ο στρουκτουραλισμός του 20ού αιώνα θα εγκαταλείψει αυτόν αυτόν τον κάθετο άξονα που κατηύθυνε την γλωσσολογία η οποία είχε προηγηθεί, είτε προς μια ακραία γλωσσολογική πραγματικότητα, είτε προς την ιστορία που θα εφαρμόσει τη μέθοδο της σχετικής σύνθεσης μέσα σε μια, την ίδια γλώσσα. Έτσι ξεκομμένη και περιορισμένη μέσα στον εαυτό της η γλώσσα θα γίνει σύστημα κατά τον Σωσσύρ, δομή κατά τον Χζέλμσλεβ, και μέσα στον κύκλο της Πράγας.

Ταξινομημένη σε στρώματα, όλο και περισσότερο σαφή και αυτόνομα, θα εμφανισθεί μέσα στις πιο σύγχρονες έρευνες σαν ένα σύστημα μαθηματικών συσχετισμών ανάμεσα σε όρους χωρίς όνομα (χωρίς νόημα). Όταν θα έχει φθάσει σ’ αυτήν την ακραία τυπικότητα, όπου η ίδια η έννοια “του σημείου” χάνεται μετά από τις έννοιες “του πραγματικού” και “της ιστορίας” και όπου η γλώσσα δεν είναι πια ούτε μέσον επικοινωνίας, ούτε παραγωγή-έκφραση μιας έννοιας, η γλωσσολογία φαίνεται να έχει φθάσει στην κορυφή αυτού του δρόμου που άνοιξε όταν συστάθηκε ως επιστήμη ενός αντικειμένου, ενός πραγματικού συστήματος.

Στο εξής, ακολουθώντας αυτό τον δρόμο, δεν μπορεί παρά να πολλαπλασιάζει την εφαρμογή των λογικών-μαθηματικών τύπων επάνω στο σύστημα της γλώσσας για να αποδείξει μ’ αυτήν την ενέργεια την ικανότητά της να συνδυάσει ένα σύστημα εξαιρετικά ακριβές (το μαθηματικό) με ένα άλλο σύστημα (την γλώσσα) που είναι αναγκαίο να απογυμνωθεί για να εναρμονισθεί. Μπορεί λοιπόν να πει κανείς ότι αυτή η προσκόλληση στους τύπους, αυτή η τακτοποίηση του σημαίνοντος, απούσης της σημασίας, καταρχήν καταπατά τις μεταφυσικές βάσεις επάνω στις οποίες στηρίζεται η μελέτη της γλώσσας: την ανεξαρτησία και τον δεσμό με το πραγματικό, το σημείο, την σημασία, την επικοινωνία.

Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί αν αυτή η αναστολή, όσο και αν ισχυροποιεί αυτές τις βάσεις, δεν διευκολύνει – με ένα διαλεκτικό παιγνίδι – το διάβημα που ήδη δελεάζει και που συνίσταται στο να “ασκεί κριτική” στα μεταφυσικά θεμέλια μιας φαινομενολογίας που η γλωσσολογία υφίσταται και θέλει να αγνοεί.

Διότι, εκτός γλωσσολογίας, η ψυχαναλυτική μελέτη της σχέσης του θέματος με τον λόγο του έχει αποδείξει ότι δεν θα ήξεραν να χειρισθούν την γλώσσα – όσο συστηματικά θα μπορούσε να εμφανισθεί η γλώσσα – χωρίς να λάβουν υπόψη το θέμα της. Η ακριβής γλώσσα-σύστημα δεν υφίσταται έξω από την λέξη, η γλώσσα πριν από όλα είναι “λόγος”.

Εκτός αυτού, η εξάπλωση της γλωσσολογικής μεθόδου σε άλλα πεδία εννοιολογικών εφαρμογών, δηλαδή στην σημειωτική, εχει το προνόμιο να αντιπαραβάλει αυτήν την μέθοδο με ανθεκτικά αντικείμενα, για να δείξει όλο και περισσότερο ότι τα πρότυπα που έχει ανακαλύψει ξανά η τυπική γλωσσολογία δεν έχουν πάντα αξία και ότι οι διάφορες εννοιολογικές μέθοδοι πρέπει να μελετηθούν ανεξάρτητα από αυτό το όριο-κορυφή που έχει φθάσει η γλωσσολογία.

Αυτοί οι δύο χώροι, η ψυχανάλυση και η σημειωτική, που το ξεκίνημά τους βασίζονταν στην γλωσσολογία, αποδεικνύουν ότι η εξάπλωσή της – αποτέλεσμα μιας προσθετικής κίνησης που θέλησε να οικοδομήσει το σύμπαν μέσα σ’ ένα ιδανικό σύστημα – την έφεραν αντιμέτωπη με τα όριά της και την υποχρέωσαν να μεταβληθεί για να δώσει ένα πληρέστερο όραμα της γλωσσολογικής λειτουργίας και γενικά της λειτουργίας των εννοιών. Θα κρατήσει χωρίς αμφιβολία την ανάμνηση μιας συστηματοποίησης και ενός τρόπου δομής που της επέβαλε ο αιώνας μας. Αλλά θα υπολογίσει πάντα το υποκείμενο, τις διαφορές των εννοιολογικών μεθόδων, τις ιστορικές μεταμορφώσεις αυτών των μεθόδων για να μεταβληθεί μέσα στην “γενική θεωρία της σημασίας”.

Γιατί δεν θα μπορούσαν να προσδιορίσουν την θέση της γλωσσολογίας και ακόμη λιγότερο να κάνουν μια επιστήμη από την σημασία, χωρίς μια θεωρία της κοινωνικής ιστορίας και την αλληλοεπίδραση πολλών εννοιολογικών εφαρμογών. Τότε θα εκτιμηθεί η ακριβής αξία αυτής της σκέψης που βλέπει κάθε χώρο να οργανώνεται σαν μια γλώσσα. Τότε μόνον ο χώρος της γλώσσας, όπως και της σημασίας και του σημείου, θα μπορέσει να βρει ακριβείς συντεταγμένες. Και ακριβώς προς αυτόν τον σκοπό μπορεί να στραφεί “μια σημειωτική” που θα γίνεται κατανοητή όχι ως μια απλή προέκταση του γλωσσολογικού προτύπου κάθε αντικειμένου που θα μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει κάποια σημασία, αλλά ως μια κριτική της σύλληψης της ίδιας της “σημείωσης” στην βάση μιας βαθιάς μελέτης συγκεκριμένων ιστορικών εφαρμογών.

Το βασίλειο της γλώσσας μέσα στις επιστήμες και την μοντέρνα ιδεολογία έχει ως αποτέλεσμα μια γενική συστηματοποίηση του κοινωνικού χώρου. Αλλά κάτω από αυτό το φαινόμενο μπορεί κανείς να διακρίνει ένα πιο βαθύ σύμπτωμα, την πλήρη μεταβολή των επιστημών και της ιδεολογίας της τεχνοκρατικής κοινωνίας. Η Δύση, καθησυχασμένη επειδή ελέγχει τις δομές της γλώσσας, μπορεί τώρα να αντιμετωπίσει αυτές τις δομές μέσα σε μια περίπλοκη πραγματικότητα σταθερά μεταβαλλόμενη για να βρεθεί αντιμέτωπη με όλες τις παραλείψεις και όλες τις κριτικές που της επέτρεψαν να οικοδομήσει αυτό το σύστημα· ένα σύστημα που δεν ήταν παρά ένα καταφύγιο, μια γλώσσα χωρίς πραγματικότητα, ένα σημείο, μια οπτική που απλώς σήμαινε. Η κουλτούρα μας, έχοντας επιστρέψει στις ίδιες αυτές ιδέες, είναι αναγκασμένη να αμφισβητήσει τα δικά της φιλοσοφικά πρότυπα.

Έτσι λοιπόν, η υπεροχή των γλωσσολογικών μελετών και ακόμη η βαβυλωνιακή ποικιλία που την βάπτισαν “κρίση” – δείχνουν ότι η σημερινή κοινωνία και η μοντέρνα ιδεολογία διανύουν μια περίοδο αυτοκριτικής. Και το προζύμι υπήρξε το παντοτινά άγνωστο αντικείμενο – η γλώσσα.

Μετάφραση: Σόνια Κουμαντάρου-Πρεβελάκη.

  • Δημοσιεύτηκε στην ΕΥΘΥΝΗ. Περιοδικό ελευθερίας και γλώσσας. Τεύχος 257, Μάιος 1993.

H Joulia Kristeva γεννήθηκε το 1941 στη Βουλγαρία. Το 1966 μετοίκησε στο Παρίσι για να ολοκληρώσει τη διατριβή της πάνω στη γαλλική λογοτεχνία. Θεωρητικός με παγκόσμια αναγνώριση, έχει ασχοληθεί με τη γλωσσολογία, την ψυχανάλυση, τη λογοτεχνία και την πολιτική θεωρία. Σήμερα είναι καθηγήτρια στο Institut Universitaire de France και διδάσκει λογοτεχνία του 20ου αιώνα στο Πανεπιστήμιο Paris VII – Denis Diderot των Παρισίων, καθώς και ως επισκέπτρια καθηγήτρια στα Πανεπιστήμια Columbia, Toronto και στη Newschool for Social Research της Νέας Υόρκης. Το 2004 τιμήθηκε με το Βραβείο Χόλμπεργκ για το σύνολο του έργου της και το 2006 με το Βραβείο Χάνα Άρεντ. Τα βιβλία της κυκλοφορούν στην Αμερική από τον εκδοτικό οίκο Columbia University Press. Τα δημοσιευμένα της έργα περιλαμβάνουν: “Στην αρχή ήταν η αγάπη” (Άγρα, 1988), “Σαμουράι” (μυθιστόρημα, Γκοβόστης), “Ο γέρος και οι λύκοι” (Εκδόσεις Μάγια, 1993), “Έθνη χωρίς εθνικισμό” (Εναλλακτικές εκδόσεις, 1997), “Νέες αρρώστιες της ψυχής” (Καστανιώτης, 1998), “Εμμονές” (μυθιστόρημα, Πατάκης, 1998), “Μαύρος ήλιος” (Καστανιώτης, 2000), “Το θήλυ και το ιερό” που έγραψε με την Catherine Clement (Ψυχογιός, 2001), “Ξένοι μέσα στον εαυτό μας” (Scripta, 2004), “Φονικό στο Βυζάντιο” (μυθιστόρημα, Πατάκης, 2004). Τα πιο πρόσφατα βιβλία της στη Γαλλία είναι: “Le Genie feminin : Arendt, Klein, Colette” (3 τόμοι, Fayard 1999-2002), “Meurtre a Byzance” (Fayard, 2004), “La Haine et le Pardon” (Fayard, 2005) και “Seule une femme” (Bord de l’Eau, 2007). Περισσότερες πληροφορίες περιλαμβάνονται στην επίσημη ιστοσελίδα της: www.kristeva.fr.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Φερντινάν ντε Σωσσύρ (Ferdinand de Saussure, 1857 − 1913) ήταν Ελβετός γλωσσολόγος. Υπήρξε ιδρυτής της μοντέρνας γλωσσολογίας και του στρουκτουραλισμού.

Λουις Χζέλμσλεβ (Louis Hjelmslev, Κοπεγχάγη, 1899-1965) είναι ο συγγραφέας μιας θεωρίας της γλώσσας που ονομάζεται glossematics, η οποία ενέπνευσε μεγάλο αριθμό Ευρωπαίων σημειωτικών. Ως γλωσσολόγος, ήταν μέρος του Γλωσσικού Κύκλου της Κοπεγχάγης και είχε επιρροή στην ταχεία ανάπτυξη του επιστημονικού δομισμού στη δεκαετία του 1930.

Share this

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

Related Posts