ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Χριστόφορος Μηλιώνης: Κ.Π. Καβάφη “Περιμένοντας τους βαρβάρους”

Share this
  • Χριστόφορος Μηλιώνης

Το ποίημα που θα μας απασχολήσει είναι από τα πιο γνωστά του καβάφη. Μάλιστα οι τελευταίοι του στίχοι είναι απελπιστικά γνωστοί. Τα προβλήματά του, και ως προς την ιστορική του αναφορά και ως προς το νόημά του, έχουν αρκετά συζητηθεί. Και σαν να μην έφταναν αυτά, ήρθε από πάνω και το αυτοσχόλιο του Καβάφη, που ανακοινώθηκε στην εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, στις 23-4-83, για να δώσει την ερμηνευτική εκδοχή του ποιητή, την πιο έγκυρη – υποτίθεται.

Όλα αυτά θα αποθάρρυναν και την πιο τολμηρή απόπειρα για μια δημόσια παρουσίαση, αν δεν τονιζόταν αρκετά πως κάθε ποίημα αντιστέκεται στο βλέμμα του ερμηνευτή – βλέμμα που στην πραγματικότητα μοιάζει με της Μέδουσας: για να κατακτήσει το ποίημα – και να ησυχάσει, δηλαδή να ξοφλήσει μια για πάντα μαζί του – προσπαθεί να το απολιθώσει. Η άμυνα του ποιήματος βρίσκεται ακριβώς στην ικανότητά του να δίνει άλλα σχήματα – και καμιά φορά και άλλα νοήματα – μόλις αλλάξει η οπτική γωνία.

Στην περίπτωση αυτή είμαστε υποχρεωμένοι να παραμερίσουμε προσωρινά τη φιλολογία που έχει σχηματιστεί γύρω του, όχι – προς θεού – για να την ακυρώσουμε, αλλά για να πιάσουμε το ποίημα από την αρχή, σαν να το συναντούμε για πρώτη φορά, επιστρατεύοντας τη δική μας ευαισθησία.

Η πρώτη παρατήρηση που θα είχαμε να κάνουμε είναι ότι όλο το ποίημα διεκπεραιώνεται με τη μορφή του “διαλόγου” – ας τον πούμε προσωρινά έτσι.

Ο διάλογος σημειώνεται με παύλα, αλλά μονάχα για το πρόσωπο που ρωτάει. Η απάντηση διαφοροποιείται με την αλλαγή του ρυθμού: ενώ δηλαδή οι ερωτήσεις είναι σε στίχους 15/σύλλαβους ιαμβικούς, πολιτικούς, οι απαντήσεις ακολουθούν σε 12/σύλλαβους ή 13/σύλλαβους, συντομότερους, που με τη στερεότυπη επανάληψη – γιατί οι Βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα – δίνουν ένα δραματικό τόνο. Έτσι ο “διάλογος” των προσώπων μετατρέπεται σε διάλογο ρυθμών. Επίσης:

Αν έχουν κάποια σημασία οι αριθμοί στην ποίηση, παρατηρούμε ότι ο αριθμός των στίχων από ερώτηση σε ερώτηση αυξάνεται ώς την 4η ερώτηση, που γίνεται με 6 στίχους, και δίνει την πιο πλατιά και λεπτομερή περιγραφή της συγκέντρωσης. Ακολουθεί μια ανάπαυλα με 2 στίχους στην ερώτηση 5, αλλά και στην αντίστοιχη απάντηση, όπου το ποίημα φαίνεται να ακινητεί για μια στιγμή, για να ακολουθήσει η επαυξημένη ερώτηση 6η με 4 στίχους που μιλούν για την ξαφνική ανησυχία. Το συνολικό άθροισμα των στίχων κατά ερωτήσεις και απαντήσεις είναι ανά 18, δηλαδή το ποίημα μοιράζεται εξίου στα πρόσωπα και ισοζυγίζεται.

Χρησιμοποίησα στην αρχή συμβατικά και προσωρινά τον όρο διάλογος. Στην πραγματικότητα όμως ο διάλογος περιορίζεται στο ύφος των προσώπων και δίνει την ανάλογη ένταση στο ποίημα. Κατά τα άλλα ουσιαστικός διάλογος δεν υπάρχει, αλλά έχουμε μια σειρά ερωταποκρίσεις που προωθούν την αφήγηση. Η σχέση της καβαφικής ποίησης με τους αρχαίους “μίμους” είναι ήδη διαπιστωμένη.

Το ποίημα που μελετούμε είναι το πλησιέστερο σ’ αυτό το αρχαίο ποιητικό είδος που καλλιεργήθηκε ιδιαίτερα στη μεταγενέστερη αρχαιότητα. Βασικό στοιχείο ομοιότητας η διαλογική μορφή. Από τα “αναγνωρισμένα” ποιήματα του Καβάφη, μόνο εδώ1 έχουμε αποκλειστική χρήση διαλόγου, και μάλιστα με τη μορφή ερωταποκρίσεων που διεκπεραιώνουν όπως είδαμε, μιαν αφήγηση. Η αφήγηση αποδίδει με ρεαλιστικό τρόπο σκηνές της αγοράς. Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι λογικό να οδηγήσουν τη σκέψη μας στους “Μιμιάμβους” του Ηρώνδα, που “η δύναμή τους βρίσκεται στη συνεπή αποτύπωση των ρεαλιστικών στοιχείων της ελληνιστικής εποχής” (Lesky). Αλλά και χρονολογικά το ποίημα βρίσκεται σχετικά κοντά στους Μιμίαμβους – εννοώ φυσικά την ανεύρεσή τους στα 1890. Το ποίημά μας γράφτηκε το 1898 και δημοσιεύτηκε το 1904. Το 1892 ο Καβάφης γράφει το ποίημα “Οι Μιμίαμβοι του Ηρώδου” (Α.Π. σελ. 37), όπου δίνει το περιεχόμενο αυτών των ευτράπελων ποιημάτων και το χαρακτήρα τους:

Οι ευτράπελοί των τόνοι / μας επανέφεραν τας ευθυμίας
ελληνικών οδών και αγορών· / κι εμβαίνομεν μαζί των εις τον ζωηρόν
βίον μιας περιέργου κοινωνίας.

Και προσθέτει:

Πλην πόσα έλειψαν εκ των παπύρων·
πόσον συχνά των μιαρών σηρών βορά
έγινεν ίαμβος λεπτός και είρων!

Εκτός από τον αφηγηματικό διάλογο, εκτός από το ρεαλισμό στην απόδοση σκηνών της αγοράς, μιας περιέργου κοινωνίας – πολιτείας, στην περίπτωσή μας – ο ίαμβος λεπτός και είρων είναι επίσης ένα ακόμα κοινό στοιχείο που ξαναβρίσκουμε στο ποίημα του Καβάφη, χωρίς βέβαια την ευτραπελία των Μιμιάμβων.

Ενώ ο χώρος του ποιήματος δηλώνεται στον 1ο κιόλας στίχο (η Αγορά), ο χρόνος υποδηλώνεται με δυο στίχους σκόρπιους μεσα στο ποίημα:

Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη

και προς το τέλος:

Γιατί ενύχτωσε κι οι βάρβαροι δεν ήλθαν

Ο αφηγηματικός δηλαδή χρόνος καλύπτει περίπου τη διάρκεια μιας ολόκληρης μέρας. Αυτό είναι ένα πρόσθετο στοιχείο που δείχνει ότι ο διάλογος είναι συμβατικός. Ως προς την ταυτότητα των διαλεγομένων, τα στοιχεία που δίνονται είναι ελάχιστα. Το μόνο που δηλώνεται ρητά είναι πως και τα δυο πρόσωπα – αν θεωρήσουμε πως είναι δυο – βρίσκονται ανάμεσα στο πλήθος και περιμένουν, όπως όλοι, την άφιξη των Βαρβάρων. Αφήνεται στον αναγνώστη να υποθέσει πως αυτός που ρωτάει είναι ίσως ένας επισκέπτης στην πόλη, περίπου σαν τον “πραγματευτή” του ποιήματος Το 31 π.Χ. στην Αλεξάνδρεια, ο οποίος “τέλεια σαστισμένος”

Τι είναι η τρέλα αυτή; ρωτά

Ο αποκριτής είναι πρόσωπο που ξέρει, άρα “πολίτης” – ας πούμε – της πόλης όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα. Τι είδους πολίτης, ελπίζω να φανεί σε λίγο. Στην πραγματικότητα οι ερωτήσεις περιγράφουν το “θέαμα” και μάλιστα σε μια προϊούσα μεγαλοπρέπεια. Αυτό μπορεί να φανεί καθαρότερα αν απομονώσουμε τους στίχους αυτούς χωρίς το ερωτηματικό γιατί, και χωρίς τον ερωτηματικό τόνο:

Περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι.
Μέσα στην Σύγκλητο μιά τέτοια απραξία.
Ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα.
Οι δυό μας ύπατοι κι οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες.
Βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια,
επιάσαν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα.
Κι οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους

………………………..

Η αφήγηση χωρίζεται σε δυο μέρη: Ως το στίχο

να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους

έχουμε μια “λαμπρή συνάθροιση”, που δε διαφέρει και πολύ από εκείνη των Αλεξανδρινών που “μαζεύθηκαν να ιδούν της Κλεοπάτρας τα παιδιά”, στο ποίημα “Αλεξανδρινοί βασιλείς” (1912). Ούτε από κείνο λείπουν οι “τίτλοι οι πολλοί και τα ονόματα”, ούτε από τούτο η:

διπλή σειρά σαπφείρων και αμεθύστων     Βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους

κορδέλλες με ροδόχροα μαργαριτάρια        και δαχτυλίδα με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια

Προφανώς και “η μέρα είναι ζεστή και ποιητική” και οι “πολίτες” απολαμβάνουν το ωραίο θέαμα.

Στο δεύτερο μέρος αλλάζει ο τόνος, κυριαρχεί η γενική “ανησυχία” και η “σύγχυσις” από τη ματαίωση της αφίξεως των Βαρβάρων – το θέαμα όμως συνεχίζεται για λίγο ακόμα, αλλά με διαφορετικό περιεχόμενο.

Ο αποκριτής, με τον πρώτο στίχο να επαναλαμβάνεται πανομοιότυπα, σαν ήχος τυμπάνων που πλησιάζουν, ερμηνεύει τα φαινόμενα και εκθέτει την αθέατη πλευρά τους. Αν καλοπροσέξουμε, θα διαπιστώσουμε πως οι απαντήσεις του υπονομεύουν το θέαμα, ώσπου φτάνουν στην τέλεια εκμηδένισή του με το τελευταίο δίστιχο, που αποτελεί και την κατακλείδα του ποιήματος:

Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς Βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

Ο ποιητής παραθέτει αυτούς τους στίχους σε χωριστή ενότητα, γιατί δεν είναι απάντηση, αλλά σχόλιο. Ωστόσο ο ρυθμός τους, σύμφωνα με όσα είπαμε στην αρχή, τους συνάπτει με τον αποκριτή. Το σχόλιο αυτό έχει αναδραστική ισχύ: σημασιοδοτεί αναδρομικά όλο το ποίημα με την καταλυτική του ειρωνεία, η οποία βασίζεται πάνω στη σύζευξη των αντιφάσεων, στα οξύμωρα:

Τι θα γίνουμε – χωρίς Βαρβάρους
Οι άνθρωποι αυτοί (οι Βάρβαροι) – ήσαν μια κάποια λύσις.

Ας ξαναθυμηθούμε εδώ το στίχο από τους Μιμιάμβους του Ηρώδου:

Ίαμβος λεπτός και είρων

Ως το τελευταίο αυτό δίστιχο δεν έχει φανεί ποια είναι τα αίτια του δράματος. Παράδοση ύστερα από κάποια ήττα του στρατού στα σύνορα; Απόφαση που πάρθηκε κάτω από την πίεση εσωτερικών αδιεξόδων; Και ι είδους αδιεξόδων; Ας προσέξουμε πάντως την αντιπαράθεση: Από το ένα μέρος: συγκλητικοί, αυτοκράτωρ, θρόνοι, κορώνες, περγαμηνές, ύπατοι και πραίτορες, κόκκινες κεντημένες τόγες κλπ., άξιοι ρήτορες, ευφράδειες και δημηγορίες. Κι από το άλλο: οι άνθρωποι αυτοί, δηλαδή οι ασήμαντοι, κι ωστόσο άνθρωποι, μπροστά σ’ αυτά τα “ξόανα, τα επίσημα και σοβαροφανή”. Όπως κι αν έχει το πράγμα, το σχόλιο αποκαλύπτει το ηθικό περιεχόμενο της πράξης και καταλύει τον όγκο και τη μεγαλοπρέπεια των σκηνών που προηγήθηκαν. Συνάμα δίνει την ώθηση για τη συμβολική διάσταση του ποιήματος που δε θα μας απασχολήσει εδώ.

Αν συνεχίσουμε την παράλληλη ανάγνωση με τους “Αλεξανδρινούς Βασιλείς”, παρατηρούμε πως το καταπληκτικό αυτό δίστιχο – συστοιχεί ως προς τη λειτουργία του με τους στίχους:

Οι Αλεξανδρινοί ένοιωθαν βέβαια
που ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά…

Κι αυτοί οι στίχοι έχουν ως αποτέλεσμα να καταλύσουν, να εκτονώσουν, να ξεφουσκώσουν τη μεγαλοπρέπεια της παράστασης που δίνει ο Αντώνιος κι η Κλεοπάτρα. Και στις δυο περιπτώσεις η εκτόνωση γίνεται με τη γνώση, με την αποκάλυψη δηλαδή της αλήθειας που καταλύει τα φαινόμενα. Η έκφραση είναι κι εδώ το ίδιο πεζολογική, αλλά καίρια. Πόκειται για μια τεχνική που την ξαναβρίσκουμε και σε άλλα ποιήματα του Καβάφη – όλα μεταγενέστερα από το Περιμένοντας τους Βαρβάρους. Θυμίζω ακόμα ένα παράδειγμα, τους στίχους από το ποίημα Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης (1928):

Θάταν βαθύς στες σκέψεις, διεδίδετο,
κ’ οι τέτοιοι τόχουν φυσικό να μη μιλούν πολλά.
Μήτε βαθύς στες σκέψεις ήταν, μήτε τίποτε.
Ένας τυχαίος, αστείος άνθρωπος.

Συνολικά βρίσκουμε αυτόν τον Καβαφικό ποιητικό τρόπο σε 9 ποιήματα: Στα 200 π.Χ., Φιλέλλην, Αριστόβουλος, Η διορία του Νέρωνος, Αιμιλιανός Μονάη Αλεξανδρεύς, των Εβραίων (50 μ.Χ.), Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης, Αλεξανδρινοί Βασιλείς, Περιμένοντας τους Βαρβάρους.

Αλλά ενώ στο Περιμένοντας τους Βαρβάρους οι καταλυτικοί στίχοι με την αναδραστική ενέργεια βρίσκονται στο τέλος του ποιήματος, στα κατοπινά παραδείγματα μετατίθενται προς το κέντρο του και μοιράζουν έτσι το ποίημα σε δυο μέρη που συστοιχούν το πρώτο στα φαινόμενα και το δεύτερο στην ουσία, στο φαίνεσθαι και στο είναι ή στο δοκείν και στο είναι2. Η διάσταση ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο φαίνεται πως είναι ακόμα ένα από τα στοιχεία που συνθέτουν την καβαφική ειρωνεία.

Αλλά πιο πολύ μας οδηγεί στο ποίημα Αλεξανδρινοί Βασιλείς η σχέση πολιτών-πολιτείας. Άλλωστε και η ιστορική περίοδος, όπου παραπέμπει το ποίημα, χαρακτηρίζεται από τη διάβρωση αυτών των σχέσεων. Η εποχή την οποία χαρακτηρίζουν τα πραγματολογικά δεδομένα είναι πλασμένη κατ’ αναλογίαν προς την εποχή της ρωμαϊκής παρακμής. Πρόκειται δηλαδή για ιστορική σκηνοθεσία. Μ’ άλλα λόγια το ποίημα είναι ψευτοϊστορικό, με κύριο χαρακτηριστικό την πολιτική αλλοτρίωση.

Και στα δυο ποιήματα που αναφέραμε, οι “πολίτες” (υπήκοοι για την ακρίβεια) έχουν αποξενωθεί από την πολιτεία τους3.

Η συναίσθηση της πολιτικής ευθύνης έχει εκλείψει. Το ενδιάμεσο κενό, το χάσμα, πάει να καλυφθεί με την προσφυγή σε καταστάσεις που κύριο γνώρισμά τους έχουν τον πολιτικό αμοραλισμό. Στους Αλεξανδρινούς Βασιλείς, σ’ έναν αισθητισμό και αισθησιασμό που στέκεται στην επιφάνεια των πραγμάτων. Στο Περιμένοντας τους Βαρβάρους, στην αναμονή ενός γεγονότος καταλυτικού για την ίδια τους την πολιτεία. Κι όταν ματαιώνεται, πέφτουν σε αθυμία. Για να είμαι ειλικρινής, έχω την αίσθηση πως πίσω από τους δυο καταληκτικούς στίχους του ποιήματος ξεμυτίζει και μια άλλη απογοήτευση: όχι μόνο γιατί χάθηκε η “μια κάποια λύση” (τι λύση άλλωστε;), αλλά και γιατί μαζί της ματαιώθηκε και η κορύφωση ενός θεάματος που προεικονίστηκε.

Αλλά θα ήθελα, τελειώνοντας να υπογραμμίσω και μια βασική διαφορά ανάμεσα στους Αλεξανδρινούς και στους ανθρώπους που περιμένουν τους Βαρβάρους. Οι πρώτοι όχι μόνο διασώζονται, αλλά και κυριαρχούν τελικά μέσα στο ποίημα, ακριβώς χάρη σ’ αυτόν τον αισθητισμό και αισθησιασμό τους -και την αίσθηση του χιούμορ που υπολανθάνει στη τάση τους. Ενώ στο Περιμένοντας τους Βαρβάρους κατέχονται από μια ψυχική φτώχεια, από μια μιζέρια. Αυτό είναι ίσως που έκανε το Σεφέρη να πει ότι “είναι η πτώση μιας αυτοκρατορίας ιδωμένη από το Φανάρι… Ότι ο τόνος δεν είναι ρωμαϊκός, αλλά φαναριώτικος”4.

_________________________________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Στα “Ανέκδοτα” υπάρχουν ακόμα δυο: το “Θεατής Δυσαρεστημένος” (1893) και “Λόεγκριν” (1898). Και τα δυο σχετίζονται με το θέατρο και είναι γραμμένα ανάμεσα στα 1892 και το 1898.

2 Βλ. και Γ.Π. Σαββίδη: Διαβάζοντας τρία “σχολικά” ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη. Περ. Φιλόλογος, τ. 11-12, σελ. 194.

3 Βλ. και Χ. Μηλιώνη: Αλεξανδρινοί Βασιλείς. Νεοελληνικά, Διδακτικά δοκίμια για το Λύκειο, σελ. 59 κ.εξ., εκδ. Παπαζήσης, 19812.

4 Γιώργου Σεφέρη, Δοκιμές, Β΄ εκδοση, Φέξης, 1963, σελ. 314.

  • Πρώτη δημοσίευση: ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ. Τριμηνιαία έκδοση του Συλλόγου Αποφοίτων της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Τεύχος 35. Άνοιξη 1984.
Share this

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

Related Posts