ΓΕΝΙΚΕΣ

Λαθραία συζήτηση

  • Γράφει ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ*

Έχεις έρθει στο σπίτι μου για καφέ. Έχεις επιδείξει μεγάλο θράσος ή και θάρρος, αναλόγως την οπτική γωνία. Έστειλες γραπτό μήνυμα στον αριθμό της Πολιτικής Προστασίας για την έξοδό σου και επικαλέστηκες λόγους άθλησης, δηλαδή να περπατήσεις, όπως προαυλίζονται οι φυλακισμένοι σε συγκεκριμένες μόνο ώρες. Αυτήν την περίοδο δεν είναι και πολύ σοφό να κυκλοφορείς έξω αν δεν εργάζεσαι ή δεν έχεις να επικαλεστείς λόγο εγκεκριμένο από το κράτος. Σε αγχώνουν «τα μέτρα περιστολής των ατομικών ελευθεριών», όπως λες. Στο τηλέφωνο η φωνή σου ακουγόταν κάπως σφιγμένη. «Η κλεισούρα, ναι, με σκοτώνει», μου λες εμφατικά, τονίζοντας κάθε συλλαβή.

Χτυπάς το κουδούνι: σε βλέπω από τα παράθυρο: έχεις φορέσει όντως τα αθλητικά σου και κάνεις επιτόπια άλματα ενόσω κοιτάς δεξιά και αριστερά με επιφυλακτικότητα. Σου ανοίγω και ανεβαίνεις σφαίρα. Μπαίνεις στο διαμέρισμά μου και κάθεσαι αναπαυτικά στην πολυθρόνα.

«Γεια και χαρά. Καιρό έχουμε να τα πούμε εμείς οι δύο. Πώς είσαι; Πώς νιώθεις που μπήκες στη λίστα των παραβατών του νόμου»; Με αποκαλείς βλάκα με περικεφαλαία: δεν έχεις χάσει καθόλου το ταπεραμέντο σου κι είναι καλό σημάδι. Πρέπει να έχουμε να βρεθούμε από τον χειμώνα, πριν τα Χριστούγεννα. Μου λες ότι δεν θα κάτσεις πολύ, διότι μετά μπορεί να θεωρηθεί ύποπτο. Αν περάσει περίπολος της αστυνομίας την έχουμε και οι δύο βαμμένη. Ευτυχώς που μένουμε κοντά και σε παράμερη γειτονιά, οπότε δεν είναι πολύ πιθανό να συναντήσεις αστυνομικούς. Ωστόσο, μου λες ότι δεν είναι απίθανό να ίπτανται drone με κάμερες. Κάθεσαι κάπως διστακτικά: δεν ξέρεις με τι να ξεκινήσεις. Σερβίρω τον καφέ σου και κάθομαι κι εγώ αναπαυτικά στον καναπέ, έτοιμος να σε ακούσω.

Σε ρωτώ ποια είναι τα νέα σου. Ξεκινάς να μου λες το πρώτο που σου έρχεται στο μυαλό· μια ιστορία από τις πρώτες μέρες του Γενάρη, λίγο μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων, σχετικά με την επίσκεψή σου σε κάποιο μεγάλο πολιτιστικό κέντρο. Μιλάς γλαφυρά, λες και ζωγραφίζεις. Είναι το σιντριβάνι και η λιμνούλα σκέτη μαγεία, σωστό κρύσταλλο. Φωτάκια γιορτινά έχουν μείνει να κοσμούν το επιβλητικό κτήριο και τα δέντρα στο πάρκο και στην πρόσοψή του πλαισιώνουν το ξέπλυμα ενός άδικου πλούτου. Ποδηλάτες κάνουν τη βόλτα τους γύρω από την τεχνητή λίμνη. Άνθρωποι μόνοι, οικογένειες και ζευγάρια απαθανατίζουν τις στιγμές τους δίπλα στον γυάλινο γίγαντα. Μια έκθεση με έργα ζωγραφικής μπολιασμένα με την αναλγητική και παρήγορη δύναμη των ποιητικών στίχων εδρεύει στον τελευταίο όροφο. Κλασσική μουσική παιγμένη σε πιάνο και τσέλο φορτίζει την ατμόσφαιρα στο ισόγειο. Η βιβλιοθήκη είναι πάντα γεμάτη από κόσμο που κοιτάζει μέσα στα βιβλία αλλά ίσως δεν τα διαβάζει.

Στην ιστορία σου, έξω έχει ήπιο κρύο. «Ντύθηκα πιο βαριά από την πρώτη φορά», μου λες. Σε ρωτώ τι εννοείς με την «πρώτη φορά» και μου εξηγείς ότι πέρασες δύο φορές σε διάστημα μόλις λίγων ημερών από εκείνο το μέρος. Μετά την πρώτη επίσκεψη, όπου κόντεψες να αρρωστήσεις, θέλησες να προφυλαχτείς. Για να αντιπαλέψεις την ψύχρα και την ένταση που σε έπνιγε σαν θηλιά στην πρώτη σου επίσκεψη, είχες περπατήσει στην κεντρική λεωφόρο επί μία ώρα. Τρεις φορές πήγαν να σε πατήσουν βιαστικά αμάξια καθώς πέρναγες τους δρόμους και σε έβριζαν οι οδηγοί: ούτε που σε ένοιαξε και κάποιον τον χαιρέτησες κιόλας, επειδή τον μπέρδεψες με έναν γνωστό σου. Και όλη αυτή η ταλαιπωρία, για να δεις ένα ζευγάρι μάτια έστω πέντε λεπτά της ώρας ή μια αιωνιότητα: το ίδιο είναι για σένα. Τη δεύτερη φορά δεν ήθελες να γίνει αντιληπτή μια τέτοια πρόθεση.

Έχεις φτάσει νωρίτερα από το ραντεβού σου. Περιφέρεσαι στο χώρο. Για αρχή, δεν θες να συναντήσεις εκείνη τη ματιά. Την πρώτη φορά ήθελες να τονίσεις μια αγέρωχη μοναχικότητα που βρίσκουμε στους λύκους και τις αλεπούδες. Σήμερα, αν η παρουσία σου γίνει αντιληπτή, θες να μοιάζει με αφελές ατύχημα. Για αυτό και προσπέρασες γρήγορα από το ορισμένο σημείο, ενώ πριν μερικές ημέρες είχες κάτσει εκεί και κοιτούσες εκστατικά τα γνωστά άγνωστα μυστήρια της φύσης, με δέος και λαχτάρα.

Περιμένεις το ραντεβού σου. Περπατάς πάρα πολύ αμήχανα και απότομα, αποτυπώνοντας στο περπάτημά σου όλα τα αντικρουόμενα συναισθήματά σου. Οι έξω μπορεί να σε νιώθουν μέσα στο σκοτάδι που τρικυμίζει το κεφάλι σου σαν φονική μηχανή ή ένα κινούμενο παράπονο χωρίς δικαίωση. Χτυπάει το τηλέφωνο και ειδοποιείσαι ότι θα καθυστερήσει κι άλλο το άτομο που περιμένεις. Μπαίνεις μέσα κι ακούς το τσέλο και το πιάνο. Παίζουν τη «Βασίλισσα της Νύχτας» από τον Μαγικό Αυλό του Μότσαρτ. Μου εξηγείς, διακόπτοντας για λίγο τη ροή της περιγραφής σου, ότι δεν παιζόταν καλά και εκφραστικά το κομμάτι.

Συναντάς τυχαία δύο μάτια –ούτε αυτά που ψάχνεις κατά βάθος, ούτε αυτά που περιμένεις– τα οποία είχες να δεις πολύ καιρό, χρόνια ολάκερα. Με το κοίταγμα και μόνο αυτού του προσώπου εκτοξεύονται πάνω σου δηλητηριασμένα βέλη ειρωνείας και σαΐτες έτοιμες να σε δαγκώσουν. Δεν κρατάς ασπίδα, έχεις υποσχεθεί στον εαυτό σου να προχωράς χωρίς περιττά όπλα κι εργαλεία, καθώς όσο περισσότερες είναι οι άμυνες που προτάσσεις στα βιώματά σου, τόσο πιο σκληρή γίνεται η ζωή απέναντί σου. Οι αιχμές σε τρυπάνε στο στομάχι, σαν τότε που είχε ταλαιπωρηθεί τόσο άσχημα: θυμάσαι, φαντάζομαι, ότι για μήνες ακολουθούσες αυστηρό διαιτολόγιο για να γιατρευτείς. Τα φίδια σφυρίζουν δίπλα από τα αυτιά σου και σε τσιμπάνε με μίσος και αγριότητα. Νιώθεις ακόμη και τώρα ένα σφίξιμο και ας έχεις σκληρύνει από εκείνη την εποχή.

Ομολογουμένως, για αυτό που βίωσες εκείνη τη στιγμή, φταίει η επικριτική στάση που είχες κρατήσει απέναντι σε πολύ ανθρώπινες αδυναμίες αλλά και η τραχύτητα που επιδεικνύουν οι άνθρωποι, όταν κρίνονται εκεί ακριβώς όπου πονούν περισσότερο, στις ανασφάλειές τους. Το άτομο που πέρασε από μπροστά σου μέχρι σήμερα σε σιχαίνεται, επειδή το αμφισβήτησες, όταν ακριβώς έκανε το απονενοημένο βήμα να αναζητήσει την επιβεβαίωση μέσα από την επιδοκιμασία των άλλων. Σε δύο δεύτερα έχει γίνει βωβά ένας διάλογος αιώνων με κατάληξη μία σκληρή έκφραση πολυβόλου στο πρόσωπο που αντικρίζεις. Προχωράς. Όλα έχουν ειπωθεί. Δεν υπάρχει κάτι άλλο εδώ προς διερεύνηση.

Το ραντεβού σου έρχεται. Αγκαλιάζεστε. Χαζολογάτε και τα κορμιά σας είναι πεισματικά αγκαλιασμένα. Τα βλέπετε όλα μαζί, σχεδόν κάθε σπιθαμή του χώρου. Στα μάτια του καλοσυνάτου εκείνου προσώπου βλέπεις κούραση, θυμό και μια ιώβεια ελπίδα και πίστη ότι η ζωή βελτιώνεται συνεχώς, άμα είμαστε αποφασισμένοι να πολεμήσουμε όλες τις δυσκολίες που θα συναντήσουμε στη διαδρομή. Σου μιλάει γλυκά και σε κοιτάζει με τρυφερότητα. Αναφέρεται στην ανάγκη να ξεκαθαρίσετε τι συμβαίνει μεταξύ σας: «πώς θα όριζες τη σχέση μας, δηλαδή, είμαστε μαζί ή κάτι έχω καταλάβει λάθος», σε ρωτάει. Κάνεις ότι δεν ακούς και αλλάζεις θέμα συζήτησης, άτιμο πλάσμα.

Πολύ σοφά, δεν περνάς από το δαχτυλίδι της φωτιάς. Όσο κι αν μου είπες, αργότερα, ότι φλέρταρες με την ιδέα, συνειδητοποίησες ότι η παρεξήγηση θα ήταν μεγαλύτερη. Κι εσύ, πλέον, θες να συστηθείς εκ νέου, όχι να επιβεβαιώσεις την ήδη απωθητική εικόνα του πλάσματος που δεν εκτιμάει τίποτα και απαιτεί να έχει τα πάντα όπως θέλει. Τα μάτια που έχεις δίπλα σου σε κοιτούν άλλοτε σαν θεότητα, άλλοτε σαν θύτη ενός αορίστου εγκλήματος. Συζητάς και κοιτάς πάντα το κλίμα να είναι χαρωπό και ανάλαφρο, ακόμη και όταν μια τέτοια προσπάθεια σε φέρνει σε ρήξη με το ειδικό βάρος των συνθηκών.

Τα μάτια που αναζητάς δεν τα είδες, όπως είπες, κι έτσι δεν ένιωσες άλλη μία φορά το μεγαλείο του Γαλαξία να σου αποκαλύπτεται επί της Γης, τα χρώματα να χορεύουν γύρω σου, τον χρόνο να επιμηκύνεται προς το άπειρο και σε ένα σκίρτημα να αποτυπώνεται όλη η αλήθεια εις τους αιώνας των αιώνων. Έχεις πολύ δυνατή μνήμη, όταν το θες, λες παρήγορα καθώς πίνουμε τον καφέ στο σαλόνι. Σκέφτεσαι ότι, κατά μία περίεργη σύμπτωση, τρία ζευγάρια μάτια έχουν το ίδιο χρώμα ακριβώς και, όμως, σκοτεινιάζουν ή φωτίζουν τον έρμο νου σου διαφορετικά. Καταλαβαίνεις πλέον τη λεπτή διαφορά μεταξύ ομοιούσιων και ομοούσιων πραγμάτων χωρίς να αναλωθείς σε άχρηστη θεολογική μελέτη.

Παρατηρώ ότι έχεις ωραία αφηγηματική ικανότητα. Σε ρωτώ τι άλλο γίνεται με τη ζωή σου. Για την ακρίβεια, τι συνέβαινε μέχρι να μπει στην κατάψυξη, όπως όλων μας. Είχες πιάσει δουλειά, λες, σε ένα συνοικιακό μαγαζί με είδη διακόσμησης, ως ταμίας. Ήταν αρκετά ξεκούραστο πόστο και σου άρεσε. Ωστόσο, το κατάστημα έκλεισε και ο μαγαζάτορας σε απέλυσε, λέγοντάς σου ότι τώρα που το κατάστημά του κλείνει λόγω της καραντίνας, δεν πρόκειται να το ανοίξει ξανά, ότι γονάτισε με τόσα χρόνια δυσκολιών. «Ίσως θα μπορούσες να βρεις κάτι στο αντικείμενό σου ή είναι δύσκολο», ρωτώ.

Ξύνεις αμήχανα το κεφάλι σου και με κοιτάς σφίγγοντας τα χείλη από αμηχανία. «Κοίτα να δεις, η ειδικότητά μου μόνο στην εκπαίδευση και σε φροντιστήριο βρίσκει κάποια απασχόληση. Όμως πλέον όλα έχουν παγώσει. Είναι απελπιστική η κατάσταση. Δεν έχω ιδέα τι θα κάνω. Εσύ πώς περνάς», με ρωτάς. Δεν έχω όρεξη να μιλήσω εκτενώς. Σου απαντώ με γενικότητες, πως «είμαι καλά και προσπαθώ κι εγώ να προσαρμοστώ στη νέα πραγματικότητα».

Σαν η κουβέντα μου να ήταν μια μύγα που σε τσίμπησε, ξεκινάς να φωνάζεις με φόρα. Λες ότι δεν είναι δυνατόν να ζούμε εμείς οι άνθρωποι με τόσους περιορισμούς, σαν να είμαστε ζώα σε στάβλο. Τις προηγούμενες μέρες είχαν υπάρξει πολλά παραπλανητικά ρεπορτάζ που παρουσίαζαν τον κόσμο ως ανίκανο να πειθαρχήσει στις αρχικές συστάσεις, ενώ στην ουσία ήταν πολύ συγκεκριμένες οι περιπτώσεις όσων επεδείκνυαν πλήρη αδιαφορία για την κατάσταση. Λίγες μέρες αργότερα, όταν επιβλήθηκε η απαγόρευση κυκλοφορίας και οι αυστηροί περιορισμοί, κανείς δεν έμοιαζε να σκέφτεται ότι ένα τέτοιο πλάνο καθολικής απαγόρευσης μοιάζει με τη λογική του «πονάει πόδι, το κόβουμε».

Κι εγώ έχω τις ενστάσεις και τις αμφιβολίες μου για τον τρόπο που αντιμετωπίζεται η επιδημία, σου αντιτείνω, αλλά περιμένω να δω την εξέλιξη των πραγμάτων για να εξάγω ασφαλή συμπεράσματα. Σίγουρα, τηρώ μέτρα στοιχειώδους υγιεινής στις επιτρεπόμενες εξόδους από το σπίτι: είναι το ελάχιστο που μπορώ να κάνω για μένα και τον συνάνθρωπο. Στραβώνει η φάτσα σου. «Δεν μπορούμε να περιμένουμε έναν καλό κυριούλη τα απογεύματα να μας δίνει απαντήσεις σε όσα βρίσκονται κάτω από τη μύτη μας. Πρέπει να εξουσιάζουμε εμείς τον εαυτό μας και να παίρνουμε αποφάσεις αυτόβουλα, όχι όντας έρμαια των περιστάσεων. Τώρα όλοι έχουν τρελαθεί με αυτό που βιώνουμε, φαντάσου το μετά, όταν θα ζητηθεί ο λογαριασμός». Εξανίστασαι περαιτέρω από την ίδια σου τη σκέψη: «Είναι προσβλητικά όσα γίνονται. Χειροκροτούν τους γιατρούς όσοι εκθείαζαν τις μαζικές απολύσεις στο χώρο της Υγείας, όσοι συνειδητά επέλεγαν την υποτίμηση του εθνικού συστήματος υγείας προς χάριν των ιδιωτικών κλινικών. Αντί να προχωρήσουν άμεσα σε εντοπισμό μολυσμένων από τις ευπαθείς ομάδες, παρέλυσαν όλη την χώρα για να μην πουν ότι διέλυσαν συνειδητά βασικές υποδομές και τώρα είμαστε όλοι εκτεθειμένοι. Φαντάσου να είμαστε 100.000 φορείς του ιού και να μην το ξέρουμε. Κλείνοντάς μας μέσα με άλλους ευπαθείς ανθρώπους του περιβάλλοντός μας, πιθανόν να υπάρξουν πιο πολλοί θάνατοι από το σενάριο οι ευπαθείς ομάδες να απομονώνονταν όσο περισσότερο γινόταν», μου αντιτείνεις.

Βλέπω ότι έχουν κοκκινίσει τα μαγουλά σου από τα νεύρα. «Μπορεί να έχεις και δίκιο. Αν ήμουν επιδημιολόγος, θα σου έδινα κάποια απάντηση. Όμως, προς το παρόν, προσπαθώ να δεχθώ τα γεγονότα ως έχουν, με τη μεγαλύτερη δυνατή ψυχραιμία. Σίγουρα, συμφωνώ μαζί σου, ότι δεν είναι κανείς αθώος ή άμοιρος ευθυνών σε όλη αυτήν την ιστορία. Απλά, προς το παρόν, η εικόνα για μένα δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρη. Πολύ σύντομα θα φανεί τι έπρεπε να γίνει και τι όχι», σου απαντώ με ήρεμο ύφος.

Μου λες ότι η ζωή είναι μια συνεχής πορεία προς τη φθορά και η διαδρομή στερεοτυπική και επαναλαμβανόμενη για όλες κι όλους χωρίς εξαιρέσεις. Η αισιοδοξία και η επίκληση στην ελπίδα δεν έχουν κανένα νόημα και αποτελούν απλά μια αυθυποβολή που μας πλασάρεται έξυπνα, για να ξεχάσουμε την έλλειψη νοήματος στην καθημερινή μας ζωή και να καταναλώνουμε αχρείαστα αγαθά. Ειδικά τώρα που δεν μπορούμε να πάμε όπου θέλουμε και μας βάζουν όρια και μας επιβάλλουν ποινές που πριν από μερικό καιρό δεν θα τις φανταζόμασταν καν.

Σου χαμογελώ. Αντιτείνω στη θλίψη και τη βαρυθυμία σου τα παρακάτω λόγια: «Κάθε λεπτό της ζωής μας οφείλουμε να το χαιρόμαστε όπως είναι: το μέλλον δεν μπορεί κανείς να το προβλέψει για λογαριασμό μας. Οδεύουμε προς την κατεύθυνση που ποθεί η Ψυχή μας, επειδή μόνο έτσι μπορούμε να είμαστε αυθεντικοί. Το νόημα βρίσκεται στη δύναμη να επιλέγουμε και να δίνουμε αξία σε ό,τι επιθυμούμε. Κάνε ό,τι πιο όμορφο μπορείς: όσο και αν ζοριστείς δεν θα το μετανιώσεις. Άμα ο νους σου είναι ελεύθερος, μπορείς να δραπετεύσεις από όλες τις φυλακές, μέσα κι έξω. Άκου με που σου λέω».

Πέρασε η ώρα και πρέπει να φύγεις: δεν θες να αργήσεις και να κινήσεις οποιαδήποτε υποψία. Μου συστήνεις να περάσω κι εγώ από εκείνη την έκθεση, καθώς ευελπιστείς ότι «θα αρθούν σχετικά γρήγορα οι απαγορεύσεις και θα ζούμε όπως πριν». Σκέφτομαι από μέσα μου ότι μπορεί να είναι και πιο δυσοίωνη και δύσκολη η όλη κατάσταση με την επιδημία. «Ίσως και να φιλοτιμηθώ να περάσω, όταν όλα αυτά τελειώσουν». Αποχαιρετιζόμαστε και το πρόσωπό σου έχει μαλακώσει τώρα πια. Χαίρομαι που έχεις ηρεμήσει. Μένω εγώ πίσω στο μικρό μου διαμέρισμα με το άγχος των ημερών που έρχονται.

The following two tabs change content below.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

Ο Οδυσσέας Διαμάντης είναι ψυχολόγος. Σπούδασε Ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (2013-2017) και συνέχισε στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Τμήματος Ψυχολογίας του Παντείου, στην Κατεύθυνση της Θετικής Ψυχολογίας. Ασχολείται με τις μεταφράσεις, τη λογοτεχνία και ερευνητικά θέματα σχετικά με την επιστήμη της Ψυχολογίας. Έχει δημοσιευμένες μεταφράσεις και επιμέλειες επιστημονικών και πολιτικών άρθρων και λογοτεχνικά κείμενα σε ηλεκτρονικά περιοδικά και έντυπες εκδόσεις όπως: socialpolicy.gr, Kommon, Μπολ Φυστίκια, Times News, Αυγή, Animartists, Στέπα – Επιθεώρηση Ρωσικού Πολιτισμού. Είναι τακτικός συνεργάτης του περιοδικού Μαρξιστική Σκέψη. Πιστεύει ότι η ομορφιά και η δημιουργικότητα θα σώσουν –όπως πάντα– τον κόσμο.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

Related Posts