Φύλλα φθινοπωρινά…!
Share this
- Γράφει ο Πέτρος Γαργάνης

Τίποτα το ένδοξο δεν φέρει ο θάνατος. Γι αυτό θαρρώ και τόσο συχνά υμνείται το σθένος του ηττημένου μπας και εξωραϊσθεί η νομοτέλεια. Πλήθος τα έπη και οι ελεγείες, αλλά τόσο μάταιοι των ποιητών οι στίχοι. Προκαλούν με την αμετροέπειά τους, εξαπατώντας εν γνώσει τους όσους μένουν πίσω. Υποτίθεται ο μέγας γιατρός ο χρόνος κλείνει τις πληγές. Όμως η απώλεια δεν είναι πληγή που δήθεν γιατρεύεται αλλά βαθύς ακρωτηριασμός, αδύνατο να επουλωθεί, άνευ δε αντικειμένου η θεραπεία του.
Σε κάποιους θα ‘πρεπε να απαγορευθεί ρητά ο θάνατος. Ο πρόωρος τουλάχιστον. Να καταργηθεί σαν το μνημόνιο μ’ ένα άρθρο κι έναν νόμο. Και όχι τέλος πάντων πριν αυτοί μόνοι τους αποφασίσουν να αποσυρθούν γαλήνια απ’ το ρόλο που τους παραχώρησε ακόμα και ερήμην τους η ίδια η ζωή. Έτσι κανείς φεύγει ιδανικά: Όταν ξέρει πως θα λείψει το δυνατόν λιγότερο απ’ όσους τον αγαπάνε. Όταν νοιώσει ότι δεν τους είναι τόσο απαραίτητος
Δεν φταίει μόνος του ο Σεπτέμβρης που πέρασε νοσηρά απαισιόδοξος αφήνοντας παρακαταθήκη βαριά για τη διάθεση: Αποφεύγοντας ακόμα και αυτόν τον ελάχιστο υπαινιγμό που ενθαρρυντικά συνήθιζε σαν ελπιδοφόρο φθινοπωρινό ξεκίνημα. Καταθλιπτικός και δύσθυμος, εκκένωσε βιαστικά τις κερκίδες του από υποσχέσεις, στιγματισμένος απ’ την απώλεια προσώπων αγαπημένων, ξεχωριστών. Φύλακας Άγγελος ο ξάδερφος. Για την οικογένεια και όχι μόνο. Πολύτιμος σύντροφος και συνεργάτης, ο φίλος που αποχώρησε μέρες μόνο μετά.
Φθονώ συχνά τον αδελφό μου καθώς κέρδισε χρόνια περισσότερα σε μνήμες και βιώματα, με γονείς, φίλους, συγγενείς. Τα καλύτερα τους. Για μένα περίσσεψαν γλαφυρές διηγήσεις από κατορθώματα και άθλους. Λίγα πράγματα εν τέλει, ενώ αυτοί απόλαυσαν τα πάντα απ’ τα δικά μου. Κι όταν μοιραία ένας – ένας λιγοστεύουν μένουμε αμήχανα μονάχοι να αναμετριόμαστε με το παρελθόν. Το δικό μου μικρότερο και λιγότερο σοφό.
Πρόκειται νομίζω περί συνδρόμου, αυτό του μικρού αδερφού: Η αβάσταχτη οδύνη να χάνεις τους ήρωες των παιδικών σου χρόνων. Γιατί πάντα νοιώθεις σαν παιδί ανάμεσά τους. Και όλα αυτά –πως τα φέρνει η καταραμένη τύχη- εν μέσω του ζοφερού παρόντος, απουσία δε προοπτικής για το μέλλον, παρά μόνο με την ψευδαίσθηση να σωθούν τα επιτεύγματα μιας εποχής, ελάχιστα περήφανης. Πόσο πολύ πραγματικά λείπουν οι κουβέντες, η θαλπωρή των λέξεων από αυτούς που αποχώρησαν. Και όσο περνάει ο καιρός, άλλο τόσο αδειάζουν οι προθήκες από τις συμβουλές και τον μειλίχιο, παρηγορητικό τους λόγο που όταν έπρεπε μάζευε τη στεναχώρια. Τώρα πρέπει να παρηγορηθούμε μόνοι μας ανοίγοντας νέα κεφάλαια, με λιγότερους όμως για να τα μοιραστούμε.
Λοιπόν, η ζωή συνεχίζεται, άνευ λοιπών επιλογών, τηρουμένης στοιχειωδώς της επετηρίδας, καίτοι βαθιά αυτή επισφαλής. Δεν θα ‘πρεπε να συμβαίνει άλλωστε και διαφορετικά Όχι βέβαια για όλους και όσους που με την απουσία τους σκορπίζουν τη θλίψη. Αλλά για αυτούς που κρατούν ξεκλείδωτη την πόρτα των αναμνήσεων. Όχι σαν υποχρέωση, αλλά γιατί έτσι πηγαία απλά συμβαίνει. Κανείς πεθαίνει μόνον όταν φεύγει και ο τελευταίος που τον θυμάται. Αυτός ο τελευταίος στον οποίο επέδρασε με τον βίο και τις πράξεις του. Αρκετά αργά, σε βάθος ιστορικού πλέον χρόνου, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα και κάτι. Σημαίνουν όμως όλες εκείνες οι στιγμές που χρωμάτισαν με την αφελή ευδαιμονία τους το γκρίζο της καθημερινότητας. Αξέχαστες, μοναδικές, ανεπανάληπτες.
Share this
ΠΗΓΗ TIMESNEWS







