ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Κώστας Κρυστάλλης: Tραγούδι της ξενιτιάς | Η ποδιά της Μαριώς | Η νησιωτοπούλα

Share this

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ

Tραγούδι τῆς ξενιτιᾶς

Ἀνάθεμά σε, ξενιτιά, μὲ τὰ φαρμάκια πὄχεις!..
Θὰ πάρω ἕναν ἀνήφορο νὰ βγῶ σὲ κορφοβούνι,
νὰ βρῶ κλαράκι φουντωτὸ καὶ ριζιμιὸ λιθάρι,
νὰ βρῶ καὶ μία κρυόβρυση, νὰ ξαπλωθῶ στὸν ἴσκιο,
νὰ πιῶ νερὸ νὰ δροσισθῶ νὰ πάρω λίγη ἀνάσα,
ν᾿ ἀρχίσω νὰ συλλογισθῶ τῆς ξενιτιᾶς τὰ πάθη,
νὰ εἰπῶ τὰ μαῦρα ντέρτια μου καὶ τὰ παράπονά μου.

Ἄνοιξε θλιβερὴ καρδιὰ καὶ πικραμένο ἀχείλι,
βγάλε κάνα χαμόγελο καὶ πὲς κάνα τραγούδι.

-Τραγούδια ἂν ἔχ᾿ ἡ μαύρη γῆ, κι ὁ τάφος χαμογέλια,
ἔχει καὶ τοῦ παιδιοῦ ἡ καρδιὰ ποὺ περπατεῖ τὰ ξένα.
Τὰ ξένα ἔχουν καημοὺς πολλοὺς καὶ καταφρόνια πλῆθος!
Στὰ ξένα δὲν ἀνθίζουνε τὴν Ἄνοιξη τὰ δέντρα,
καὶ δὲν λαλοῦνε τὰ πουλιά, ζεστὸς δὲ λάμπει ὁ ἥλιος,
δὲ φυλλουριάζουν τὰ βουνά, δὲν πρασινίζει ὁ κάμπος,
καὶ δὲ δροσίζει τὸ νερό, καὶ τὸ ψωμὶ πικραίνει!

Στὰ ξένα, ποιὸς θὰ σὲ χαρεῖ καὶ ποιὸς θὰ σὲ γελάσει;
Ποὖν᾿ τῆς μανούλας τὰ φιλιά, τὰ χάδια τοῦ πατέρα;
Ποὖναι τὰ γέλια τ᾿ ἀδερφοῦ κ᾿ ἡ συντροφιὰ τοῦ φίλου;
Ποὖν᾿ τῆς ἀγάπης οἱ ματιὲς καὶ τὰ γλυκὰ τὰ λόγια;

Ἂν ἀρρωστήσεις, ποιὸς θαρθεῖ στὴν ξενιτιὰ σιμά σου,
νὰ σὲ ρωτᾷ τὸν πόνο σου, τὰ γιατρικὰ νὰ δίνει;
στὸ ἔρμο σου προσκέφαλο νὰ ξενυχτάει μαζί σου;
Κι ἂν ἔρθει μέρ᾿ ἀγλύκαντη στὰ ξένα νὰ πεθάνεις,
ποιὸς θὰ βρεθεῖ στὸ πλάι σου τὰ μάτια νὰ σοῦ κλείσει;
Ποιὸς θὰ σοῦ λούσει τὸ κορμί, ποιὸς θὰ σὲ σαβανώσει;
Στὸ λειψανό σου ποιὸς θἀρθεῖ λουλούδια νὰ σὲ ράνει;
Καὶ ποιὸς μὲ πόνο θὰ ριχτεῖ στὸ νεκροκρέββατό σου
γιὰ νὰ σὲ κλάψει; Ποιὸς θὰ εἰπεῖ γιὰ σένα μοιρολόγι;
Ἄχ! πῶς τοὺς θάφτουν, νἄξερες, καὶ πῶς τοὺς πᾶν᾿ τοὺς ξένους!..
Χωρὶς λιβάνι καὶ κηρί, χωρὶς παπὰ καὶ ψάλτη!

Ἀνάθεμά σε, ξενιτιά, μὲ τὰ φαρμάκια πὄχεις!..

Ποῦ νὰ τὸν πῶ τὸν πόνο μου, ποῦ νὰ τὸν ἀπορίξω;
Νὰ τὸν εἰπῶ στὰ τρίστρατα, τὸν παίρνουν οἱ διαβάτες,
νὰ τὸν ἀφήσω στὰ κλαριά, τὸν παίρνουν τ᾿ ἀγριοπούλια!..
Κι ἂν κλάψω, τὰ φαρμακερὰ τὰ δάκρια ποῦ νὰ πέσουν;
Ἂν πέσουνε στὴ μαύρη γῆ, χορτάρι δὲν φυτρώνει,
ἂν πέσουνε στὸν ποταμό, ὁ ποταμὸς θὰ στύψει,
ἂν πέσουνε στὴ θάλασσα, πνίγουνται τὰ καράβια,
κι ἂν τὰ βαστάξω στὴν καρδιά, μὲ καῖν᾿ μὲ φαρμακώνουν!

Ἀνάθεμά σε ξενιτιά, μὲ τὰ φαρμάκια πὄχεις!..

Ἡ ποδιὰ τῆς Μαριῶς

Πλένει ἡ Μαριὼ στὸν ποταμό, πλένει τὲς φορεσιές της,
κι οἱ ὀμορφιές της λάμπουνε, κι ἀστράφτουν στὸ κορμί της
ἀράδες τ᾿ ἀσημόκουμπα κι ἀράδες τὰ γιουρντάνια,
καὶ στὰ καθάρια τὰ νερὰ τὰ πόδια της ἀσπρίζουν
σὰν νἆταν μὲ τριαντάφυλλα καὶ γάλα ζυμωμένα.
Περνοῦν ἐκεῖθε πιστικοὶ καὶ κυνηγοὶ διαβαίνουν,
κι ἄλλοι τὴν λὲν Λιογέννητη, ἄλλοι τὴν λὲν Νεράιδα.
Πέρασε κ᾿ ἕνας σταυραετός, πέρασε ἀπάνω ἀπάνω,
καὶ σὰν νὰ νοιάστηκε κι αὐτὸς τὴν ὀμορφιὰ τῆς κόρης,
χαμήλωσε ὡς στὸν ποταμὸ κι ἁρπάζει τὴν ποδιά της,
τὴ λαχουριά της τὴν ποδιά, τὴ χρυσοκεντημένη,
ποὖχε ξομπλιάσει ἀπάνω της τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾿ ἄστρα,
καὶ σκούζει ἡ ἄμοιρη Μαριὼ καὶ κλαίει τὴν ποδιά της.
Ὁ σταυραετὸς μεσουρανὶς χάθηκε μέσ᾿ στὰ ἀστέρια.
Σὲ λίγες μέρες ὕστερα ταράχθηκεν ἡ χώρα,
παγάνα πῆραν τὰ χωριὰ τοῦ βασιλιᾶ οἱ ἀνθρῶποι
καὶ δείχνουνε στὲς λυγερὲς ποδιὰ γεμάτη ἀστέρια,
καὶ σ᾿ ὅποιας πιάσει τὸ κορμί, καὶ ὅποια τὴν πεῖ δική της,
ἐκείνη θὰ τὴν πάρουνε μαζί τους στὸ παλάτι.
Πέρασαν, πέρασαν χωριὰ τοῦ βασιλιᾶ οἱ ἀνθρῶποι,
δείχνοντας τὴ χρυσὴ ποδιά, κι οὔτε κι εὑρέθη κόρη
νὰ τῆς ταιριάζει στὸ κορμὶ καὶ τὴν πεῖ δική της.
Καὶ στῆς Μαριῶς πᾶν τὸ χωριὸ καὶ δείχνουνε στὲς κόρες
ἀράδα ἀράδα τὴν ποδιά, καὶ τὴν γνωρίζουν ὅλες.
Μέσα στὲς ἄλλες ἔρχεται καὶ τῆς Μαριῶς ἡ ἀράδα,
καὶ κοκκινίζει ἀπὸ χαρὰ καὶ παίρνει καὶ τὴν ζώνει,
τήνε γνωρίζουνε μὲ μιᾶς τοῦ βασιλιᾶ οἱ ἀνθρῶποι,
καὶ τήνε παίρνουνε μαζί, τὴν φέρνουν στὸ παλάτι.
Παίρνουν αὐτοὶ τὸ τάμα τους, κι ὁ βασιλιὰς τὴν κόρη.

Ἡμερολόγιον Σκόκου, τόμος 6 (1891), σ. 113.

Ἡ νησιωτοπούλα

Νησιωτοπούλα κάθεται σὲ μαρμαρένιον πύργο,
μὲ κέντημα στὰ χέρια της, μ᾿ ἀγάπη στὴν καρδιά της.
Φορὲς-φορὲς τὸ κέντημα κεντοῦσε μὲ τραγούδια,
φορὲς-φορὲς πισώριχνε τὰ ξεπλεγα μαλλιά της.
Κι ἀγνάντευε τὸ πέλαγος π᾿ ἁπλώνετο μπροστά της,
καὶ γκαρδιακὰ ἀναστέναζε κ᾿ ἐχτύπαγε τὰ στήθια,
γιατ᾿ ἀγριεμένο τὄβλεπε, μαῦρο, φουρτουνιασμένο·
κι αὐτὴ εἶχε λόγο, στὸ γιαλὸ νὰ κατεβεῖ τὸ βράδυ,
κι ἀπ᾿ τὸ νησὶ τ᾿ ἀντικρυνό, ποὺ χάνεται στὸ κύμα,
ὁ ἀγαπημένος της νἀρθεῖ, νὰ ποῦν τὸν ἔρωτά τους.
Ὁ ἥλιος ἐβασίλεψε· σκοτάδιασε, νυχτώνει.
Τὸ κέντημά της τ᾿ ὄμορφο ἀπαρατάει ἡ κόρη,
καὶ κατεβαίνει στὸ γιαλὸ καὶ τὸν ἀκαρτεράει.
Μαυρολογᾶνε τὰ βουνά, καὶ σύγνεφα μεγάλα
σκεπάζουνε στὸν οὐρανὸ τ᾿ ἀστέρια πέρα πέρα,
φυσομανάει τὸ πέλαγο, τὰ κύματα βογγοῦνε,
κι ὅταν τὰ νέφια ἀστράφτουνε, δείχνουν κορφὲς ἀφράτες,
καὶ δὲν γροικιέται πουθενὰ τ᾿ ἀγαπημένου ἡ βάρκα.
Κάθεται ἡ νιὰ κι ἀκαρτέρει στ᾿ ἀκρογιαλιοῦ τὰ βράχια.
Τὰ μακρυά της τὰ μαλλιὰ τὰ κυματίζει ὁ ἀγέρας,
καὶ σποῦνε μέσ᾿ στὰ πόδια της τὰ κύματα μὲ βόγγο.
Ὧρες τηράει τὸ πέλαγο, ὧρες τηράει μπροστά της,
νέφια καὶ κύματα μαζὶ συχνορωτάει μὲ πόνο,
ἂν εἶδαν κάπου νάρχεται τ᾿ ἀγαπημένου ἡ βάρκα.
Τὰ σύγνεφα μένουν βουβά, τὰ κύματα βογγοῦνε,
κι ἀναστενάζουνε βαριὰ-βαριὰ τῆς νιᾶς τὰ στήθια.
Φυσομανάει ἡ θάλασσα, τὰ κύματα βογγοῦνε,
κ᾿ ἕνα μὲ τ᾿ ἄλλο σπρώχνονται καὶ σπάνουν στ᾿ ἀκρογιάλι·
κ᾿ ἐκεῖ ποὺ ἡ κόρη τὰ ρωτᾶ, βλέπει ἕνα θεριωμένο
νὰ ψηλωθεῖ, νὰ ψηλωθεῖ, τὰ βράχια νὰ περάσει,
καὶ νὰ τὴν πνίγει στὸν ἀφρό. Τραβιέται ἡ κόρη πίσω,
καὶ κλειώντας τὴν ἀγκάλη της, ποὺ ὁλάνοιχτη βαστοῦσε
τὸν ἀκριβό της νὰ δεχθεῖ, σφίγγει στὰ στήθια ἀπάνου
παραδαρμένο ἕνα κορμί, καὶ ἄψυχο, καὶ κρύο.
Ταχιὰ ἡ φουρτούνα ἡσύχασε, τὰ κύματα μερέψαν,
καὶ οἱ ψαράδες πὤριχναν στὸ πέλαγο τὶς βάρκες,
στ᾿ ἀκρογιαλιοῦ τὰ χώματα καὶ μέσ᾿ στὰ βράχια βρίσκουν
παραριγμένα δύο κορμιὰ καὶ σφιχταγκαλιασμένα.

Ἀττικὸν Μουσεῖον, Τόμος 3, Ἄρ. 9 (1890), Ἡμερολόγιον Σκόκου, Τόμος 6 (1891), σ. 89.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ (1868-1894). Ο Κώστας Κρυστάλλης γεννήθηκε στο Συρράκο της Ηπείρου, γιος του εύπορου εμπόρου Δημητρίου Κρυστάλλη και της συζύγου του Γιαννούλας, το γένος Ψαλίδα. Εκεί έμαθε τα πρώτα γράμματα και μετά το θάνατό της μητέρας του, το δεύτερο γάμο του πατέρα του και την εγκατάσταση της οικογένειας στα Γιάννενα συνέχισε στη Ζωσιμαία Σχολή. Το 1887 τύπωσε την πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο “Αι σκιαί του Άδου”, το επαναστατικό πατριωτικό περιεχόμενο της οποίας έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή του στην αλύτρωτη τότε ΄Ηπειρο και τον ανάγκασε να καταφύγει το 1889 στην Αθήνα, ενώ το τουρκικό στρατοδικείο τον καταδίκασε ερήμην του σε εικοσιπεντάχρονη εξορία. Στην Αθήνα εργάστηκε ως τυπογράφος για δυο χρόνια, δημοσίευσε το ιστορικό επύλλιο (σύμφωνα με δικό του χαρακτηρισμό) “Ο καλόγηρος της Κλεισούρας του Μεσολογγίου”, και έγραψε την ποιητική συλλογή “Χελιδόνες” και την ηθογραφία “Παρά την πηγήν”. Αργότερα υπέβαλε στο Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό τη συλλογή “Αγροτικά”, που τιμήθηκε με έπαινο. Εξακολούθησε να γράφει και να δημοσιεύει ποιήματα και αφηγήματα σε διάφορα έντυπα της εποχής και προσλήφθηκε στο περιοδικό “Εβδομάς”, όπου από το 1892 δημοσίευε σε συνέχειες το λαογραφικό έργο του “Οι Βλάχοι της Πίνδου”. Την ίδια περίοδο ξεκίνησε και το ενδιαφέρον του για την ιστοριοδιφική έρευνα, ενώ δε σταμάτησε να αγωνίζεται για την ελευθερία της πατρίδας του κυρίως ως συνεργάτης στην εφημερίδα “Φωνή της Ηπείρου” (1892-1894). Συνέταξε επίσης λήμματα για την ΄Ηπειρο στο Εγκυκλοπαιδικό λεξικό των Μπαρτ και Μπεκ. Το 1892 τιμήθηκε ξανά με έπαινο στο Φιλαδέλφειο διαγωνισμό για τη συλλογή του “Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης”. Η προτίμηση της κριτικής επιτροπής προς τον Γεώργιο Στρατήγη για το πρώτο βραβείο προκάλεσε την αντίδραση του Κρυστάλλη αλλά και των λογοτεχνικών κύκλων.Στο τέλος του 1893 κέρδισε 2.500 δραχμές σε λαχείο και έτσι μπόρεσε το 1894 να δημοσιεύσει τα “Πεζογραφήματα”. Την περίοδο εκείνη ο Κρυστάλλης εργαζόταν στη εταιρεία σιδηροδρόμων Πελοποννήσου και παρά τη δύσκολη κατάσταση της υγείας του ολοκλήρωσε το ποιήμα “Ο ψωμοπάτης”, σε 259 στίχους χωρισμένους σε οχτώ κεφάλαια, αποτέλεσμα τελικής επεξεργασίας του μακροσκελούς ποιμενικού ειδυλλίου του Γκόλφω. Η επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του υπήρξε ραγδαία, έφυγε για την Κέρκυρα και κατόπιν για την ΄Αρτα στο σπίτι της αδερφής του, όπου πέθανε σε ηλικία εικοσιέξι μόλις ετών. Οι πρώτες ποιητικές συλλογές του Κρυστάλλη εντάσσονται στο ρομαντισμό της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής και είναι γραμμένες σε καθαρεύουσα γλώσσα, αποτέλεσμα των επιρροών που δέχτηκε ο ποιητής από την επαφή του με το πνεύμα του αθηναϊκού ρομαντισμού. Με τα “Αγροτικά” του 1890 πέρασε στον κύκλο της Νέας Αθηναϊκής Σχολής, στρεφόμενος προς τη δημοτική γλώσσα, και το δημοτικό τραγούδι. Στην πεζογραφία οι επιρροές του εντοπίζονται στο χώρο των λαϊκών παραδόσεων. Και στα πεζά του χρησιμοποίησε αρχικά την καθαρεύουσα, στράφηκε ωστόσο σύντομα προς τη δημοτική, στη χρήση της οποίας συγκαταλέγεται στους πρωτοπόρους. Ο πρόωρος θάνατος του Κρυστάλλη μας στέρησε μιας ωριμότερης δημιουργίας του και μιας πιο ολοκληρωμένης άποψης των δυνατοτήτων του.

Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Κώστα Κρυστάλλη βλ. Άγρας Τέλος, “Κρυστάλλης Κώστας”, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια ΙΕ΄. Αθήνα, Πυρσός, 1931, Αράγης Γιώργος, “Κώστας Κρυστάλλης”, Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Η΄ (1880-1900), σ.252-263. Αθήνα, Σοκόλης, 1997, Αργυρίου Αλεξ., “Κρυστάλλης Κώστας”, Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 5. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1986, Μερακλής Μ.Γ., “Κώστας Κρυστάλλης”, Η ελληνική ποίηση· Ρομαντικοί – Εποχή του Παλαμά – Μεταπαλαμικοί· Ανθολογία – Γραμματολογία, σ.278-282. Αθήνα, Σοκόλης, 1977, Περάνθης Μιχαήλ, “Κρυστάλλης Κώστας”, Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 9. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και “Χρονολόγιο Κώστα Κρυστάλλη”, Διαβάζω 326, 5/1/1994, σ.38-39. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

________________________________________________

150 χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τη γέννηση του Κώστα Κρυστάλλη, που καθιερώθηκε ως ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης, αλλά υπήρξε σίγουρα κάτι πολύ παραπάνω απ’ αυτό. Ο Κρυστάλλης λάτρεψε και εξύμνησε τη φύση με έναν τρόπο αγαπητικό και απελευθερωτικό, με έναν τρόπο που γίνεται, κατά τη γνώμη μου, ακόμα πιο φανερός στα πεζά του, τα δεκατρία εν συνόλω διηγήματά του, επτά εκ των οποίων κυκλοφόρησαν υπό τον τίτλο Πεζογραφήματα το 1894, όσο ο ίδιος ήταν ακόμη εν ζωή, από το Βιβλιοπωλείον της Εστίας. Ο Κρυστάλλης κατηγορήθηκε από τους παλαιότερους λογοτεχνικούς κριτικούς, κυρίως από τον Άλκη Θρύλο,[1] υπό την επήρεια του Γιώργου Θεοτοκά, ως φωτογραφικός και αβαθής, ανυποψίαστος ηθογράφος. Σε ένα άλλο επίπεδο, ο Γιάννης Αποστολάκης και ο Κ. Θ. Δημαράς, συζητώντας για την ποίησή του, τον μέμφθηκαν ως άγονο αντιγραφέα του δημοτικού τραγουδιού, ως έναν μιμητή που δεν είχε τίποτε από την ψυχή, τη φρεσκάδα και τη δύναμη του πρωτότυπου. Σήμερα, πάντως, είμαστε πολύ κοντά στο να συνειδητοποιήσουμε αυτό που έχει από καιρό υποδείξει ο Λίνος Πολίτης: ο στίχος του Κρυστάλλη μπορεί άνετα να διεκδικήσει την αυτονομία του από τις πηγές του δημοτικού τραγουδιού, κερδίζοντάς μας αμέσως με τον ζωντανό και απολύτως προσωπικό του τόνο. «Ακόμα και η χρήση των ιδιωματικών λέξεων, όταν δεν φτάνει στην υπερβολή, αποτελεί ένα πρόσθετο στοιχείο γοητείας και δείγμα τεχνίτη όχι κοινού», επιμένει ο Πολίτης,[2] επιτρέποντάς μας να βγάλουμε τα αναγκαία συμπεράσματα και για το πεζογραφικό έργο του τραγουδιστή του χωριού και της στάνης.

Τα δημοτικά τραγούδια και τα παραμύθια[3] εξάλλου, μαζί με τη λαϊκή τέχνη, τις ντοπιολαλιές και την παράδοση, ενδιαφέρουν τους περισσότερους συγγραφείς της γενιάς του 1880, που είναι η γενιά του Κρυστάλλη. Οι ηθογράφοι αυτής της γενιάς είναι, σχηματικά μιλώντας, χωρισμένοι στα δύο. Από τη μια μεριά στέκουν εκείνοι που επιδιώκουν να ωραιοποιήσουν και να εξιδανικεύσουν την ύπαιθρο. Από την άλλη βρίσκονται όσοι επιζητούν να προβάλουν τη δύσκολη, σκληρή καθημερινότητά της σε συνάρτηση με το βάρος του λαϊκού πολιτισμού. Ο Κρυστάλλης αγαπάει από τα βάθη της καρδιάς του τη φύση, αλλά δεν είναι εξιδανικευτικός,[4] ενώ ο λαϊκός πολιτισμός αναδεικνύεται στη δουλειά του σαν σάρκα εκ της σαρκός του. Μπαίνοντας στα καθέκαστα της πεζογραφίας του, θα πρέπει να πούμε προκαταρκτικά πως αντλεί λιγότερο από τον ρομαντισμό και το δημοτικό τραγούδι (όπως συμβαίνει με τα ποιήματα) και περισσότερο από τις λαϊκές παραδόσεις, συν το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως εκείνο που κυριαρχεί στη σκηνογραφία της είναι όχι μόνον η ύπαιθρος αλλά και η πόλη.[5] Και πάλι, όμως, τα στοιχεία που δεσπόζουν στα Πεζογραφήματα δεν είναι τόσο η παράδοση και τα ερευνητικά λαογραφικά ενδιαφέροντα του Κρυστάλλη, που έχουν αποτυπωθεί σε ξεχωριστές εργασίες, όσο δύο άλλα, αρκετά διαφορετικά δεδομένα: από τη μια πλευρά, η πολιτική και η Ιστορία και από την άλλη, η δύναμη της φύσης μαζί με την εκστατική και τη μεταστοιχειωτική της ορμή.

Από την πολιτική και την Ιστορία προς τη φύση

Ως προς την πο­λι­τι­κή και την Ιστο­ρία, οι ανα­φο­ρές του Κρυ­στάλ­λη ξε­κι­νούν από τον εθνι­κό ήρωα της Αλ­βα­νί­ας Γε­ώρ­γιο Σκε­ντέρ­μπεη, η μορ­φή του οποί­ου μπο­ρεί να συ­νε­νώ­σει Αρ­βα­νί­τες και Έλ­λη­νες («Η ει­κό­να»), την υπο­τα­γή –μέ­σα από ένα πα­ρα­μύ­θι– του Αρ­γυ­ρό­κα­στρου στους Οθω­μα­νούς («Αρ­γύ­ρω η μο­νο­βύ­ζα») και το χρο­νι­κό (1811-1881) των απο­τυ­χη­μέ­νων επα­να­στα­τι­κών προ­σπα­θειών κα­τά της οθω­μα­νι­κής διοί­κη­σης στα Γιάν­νε­να («Το ση­μειω­μα­τά­ρι του Γε­ρο­κα­λα­μέ­νιου»), για να φτά­σουν μέ­χρι τις διώ­ξεις και την κα­τα­πί­ε­ση του ελ­λη­νι­κού πλη­θυ­σμού της Ηπεί­ρου από τους Τούρ­κους («Το Σου­λιω­τό­που­λο» και «Η κυ­ρα-Νί­τσα»), ή τις πο­λύ­πα­θες πε­ρι­πέ­τειες της κλε­φτου­ριάς πά­νω στα ηπει­ρώ­τι­κα βου­νά («Εις την στά­νην του μπάρ­μπα μου», «Τα Χρι­στού­γεν­να των κλε­φτών», «Κα­πε­τάν Κων­στα­ντά­ρας»). Ως προς τη δύ­να­μη της φύ­σης, που δί­νει γεν­ναία το πα­ρών σε όλα τα δι­η­γή­μα­τα, η γκά­μα πε­ρι­λαμ­βά­νει από ποι­μέ­νες απο­μο­νω­μέ­νους στην άγρια ύπαι­θρο («Στα χα­λά­σμα­τα») μέ­χρι την ικα­νό­τη­τα των φυ­σι­κών στοι­χεί­ων να ευ­ερ­γε­τή­σουν τη βα­σα­νι­σμέ­νη ψυ­χή του ξε­νι­τε­μέ­νου («Το φυ­λα­χτό μου»), ή το εν­θαρ­ρυ­ντι­κό άπλω­μα του βλέμ­μα­τος σε ένα το­πίο το οποίο εγκλεί­ει στο εσω­τε­ρι­κό του εκτός από την Ήπει­ρο και τη Θεσ­σα­λία («Ο χω­ρι­σμός»). Κά­που στο εν­διά­με­σο φύ­σης και Ιστο­ρί­ας θα βρού­με και τον έρω­τα: έρω­τας υψη­λό­φρων και δυ­να­τός, ανά­με­σα σε καρ­διές έτοι­μες να του πα­ρα­δο­θούν εξ ολο­κλή­ρου («Η δα­σκά­λα»). Κά­ποια ση­μα­σία έχει, τέ­λος, και η χα­ρά της ομα­δι­κής δη­μιουρ­γι­κής δου­λειάς για έναν υψη­λό σκο­πό, όπως η ανοι­κο­δό­μη­ση μιας εκ­κλη­σί­ας («Τα μάρ­μα­ρα»). Δια­τρέ­χο­ντας το πε­δίο της πο­λι­τι­κής και της Ιστο­ρί­ας, ο Κρυ­στάλ­λης θα υιο­θε­τή­σει έναν σα­φώς εθνι­κό τό­νο, δεν θα κα­τα­λή­ξει εντού­τοις σε κα­μιά πε­ρί­πτω­ση εθνο­κε­ντρι­κός (τα ιστο­ρι­κά πά­θη των Αλ­βα­νών με τους Τούρ­κους δύ­σκο­λα απο­σπώ­νται από τα αντί­στοι­χα πά­θη των Ελ­λή­νων). Δια­τρέ­χο­ντας πά­λι το πε­δίο της φύ­σης, ο λό­γος του θα απο­κτή­σει εξαι­ρε­τι­κή ποι­κι­λία εκ­φάν­σε­ων: από τη μα­νία των και­ρι­κών φαι­νο­μέ­νων (το σκλη­ρό κρύο, οι νε­ρο­πο­ντές και το ξε­πά­για­σμα σε προ­στα­τευ­μέ­να και απρο­στά­τευ­τα ση­μεία) και τον χο­ρό αν­θρώ­πων και ζώ­ων (από την πλο­κή και τις πε­ρι­γρα­φές των δι­η­γη­μά­των ξε­πη­δούν πρό­βα­τα, λύ­κοι, αρ­κού­δες, τσα­κά­λια και αγριο­γού­ρου­να) μέ­χρι τις φω­νές από τρα­γού­δια και μη­νύ­μα­τα ή πα­ραγ­γέλ­μα­τα που εκτο­ξεύ­ο­νται στους ου­ρα­νούς πά­νω από τις κρη­μνώ­δεις ορο­σει­ρές, απο­κα­λύ­πτο­ντας μια φύ­ση όχι αγρο­τι­κή αλ­λά σπι­νο­ζι­κής έμπνευ­σης – μια natura naturans που γεν­νιέ­ται και ανα­πα­ρά­γε­ται αφ’ εαυ­τής, σαν άλ­λος θε­ός.

Τοπιογραφία και λυρικός ρεαλισμός

Γρά­φο­ντας άλ­λο­τε σε ιστο­ρι­κό και άλ­λο­τε σε πα­ρο­ντι­κό χρό­νο, ο Κρυ­στάλ­λης συν­δέ­ει, όπως εί­ναι ίσως ανα­με­νό­με­νο, τη φύ­ση με την το­πιο­γρα­φία του, σε έναν κύ­κλο που περ­νά­ει από τα Γιάν­νε­να, την Άρ­τα, το Μέ­τσο­βο, την Πάρ­γα, το Ζα­γό­ρι και το Σού­λι, χω­ρίς να αφή­σει απέ­ξω τη Θεσ­σα­λία και το Αρ­γυ­ρό­κα­στρο. Κι αυ­τή η συ­νε­χής εντο­πιό­τη­τα, που εντάσ­σει στους κόλ­πους της αστι­κές πε­ριο­χές, αλ­λά και χω­ριά ή βο­σκο­τό­πια, πα­ρα­πέ­μπει βε­βαί­ως στην εντο­πιό­τη­τα της ευ­ρω­παϊ­κής λο­γο­τε­χνί­ας του 19ου αιώ­να, από τον Guy de Maupassant και τον Alphonse Daudet μέ­χρι τον βε­ρι­σμό του Giovanni Verga,[6] δεί­χνο­ντας για άλ­λη μια φο­ρά πό­σο μα­κριά μέ­νει ο Κρυ­στάλ­λης από την ει­δυλ­λια­κή ηθο­γρα­φία και το στε­νά λα­ο­γρα­φι­κό πνεύ­μα. Μα­κριά, ωστό­σο, από τη λα­ο­γρα­φι­κή ιδε­ο­λο­γία μέ­νει ο Κρυ­στάλ­λης και με τη με­τρια­σμέ­νη και ισορ­ρο­πη­μέ­νη δη­μο­τι­κή του, που εν­δί­δει στην τρα­χύ­τη­τα μό­νο όταν εν­σω­μα­τώ­νε­ται στους δια­λό­γους η ηπει­ρώ­τι­κη ντο­πιο­λα­λιά, ή με την προ­σφυ­γή του στο αφη­γη­μα­τι­κό εί­δος του χρο­νι­κού (θυ­μί­ζω το δι­ή­γη­μα «Το ση­μειω­μα­τά­ρι του Γε­ρο­κα­λα­μέ­νιου») το οποίο συν­δυά­ζει την κα­τά­θε­ση του αυ­τό­πτη μάρ­τυ­ρα και την ανα­κοί­νω­ση των το­πι­κών ει­δή­σε­ων της βυ­ζα­ντι­νής χρο­νο­γρα­φί­ας με το τέ­χνα­σμα της ανα­κά­λυ­ψης των χα­μέ­νων χει­ρο­γρά­φων.[7] Σύμ­φω­νοι, αλ­λά πά­νω απ’ όλα ο Κρυ­στάλ­λης απο­μα­κρύ­νε­ται από την ηθο­γρα­φία και τη λα­ο­γρα­φία μέ­σω της πα­ρά­καμ­ψης του κε­κα­νο­νι­σμέ­νου ρε­α­λι­σμού που προ­ϋ­πο­θέ­τει η ποι­η­τι­κή αντι­με­τώ­πι­ση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας από την πρό­ζα του. Ως ποι­η­τής-πε­ζο­γρά­φος (τον όρο ει­σή­γα­γε με αφορ­μή την πε­ρί­πτω­σή του το 1940 ο Μιχ. Ρο­δάς[8]) ο Κρυ­στάλ­λης υιο­θε­τεί ένα ιδί­ω­μα που θα υπα­γά­γει την Ιστο­ρία και τη φύ­ση σε έναν λυ­ρι­κό ρε­α­λι­σμό – έναν ρε­α­λι­σμό ο οποί­ος θα διαρ­ρή­ξει ευ­θύς εξαρ­χής τις σχέ­σεις του με οποια­δή­πο­τε έν­νοια (αν εξα­κο­λου­θού­με να μι­λά­με για ηθο­γρα­φία και λα­ο­γρα­φία) θη­σαυ­ρι­σμού, κα­τα­γρα­φής και κα­τα­λο­γο­γρα­φι­κής απει­κό­νι­σης.

Share this

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

Related Posts