Παπαευαγγέλου: Γι’ αυτούς τους λόγους οι Βρετανοί είναι πρωτοπόροι στους εμβολιασμούς

Τους λόγους για τους οποίους οι επιστήμονες εισηγήθηκαν την παράταση της τηλεκπαίδευσης στα σχολεία, ανέλυσε η κα. Βάνα Παπαευαγγέλου, καθηγήτρια Παιδιατρικής – Λοιμωξιολογίας ΕΚΠΑ, κατά τη διάρκεια της τακτικής ενημέρωσης για την πανδημία του κορονοϊού. Επίσης, εξήγησε το φαινόμενο της “βιασύνης” των Βρετανών να εγκρίνουν και να ξεκινήσουν πρώτοι τους εμβολιασμούς κατά της Covid αύριο, τους οποίους χαρακτήρισε “πρωτοπόρους” και “τολμηρούς” στην εφαρμογή προληπτικών μέτρων.
Σύμφωνα με την ενημέρωση για τον κορονοϊό και την κα. Βάνα Παπαευγγέλου, Καθηγήτρια Παιδιατρικής – Λοιμωξιολογίας και μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων, η Ελλάδα εμφανίζει «σταθερή πορεία χωρίς μεγάλες αλλαγές και σταδιακή μείωση των κρουσμάτων σε πολλές περιοχές, ενώ σε άλλες η πανδημία «βράζει». Μείωση παρατηρήθηκε στις ημερήσιες εισαγωγές στα νοσοκομεία, αλλά η πίεση στο ΕΣΥ παραμένει», σημείωσε.
Επίσης, αναφέρθηκε στα σχολεία και είπε ότι η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων εισηγήθηκε την αναβολή της επαναλειτουργίας των σχολείων και εξήγησε τους λόγους.
«Η εικόνα στις ΜΕΘ δεν βελτιώθηκε, οπότε η οποιαδήποτε αύξηση της κινητικότητας μέσα και έξω από τα σχολεία, θα μπορούσε να επιβαρύνει τις ΜΕΘ»
Ο δεύτερος λόγος είναι ότι αμφισβητήθηκε το όφελος που θα είχε μία τέτοια κίνηση, αφού παρέμεναν μόνο επτά ημέρες διδασκαλίας μέχρι τις αργίες των Χριστουγέννων. «Εξού και και υπήρξε προβληματισμός για την αναστάτωση που θα προκαλούσε το άνοιγμα των σχολείων στα παιδιά. Η απόφασή μας αυτή βέβαια σε καμιά περίπτωση δεν αναιρεί τη σταθερή θέση της επιτροπής μας, ότι η εκπαίδευση αποτελεί την απόλυτη προτεραιότητα για μας και τα σχολεία είναι τα τελευταία που πρέπει να κλείνουν και τα τελευταία τα πρώτα που θα επανέρχονται σε λειτουργία με την βελτίωση των επιδημιολογικών δεδομένων», τόνισε η καθηγήτρια.
Παράλληλα, έσπευσε να διευκρινίσει ότι αν και εκτιμάται ότι η τηλεκπαιδεύση λειτουργεί πολύ καλά, τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει την σχέση του παιδιού με φυσική παρουσία και είναι κάτι που έχει μεγάλη σημασία για την ψυχική και τη σωματική υγεία τους. Επίσης, όπως ανέφερε οι ειδικοί εξακολουθούν σθεναρά να υποστηρίζουν ότι δεν παρατηρείται μετάδοση μέσα στα σχολεία, ειδικά στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Έτσι, εισηγούνται το άνοιγμα της εκπαιδευτικής δραστηριότητας μετά τα Φώτα, αφού βέβαια συζητηθεί και τις επόμενες εβδομάδες σύμφωνα μετά τα νεότερα επιδημιολογικά δεδομένα.
Παπαευαγγέλου: «Οι Βρετανοί είναι πρωτοπόροι στους εμβολιασμούς»
Στη συνέχεια η κα. Παπαευαγγέλου αναφέθηκε στην «βιασύνη» με την οποία οι Βρετανοί ενέκριναν το εμβόλιο και ξεκινούν αύριο τους εμβολιασμούς:
Οι Βρετανοί έχουν μεγάλη παράδοση και είναι πρωτοπόροι στην εφαρμογή εμβολιασμών στον πληθυσμό, τόνισε και συμπλήρωσε ότι «Εμάς τους παιδιάτρους δεν μας ξαφνιάζει». Ανέφερε, μάλιστα, συγκεκριμένα παραδείγματα:
«Οι εμβολιασμοί του 1999. Η Αγγλία εφάρμοσε μαζικό εμβολιασμό των παιδιών από τη μηνιγγίτιδα C. Τότε είχαν χαθεί πάρα πολλά παιδιά και στο εξωτερικό και στην Ελλάδα. Οι μελέτες τότε είχαν χρησιμοποιήσει μια εξελιγμένη μέθοδο. Κι ενώ είχαν ξεκινήσει τότε οι μελέτες και είχαν ολοκληρωθεί σε 5 χρόνια, οι Βρετανοί εφάρμοσαν άμεσα τον εμβολιασμό και κατάφεραν να μειώσουν τη νόσο κατά 80% και να σώσουν τις ζωές πολλών παιδιών. Παρόμοια κατάσταση είχε συμβεί και με τον κοκκύτη και τις έγκυες γυναίκες που εμβολιάστηκαν μαζικά. Οι Βρετανοί έχουν γίνει πολλές φορές πρωτοπόροι στους εμβολιασμούς και την πρόληψη σε θέματα δημόσιας Υγείας», σημείωσε.
Μαγιορκίνης: «Μειώνονται τα ενεργά κρούσματα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη»
Μικρότερη μείωση των νέων κρουσμάτων καταγράφεται πλέον στην Αθήνα από ό,τι στην Θεσσαλονίκη καθώς η μείωση αυτή είναι 7-8% στην Αττική και 25% στην Θεσσαλονίκη, ο επίκουρος καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ και μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων Γκίκας Μαγιορκίνης. Όπως επανέλαβε το ενεργά κρούσματα διατηρούνται και στις δύο περιοχές κάτω από τη μονάδα όσον αφορά τον δείκτη επιδημιολογικής παρατηρήσης RT.
Παρατήρησε ότι παραμένει χαμηλό το επιδημιολογικό φορτίο στα νότια της χώρας, αλλά υψηλό ακόμη σε άλλες περιοχές όπως η Λάρισα.
Αναφερόμενος στις ηλικίες είπε ότι σ’ αυτές που υπάρχει μεγαλύτερη επίπτωση της νόσου είναι ηλικίες 40 με 65 ετών και στους 65 ετών και άνω.








