ΓΕΝΙΚΕΣ

13 Μαΐου γιορτάζουν…

  • Μεσοπεντηκοστή
  • Αγία Γλυκερία
  • Όσιος Σέργιος ο Ομολογητός
  • Όσιος Ευθύμιος ο Νέος κτήτορας της Μονής Ιβήρων Αγίου Όρους
  • Άγιος Λαοδίκιος ο δεσμοφύλακας
  • Όσιος Παυσίκακος Επίσκοπος Συνάδων
  • Άγιος Αλέξανδρος ο Μάρτυρας επίσκοπος Τιβεριανών
  • Όσιος Νικηφόρος ο Πρεσβύτερος
  • Ανάμνηση των εγκαινίων του ναού της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου Παντανάσσης στη νήσο της Αγίας Γλυκερίας
  • Όσιος Ιωάννης ο Ίβηρας
  • Όσιος Γεώργιος ο Ίβηρας
  • Όσιος Γαβριήλ ο Ίβηρας
  • Άγιοι Ιβηρίτες Μοναχοί οι Οσιομάρτυρες
  • Μετακομιδή του Ιερού λειψάνου του Αγίου Μακαρίου του Ιερομάρτυρα
  • Άγιος Αββανός
  • Άγιος Ουαλεριανός Επίσκοπος Ωξέρρης
  • Άγιος Ονήσιμος εκ Γαλλίας
  • Άγιος Σαρβάτος Επίσκοπος Τονγκρέ Βελγίου
  • Όσιος Θεόκτιστος
  • Αγία Γλυκερία του Νόβγκοροντ
  • Σύναξη της Παναγίας της Εικοσπενταρούσας στην Σαμοθράκη
***********************************************************************************************************
Ορθόδοξος Συναξαριστής :: Μεσοπεντηκοστή
  • Μεσοπεντηκοστή

Την Τετάρτη μετά την Κυριακή του Παραλύτου πανηγυρίζει η Εκκλησία μας μία μεγάλη δεσποτική εορτή, την εορτή της Μεσοπεντηκοστής. Τα βυζαντινά χρόνια, η εορτή της Μεσοπεντηκοστής ήταν η μεγάλη εορτή της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και συνέτρεχαν κατ’ αυτή στον μεγάλο ναό πλήθη λαού. Δεν έχει κανείς παρά να ανοίξει την Έκθεση της Βασιλείου Τάξεως (Κεφ. 26) του Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου για να δει το επίσημο τυπικό του εορτασμού, όπως ετελείτο μέχρι την Μεσοπεντηκοστή του έτους 903 μ.Χ. στον ναό του Αγίου Μωκίου στην Κωνσταντινούπολη, μέχρι δηλαδή την ημέρα που έγινε η απόπειρα κατά της ζωής του αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ’ του Σοφού (11 Μαΐου 903 μ.Χ.). Εκεί υπάρχει μία λεπτομερής περιγραφή του λαμπρού πανηγυρισμού, που καταλαμβάνει ολόκληρες σελίδες και καθορίζει με την γνωστή παράξενη βυζαντινή ορολογία, πως ο αυτοκράτωρ το πρωί της εορτής με τα επίσημα βασιλικά του ενδύματα και την συνοδεία του ξεκινούσε από το ιερό παλάτι για να μεταβεί στον ναό του αγίου Μωκίου, όπου θα ετελείτο η θεία λειτουργία. Σε λίγο έφθανε η λιτανεία με επί κεφαλής τον πατριάρχη, και βασιλεύς και πατριάρχης εισήρχοντο επισήμως στον ναό. Η θεία λειτουργία ετελείτο με την συνήθη στις μεγάλες εορτές βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Μετά από αυτήν ο αυτοκράτωρ παρέθετε πρόγευμα, στο οποίο έπαιρνε μέρος και ο πατριάρχης. Και πάλι ο βασιλεύς υπό τις επευφημίες του πλήθους «Εἰς πολλούς καί ἀγαθούς χρόνους ὁ Θεός ἀγάγει τήν βασιλείαν ὑμῶν» και με πολλούς ενδιαμέσους σταθμούς επέστρεφε στο ιερό παλάτι.

Αλλά και στα σημερινά μας λειτουργικά βιβλία, στο Πεντηκοστάριο, βλέπει κανείς τα ίχνη της παλαιάς της λαμπρότητας. Παρουσιάζεται σαν μία μεγάλη δεσποτική εορτή, με τα εκλεκτά της τροπάρια και τους διπλούς της κανόνες, έργα των μεγάλων υμνογράφων, του Θεοφάνους και του Ανδρέου Κρήτης, με τα αναγνώσματά της και την επίδραση της στις προ και μετά από αυτήν Κυριακές και με την παράταση του εορτασμού της επί οκτώ ημέρες κατά τον τύπο των μεγάλων εορτών του εκκλησιαστικού έτους.

Ποιό όμως είναι το θέμα της ιδιορρύθμου αυτής εορτής; Όχι πάντως κανένα γεγονός της ευαγγελικής ιστορίας. Το θέμα της είναι καθαρά εορτολογικό και θεωρητικό. Η Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστής είναι η 25η από του Πάσχα και η 25η προ της Πεντηκοστής ημέρα. Σημειώνει το μέσον της περιόδου των 50 μετά το Πάσχα εορτάσιμων ημερών. Είναι δηλαδή ένας σταθμός, μία τομή. Ωραία το τοποθετεί το πρώτο τροπάριο του εσπερινού της εορτής:

«Πάρεστιν ἡ μεσότης ἡμερῶν,
τῶν ἐκ σωτηρίου ἀρχομένων ἐγέρσεως
Πεντηκοστῇ δέ τῇ θείᾳ σφραγιζομένων,
καί λάμπει τάς λαμπρότητας
ἀμφοτέρωθεν ἔχουσα
καί ἑνοῦσα τάς δύο
καί παρεῖναι τήν δόξαν προφαίνουσα
τῆς δεσποτικῆς ἀναλήψεως σεμνύνεται».

Χωρίς δηλαδή να έχει δικό της θέμα η ημέρα αυτή συνδυάζει τα θέματα, του Πάσχα αφ’ ενός και της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος αφ’ ετέρου, και «προφαίνει» την δόξα της αναλήψεως του Κυρίου, που θα εορτασθεί μετά από 15 ημέρες. Ακριβώς δε αυτό το μέσον των δύο μεγάλων εορτών έφερνε στο νου και ένα εβραϊκό επίθετο του Κυρίου, το «Μεσσίας». Μεσσίας στα ελληνικά μεταφράζεται Χριστός. Αλλά ηχητικά θυμίζει το μέσον. Έτσι και στα τροπάρια και στο συναξάρι της ημέρας η παρετυμολογία αυτή γίνεται αφορμή να παρουσιασθεί ο Χριστός σαν Μεσσίας – μεσίτης Θεού και ανθρώπων, «μεσίτης καί διαλλάκτης ἡμῶν καί τοῦ αἰωνίου αὐτοῦ Πατρός». «Διά ταύτην τήν αἰτίαν τήν παροῦσαν ἑορτήν ἑορτάζοντες καί Μεσοπεντηκοστήν ὀνομάζοντες τόν Μεσσίαν τε ἀνυμνοῦμεν Χριστόν», σημειώνει ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος στο συναξάρι. Σ’ αυτό βοήθησε και η ευαγγελική περικοπή, που εξελέγη για την ημέρα αυτή (Ιω. 7, 14-30). Μεσούσης της εορτής του Ιουδαϊκού Πάσχα ο Χριστός ανεβαίνει στο ιερό και διδάσκει. Η διδασκαλία Του προκαλεί τον θαυμασμό, αλλά και ζωηρά αντιδικία μεταξύ αυτού και του λαού και των διδασκάλων. Είναι Μεσσίας ο Ιησούς η δεν είναι; Είναι η διδασκαλία του Ιησού εκ Θεού ή δεν είναι; Νέο λοιπόν θέμα προστίθεται: ο Χριστός είναι διδάσκαλος. Αυτός που ενώ δεν έμαθε γράμματα κατέχει το πλήρωμα της σοφίας, γιατί είναι η Σοφία του Θεού η κατασκευάσασα τον κόσμο. Ακριβώς από αυτόν τον διάλογο εμπνέεται μεγάλο μέρος της υμνογραφίας της εορτής. Εκείνος που διδάσκει στον ναό, στο μέσον των διδασκάλων του Ιουδαϊκού λαού, στο μέσον της εορτής, είναι ο Μεσσίας, ο Χριστός, ο Λόγος του Θεού. Αυτός που αποδοκιμάζεται από τους δήθεν σοφούς του λαού Του είναι η του Θεού Σοφία. Εκλέγομε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τροπάρια, το δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού του πλ. δ’ ήχου:

«Μεσούσης τῆς ἑορτῆς
διδάσκοντός σου, Σωτήρ,
ἔλεγον οἱ Ἰουδαῖοι·
Πῶς οὗτος οἶδε γράμματα, μή μεμαθηκώς;
ἀγνοοῦντες ὅτι σύ εἶ ἡ Σοφία
ἡ κατασκευάσασα τόν κόσμον.
Δόξα σοι».
Λίγες σειρές πιο κάτω στο Ευαγγέλιο του Ιωάννου, αμέσως μετά την περικοπή που περιλαμβάνει τον διάλογο του Κυρίου με τους Ιουδαίους «Τῆς ἑορτῆς μεσούσης», έρχεται ένας παρόμοιος διάλογος, που έλαβε χώρα μεταξύ Χριστού και των Ιουδαίων «τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς», δηλαδή κατά την Πεντηκοστή. Αυτός αρχίζει με μία μεγαλήγορο φράση του Κυρίου.« Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω.ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθώς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος» (Ιω. 7, 37-38). Και σχολιάζει ο Ευαγγελιστής.« Τοῦτο δέ εἶπε περί τοῦ Πνεύματος, οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν» (Ιω. 7, 39). Δεν έχει σημασία ότι οι λόγοι αυτοί του Κυρίου δεν ελέχθησαν κατά την Μεσοπεντηκοστή, αλλά λίγες ημέρες αργότερα. Ποιητική αδεία μπήκαν στο στόμα του Κυρίου στην ομιλία Του κατά την Μεσοπεντηκοστή. Ταίριαζαν εξ’ άλλου τόσο πολύ με το θέμα της εορτής. Δεν μπορούσε να βρεθεί πιο παραστατική εικόνα για να δειχθεί ο χαρακτήρας του διδακτικού έργου του Χριστού. Στο διψασμένο ανθρώπινο γένος η διδασκαλία του Κυρίου ήλθε σαν ύδωρ ζων, σαν ποταμός χάριτος που δρόσισε το πρόσωπο της γης. Ο Χριστός είναι η πηγή της χάριτος, του ύδατος του αλλομένου εις ζωήν αιώνιον, που ξεδιψά και αρδεύει τις συνεχόμενες από βασανιστική δίψα ψυχές των ανθρώπων. Που μεταβάλλει τους πίνοντας σε πηγές.« Ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσι ὕδατος ζῶντος» (Ιω. 7, 38). «Καί γενήσεται αὐτῷ πηγή ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωήν αἰώνιον», εἶπε στήν Σαμαρείτιδα» (Ιω. 4, 14). Που μετέτρεψε την έρημο του κόσμου σε θεοφύτευτο παράδεισο αειθαλών δένδρων φυτεμένων παρά τας διεξόδους των υδάτων του αγίου Πνεύματος. Το γόνιμο αυτό θέμα έδωσε νέες αφορμές στην εκκλησιαστική ποίηση και στόλισε την εορτή της Μεσοπεντηκοστής με εξαίρετους ύμνους. Διαλέγομε τρεις, τους πιο χαρακτηριστικούς: Το κάθισμα του πλ. δ’ ήχου προς το «Τήν Σοφίαν καί Λόγον», που ψάλλεται μετά την γ’ ωδή του κανόνος στην ακολουθία του όρθρου:
«Τῆς σοφίας τό ὕδωρ καί τῆς ζωῆς
ἀναβρύζων τῷ κόσμῳ, πάντας, Σωτήρ,
καλεῖς τοῦ ἀρύσασθαι
σωτηρίας τά νάματα·
τόν γάρ θεῖον νόμον σου
δεχόμενος ἄνθρωπος,
ἐν αὐτῷ σβεννύει
τῆς πλάνης τούς ἄνθρακας.
Ὅθεν εἰς αἰῶνας
οὐ διψήσει, οὐ λήξει
τοῦ κόρου σου δέσποτα, βασιλεῦ ἐπουράνιε.
Διά τοῦτο δοξάζομεν
τό κράτος σου, Χριστέ ὁ Θεός,
τῶν πταισμάτων ἄφεσιν αἰτούμενοι
καταπέμψαι πλουσίως
τοῖς δούλοις σου».

Το απολυτίκιο και το κοντάκιο της εορτής, το πρώτο του πλ. δ’ και το δεύτερο του δ’ ήχου:

«Μεσούσης τῆς ἑορτῆς
διψῶσάν μου τήν ψυχήν
εὐσεβείας πότισον νάματα·
ὅτι πᾶσι, Σωτήρ ἐβόησας·
Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω.
Ἡ πηγή τῆς ζωῆς, Χριστέ ὁ Θεός, δόξα σοι».

«Τῆς ἑορτῆς τῆς νομικῆς μεσαζούσης
ὁ τῶν ἁπάντων ποιητής καί δεσπότης
πρός τούς παρόντας ἔλεγες, Χριστέ ὁ Θεός·
Δεῦτε καί ἀρύσασθαι ὕδωρ ἀθανασίας.
Ὅθεν σοι προσπίπτομεν καί πιστῶς ἐκβοῶμεν·
Τούς οἰκτιρμούς σου δώρησαι ἡμῖν,
σύ γάρ ὑπάρχεις πηγή τῆς ζωῆς ἡμῶν».

Και τέλος το απαράμιλλο εξαποστειλάριο της εορτής:

«Ὁ τόν κρατῆρα ἔχων
τῶν ἀκενώτων δωρεῶν,
δός μοι ἀρύσασθαι ὕδωρ
εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν·
ὅτι συνέχομαι δίψῃ,
εὔσπλαγχνε μόνε οἰκτίρμον».

Αυτή με λίγα λόγια είναι η εορτή της Μεσοπεντηκοστής. Η έλλειψη ιστορικού υποβάθρου της στέρησε τον απαραίτητο εκείνο λαϊκό χαρακτήρα, που θα την έκανε προσφιλή στον πολύ κόσμο. Και το εντελώς θεωρητικό της θέμα δεν βοήθησε τους χριστιανούς, που δεν είχαν τις απαραίτητες θεολογικές προϋποθέσεις, να ξεπεράσουν την επιφάνεια και να εισδύσουν στην πανηγυριζόμενη δόξα του διδασκάλου Χριστού, της Σοφίας και Λόγου του Θεού, της πηγής του ακενώτου ύδατος. Συνέβη με αυτή κάτι ανάλογο με εκείνο που συνέβη με τους περίφημους ναούς της του Θεού Σοφίας, που αντί να τιμώνται στο όνομα του Χριστού ως Σοφίας του Θεού, προς τιμήν του οποίου ανεγέρθησαν, κατήντησαν, για τους ιδίους λόγους, να πανηγυρίζουν στην εορτή της Πεντηκοστής η του αγίου Πνεύματος η της αγίας Τριάδος η των Εισοδίων η της Κοιμήσεως της Θεοτόκου η και αυτής της μάρτυρος Σοφίας και των τριών θυγατέρων της Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Μεσούσης τῆς ἑορτῆς διψῶσάν μου τήν ψυχήν εὐσεβείας πότισον νάματα· ὅτι πᾶσι, Σωτήρ ἐβόησας· Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω. Ἡ πηγή τῆς ζωῆς, Χριστέ ὁ Θεός, δόξα σοι.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’.
Τῆς ἑορτῆς τῆς νομικῆς μεσαζούσης ὁ τῶν ἁπάντων ποιητής καί δεσπότης πρός τούς παρόντας ἔλεγες, Χριστέ ὁ Θεός· Δεῦτε καί ἀρύσασθαι ὕδωρ ἀθανασίας. Ὅθεν σοι προσπίπτομεν καί πιστῶς ἐκβοῶμεν· Τούς οἰκτιρμούς σου δώρησαι ἡμῖν, σύ γάρ ὑπάρχεις πηγή τῆς ζωῆς ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον
Μεσούσης ἐπέστης τῆς ἑορτῆς, Οἰκτίρμων διδάσκων, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Ἱεροῦ, δεῦτε οἱ διψῶντες, προσέλθετε καὶ ὕδωρ, ἐκ τῆς πηγῆς τῶν ὅλων, πάντες ἀρύσασθε.

  • Αγία Γλυκερία.

Η Αγία Γλυκερία γεννήθηκε στην Τραϊανούπολη το 2ον μ.Χ. αι., όταν αυτοκράτορας ήταν ο Αντωνίνος ο Ευσεβής (138 – 161 μ.Χ.). Ο πατέρας της ονομαζόταν Μακάριος και είχε διατελέσει ύπατος. Σε μικρή ηλικία, ασπάσθηκε το Χριστιανισμό και ανέπτυξε έντονη χριστιανική και κατηχητική δράση.

Όταν πληροφορήθηκε το γεγονός ο ηγεμόνας Σαββίνος, την κάλεσε να παρουσιασθεί μπροστά του. Με μεγάλη προθυμία η Αγία εμφανίσθηκε σ’ εκείνον, έχοντας σημειώσει στο μέτωπό της τον Τίμιο Σταυρό και δεν δίστασε να ομολογήσει με παρρησία και σθένος την πίστη της στο Σωτήρα και Λυτρωτή Ιησού Χριστό. Εκείνος έξαλλος την οδήγησε με τη βία στον ειδωλολατρικό ναό για να προσευχηθεί και να θυσιάσει στο είδωλα. Εκεί η Γλυκερία αφού προσευχήθηκε θερμά, συνέτριψε το άγαλμα του Δία. Εξοργισμένοι οι ειδωλολάτρες, την έσυραν έξω και τη λιθοβόλησαν με μανία. Όμως ούτε μία πέτρα δεν άγγιξε την Αγία, με αποτέλεσμα πολλοί να πιστεύσουν στο Χριστό. Στη συνέχεια, αφού υπέστη διάφορα βασανιστήρια ρίχθηκε στη φυλακή, όπου κατήχησε και έφερε στη χριστιανική πίστη το δεσμοφύλακά της Λαοδίκιο, ο οποίος εν συνεχεία ομολόγησε με θάρρος την πίστη του και μαρτύρησε για το Χριστό. Αμετάπειστος ο τύραννος, διέταξε να βασανίσουν εκ νέου τη Γλυκερία και έπειτα να τη ρίξουν στο άγρια θηρία. Όμως και εκείνα την σεβάστηκαν, αν και ένα εξ’ αυτών τη δάγκωσε με αποτέλεσμα η Αγία να παραδώσει σε ολίγες ημέρες το πνεύμα της στον αθλοθέτη Κύριο. Το ιερό λείψανό της παρέλαβε ο Επίσκοπος της Ηρακλείας Δομίτιος και το τοποθέτησε σε ευπρεπή τόπο κοντά στην πόλη. Μαρτυρώνται δε πολλά θαύματα, ιάσεων και θεραπείες δαιμονισμένων, τα οποία επιτελούσε η Αγία σε όσους με πίστη κατέφευγαν να προσκυνήσουν το Ιερό λείψανό της.

Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν καλλιπάρθενον, Χριστοῦ τιμήσωμεν, τὴν ἀριστεύσασαν πόνοις ἀθλήσεως, καὶ ἀσθενείᾳ τῆς σαρκός, τὸν ὄφιν καταβαλοῦσαν· πόθω γὰρ τοῦ Κτίσαντος, τῶν βασάνων τὴν ἔφοδον, παρ’ οὐδὲν ἡγήσατο, καὶ θεόθεν δεδόξασται· πρὸς ἣν ἀναβοήσωμεν πάντες, χαίροις θεόφρον Γλυκερία.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Ἡ ἀμνάς σου Ἰησοῦ, κράζει μεγάλη τῇ φωνῇ Σὲ Νυμφίε μου ποθῶ, καὶ σὲ ζητοῦσα ἀθλῶ, καὶ συσταυροῦμαι καὶ συνθάπτομαι τῷ βαπτισμῷ σου· καί πάσχω διά σέ, ὡς βασιλεύσω σὺν σοί, καὶ θνήσκω ὑπὲρ σοῦ, ἵνα καὶ ζήσω ἐν σοί· ἀλλ᾽ ὡς θυσίαν ἄμωμον προσδέχου τὴν μετὰ πόθου τυθεῖσάν σοι. Αὐτῆς πρεσβείαις, ὡς ἐλεήμων, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
  • Όσιος Σέργιος ο Ομολογητός. 
Ο Όσιος Σέργιος καταγόταν από επίσημη και ευσεβή οικογένεια και ήταν πατέρας του ιερού Φωτίου (τιμάται 
Ο Όσιος Ευθύμιος καταγόταν από την πόλη Τάω της Ιβηρίας και έζησε στο δεύτερο μισό του 10ου αιώνα και αρκετά χρόνια του 11ου αιώνα μ.Χ. Το 965 μ.Χ. ήλθε και κατοίκησε κοντά στον Άγιο Αθανάσιο της Μονής Λαύρας, ο σύμβουλος του βασιλιά της Γεωργίας (Ιβηρίας) Δαυίδ Κουροπαλάτη, Ιωάννης Βαρασβατσέ. Μετά από λίγο έφερε και τον γιο του Ευθύμιο, καθώς και άλλους επίσημους Γεωργιανούς και έγιναν όλοι μοναχοί. Επειδή όμως τους είχε παραχωρηθεί μικρός χώρος, ο πνευματικός τους προϊστάμενος Ιωάννης Βαρασβατσέ ανέλαβε την πρωτοβουλία να Ιδρύσουν ανεξάρτητο μοναστήρι. Πράγμα που έγινε με την αρωγή του βασιλιά Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου, και ονομάστηκε Μονή Ιβήρων, διότι οι κτήτορές της ήταν Ίβηρες (Γεωργιανοί). Το 998 μ.Χ. (κατ’ άλλους το 1003 μ.Χ.), που πέθανε ο Ιωάννης ο Ίβηρας, τον διαδέχθηκε ο γιος και συνεργάτης του Ευθύμιος. Ο όσιος αυτός ασχολήθηκε με επιτυχία στη διοίκηση της Μονής, επίσης με πολύ ζήλο καλλιέργησε την πνευματική ζωή των αδελφών της Μονής, δίνοντας αυτός πρώτος τον εαυτό του τέλειο υπόδειγμα σε κάθε αρετή. Τόση ήταν η φήμη της αγιότητας του, ώστε ο αυτοκράτορας Βασίλειος του πρότεινε την Αρχιεπισκοπή της Κύπρου, αλλά ο Ευθύμιος προτίμησε το αγαπημένο του Μοναστήρι και έτσι δεν δέχθηκε την πρόταση του αυτοκράτορα. Το 1028 μ.Χ. πήγε στην Κωνσταντινούπολη για Αγιορείτικες υποθέσεις, όπου και πέθανε στις 13 Μαΐου, ο ενάρετος και ευσεβής αυτός άνδρας.
Ο Όσιος Παυσίκακος καταγόταν από την Απάμεια της Βιθυνίας και έζησε στα χρόνια του βασιλιά Μαυρικίου (582 – 602 μ.Χ.). Είχε γονείς ευσεβείς και επίσημους στο γένος. Από μικρός στο δρόμο του Θεού με την ειλικρινή πίστη του και την άμεμπτη ζωή του, σπούδασε όχι μόνο Θεολογία, αλλά και ιατρική για να την εξασκήσει δωρεάν υπέρ των φτωχών. Όταν Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης ήταν ο Κυριάκος (595 – 606 μ.Χ.), εκτιμώντας τις μεγάλες αρετές του Παυσίκακου, τον έπεισε να καταταχθεί στον Ιερό κλήρο και έπειτα τον ανέδειξε επίσκοπο Συνάδων. Από τη νέα του θέση ο Παυσίκακος εργάστηκε για την καλύτερη στερέωση των πιστών και την εξαφάνιση των αιρέσεων από την επαρχία του, χρησιμοποιώντας την ευεργετική και θαυμάσια μάχαιρα της διδασκαλίας του θείου λόγου. Ο βασιλιάς Μαυρίκιος τον είχε περί πολλού, επειδή τον θεράπευσε από σοβαρότατη ασθένεια, και από ευγνωμοσύνη καθιέρωσε για την επισκοπή του ετήσιο χρηματικό βοήθημα. Απεβίωσε ειρηνικά, μοχθώντας για την επισκοπή του μέχρι τελευταίας του πνοής.
Εδώ γίνεται κάποια σύγχυση σχετικά με τα βιογραφικά στοιχεία του Αγίου αυτού. Στους Συναξαριστές είναι καταχωρημένος χωρίς υπόμνημα. Αλλά μάλλον πρόκειται περί του Αλεξάνδρου, για τον όποιο ο Λαυριωτικός Κώδικας 1170 φ. 238β λέει, ότι έζησε στα χρόνια του βασιλιά Ρώμης Μαξιμιανού (285 – 305 μ.Χ.) και ήταν στρατιώτης στο στράτευμα του κόμη Τιβεριανού, που βρισκόταν στην επισκοπή Κεντουλλες ή Κεντουλίνες ή Κέλλες, από την οποία και καταγόταν. Με το πέρασμα των χρόνων, οι διάφοροι συγγραφείς βιογραφιών αγίων, τον μεταμόρφωσαν σε επίσκοπο και από το τάγμα των Τιβεριανών, που ήταν καταταγμένος, πήρε και τον τίτλο της ανύπαρκτης επισκοπής (βλέπε 
  • Όσιος Νικηφόρος ο Πρεσβύτερος.
Είναι άγνωστο σε ποια εποχή έζησε ο Όσιος Νικηφόρος. Το εις αυτόν σύντομο υπόμνημα του Λαυριωτικού Κώδικος Ι 70 (φ. 239) αναφέρει απλώς ότι αυτός, λόγω της ενάρετης και θεάρεστης πολιτείας του αναδείχθηκε ηγούμενος της πολυάνθρωπης μονής της Εφάψεως και κοιμήθηκε με ειρήνη. (Ορισμένοι Συναξαριστές μαζί του, αναφέρουν και τη μνήμη κάποιου Οσίου Αγαπίου).
Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος (1259 – 1282 μ.Χ.), για να επιτύχει την παρέμβαση του Πάπα Γρηγορίου Ι’ (1271 – 1276 μ.Χ.) και αργότερα του Ιωάννου Κ’ (1276 – 1277 μ.Χ.) προς τον Κάρολο τον Ανδεγαβικό προκειμένου να σταματήσει τις επιθέσεις του κατά του Βυζαντίου, προσχώρησε στην ένωση των δύο Εκκλησιών, που διακηρύχθηκε στις 6 Ιουνίου του 1274 μ.Χ. στη Σύνοδο της Λυών της Γαλλίας. Η πράξη όμως αυτή του αυτοκράτορα εξήγειρε εσωτερικό πόλεμο που κράτησε μέχρι το 1281 μ.Χ., διότι τόσο ο κλήρος, όσο και ο λαός, αντετάχθησαν σθεναρά κατά της ενωτικής αυτής πολιτικής. Ο αυτοκράτορας μεταχειρίσθηκε εναντίον των αντιφρονούντων αυστηρά μέτρα: βαριές φορολογίες και κατασχέσεις, δημόσιες τιμωρίες και περιυβρίσεις. Βοηθούμενος δε και από τον λατινόφρονα Πατριάρχη Ιωάννη ΙΑ’ Βέκκο (1275 – 1282 μ.Χ.), επιχείρησε να επιβάλει την ένωση βίαια. Θύματα της βίας αυτής υπήρξαν οι Ιβηρίτες μοναχοί, οι οποίοι, δεν υπάκουσαν στις πατριαρχικές και αυτοκρατορικές διαταγές περί αποδοχής της ενώσεως, αλλά με πνευματική ανδρεία έλεγξαν αυτούς για την ανορθόδοξη πολιτική τους, συνελήφθησαν και ρίχθηκαν στη θάλασσα, όπου βρήκαν μαρτυρικό θάνατο.

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

Related Posts