Riccardo Bacchelli : Μέσα σε δέκα λεπτά δρόμο… | Διήγημα
Μέσα σε δέκα λεπτά δρόμο…
Η ΚΥΡΙΑ ΑΝΤΕΛΙΝΑ ΛΕΟΦΑΝΕ ήταν ηθική και ενάρετη, αλλά της άρεσε πολύ να ξομολογιέται. Όχι να ξομολογιέται στον παπά, γιατί είχε πολύ ελεύθερες ιδέες, αλλά να ξομολογιέται στους φίλους. Αυτό που ακριβέστερα λέγεται, να εμπιστεύεται και ν’ ανοίγει την καρδιά της.
Στις αρχές Ιουνίου, και γιατί άρχισε να κάνει ζέστη, και έτσι για γούστο για να κάνει κάτι διαφορετικό απ’ τους άλλους, είχε φύγει απ’ την πόλη για να πάει στη θάλασσα, στο Πορτοφίνο. Σ’ αυτή την εποχή οι χειμωνιάτικοι επισκέπτες στο ωραιότατο αυτό μέρος είχανε φύγει και δεν είχανε ακόμα έρθει οι καλοκαιρινοί. η όμορφη μελαχροινή με το χρυσαφένιο δέρμα αγαπούσε τη μοναξιά, προπάντων όταν ήξερε πως θα κρατήσει λίγο. Και ακριβώς εκεί, περίμενε κάποια συντροφιά. Όσο για τον άντρα της, τα πράματα μεταξύ τους ήταν ‘ αυτό το σημείο: Στον άντρα της δεν κακοφαινότανε να τήνε βλέπει να φεύγει, κι αυτηνής δεν της κακοφαινότανε πάλι που κείνος πού και πού παρουσιαζότανε και ξανάφευγε. Να, φέτος θα ερχόταν να την δει στο Πορτοφίνο δυο φορές όλες κι όλες. Η κυρία Λεοφάνε όμως, κάτι άλλο περίμενε. Περίμενε ειδικά το Μπιάτζο Ζουνίνο, φλογερό θαυμαστή της, που είχε ένα κότερο στο Πορτοφίνο και της είχε υποσχεθεί να της διδάξει να γλιστράει στις σανίδες για να πέφτει στο ρυμουλκό. ήταν αυτό ένα σπορ πολύ διασκεδαστικό και πολύ της μόδας εκείνη τη χρονιά.
Αλλά αν ο Μπιάτζο δε θα έφτανε νωρίτερα απ’ ό,τι είχαν μαζί συμφωνήσει, ίσως και να μην την εύρισκε την Αντελίνα εκεί. Η μοναξιά και η θάλασσα δεν έχουνε πάντα την ίδια επίδραση σ’ όλους. Μάλωνε το Ζουνίνο που της έλεγε να του επιτρέψει νάρθει λίγο νωρίτερα, αλλά αυτό ακριβώς ήθελε, κι ευχαριστιότανε όταν τόκανε κείνος και του το χρωστούσε χάρη. Μονάχη της με τη σκέψη της και με την αρετή της, μονάχη στα μέσα του Ιουνίου στο Πορτοφίνο, μονάχη στην ερημιά της θάλασσας. Πάρα πολύ βαρύ της φαινόταν αυτό. Βέβαια, της άρεσε η ακρογιαλιά με τις ελιές τριγύρω, τα πεύκα που φαινόνταν μακριά πλεγμένα με τις αχτίδες του ήλιου… Της άρεσε απ’ της εκκλησιάς του Άη Γιώργη το μπελβεντέρε να ρίχνει το βλέμμα της και να χάνεται μακριά στον ορίζοντα, στην απέραντη θάλασσα… Της άρεσε ο κόλπος ισκιωμένος στις τρεις άκρες της χερσονήσου, που καθρέφτιζε γύρω τριγύρω τα σπίτια, σωστή ζωγραφιά. Και η φωνή της θάλασσας πούφτανε εκεί ψηλά στο Μπελβεντέρε, σαν νάβγαινε απ΄τους βράχους – που αλλού ήταν ολόμαυροι κι αλλού κοκκινωποί – τη ζάλιζαν όλες αυτές οι φωνές, τη μεθούσαν. Κι όταν καθότανε για να πάρει το τσάι της στο καφενεδάκι κοντά στη θάλασσα στην καθαρή πλατεία, της φαινόταν πως ήταν απ’ αυτές τις άγνωστες ξένες τις ανεπιθύμητες, που συναντάει κανείς σε τέτοια μέρη. Και της φαινόταν πως θα βαριοτανε σε λίγο και δε θα κουνιόταν απ’ την κάμαρά της, ή θάφευγε. Καλό θα ήταν να παίξει αυτό το παιγνίδι στο θαυμαστή της το Ζουνίνο και να τον αφήσει στα κρύα του λουτρού. Αλλά αυτός ήρθε ακόμα πιο πριν κι από ό,τι είχανε συμφωνήσει. Και δεν είχε κανέναν ειδικό λόγο, μα τόκανε ακριβώς για να συντροφεύει τις κυρίες και να τους είναι ευχάριστος. Κι αυτό, χωρίς να ξοδεύει ούτε λεπτά, ούτε πνεύμα, ούτε να μπαίνει σε κίνδυνο ποτέ. Παινευότανε για τις τρέλες του, αλλά πρόσεχε να μην εκθέτει τις κυρίες. Τσιγκούνης δεν ήταν, ούτε επιδεικτικός – πράγμα που δίνει και πρέπει να δίνει στις γυναίκες που έχουν αξιοπρέπεια μια σιγουριά. Τις κάνει να μην υποπτεύονται πως κρύβεται σκηνοθεσία ή εκμετάλλευση. Τα λεφτά που χρειάζονται για κάθε περίπτωση τα είχε. Κι αυτό είναι ανώτερο από το νάσαι ωραίος – στην κοινωνική ζωή – κι από το νάσαι έξυπνος πολύ. Είχε όμως κι άλλα προσόντα. ήτανε διακριτικός, ευγενικός, είχε ωραίους τρόπους με τις γυναίκες και η Αντελίνα Λεοφάνε του άρεσε πάρα πολύ.
Η κυρία είχε πολύ γούστο και ήθελε νάναι ωραία όλα γύρω της για να της αρέσουν. Κι αυτό την επηρέαζε σ’ όλη τη διάθεσή της. αν αισθανότανε πλήξη, κι αν της φαινότανε πως δεν είναι αρκετά όμορφη και αρκετά γερή και δυνατή, όλα στη φύση και στην τέχνη χάνανε τη λάμψη τους, σκοτεινιάζανε. Το γούστο της ήτανε σαν μια πνευματική αντανάκλαση του γύρω κόσμου, σαν να της δίνανε απόλαυση οι ίδιες της οι κινήσεις και οι χειρονομίες της, κινήσεις και διάθεση νέας, γερής και ωραίας γυναίκας. Τώρα που ο Μπιάτζο Ζουνίνο ήρθε να διακόψει την πλήξη της κι είχε κάποιον να της λέει πως είναι ωραία και να την παινεύει, ένιωθε πιο δυνατή, πιο ικανοποιημένη και πιο σίγουρη από κάθε άλλη φορά. Μπορούσε να καμαρώνει και να κοκετάρεται μπροστά στον θαυμαστή της χωρίς κίνδυνο.
Αντίθετα, το Πορτοφίνο άρχισε να αρέσει όλο και λιγότερο στο Ζουνίνο, γιατί κατάλαβε πως δεν προχωρούσαν τα πράγματα, ενώ εμποδιζότανε από την άλλη μεριά να πάει για τα μπάνια του στην ακροθαλασσιά του Παράτζι.
- Ωστόσο φαίνεται αδύνατο, μουρμούριζε κρατώντας το τιμόνι το κοτεράκι του, ή περπατώντας δίπλα της στην ακροθαλασσιά.
- Τι πράγμα είναι αδύνατο; τον ρώτησε η Αντελίνα.
- Να, που δεν είσαι κατάλληλα ντυμένη για την περίπτωση, τη διέκοψε.
- Οι γυναίκες που δεν έχουν την πρόθεση ν αφήσουν να τις γδύσουν εύκολα, είναι πάντα ντυμένες έτσι, είπε κατηγορηματικά η Αντελίνα, που φορούσε ωστόσο ένα ολόσωμο μάλλινο μαγιό εφαρμοστό.
Η κυρία Λεοφάνε έδινε κάτι τέτοιες ειλικρινείς και κοφτές απαντήσεις. Αλλά ακριβώς με την ειλικρίνεια αυτή – όταν λέγονται μερικά πράματα από μια γυναίκα σ’έναν άντρα – σαλεύει η ζυγαριά και χαλάει η ατμόσφαιρα της επιθυμίας, του κόβεται μ’ άλλα λόγια η φόρα του άντρα.
Στα μάτια του Μπιάτζο διάβασε την εντύπωση που τούκαναν τα λόγια της, διάβασε την τόσο αποφασιστική επιθυμία του να την γδύσει έστω και λίγο και… κοίταξε αφηρημένη προς τη θάλασσα. Μια άλλη φορά, ένα απόγευμα, βρεθήκανε μπροστά στην εκκλησιά του Άη Γιώργη. Δεξιά είχαν τη θάλασσα κι αριστερά το μικρό κοιμητήρι του Πορτοφίνο, απλό, φιλόξενο στην πλαγιά του βουνού, ανάμεσα ουρανού και θάλασσας. Μια γωνιά γαλήνης και μυστηρίου.
Η Αντελίνα τον τράβηξε στο κάγκελο και τον ρώτησε να της πει τι σκεφτότανε κοιτάζοντας το κοιμητήρι.
- Όποιος έχει καιρό, δεν περιμένει καιρό, της απάντησε αποφασιστικά.
- Μα είσαστε απόλυτος. έχετε καρφώσει τη σκέψη σας σ’ ένα πράγμα μονάχα.
- Όταν είμαι μαζί σας, είναι ακριβώς έτσι
- Και σας φαίνεται κολακευτικό αυτό για μένα;
- Μα, πώς μπορείτε εσείς να μαντέψετε ακριβώς, αυτό που συλλογίζομαι και επιθυμώ εγώ;
Η Αντλίνα Λεοφάνε γύρισε την κουβέντα γενικά γύρω απ’ τον έρωτα κι έτσι σιγά-σιγά πήρανε το δρόμο που οδηγεί στο φάρο και στη Μαντονίνα. Δεν είχαν ακόμη κάμει έρωτα. Η κυρία μίλησε πολύ για την αρετή της, για τον αυτοσεβασμό της και για την καθαρή συνείδηση που σε κάνει να βλέπεις τη ζωή και το θάνατο χωρίς ελπίδες, αλλά και χωρίς φόβο. Τέτοιες σκέψεις – σκέψεις στωικές – της έφερνε στο νου το κοιμητήρι.
Ο Μπιάτζο χτυπούσε τα χορταράκια που ήταν ανάμεσα στις πέτρες με το μπαστουνάκι περιπάτου που κρατούσε. Ξεχνούσε – τόσο αφηρημένος ήτανε – να της δώσει το μπράτσο του και να την αφήσει να περνάει πρώτη στα στενά μέρη, ή όταν μια-δυο φορές διασταυρωθήκανε με άλλους διαβάτες.
- Και σεις λοιπόν τι σκεφτόσαστε τώρα; ρώτησε η Αντελίνα.
- Δε σας φανταζόμουνα να φιλοσοφείτε κι έχασα τις ελπίδες μου.
- Τι θάπεπε να πω;
- Αν φιλοσοφείτε, δεν ξέρετε τη ζωή και δεν είσαστε πλασμένη για τον έρωτα. Δεν υπάρχει ελπίδα σ’ όποιον αγαπάει ένα τέτοιο πλάσμα.
- Ω… ευχαριστώ πολύ.
- Δεν υπάρχει λόγος, ξαναείπε ο Ζουνίνο, που σα γνήσιος Γενοβέζος είχε μια δόση παραξενιάς – δεν υπάρχει ζήτημα. Αλλά αν ήξερα πως φιλοσοφείτε, δε θάκανα τη βλακεία να σας πλησιάσω.
- Με συγχωρείτε, αλλά τώρα το λέτε πως ήταν βλακεία.
Της κάρφωσε το βλέμμα στα μάτια της με τέτοια περιφρόνηση, με ένα είδος μνησικακίας και λύπησης και είπε:
- Γιατί σεις ξέρατε να μου πείτε για τον έρωτα, τι ακριβώς είναι;
- Μα βέβαια και ξέρω να σας πω.
Ο Ζουνίνο χαμογέλασε με αυθάδεια.
- Και καλύτερα από σας – επέμεινε η κυρία – καλύτερα από σας που θεωρείτε τον έρωτα ύλη μονάχα.
Ο Ζουνίνο άρχισε να γελάει. Βρισκόντανε στη μέση σε μια μικρή σκαλίτσα που οδηγούσε στο κάτω μέρος σ’ ένα υψωματάκι του παλιού πύργου που τώρα τόχανε κάμει βίλα. Ήτανε πράσινα παντζούρια στ’ ανοίγματα που σε παλιούς καιρούς ξεμυτίζανε κι ανάβαν τα κανόνια.
- Αλλά εκατό φορές καλύτερα να βλέπω τα πράγματα εγώ – επέμενε αυτή.
Ο Ζουνίνο γέλασε μέχρι να τούρχονται δάκρυα απ’ τα γέλια. Είχε ακουμπήσει στο τοιχάκι κι αυτή, και μαδούσε τα φύλλα από κάτι πρασινάδες στο πεζούλι στην αντίθετη μεριά απ’ το μονοπάτι με τα σκαλιά. Συγχυσμένη, αγαναχτισμένη και ταπεινωμένη στο βάθος, δεν είχε την ετοιμότητα να του δώσει την απάντηση που του χρειαζότανε και να τον βάλει στη θέση του. Κι εκείνος ένιωθε πως με το γέλιο του σχεδόν προκλητικά.
- Πίστευα, είπε η κυρία Λεοφάνε, ότι ο έρωτας είναι κάτι το ευγενικό. Αντίθετα, αν κρίνω από τα γέλια σας, είναι κάτι το αποκρουστικό, το πρόστυχο.
Ο Ζουνίνο την κοίταξε επίμονα στα μάτια. Η κυρία είχε ξάστερο το βλέμμα της, αλλά η φωνή της, μ’ όλη της την προσπάθεια για ψυχραιμία, της έβγαινε λυπημένη κι έτρεμε από θυμό και ταπείνωση.
- Σας ζητάω συγγνώμη, είπε ο Μπιάτζο σφουγγίζοντας τα μάτια του, χωρίς κανένα ίχνος ταραχής.
Πιο πολύ τάχε βάλει η Αντελίνα με τον εαυτό της παρά μ’ αυτόν. Τάχε βάλει με τον εαυτό της που δεν υποστήριξε την αξιοπρέπειά της και δέχτηκε να ταπεινωθεί. Ήθελε να τον προσβάλει κι αυτή, αλλά απόρησε με τον εαυτό της, όταν τον ρώτησε σχδδόν υποταχτικά.
- Γιατί δηλαδή, δεν ξέρω εγώ τι είναι ο έρωτας;
- Κυρία, είπε ο Ζουνίνο ακουμπώντας τα χέρια του στους ώμους της, φέρθηκα άσχημα και σας ζητάω συγγνώμη. Ο έρωτας, ο σαρκικός έρωτας, ο πόθος που νιώθω εγώ, είναι και ευγένεια, είναι ταυτόχρονα και μίσος όμως, αν δεν ικανοποιηθεί. Γιατί είναι πολύ δυνατός ο πόθος μου. Αυτό είναι όλο.
Η γυναίκα σάστισε που άκουσε τούτα τα λόγια και σφίχτηκε στον τοίχο..
- Ησυχάστε, εγώ δεν πρόκειται να κινηθώ, είπε ο Ζουνίνο με την πλάτη στο τοιχάκι κι αυτός. Δε δαγκώνει…, πρόσθεσε με μια ειρωνική παράξενη έκφραση, δείχνοντας μια επιγραφή σ’ ένα κάγκελο στο κοντινό μονοπάτι που ήταν γραμμένο: Προσοχή σκύλος.
- Απαντάτε στην ερώτησή μου; πρόσθεσε η Αντελίνα, προσπαθώντας να συνέρθει. Αλλά μέσα της ήταν αυτή η ερώτησή της, τόσο υποταχτική…
- Σας δίδαξε ο άντρας σας τον έρωτα;
- όχι. Βλέπετε, δε φοβάμαι να σας το πω. – Και εδώ αισθάνθηκε την ανάγκη να εκδηλωθεί, να ξανοιχτεί εμπιστευτικά. Όχι – εξακολούθησε και στηριζόταν στον τοίχο. Αλλά έμαθα τι είναι στο βάθος της καρδιάς μου, στο βάθος μιας ψυχής που ο έρωτας είναι σεβαστός, ακριβός κι αγαπημένος, προφυλαγμένος από τη θεωρία που αναπτύξατε σεις, που ανακατεύεται ή καταντάει ο έρωτας σε μίσος. Και στο βάθος αυής της ψυχής – της ψυχής μου -ο έρωτας είναι ανέγγιχτος και η ψυχή τον γνωρίζει καλύτερα, πολύ καλύτερα από τον έρωτα που περιγράφετε σεις.
- Η πείρα όμως…, είπε ο Ζουνίνο.
- Έρωτα τη λέτε την πείρα σας, τον έκοψε. Μα αυτό είναι προσποίηση, είναι ψεύτικο, είναι χαλασμένο. Και κοροϊδεύετε τον ίδιο τον εαυτό σας και νομίζετε πως γνωρίζετε τον έρωτα και με ρωτάτε: Ξέρετε σεις τι είναι ο έρωτας; Αυτό που πρεσβεύετε σεις, δεν είναι τίποτ’ άλλο, από ψέμα και πλήξη
Αρπάχτηκε απ’ τα λόγια της και ήταν πολύ θυμωμένη. Ήθελε να σταματήσει εδώ, γιατί νόμιζε πως είχε νικήσει.
- Σας ζητάω και πάλι συγγνώμη, είπε ο Ζουνίνο με ειλικρινή σεβασμό. Πιστεύω πολύ καλά πως θεωρείτε τον έρωτα σαν μια ψυχική ανάγκη, σαν κάτι που βγαίνει απ’ την καρδιά – εξηγούμαι όπως μπορώ – αλλά ο έρωτας, κυρία μου, είναι ακόμη και ανάγκη των αισθήσεων, της σάρκας. Αν γελιέμαι, συγχωρείστε με.
Η Αντελίνα παρασύρθηκε απ’ την ιδέα της, αισθάνθηκε ανώτερη και σαν πρώτο σημείο άρχισε τη συζήτηση χειρονομώντας ζωηρά. Χαμογέλασε πρώτα με επιείκεια. Απ’ την πορτούλα που δε φαινόταν απ’ αυτή τη γωνιά, ακούγονταν χτυπήματα σφυριών των εργατών που διορθώνανε κάποια γολέτα.
- Ας μιλήσουμε και για το θέμα αυτό, είπε η Αντελίνα. Εσείς οι άλλοι – κι έλεγε αυτό το εσείς οι άλλοι, , σουφρώνοντας το πάνω χείλι με μια κίνηση που άρεσε στο Ζουνίνο – σεις δεν ξέρετε να λέτε τίποτ’ άλλο, παρά : – Πρέπει να δοκιμάσει κανείς. Τι ξέρετε σεις απ’ αυτό που νιώθω εγώ; Τι καταλαβαίνετε απ΄την περηφάνια μου, την επιφυλακτικότητά μου, απ’ την αγνότητα των αισθήσεων που με χαρακτηρίζει;
Ο Ζουνίνο άρχισε να κουνιέται δεξιά-αριστερά, σαν ένα κυνηγάρικο σκυλί.
- Μια γυναίκα – έλεγε η κυρία μ’ έναν αέρα σιγουριάς – μια γυναίκα είναι ένα πλάσμα πολύ πιο πλούσιο και πιο ολοκληρωμένο απ’ ό,τι πιστεύετε. Εγώ δεν απάντησα τον άντρα που θα μου ταίριαζε. αλλά θα υπάρχει ένας τέτοιος άντρας. Και λέω ακόμη πως είναι καλύτερα που δεν τον απάντησα ακόμη. έχω κι εγώ αισθήσεις και το ξομολογιέμαι χωρίς σεμνοτυφία. Αλλά οι αισθήσεις μου είναι εκλεπτυσμένες. Σεις νομίζετε πως οι αισθήσεις ανάβουν και σβήνουν μ’ έναν ορισμένο τρόπο μονάχα, αλλά δεν ξέρετε τις αξιώσεις αυτών των αισθήσεων που τις ικανοποιεί π.χ. η μουσική, ή η ομορφιά ενός τοπίου, ή η μοσκοβολιά των λουλουδιών. Ή ένα τοπίο σαν αυτό που βρισκόμαστε τώρα.
- Μα αποδώ εν φαίνεται τίποτα – τόλμησε να πει ο Ζουνίνο – και ύστερα;…
- Και ύστερα;
- Με είχατε κάμει να ελπίζω πως πριν να φτάσω εγώ, είχατε φοβερή πλήξη.
Η κυρία Λεοφάνε για να βγει από τη δύσκολη θέση, δεν απάντησε.
- Και τ’ αρώματα, αγαπητέ μου Ζουνίνο, ρα αρώματα έχουν μια παράξενη επίδραση σε μένα. Κόσμος ολόκληρος είναι για μένα τα αρώματα. Με ταράζουν, με εξάπτουν, με συγκινούν. μου δίνουνε μια δύναμη και μια ευαισθησία τόσο δυνατή, που, προσέξτε, σας το λέω, μου εμπνέουν τον έρωτα.
Νάτο, το είπε… Και ποιος ξέρει τι το σπουδαίο νόμιζε πως είπε, αλλά κατάλαβε πως αλλιώς τόπαιρνε ο Ζουνίνο. Την κοίταζε επίμονα, κοίταζε πως ανοιγόκλειναν τα ρουθούνια της ρόδινα σαν κοχύλια… Και τα μάτια του ήτανε τόσο αχόρταγα, τόσο το στόμα του λαίμαργο, που η κυρία Λεοφάνε κατάλαβε πως ήτανε λάθος της όλα όσα είπε. Αντί λοιπόν να πάει προς το χωριό, ανέβηκε τα σκληρά σκαλοπάτια, ενώ ένιωθε το βούισμα στ’ αυτιά, ενώ της είχαν ανάψει τα μελίγγια και της σφιγγόταν γλυκά ο λαιμός της. Άκουγε το Ζουνίνο που την ακολουθούσε κάτι να μουρμουρίζει νευρικά με τη γενοβέζικη προφορά του.
- Αν έχουνε τόση δύναμη τα αρώματα, σκεφτείτε μένα, σκεφτείτε τι θα σας έκανα να αισθανθείτε εγώ που σας αγαπώ, που σας θέλω, που τόσο πολύ σας ποθώ…
Η Αντελίνα κοίταξε να ξεφύγει, αλλά ένιωθε στους ώμους – πούναι το πιο ευαίσθητο μέρος και το πιο εύκολο να πληγωθεί σ’ αυτούς που πολεμάνε και… στις γυναίκες – ένιωθε και στον τράχηλο κει που ο λαιμός ενώνεται με τους ώμους και πιο χαμηλά στην πλάτη της, ένιωθε ν’ αναδεύεται μια ανατριχίλα σαν από ζεστή ανάσα που καταλήγει σ’ ένα ζεστό γλυκό φιλί, που δε θάχε τη δύναμη να το αρνηθεί, ένα φιλί που θα την κυρίευε και θα την έκανε να παραλύσει. Αλλά τουλάχιστον τον αγαπώ; σκέφτηκε σα χαμένη η γυναίκα που νόμιζε πως είναι τόσο σίγουρη για τον εαυτό της. Δεν μπορούσε να του δώσει καμιά απάντηση. Μόνο να φύγει μπορούσε, αλλά αυτό είναι μια πρόκληση, μια πολύ παλιά πρόκληση.
Ένας μικρός κατήφορος άρχιζε απ’ τον κήπο… Αύρα δροσερή ερχόταν απ’ τη θάλασσα, απ’ τη μαγευτική χερσόνησο, απ’ τις ελιές, κι από τα γιασεμιά τα μοσκοβολημένα… Αυτό το δυνατό άρωμα, ικανό να νικήσει τη θέληση και να σκορπίσει μελαγχολία, σταμάτησε στα τελευταία σκαλοπάτια την Αντελίνα. Με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, ταραγμένη, αναστατωμένη, σαν να υποχωρούσε, σαν νάθελε να νικηθεί, σχεδόν χωρίς να το θέλει… Αλλά δεν ήτανε πια μονάχοι. Απ’ τη μεριά του βουνού το τοιχάκι πιο χαμηλό, άφηνε να φαίνεται το λιβάδι κάτω με τι ελιές… Όλα ανθισμένα και τα φύλλα τρυφερά καταπράσινα. Εδώ κι εκεί ορθωνόντανε κάτι θαυμάσια κρίνα. μια κοπέλα φανερώθηκε κι ακούμπησε στο τοιχάκι με το νεανικό της στήθος ν’ αναδεύεται κάτω απ’ το φτωχικό φόρεμά της. Έτσι ξεπετιότανε χαριτωμένη και πονηρή κοιτάζοντας προκλητικά το νέο που ‘ρχόταν από πίσω της. Σαν να μην εύρισκε τα λόγια, δεν του μιλούσε, δεν τούλεγε λέξη.
Ο Ζουνίνο έπρεπε να συγκρατηθεί. Αν πισωγύριζε η Αντελίνα, θα σωζότανε, αλλά ντράπηκε αυτό το κορίτσι με τα ζωηρά μάτια που την κοίταζε με καλοσύνη και περιέργεια. Τι θα σκεφτότανε άραγε αυτό το κορίτσι για τους δυο τους; Ξανάρχισε λοιπόν να περπατά στο μονοπάτι με προσποιητή αδιαφορία. Και καθώς περνούσαν μπροστά απ’ τους νέους, νάσου και βγήκε από ένα σπίτι γειτονικό ένα άλλο πολύ νέο μελαχροινό κορίτσι, σχεδόν σε ηλικία εφηβική, που κρατούσε στα χέρια ένα ντέφι και περπατούσε γοργά, σαν ένα κατσίκι ελεύθερο. Της χάιδεψε το σαγόνι και γελούσε η μικρή. Και της είπε και κάτι μισόλογα με φωνήεντα τρανταχτά. Η κοπέλα, λοιπόν, ρώτησε τη μικρή:
- Γιατί με χαϊδεύεις;
- Γιατί αρέσεις σ’ένα τόσο ωραίο αγόρι- απάντησε πειραχτικά και στάθηκε κοντά τους τόσο μονάχα, όσο χρειαζόταν ν’ αγγίξει το γόνατο του νέου με μια χάρη πρωτόγονη, σαν για να του δώσει θάρρος. Και χαμογελούσε κοιτάζοντας την Αντελίνα και το Ζουνίνο, σαν νάθελε να τους πει: Αν είναι ανάγκη και σε σας μπορώ να κάμω το ίδιο.
Η Αντελίνα αισθάνθηκε την επίδραση απ’ αυτή την πονηρή μεσολάβηση. από χαμηλά ερχόταν η βαθιά ανάσα της ανοιχτής θάλασσας. Στο σημείο αυτό το μονοπάτι πάει προς την ακρογιαλιά και στρίβει προς την απέραντη θάλασσα που, κι όταν δεν έχει κύμα κι όταν είναι σιωπηλή, έχει έναν ανασασμό που μαγεύει… Ανάμεσα στις ωχρές ελιές λίγα πουρνάρια και λίγα κυπαρίσσια. Το ατέλειωτο φως, ο ξάστερος ουρανός πάνω στην ανοιχτή θάλασσα, ομορφιές αιώνιες, κεντήματα ανεκτίμητα πάνω στην εικόνα της πλάσης… Το μονοπάτι προχωρούσε μέσα σ’ αγκάθια και κρίνους ανάμεσα στις ελιές. Ένα μονοπάτι να μην το ξεχάσεις ποτέ. Η θάλασσα μπροστά, ώς την άκρη στο φάρο, άρχιζε τώρα να κουνιέται ελαφρά και να μιλάει στις ψυχές των ανθρώπων… Το μονοπάτι πολύ στενό προχωρούσε μέσα σε δυο συρμάτινους φράχτες κι ο Ζουνίνο νιώθοντας πως το θύμα του δε θα μπορούσε να τον αποκρούσει, δε βιαζόταν πολύ να ακολουθήσει. Μόνο έλεγε πού και πού χαϊδευτικά, σαν να μιλούσε μόνο στον εαυτό του.
- Γιατί φεύγετε; Αν φεύγετε, μ’ αγαπάτε. Κι αφού μ’ αγαπάτε, γιατί δε θέλετε να μου το πείτε; Εγώ σας αγαπώ, Αντελίνα, και δε θέλω να σας κάμω κακό.
Η γυναίκα που της άρεσαν οι εκμυστηρεύσεις, φοβόταν και να τον κοιτάξει καν στο πρόσωπο και πήγαινε μπροστά με το κεφάλι σκυμμένο χωρίς να γυρίζει να κοιτάει πίσω.
Κάτω μακριά φαινόταν ο ορίζοντας κι ένα δασάκι με πεύκα που σάλευαν στον άνεμο, φαινόταν στ’ ακρωτήρι… Τα βράχια ήταν κοκκινωπά, σαν να ήταν χρωματισμένα από μια πανάρχαιη λάβα.
- Και τώρα που τελειώνει το μονοπάτι, πού θα πάτε μετά; ρώτησε ο Ζουνίνο.
- Θα γυρίσω πίσω, είπε η Αντελίνα, προχωρώντας όμως ακόμα λίγο μπρος.
- Δε θέλετε, ούτε να μου δώστε λίγο το χέρι σας να σας βοηθήσω;
Τόσο τα είχε χαμένα η κυρία Αντελίνα, τόσο είχε χάσει την περηφάνια της , που άφησε να της πάρει το χέρι. – Είμαι λιγάκι κουρασμένη,είπε λαχανιάζοντας, ενώ ο Ζουνίνο με λεπτότητα αλλά πολύ σταθερά τη γύρισε προς το μέρος του, της σήκωσε το πηγούνι και της κάρφωσε ένα βαθύ φιλί στο στόμα, σαν νάταν το φυσικότερο πράγμα του κόσμου. Και η Αντελίνα, η λογική Αντελίνα, του το έδωσε κι αυτή το φιλί της εκεί κοντά στον ασπροκίτρινο πυργίσκο του φάρου.
“Δέκα λεπτά δρόμος”, έγραφε μια ταμπέλα δείχνοντας μ’ ένα τόξο στους επισκέπτες του χωριού πόση απόσταση είχε όλο κι όλο αυτό το μονοπάτι.
Μετάφραση από τα ιταλικά: Ισμήνη Παπανικολάου
Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Νέα Εστία, τεύχος 1137, 15 Νοεμβρίου 1974

Ο Riccardo Bacchelli (Μπολόνια, 19 Απριλίου 1891 – Monza, 8 Οκτωβρίου 1985) ήταν Ιταλός συγγραφέας, θεατρικός συγγραφέας, δημοσιογράφος, μεταφραστής και κριτικός θεάτρου, μεταξύ των κυριότερων συγγραφέων ιστορικών μυθιστορημάτων του εικοστού αιώνα. Έλαβε μέρος εθελοντικά στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σαν αξιωματικός του πυροβολικού. Μετά από συνεργασία με τα περιοδικά La Voce di Firenze (1912-1916) και La Collection di Bologna (1918-1919), ήταν ένας από τους ιδρυτές του ρωμαϊκού περιοδικού La Ronda (1919-1922). Έγραψε κριτικές για τους Λεοπάρντι, Σαίξπηρ, Γκολντόνι, Μαντσόνι, Ίψεν κ.ά.
ΠΗΓΗ TIMESNEWS







