Ανρί Ντε Μονφρέντ: «Ο άνθρωπος με τα γυάλινα μάτια» (β΄)
Ο Ανρί ντε Μονφρέντ έγραφε στο έργο του “Ο λεπρός” ότι “δεν υπάρχει στον κόσμο τίποτε που να μας ανήκει. Παντού η ζηλοτυπία, το μίσος, η ηλίθια κακοβουλία, η ύπουλη πονηριά κατορθώνουν να μας στερήσουν τα πιο αγαπητά μας πράγματα, στα οποία έχουμε αφιερώσει όλη μας την αγάπη”. Αυτή η αντίληψη αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία ξεδιπλώνεται η ιστορία του “Ανθρώπου με τα γυάλινα μάτια”. Πρόκειται για μια ιστορία αγάπης ανάμεσα στον Ζεΐτ και την Αμίνα, που προέρχονται από διαφορετικούς κόσμους, αλλά συνδέονται με μια σχέση τρυφερή. Σύντομα θα κληθούν να υπερπηδήσουν δύο εμπόδια: τον πλεονέκτη πατέρα της κοπέλας, που θέλει να την παντρέψει με όποιον του προσφέρει τα περισσότερα, και τον ραδιούργο Μεντάν, παιδικό φίλο του Ζεΐτ, που ερωτεύεται παράφορα την Αμίντα και τη θέλει για τον εαυτό του, καταστρώνοντας ένα σατανικό σχέδιο εξόντωσης του αντιπάλου του. Τελικά το πεπρωμένο με ένα φαινομενικά τυχαίο τρόπο – ένα αντικείμενο ξεχασμένο από χρόνια στην καμπίνα του συγγραφέα – είναι αυτό που θα καθορίσει την έκβαση της ιστορίας.

Αμίνα, η βοσκοπούλα
Ο ΖΕΪΤ ΜΕΤΡΟΥΣΕ τις μέρες, περιφέροντας τη μελαγχολία του μέσα στον γκρίζο λόγγο, τις ατέλειωτες ώρες που οι παραπονιάρικες νότες του τουκάν πέφτουν σαν ηχηρές σταλαγματιές και μοιάζουν να αναπηδούν πάνω στην πυρακτωμένη γη, όπου κυματίζουν οι αντικατοπτρισμοί.
Καμιά φορά, πάνω από κάποιο λόφο αντίκριζε τη θάλασσα. Η γαλάζια απεραντοσύνη της μέσα στους υδρατμούς του αέρα έμοιαζε να πάλλεται σαν να τον καλούσε κοντά της.
Τότε τον κυρίευε η νοσταλγία, αλλά το βέλασμα των ζώων τον προσγείωνε στην πραγματικότητα. Με βαριά καρδιά, με δάκρυα στην άκρη των ματιών, γύριζε την πλάτη την πλανεύτρα θάλασσα.
Αυτή τη χρονιά τίποτε από όλ’ αυτά. Ούτε μελαγχολία ούτε λύπη. Είχε άραγε ξεχάσει τη θάλασσα; ποιος είχε συμβάλει σ’ αυτό το θαύμα; Μια κοπελίτσα της ηλικίας του, η οποία εδώ και λίγες μέρες έφερνε για βοσκή το μικρό της κοπάδι, κάτι λίγες κατσίκες που ανήκαν στη μητέρα της, μια φτωχή γυναίκα, πιο δυστυχισμένη κι από χήρα, αφού με τη γέννηση της κόρης της ο άντρας της, ο Οσμάν μπεν Ισμαήλ, την είχε διώξει.
Συνήθως ήταν αυτή που έφερνε τις κατσίκες και το βράδυ ξαναγύριζε φορτωμένη μ’ ένα βαρύ δεμάτι ξύλα. Αλλά, κάποια μέρα, μια παράξενη αρρώστια την έριξε στο κρεβάτι και τότε η κόρη της, η μικρή Αμίνα, ξεκίνησε θαρραλέα για να πάει το κοπάδι στη βοσκή.
Λέω θαρραλέα, γιατί το κακόμοιρο το κορίτσι έπρεπε να ξεπεράσει τους φόβους και τις δεισιδαιμονίες της, καθώς χαμένη μέσα στην απεραντοσύνη αυτών των άγριων εκτάσεων, έβλεπε να ανεβαίνουν προς τον ουρανό οι σίφουνες της σκόνης σαν γιγαντιαία φίδια. Αυτά τα παραισθητικά μετέωρα μετακινούνται πράγματι σαν ζωντανά όντα, που ακολουθούν ενίοτε έναν καβαλάρη και τον απογυμνώνουν από τα ρούχα του. Αυτή η παράξενη συμπεριφορά έκανε τη λαϊκή φαντασία να οργιάσει. Έτσι γεννήθηκε ο θρύλος σύμφωνα με τον οποίο αυτοί οι σίφουνες έβριθαν από κακά πνεύματα που εξαπέλυαν βασκανίες. Μια απ’ αυτές μάτιαζε την ομορφιά του προσώπου και στερούσε από μια κοπέλα κάθε ελπίδα για ερωτικές επιτυχίες.
Εντούτοις, άλλοι ήταν οι κίνδυνοι που τρομοκρατούσαν την κοπέλα, όταν τα νεογέννητα αρνάκια χοροπηδούσαν γύρω από τις προβατίνες. Κοιτούσε με ανησυχία στον ουρανό τους αετούς, που έφερναν βόλτες παραμονεύοντας. Στην παραμικρή ευκαιρία, γρήγοροι σαν τον κεραυνό, ορμούσαν από τα ύψη με διπλωμένα τα φτερά, για να τα ανοίξουν μόλις έφταναν στο έδαφος και ν’ αρπάξουν με τα γαμψά τους νύχια το θύμα. Τη φόβιζε ακόμα η ιδέα ότι, από στιγμή σε στιγμή, θα έβλεπε να ξεπροβάλλει μέσα από τους θάμνους κάποιο αγρίμι. Πώς μπορούσε να αμυνθεί ένα κοριτσάκι ενάντια σε μια λεοπάρδαλη ή σ’ ένα πεινασμένο τσακάλι; Σε τι θα ωφελούσαν οι κραυγές της; Ο Ζεΐτ είχε το δόρυ του, που το χρησιμοποιούσε ήδη ως άνδρας.
Ήταν ακριβώς αυτό το δόρυ που έπαιξε έναν αποφασιστικό ρόλο στο πεπρωμένο αυτών των δυο παιδιών.
Κάποια μέρα ο Ζεΐτ, καθισμένος με τα ζωντανά του στη σκιά ενός πελώριου κομμεόδενδρου, άκουσε εκεί κοντά του απελπισμένες κραυγές. Έτρεξε πάνω σ’ ένα ύψωμα και αντίκρισε την Αμίνα να χειρονομεί ανάμεσα στις αλαφιασμένες κατσίκες της. Την ίδια στιγμή, μια λεοπάρδαλη πετάχτηκε μέσα από τις λόχμες, κρατώντας στο στόμα της ένα προβατάκι. Το αγρίμι ερχόταν προς το μέρος του, χωρίς να τον έχει αντιληφθεί, γιατί το θήραμα του έκρυβε τη θέα. Ο Ζεΐτ κρύφτηκε πίσω από κάτι θάμνους, ξέροντας ότι τα αγρίμια, καθώς τρέχουν για να απομακρυνθούν, χώνονται γρήγορα πίσω από κάποιο εμπόδιο για να προστατευτούν. Ο συλλογισμός του ήταν σωστός. Η λεοπάρδαλη έστριψε πίσω από τους κάκτους. Ξαφνιασμένη από αυτόν τον απροσδόκητο κυνηγό με το δόρυ, άφησε τη λεία της και, πηδώντας πάνω από τους θάμνους, εξαφανίστηκε.
Ο νεαρός βοσκός σήκωσε το κακόμοιρο το ζώο, που ήταν ζαλισμένο αλλά δεν είχε πληγωθεί χάρη στο πυκνό μαλλί του. Το πήγε στην Αμίνα, η οποία, ανεβασμένη σε μια τερμιτοφωλιά, έκλαιγε, τρέμοντας ακόμη από το φόβο της.
Το κοπάδι της, κατατρομαγμένο, το είχε σκάσει. Έτσι που είχε σκορπίσει, δεν θα κατόρθωνε ποτέ να το περιμαζέψει για να γυρίσει εγκαίρως πριν νυχτώσει στο χωριό, και ήξερε καλά ότι, μόλις σκοτεινιάσει, οι ύαινες βγαίνουν από τις φωλιές τους.
Ο Ζεΐτ, αφού την καθησύχασε, την άφησε να φυλάει το κοπάδι του και έτρεξε να περιμαζέψει τα ζώα της.
Όταν επιτέλους τα έφερε πίσω, τα δυο παιδιά ένωσαν τα κοπάδια τους και επέστρεψαν παρέα στο χωριό.
Έτσι η μοίρα είχε φέρει κοντά αυτούς τους δυο νέους και τους είχε ενώσει για πάντα. Ο Ζεΐτ και η Αμίνα χαμογελούσαν ευτυχισμένοι, χωρίς να ξέρουν γιατί, σαν τα αρνάκια που χοροπηδούν ξέγνοιαστα, ανύποπτα για τον μοιραίο αετό που καραδοκεί στον ουρανό.
Κάθε μέρα τα δυο παιδιά ξεκινούσαν μαζί, και από τότε ο Ζεΐτ έπαψε να αγναντεύει τη θάλασσα. Αν μετρούσε ακόμη τις μέρες, ήταν γιατί στενοχωριόταν που θα έφευγε.
Η Αμίνα πάλι, αν και προσευχόταν για τη γιατρειά της μάνας της, ήλπιζε να εξακολουθήσει για λίγο ακόμη να πηγαίνει τα ζώα στη βοσκή.
Ίσως ο Θεός την τιμώρησε γι’ αυτή την εγωιστική σκέψη, γιατί ύστερα από μερικές μέρες η δυστυχισμένη γυναίκα, άφησε την τελευταία της πνοή.
Ήταν το τέλος του ειδυλλίου, ο αετός είχε αρπάξει το αρνάκι!
(Μετάφραση: Μάριος Σοφιανός – Ξένια Πλαχούρη. Εκδοτικός οίκος Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος)
- Στο επόμενο: “Ο χωρισμός”
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΕΔΩ: Ζεΐτ, ο βοσκός
ΠΗΓΗ TIMESNEWS







