ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ε. Χ. Γονατάς: Ο έρωτας όταν αστοχεί | Η στέρνα

Share this

Ε.Χ. ΓΟΝΑΤΑΣ

Ο έρωτας όταν αστοχεί

Πολλές φορές όταν βρισκόμασταν ψηλά στη σοφίτα του εξοχικού σπιτιού, κάτω απ’ το μικρό περιστεριώνα, ολομόναχοι με το φεγγάρι κόκκινο στο ραγισμένο καθρέφτη, σηκωνόταν, έριχνε το μισοφόρι της πάνου στο γυαλί κι έκρυβε το φεγγάρι· τότες εκεί που χάιδευα τον απαλό λαιμό της απ’ όπου ανάβρυζαν νεροπίδακες οι σπασμοί, θέλοντας ν’ ανέβω να φιλήσω τα φλογισμένα της χείλια, έχανα σε μια στιγμή το κεφάλι της. Σηκωνόμουνα έξαλλος, τραβούσα μ’ οργή τα χέρια της  που ξακολουθούσαν να μ’ αγκαλιάζουν κι αφήνοντας το κορμί της ζεστό στο κρεβάτι, πετιόμουν στον ανοιχτό στρογγυλό φεγγίτη που έβλεπε στο βαθύ κήπο.

Το κεφάλι της, όπως το είχα μαντέψει – είχα την πείρα από άλλες φορές – έπλεε σαν ένα μονάκριβο λουλούδι ανάμεσα στα καταπράσινα ζουμερά χορτάρια και τα μαλλιά της φέγγανε πάνου στα φύλλα.

Συγκρατώντας το θυμό μου, τη φώναζα με σιγανή φωνή μην προδοθούμε στους γείτονες, την παρακαλούσα να σταματήσει αυτο το παράλογο παιχνίδι, προσπαθούσα να τη φέρω με κάθε τρόπο στα σύγκαλά της.

Τα περιστέρια πλάι μας δεν παραδέχονταν ετούτα τα χωρατά· γουργούριζαν, ξεπουπουλιάζονταν κι έπεφταν βροχή τα ράμφη τους πάνου στα γυμνά μας κορμιά, δαγκάνοντάς τα.

Παρ’ όλα μου τα παρακάλια ποτέ δεν ανέβαινε άμα δεν το ήθελε αυτή, πάντα όμως σαν ξαναγύριζε, πίσω απ’ τα κόκκινα χείλια της μοσκοβόλαγαν τα δόντια της νυχτερινό κήπο και τα μαλλιά της είχαν μακρύνει στην απουσία της, τόσο που δεν τα χωρούσε πια όχι μόνο το μαξιλάρι, αλλά ούτε ολάκερο το κρεβάτι κι έπεφταν ώς το πάτωμα σ’ ατέλειωτους κυματισμούς.

(“Η κρύπτη”, 1959)

Η στέρνα

Κάθομαι στο πεζούλι, δίπλα στη στέρνα, βαστώντας ένα ξύλο στο χέρι και περιμένω. Κάθε τόσο σηκώνομαι, σκύβω από πάνω της και κοιτάζω. Είναι βαθιά, σκοτεινή και μόλις διακρίνεται στον πάτο λίγο πράσινο νερό. Στα μουχλιασμένα τοιχώματά της σκαρφαλώνουν μεγάλα χορταριασμένα βατράχια. Υπολογίζω πόσην ώρα θα κάνουν ν’ ανεβούν. Τ’ άφησα να πάρουν πολλές φορές τον ίδιο δρόμο κι είναι ψόφια στην κούραση. Μόλις ξεμυτίσουν ανασαίνοντας λαχανιασμένα τα σπρώχνω με το ξύλο και τα ξαναρίχνω μέσα. Πέφτουν τσαμπιά τσαμπιά, κατρακυλάνε και χάνονται με ουρλιαχτά στο βάθος.

Δεν υπάρχουν στον κόσμο πιο πεισματάρικα ζώα. Το ξέρουν πως δε φεύγω, πως είμαι πάντα απόξω και τα παραφυλάω, μα δεν απελπίζονται. Τα μιά ξεκουράζονται στο βυθό ώσπου να ‘ρθει η σειρά τους· τ’ άλλα μισά ανεβαίνουν αγκομαχώντας σιγά-σιγά.

Για την ώρα δεν έφτασαν ούτε στη μέση. Έχω μπροστά μου καιρό. Ξανακάθομαι και περιμένω.

Από το μονοπάτι περνάει μια ξανθιά χοντρή γυναίκα μ’ ολοστρόγγυλο πρόσωπο. Μοιάζει μ’ ένα μεγάλο ξεθωριασμένο κουκούλι. Παιδεύω το μυαλό μου να θυμηθώ πού την έχω ξαναδεί. Στο κάθε της μπράτσο που τρεμουλιάζει απ’ το πάχος είναι περασμένο κι ένα καλάθι ξέχειλο αυγά. Θυμήθηκα· είναι η μαγείρισσα του πανδοχείου “Τ’ αδέσποτα νιάτα”· η ερωμένη του δασονόμου.

Πόσα αυγά δεν έκλεψα από το περιβόλι της, μέσ’ απ’ τα σύρματα του φράχτη, μ’ ένα κουτάλι της σούπας λυγισμένο στα δυο και δεμένο σ’ ένα μακρύ ραβδί!

“Έχει ψάρια η στέρνα;” ρωτάει με βαριά σλάβικη προφορά και σταματάει μπροστά μου. Με κοιτάζει καλά μα δε μ’ αναγνωρίζει.

“Έχει μονάχα ένα με μαλλιά άσπρα κι αυτό ψάχνω να βρω” της λέω στ’ αστεία.

“Α! Ένα που είναι άρρωστο. Πφφφ! Το ξέρω” μου αποκρίνεται σουφρώνοντας τα χείλια της μ’ αηδία, σα να το βλέπει να σπαρταράει μπροστά της όλο πληγές και αμέσως φεύγει.

“Θεέ μου” σκέφτομαι καθώς βλέπω τους γοφούς της να ξεμακραίνουν κρύβοντας με τον όγκο τους απ’ τα μάτια μου τους μακρινούς λόφους. “Δεν έχω ξανασυναντήσει στη ζωή μου τέτοια ψεύτρα γυναίκα”.

Η ώρα περνάει κι αρχίζουν ν’ απλώνονται παντού οι πρώτες βραδινές σκιές, Ακούγεται ένα χαρχαλητό που όλο δυναμώνει. Χιλιάδες μάτια προβάλλουν στο γύρο της στέρνας. Ο τόπος φέγγει. Τα βατράχια ανέβηκαν κι ετοιμάζονται να βγουν. Εμπρός λοιπόν, στη δουλειά! Σηκώνομαι, σφίγγω το ξύλο μου γερά κι αρχίζω να χτυπάω.

Στη στέρνα ησυχία πάλι και σκοτεινιά. Σε λίγο απ’ την άκρη του ξύλου που έχω στα γόνατα κάτι κυλάει και πέφτει καταγής. Μια πράσινη σταγόνα μπογιά. Όχι. Ένα βαθρακάκι, μικρό ίσαμε ένα κουμπί. Κολλημένο όπως ήταν πίσω στο σανίδι, δεν το πρόσεξα και το ‘βγαλα έξω. Ώπου να σκύψω να το πιάσω δίνει έεναν πήδο και, φλαπ!, βουλιάζει στις πρασινάδες. Τρέχα βρες το τώρα εκεί που πήγε και τρύπωσε μέσα σ’ αυτή τη θάλασσα του χορταριού.

Σκόρπια φύλλα της ψυχής μου...: Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς ~ Ο σκαντζόχερος

Σκόρπια φύλλα της ψυχής μου...: Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς ~ Ο σκαντζόχερος

Ε. Χ. Γονατάς (1924-2006). Ο Επαμεινώνδας Γονατάς γεννήθηκε και έζησε στην Αθήνα. Η καταγωγή του ήταν από το Αϊβαλί. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και άσκησε τη δικηγορία. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1944 με τη δημοσίευση του ποιήματος “Η μικρή εξοχική μας πόλη” στο περιοδικό “Παλμός” με το ψευδώνυμο Ε. Γόνης. Ακολούθησε το 1945 η έκδοση του αφηγήματος “Ο ταξιδιώτης”. Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα εξέδωσε τη συλλογή ποιητικών πεζών “Η κρύπτη”. Ακολούθησαν αφηγηματικά έργα με έντονα ποιητική γλώσσα. Στη γραφή του διακρίνονται καταβολές στο ρεύμα του υπερρεαλισμού αλλά και στοιχεία ρομαντισμού και αισθητισμού με εξαιρετική επιμέλεια στις λεπτομέρειες της αφήγησης και στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο λόγος.

Ο Ε.Χ. Γονατάς παραμένει μια ιδιόμορφη όσο και παρασιωπημένη περίπτωση στα γράμματά μας. Το έργο του, που περιλαμβάνει ένα βιβλίο με ποιητικές πρόζες, την “Κρύπτη” (1959) δύο συλλογές πεζογραφημάτων, το “Βάραθρο” (1963) και τις “Αγελάδες” (1963), τρία αυτοτελή πεζογραφήματα, “Ο ταξιδιώτης” (1945), “Ο φιλόξενος καρδινάλιος” (1986), “Η προετοιμασία” (1991) και μεταφράσεις έργων συγγραφέων όπως οι Βολς, Γκολ, Φλωμπέρ, Κόλεριτζ, Πόρτσια, Μπετενκούρ, Λίχτενμπεργκ, κ.ά., αντιμετωπίστηκε με αμηχανία από την κριτική. Πρωτοπόρος του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, παρόλο που δεν υπήρξε “ορθόδοξος” υπερρεαλιστής με την μπρετονική έννοια, συνεργάστηκε με τον Δ. Π. Παπαδίτσα στην έκδοση του βραχύβιου περιοδικού “Πρώτη Ύλη” (1959) και ανέπτυξε φιλίες με καλλιτέχνες όπως οι Νίκος Εγγονόπουλος, Νίκος Καχτίτσης και Μίλτος Σαχτούρης. Ωστόσο, ο ίδιος κρατήθηκε πεισματικά στην αφάνεια, προκαλώντας μόνον εκ των υστέρων το δικαιολογημένο ενδιαφέρον για το έργο του, όπως, λ.χ. με μια από τις λίγες συνεντεύξεις που έδωσε ποτέ στο περιοδικό “Διαβάζω”, τ. 444 (10/2003), καθώς και με το ντοκιμαντέρ “Επισκέψεις στο σπίτι του Ε. Χ. Γονατά”, της Εύας Στεφανή (1998), που προβλήθηκε στην ΕΡΤ (παραγωγή της εταιρείας CINETIC).

(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ. & CINETIC)

Share this

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

Related Posts