Ηλίας Κουτσούκος: Παρατηρητής Τούμπας
Share this
ΗΛΙΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΣ
Παρατηρητής Τούμπας
ΟΤΑΝ ήταν να διαλέξουμε σπίτι -όπως κάνουν όλοι-, γυρίσαμε πολλά. Είδαμε καινούργιες πολυκατοικίες όπου βγαίνεις στο μπαλκόνι και κάνεις χειραψία με τους απέναντι, είδαμε πολυκατοικίες δίπλα στο δάσος, είδαμε τόσα πολλά διαμερίσματα, αρκετά για να αποκτήσω την ανάγκη ανασκολόπισης των εργολάβων… και τελικά καταλήξαμε σ’ αυτό το σπίτι-ρετιρέ, δίπλα στο ρέμα. Κι αυτό διότι ο εργολάβος -παραδόξως- υπήρξε κύριος και δεύτερον διότι βγαίνοντας στο μπαλκόνι αντίκρισα στο βάθος τη θάλασσα κι ακόμα μακρύτερα τον Όλυμπο.
Σκέφτηκα πως θα εξοφλούσα το δάνειο σε 25 χρόνια, αλλά πολλά θα μπορούσαν να συμβούν σε 25 χρόνια π.χ. πτώσεις κυβερνήσεων, πόλεμος με τη γείτονα χώρα και, το πλέον πιθανό, εξευτελισμός του δημοσίου χρήματος, ώστε η μηνιαία δόση να μη με ανησυχεί διόλου. Πέρα απ’ αυτό, θεώρησα την τοποθεσία γοητευτική, μια και από τη διαμόρφωση του εδάφους κανείς δε θα μου έκλεινε τη θέα προς θάλασσα, Όλυμπο και τις γειτονικές πολυκατοικίες, όπου το καλοκαιράκι βγαίνουν όλοι αυτοί οι γλυκύτατοι συνάνθρωποί μου με τα σώβρακά τους και το νεσκαφέ στο χέρι, ενώ μερικές φορές όλο και κάποιο ωραίο κωλαράκι εμφανίζεται…
Τούμπα λοιπόν, κάπου ανάμεσα στην Κάτω και στην Άνω…
Δε λέω ο κόσμος είναι καλός, όπως ακριβώς καλός είναι στο Βλαδιβοστόκ, το Παλέρμο ή στην Κόρντοβα. Στην Τούμπα παλιά έμενε η εργατική τάξη. Τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει -όπως σ’ όλη τη χώρα-, από τότε που αποφάσισαν οι εργάτες από λερωμένοι γιακάδες να γίνουν λευκά κολάρα και να γράψουν τη μεγάλη επανάσταση στο σύστημα αναπαραγωγής τους.
Στην πολυκατοικία εξήγησα στο διαχειριστή -εξαίρετο ξυλουργό με Ντάτσουν και φουσκωτή βάρκα- ότι δεν είμαι και τόσο κοινωνικός κι έτσι δεν ασχολούμαι ούτε ενοχλούμαι από τους κάτω μου, μια και μένω στο ρετιρέ. Βέβαια κατά διαστήματα διαπιστώνω φορτωμένους λογαριασμούς στα κοινόχρηστα “κατ’ αναλογίαν”, αλλά θεωρώ το γεγονός ότι προέρχεται από το μίσος που ασφυκτιά εντός μας όταν μένουμε από κάτω κι έχουμε άλλους από πάνω μας.
Άλλωστε θυμάμαι πως ένας πρώην πρωθυπουργός είχε πει “ας προσέξουν τα ρετιρέ”. Η γυναίκα μου επιχείρησε τότε μια κοινωνιολογική ανάλυση της φράσης, προσπαθώντας να μου εξηγήσει πως ο πρωθυπουργός εννοούσε τους υψηλούς εισοδηματίες κι όχι εμάς, αλλά εγώ επέμενα πως οι λέξεις έχουν φτιαχτεί για συγκεκριμένο νόημα και δε δικαιούται ο οποιοσδήποτε κάφρος, όσο ψηλά κι αν βρίσκεται, να παίζει μ’ αυτές, άρα, εμάς εννοούσε ο πρωθυπουργός.
Σύντομα ανακάλυψα πως στο ρέμα, την άνοιξη, τραγουδούσε ένα αηδόνι τις νύχτες και το πρωί γινόταν χαμός στις φυλλωσιές των δέντρων από το κελάηδισμα των πουλιών. Στο ρέμα -που δυστυχώς- λόγω ελλείψεως ονόματος, ονόμασα αυθαίρετα μικρό Έλβα- μια μέρα ανακαλύψαμε με τον γιο μου έναν τσομπάνο με καμιά δεκαριά πρόβατα και δυο σκυλιά!!
Διαπιστώσαμε με τον Μάριο ότι είναι φοβερό πλεονέκτημα να ζεις σε μια πολυπληθέστατη τσιμεντένια πόλη κι ωστόσο να ‘χεις την τύχη να βλέπεις στη γειτονιά σου τσομπάνους με μπλουτζίν και πρόβατα, ν’ ακούς τη νύχτα αηδόνια και πουλιά τη μέρα, μαζί με τα μαρσαρίσματα των συμπολιτών σου.
Μια μέρα ο Μάριος με φώναξε έντρομος στο μπαλκόνι, επειδή διαπίστωσε πως δυο τύποι με βερμούδες τραβούσαν τα βυζιά μιας αγελάδας στο ρέμα κι είχαν κουβαλήσει μαζί τους -πάνω σε μια ανοιχτή Τογιότα- μερικά γκιούμια… Παρακολουθούσαμε το άρμεγμα της αγελάδας κι εξηγούσα στον έντρομο Μάριο -δέκα χρόνων- πως οι άνθρωποι έτσι συμπεριφέρονται στα θηλαστικά, τα βόσκουν όλη μέρα και το απόγευμα τ’ αρμέγουν, ενώ αυτός προσπαθούσε να μου εξηγήσει ότι δεν είναι σωστό να τραβούμε έτσι τα βυζιά ενός ζώου κι αν ήταν οι άνθρωποι γελάδες θα τους άρεσε; ε; θα τους άρεσε;…
Πολλές φορές όταν κάθομαι στο μπαλκόνι, προσπαθώ να γίνω παρατηρητής των μελλοντικών χρόνων. Εγώ θα ‘μαι ένας κωλόγερος των ογδόντα. Θα κάθομαι εδώ, στην ίδια θέση. Η γελάδα απέναντι θα ‘χει πεθάνει. το ρέμα θα ‘χει σκεπαστεί και θα ‘χει γίνει ένας απαίσιος σε κίνηση γκρίζος δρόμος. Οι πολυκατοικίες στο βάθος νέες και τόσο ψηλές, που θα κρύβουν τον Όλυμπο. Τα αηδόνια θα ‘χουν φύγει, ο Μάριος θα ‘χει φύγει. Κι αυτή η γριούλα που διαρκώς φωνάζει “έλα μέσα, χριστιανέ μου! θα πλευριτώσεις στο ρεύμα” είναι η γυναίκα μου με του αβάσταχτους κιρσόπονους. Νύχτα θα ‘ναι και θα φωτίζεται το γήπεδο του ΠΑΟΚ, θ’ ακούγονται ιαχές για γκολ.
Ξαφνικά θα δω τριπλούς τους προβολείς, τριπλά τ’ αντικείμενα πάνω στο τραπέζι κι όπως θα πέφτω απ’ το κάθισμα στο μωσαϊκό της βεράντας, θα δω τ’ άστρα να τρεμοσβήνουν λες και τους τέλειωσε η ασετυλίνη. Όταν με βρουν θα χαμογελώ στραβά, όπως ακριβώς πάει το στόμα όταν έρχεται το εγκεφαλικό…
- Δημοσιεύτηκε στην περιοδική έκδοση Λόγου και Τέχνης Ο παρατηρητής. Θεσσαλονίκη. Τεύχος 13. Ιούλιος-Οκτώβριος 1989.
Ο Ηλίας Κουτσούκος γεννήθηκε το 1950 στην Αθήνα. Από το 1967 ζει μόνιμα στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε δημοσιογραφία στο “Central Office of Information” του Λονδίνου. Από το 1977 έως το 1985 υπήρξε μόνιμος συνεργάτης της εφημερίδας “Θεσσαλονίκη” με βιβλιοκρισίες. Ιδρυτικό στέλεχος της ΕΡΤ3 και διευθυντής της καθώς και σύμβουλος διοίκησης μέχρι το 2011. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1978 με ποιήματα από το περιοδικό “Παραλλάξ”. Ως πεζογράφος συνεργάστηκε στενά με τα περιοδικά “Παραφυάδα” και “Το τραμ” (τρίτη διαδρομή). Έχει εκδώσει δέκα βιβλία με διηγήματα, παραμυθίες, νουβέλες και ποιήματα στους εκδοτικούς οίκους Λιβάνης, Νεφέλη, Καστανιώτης, Παρατηρητής, Κέδρος, Γαβριηλίδης. Κείμενα του έχουν μεταφραστεί και ανθολογηθεί στα αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά, σουηδικά, ουγγρικά, τούρκικα. Από το 2016 είναι πρόεδρος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.
Share this
ΠΗΓΗ TIMESNEWS







