Μίμης Σουλιώτης: Μικρά διηγήματα (1971-1973)
Share this
ΜΙΜΗΣ ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ
Φαγούρα και ασυνέπεια
Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ μόνιμα παραπονιόταν πως από τα πήγαιν’ έλα στα χωριά καταστράφηκε η υγεία της, και για ό,τι κι αν της συνέβαινε μεμφόταν πάντα το δασκαλίκι. Ακόμα και τη φαγούρα, που την κατάτρωγε τα μεσημέρια, μ’ όλο που της συνιστούσε ο γιατρός να μη ρίχνει πολύ αλάτι στις σαλάτες και στα φαγητά, την απέδιδε στις στεναχώριες απ’ το επάγγελμα. Ήταν πολύ αστεία σκηνή: ανασήκωνε το μισό της πισινό και βύθιζε τα νύχια με μανία, σα να ‘θελε να ξεκολλήσει καμιά βδέλλα ή τσούχτρα, και έπειτα έκανε το ίδιο κι απ’ το άλλο της μερί. Τέλος την έξυνα στην πλάτη εγώ, ή η αδελφή μου – η γιαγιά είχε τις δουλειές της κι ούτε ήθελε. Τύλιγε μια κουβέρτα γύρω από τη μέση της, για να μη τη βλέπει ο παππούς. Γι’ αυτό παιδί μου, έλεγε και ξανάλεγε με απαράλλαχτα λόγια ώσπου πρόβλεπα με απόλυτη ακρίβεια τι θα μου πει παρακάτω, να τελειώσεις γρήγορα τις σπουδές σου, για να με ξεκουράσεις και μένα την καημένη, που σακατεύτηκα στα χωριά, δεκαπέντε χρόνια μες στα χιόνια για να σας φέρω ένα κομμάτι ψωμί – πέντε χρόνια στο πέρασμα, μόνη μου ξέρω τι τράβηξα· πώς την περνούσα εκείνη την έρημη τη γέφυρα με την ψυχή στο στόμα πώς δε μ’ έφαγαν οι λύκοι. Δεν εμπιστευόμουν όμως ποτέ, ίσως από το ύφος κι από τη φωνή της, που μου φαίνονταν αφύσικα. Δεν καταλάβαινα τον τρόπο που σκεφτόταν, γιατί, όποιο κι αν ήταν το θέμα, έστω και εντελώς άσχετο, αυτή θα το χρησιμοποιούσε σα μέσο για αυτεγκώμιο των υποτιθέμενων θυσιών της· και ήμουν αναγκασμένος να το ακούσω τουλάχιστον ώς τη μέση, οπότε κατέρρεε η υπομονή μου και αποχωρούσα βαρώντας πίσω μου την πόρτα με ανήμπορη και τυφλή λύσσα. Η αλήθεια είναι ότι δεν έβρισκα σωστό τρόπο να την αντιμετωπίσω. Κι άκουγα ακόμα πως όλα μου τα προτερήματα ήταν δικά της, σα να μου τα είχε δανείσει μόλις γεννήθηκα, με τον όρο να της επιστρέφω όποτε θυμώνει. Και όσο μεγάλωνα τόσο λιγόστευε η ανοχή και αντοχή μου. Δε μπορούσα να υποφέρω την τρομαχτική αντίφαση ανάμεσα στις θεωρίες και στις πράξεις της. Μπορεί να μου εξυμνούσε το ρόλο της σα μητέρας, όμως εγώ θυμόμουν πολύ καθαρά ότι δε μου παραστάθηκε ούτε καν στις αρρώστιες μου, εκτός αν εννοούσε στοργή τα χρήματα για την ιατρική μου περίθαλψη. Συχνά η γιαγιά την κατηγορούσε για την απαίσια αδιαφορία που έδειχνε, για το ότι μ’ εγκατέλειπε στις γιορτές και πήγαινε σ’ επισκέψεις ή διήμερες εκδρομές ν’ αγοράσει γούνα από την Καστοριά κάποια φίλη της, ή ακόμη για πενταήμερες εκδρομές, και μάλιστα τη χρονιά που κρεβατώθηκα από τους ρευματισμούς μου – τους κληρονόμησα από τον πατέρα μου· όμως όλα αυτά γίνονταν η σπίθα στη μπενζίνη. Αμέσως η μάνα μου έκανε αντεπίθεση, εσύ κοίτα να διορθώσεις τον άντρα σου και το γιο σου, που ντρέπομαι να μπαίνω στα σπίτια του κόσμου από τα χάλια σας! οικογένεια είστε σεις ή σκατά! από την τσιγκουνιά του άντρα σου θα πεθάνουμε εδώ μέσα μες στη βρώμα, χολέρα θα μας πιάσει – αλλά μήπως θα τον παντρευόσουν αν ήσουν λίγο καλύτερη, ολόιδια είσαι! τι μου κάνατε και τα παρόμοια. Τελικά όμως αυτή το έχανε ολοένα με τη συμπεριφορά της το παιχνίδι, γιατί εγώ ενισχυόμουν στις αμφιβολίες μου από την αρνητική στάση και της γιαγιάς, που τα συζητούσαν σε έντονο τόνο με τον παππού, όταν η μάνα μου απουσίαζε από το σπίτι. Και δεν τους απαντούσε σ’ αυτά που την κατέκριναν, μα πάντα αναφερόταν σε γενικότητες άσχετες με τη συγκεκριμένη στιγμή. Κι αυτό κυρίως ήταν που μ’ απομάκραινε βαθμιαία από κοντά της – αν πλησιάσαμε ποτέ μας· αδύνατο ν’ ανεχτώ την εφιαλτική διαστρέβλωση της κοινής λογικής από λόγους ατομικιστικής ιδιοτέλειας.
Η βροχή
ΑΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ τη βροχή πώς πέφτει, διαπιστώνεις εύκολα ότι δεν έχει καμιά ομορφιά, έτσι τυφλά και δουλικά στη βαρύτητα που καρφώνεται στο χώμα. Πάντα τη μισούσα, γιατί με αναστάτωνε με πικρό τρόπο. Ένιωθα τον εαυτό μου να μαλακώνει, σα ν’ άρχιζε να λιώνει, και αισθανόμουν σαν το μέσα μέρος μιας γαρίδας.Χτυπούσε άγρια στα πεθαμένα τζάμια του μακεδονίτικου σπιτιού, και μας ξυπνούσε. Δεν τη χωνεύω τη βροχή. Η μόνη περίπτωση που τη συμπαθούσα, ήταν αν έπεφτε όποτε θέλαν να με στείλουν για κάποια δουλειά, ή αν βοηθούσε ν’ αργήσω την πρώτη ώρα στην τάξη. Τη χάζευα πώς ενωνόταν με τα ρυάκια στο δρόμο, ή τη νικούσα προφυλαγμένος πίσω από το παρμπρίζ ενός αγοραίου – κι ακόμα πιο πολύ τη νικούσα, αν καθόμουν μέσα στο τρένο. Της μητέρας μου όποτε έβρεχε της ερχόταν να κατουρήσει – τι μπορεί να πάθεις από μια απλοϊκή βροχή. Είναι συνηθισμένο φυσικό φαινόμενο που έχει την ιδιότητα να φαίνεται κάθε φορά σαν καινούργιο, έτσι την έβλεπα συναισθηματικά. Όσο για τα σπαρτά, δεν μ’ ενδιέφερε τι επιπτώσεις είχε· μου αρκούσαν τα δικά μου μικροβάσανα, που όμως για μένα ήταν αρκετά μεγάλα.
Έχω τύχει να βρέχει στο δάσος και ν’ ανατριχιάζουν τα πάντα όπως σε ορισμένα μυθιστορήματα το δέρμα της. Έχω τύχει επίσης ν’ αδειάζω πλάβα, για να μη κινδυνέψουμε. Οι άνθρωποι με πολλούς και ατέλειωτους τρόπους έρχονται σ’ επαφή με τη βροχή και απ’ αυτούς μ’ αρέσουν πρώτα οι συμφέροντες σε μένα τον ίδιο και στη συνέχεια στους υπόλοιπους.
Ασπιρίνες
Η ΑΥΛΗ του σπιτιού στο Αμύνταιο πιάνει ένα στρέμμα, και το σπίτι βρίσκεται στη μέση. Χτίστηκε στα ’12 από έναν Αγά – πλυσταριό, κάγκελα, και διπλά τζάμια, που τα απέξω τα πήρε μαζί του στο φευγιό. Όλο αυτό σκάει μες στο μυαλό μου και μένει από κάτω το μισόχτιστο σπίτι στην Αθήνα, στα 1960. Τότε μάζευα γραμματόσημα, και κλασικά εικονογραφημένα. Έδινα κάθε μεσημέρι της Σοφούλας δυο, για να μ’ αφήσει να κολλήσω το σώμα μου πάνω στο δικό της. Άλλες φορές μ’ άφηνε να το κάνω τζάμπα, όποτε δήθεν παίζαμε κρυφτό και την έβρισκα. Το δεκαπενταύγουστο είχαμε γιορτή, βγάζαμε τραπέζια στην άλλη μισή ταράτσα που ήταν άχτιστη, κρεμούσαμε με τον πατέρα μου γλόμπους και το βράδυ γινόταν το γλέντι, που πάντα διακοπτόταν από σκηνή ζήλιας της μάνας μου. Έπεφτε ξαφνικά η σιωπή και εγώ ένιωθα σα να μ’ είχαν σκίσει στα δυο. Αλλά δεν έκλαιγα. Είχα μια περίεργη δύναμη, καθαρά παιδική, που εξουδετέρωνε την υστερική της φ΄τσα, τα ουρλιαχτά της και τις μυστήριες σιωπές του πατέρα μου, που δήλωναν πολλά. Μια φορά – όπως λέει τώρα – την έσπρωξε ο πατέρας μου στην πλήρη απελπισία, και γι’ αυτό πήρε τις ασπιρίνες (νοσοκομείο, πλύση στομάχου και επιστροφή στο σπίτι). Πιο καθαρά όμως θυμάμαι το κιτρινωπό τζιπάκι που έπαιρνε ο πατέρας από την εταιρεία και πηγαίναμε εκδρομές, και τ’ οδηγούσα κι εγώ όπου συναντούσαμε πλατώματα. Μη το παιδί μόνο του, δεν μπορώ φοβάμαι, αμάν Πάνο, φτάνει. Ο πατέρας μου δεν την ήθελε, απ’ όσο θυμάμαι το πρόσωπό του. Είχα πέσει στην πισινούλα της Φωκ. Νέγρη, από ξαφνική ζαλάδα ένα ανοιξιάτικο απόγευμα και εκείνη δυνάμωσε τις φωνές είδες και το παιδί στεναχωρέθηκε θα μας πεθάνεις. Μια νύχτα τον έπιασε με άλλην, και γύρισαν στο σπίτι αναμαλλιασμένοι. Με ξυπνήσαν οι κραυγές της, λες και υποστήριζε τα δίκαια του κόσμου. Θα την σκοτώσω βρε την τσούλα ξεφώνιζε. Του χύμηξε μ’ ένα κουζινομάχαιρο αλλά της το πήρε – κόπηκε όμως λίγο στο χέρι· εντελώς γελοία σκηνή, με κάτι στάλες αίμα στο τσιμέντο της σκάλας. Βρε δεν λυπάσαι το παιδί, κερατά, πόρνε. Ανήμπορη λύσσα μού διέτρεχε το σώμα αλλά είχα κοκαλώσει κάτω απ’ τα σκεπάσματα, ώσπου μια στιγμή τινάχτηκα όρθιος και έμεινα πάλι ακίνητος. Εκείνη πήγε κάτω και έφερε τους γονείς του, μες στη νύχτα, δυόμιση η ώρα – ο παππούς μου ήταν καρδιακός, έτρεμε το κάτω χείλος του. Έπρεπε να υποσχεθεί ο πατέρας μου μπροστά του πως δε θα το ξανακάνει, δε θα ξαναπάει με άλλη γυναίκα. Ο παππούς δεν είπε λέξη. Το ίδιο βράδυ, κάπου δυο ώρες αργότερα, ακούστηκε το κρεβάτι τους να τρίζει· εκείνη τον σίμωσε, από τα νεύρα φαίνεται της άναψε ο πόθος. Καια μετά, όταν δεν έγινε τίποτα, πήρε τις ασπιρίνες.
Τα κεραμίδια
ΠΑΡΑ το σπασμένο του πόδι ο παππούς κατέβαινε και φρόντιζε τον κήπο. Είχε ένα τεράστιο κλαδευτήρι ξεχασμένο από την Κατοχή, του υπολοχαγού Κόμπακ. Τα μισά και πάνω κεραμίδια ήταν σπασμένα. Στην ίδια κατάσταση με τα παμπάλαια γυαλιά του. Υποσχόταν πως θα τ’ αλλάξει με καινούργια τετράγωνα – τα παλιά ήταν κυρτά, σκεπασμένα από βρύα. Στο λιώσιμο του χιονιού η γιαγιά έβαζε κατσαρόλες και τενεκέδες στα μέρη όπου έσταζε, για να μη βραχούν τα σανίδια. Όταν άνοιγε ο καιρός ερχόταν ο εργάτης και τα επιδιόρθωνε. Ο παππούς τον επέβλεπε από μια καρέκλα στην αυλή. Εκτός από εργάτης ήταν και καλαϊτζής. Η γιαγιά τού πήγαινε μια φορά το χρόνο – πότε πότε κάθε δυο χρόνια – τα μαχαιροπήρουνα και τα γάνωνε, και τα φθινόπωρα μας σφράγιζε με καλάι τους τενεκέδες με το τυρί που αγοράζαμε φρέσκο από τους χωριάτες για πιο φτηνό. Το τουρσί ο παππούς το θεωρούσε πολυτέλεια – έτρωγε μόνο αν έφερνε η μάνα μου από το χωριό, όπου της δίναν σα δασκάλα. Όταν παίρναμε ελιές το τυρί εξαφανιζόταν στο υπόγειο ή κάτω από το μιντέρι του, κοντά στα σύνεργα για το μπάλωμα και το διόρθωμα των ξηλωμένων ρούχων και παπουτσιών. Τρώγαμε ή τυρί ή ελιές.
Τα σούρουπα μ’ έστελνε να του πάρω το γιαούρτι. Το ανακάτωνε σ’ ένα μεγάλο τσίγκινο πιάτο με ψωμί και νερό και αυτό του αρκούσε. Χορτάρια φυτρώσαν στα στομάχια μας του φώναζαν η μαμά ή ο θείος, αλλά προφασιζόταν ότι δε μπορούσε το κρέας επειδή δεν είχε πολλά δόντια· όμως όποτε ανακάλυπτε ψάχνοντας το σαλάμι της μάνας το περιποιόταν. Όταν είχαμε επίσημα κρέας, φύλαγε όλα τα κόκαλα και έβγαζε με το πηρούνι τις ίνες που απόμεναν, τις στούμπιζε με το σιδερένιο γουδοχέρι στο νεροχύτη και τις αραίωνε με νερό στο πιάτο· αυτό ήταν το βραδινό του, γιατί το κρέας έφτανε μόνο για το μεσημεριανό μας. Θυμάμαι τι έγινε όταν ξήλωσε τη φόδρα όπου έκρυβε η γιαγιά τρία χρυσά ναπολεόνια. Γι’ αυτό είχε πάντα το σουγιαδάκι στην τσέπη του σακακιού του· κλάδευε, ξήλωνε, έκοβε ψωμί και κρέας. Το Σάββατο του Λαζάρου, τότε που πήγαινα Πέμπτη, η γιαγιά γύρισε από το παζάρι κατάχλομη χωρίς ψώνια. Έχασε το πεντακοσάρικο. Την πίστεψε αναγκαστικά επειδή ήταν πολύ ταραγμένη· τη ρώτησε πού το ‘χασε, και του είπε ανάμεσα στο χασάπη και στα μανάβικα. Έτσι υποχρεώθηκε η μάνα μου να ψωνίσει αυτή το αρνάκι εκείνης της φοράς.
Τα ξύλα
ΜΟΥΛΑΡΙΑ με φορτιά δεμένα στα κάγκελα, κάτι που γινόταν σχεδόν κάθε Σάββατο το καλοκαίρι. Τ’ αδειάζαν στη μεγάλη μας αυλή, και φωνάζαμε ύστερα τον Ηλία να τα σχίσει με το τσεκούρι. Το μουλάρι τρόμαζε όταν τραβούσα το σκοινάκι για να πέσουν τα ξύλα του. Η γιαγιά μου από το μπαλκονάκι με καλούσε ν’ αποτραβηχτώ, μήπως μου πέσει κανένα στο πόδι – και μου βάζει μετά βρασμένα κρεμμύδια για να ξεπριστεί. Ο παππούς μετρούσε και έγραφε με το μικρό μολυβάκι του τα μουλάρια για να μη μας κλέψουν. Και πράγματι, αν έβρισκαν ευκαιρία σε κλέβαν οι χωριάτες – όχι όλοι φυσικά. Παίρναμε περίπου πέντε χιλιάδες κιλά, για τρεις σόμπες – μια του θείου, μια του παππού και μια της κουζίνας· αυτές ήταν που καίγαν μόνιμα, οι άλλες δυο – του σαλονιού και του δωματίου όπου κοιμόμουν – άναβαν μερικές μόνο ώρες, όσο για να κάθεται ο γέρος στα καρφιά. Αν τύχαινε κανένας χειμώνας που να μη φτάνουν τα ξύλα που πήραμε, ποιος τον έβλεπε να διαμαρτύρεται ή να βογγάει. Και έβρισκε και θαυμάσια δικιολογία για να μην αλλάξει τα κεραμίδια της στέγης, που είχαν σαπίσει περίπου τα μισά από τα βρύα. Από τους χωριάτες αγοράζαμε και το τυρί με ντενεκέδες φρέσκο για να κοστίζει φτηνότερο. Ειδοποιούσαμε τον καλαϊτζή να ‘ρθει να μας τους σφραγίσει, για να σκληρύνει το τυρί.
Τον ανοιχτό ντενεκέ, απ’ όπου τρώγαμε, τον είχε φυλαγμένο ο παππούς, και μόνο αυτός τον άνοιγε, και όριζε την ποσότητα που έπρεπε να φάμε για μια μέρα.Αν είχαμε φαγητό με κρέας, δεν έβγαζε τυρί. Το τυρί λοιπόν ήταν ένα είδος γεύματος, μαζί με καμιά σαλάτα, ή το πολύ με φακές – τα φασόλια τα συμπληρώναμε μ’ ελιές.
Τις υπόλοιπες ώρες, που δεν τον απασχολούσαν τέτοια προβλήματα οικονομικής φύσεως, καθόταν και διάβαζε ό,τι έβρισκε – ξεκοκάλιζε π.χ. μιαν εφημερίδα του προηγούμενου μήνα ή και της προηγούμενης χρονιάς, σα να ήταν σημερινή. Επειδή δεν του αρκούσαν τα γυαλιά του, παλιά και με σχεδόν λιωμένο το σκελετό τους, χρησιμοποιούσε και το φακό των γραμματοσήμων μου. Διάβαζε με την ίδια ευλάβεια μια είδηση για χιονοπτώσεις στο Πισοδέρι, και μια είδηση για το θάνατο ενός πολιτικού. Αυτό ήταν κάτι φοβερό που με μπέρδευε πολύ. Όποτε συζητούσαμε, χρησιμοποιούσε πάντοτε νομικιστικά επιχειρήματα, όπως η επανάστασις δημιουργεί δίκαιον, αδιάφορο αν αυτή ήταν πράγματι επανάσταση, και ανεξάρτητα από το τι είδους επανάσταση ήταν. Ξεκούμπωνε την παραμάνα του πουκαμίσου, για να αγορεύει καλύτερα και πιο ελεύθερα. Τότε τα μάτια του φάνταζαν πιο κόκκινα, πιο γέρικα, πιο σάπια και ιδρωμένα, με το πράσινο χρώμα τους ολότελα φιδίσιο
Ο Τσύμπας
ΜΑΣ ΕΔΕΙΧΝΕ πού ήταν η Φρυγία στο χάρτη με τη μασιά της σόμπας· το κοστούμι του το λιγότερο δεκάχρονο, πάνω από χίλια σιδερώματα. Φαλακρός, με φουσκωτά γαλάζια μάτια. Τσύμπας ονόματι. Τον μισούσε όλη η τάξη γιατί μας βάραγε με το παραμικρό. Δεν πας να γ… σκεφτόμασταν όλοι, ακόμα κι ο γιος του που τον έβαζε στο πρώτο θρανίο. Μια μέρα ο Γιάννης έφερε το καπέλο του μόλις σχολάσαμε και κατούρησε μέσα· εν μέσω του γενικού θαυμασμού και αποδοχής, το ‘ριξε πίσω από την μεγάλη βιβλιοθήκη στο διάδρομο. Ο Τσύμπας κάνοντας να φύγει δεν το ‘βρισκε. Έψαχνε, έψαχνε, όμως πού να το φανταστεί. Όταν μας πρόσεξε ότι είχαμε μαζευτεί στην αυλή, ενώ είχαμε σχολάσει, κατάλαβε ότι φταίγαμε για την εξαφάνιση του καπέλου του· χύμηξε στο προαύλιο κι άρχισε να ουρλιάζει – ούτε ο ίδιος ήξερε τι έλεγε: αλλά παραμέναμε συμπαγείς κι ακίνητοι, πράγμα που τον εξαγρίωνε, γιατί σιγουρευόταν για την ενοχή μας, και πήγε στο διευθυντή να συνεννοηθούν. Αρχίσαν – πρώτα από το γιο του – τις ανακρίσεις: ο απουσιολόγος, έπειτα οι δυο επιμελητές και μετά όλη η τάξη, ανά δυο. Τα πιο δυνατά σκαμπίλια τα φάγαν οι επιμελητές λόγω ιδιότητας – ενώ την ίδια ώρα τ’ ακούγαμε απ’ έξω οι υπόλοιποι, μαζεμένοι κάτω από το ανακριτικό παράθυρο, φωνάζοντας δος μου τη χτένα σου για τη φαλάκρα του. Φυσικά το γιο του μόνο δεν τον έδειρε – πού να φανταστεί ότι ήξερε και κείνος.
Το καπέλο το ανακάλυψε η καθαρίστρια την άλλη Πέμπτη σε μαύρα χάλια· είχε μαζέψει στο μισό απ’το φυσιολογικό του μέγεθος, τσαλακωμένο, γεμάτο σκόνη και κιτρινιάρικο. Οι ένοχοι, παρά τις τρομαχτικές απειλές, δεν βρέθηκαν ακόμα μέχρι σήμερα, ενώ η φαλάκρα του παρέμεινε, ώσπου ν’ αγοράσει καινούργιο καπέλο, έρμαιο των αποδοκιμαστικών βλεμμάτων μας.
- Πρώτη δημοσίευση: ΤΡΑΜ / Ένα όχημα. Θεσσαλονίκη, 1976. Δεύτερη διαδρομή. Πρώτο τεύχος.

Ο Μίμης Σουλιώτης (1949 – 2012) σπούδασε φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές Βυζαντινής φιλολογίας στη Βουδαπέστη και εκπόνησε το διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Ήταν αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Νηπιαγωγών της Παιδαγωγικής Σχολής Φλώρινας, του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, και υπεύθυνος της βιβλιοθήκης του. Επίσης, ήταν ο ιδρυτής του “Βαλκανικού Ασύλου Ποίησης” στις Πρέσπες. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές: “Σβούρα”, Τραμ, 1972, “Ποιήματα εν παρόδω”, Τραμ, 1974, “Βαθιά επιφάνεια”, Κέδρος, 1992, “Αβγά μάταια”, Ερμής, 1998, “Περί ποιητικής”, Ερμής, 1999, “Υγρά”, Ερμής, 2000, “Ήλιος στην Σκοτία”, Ερμής, 2001, “Παλιές ηλκίες”, Ερμής, 2002, “Κύπρον, ιν ντηντ”, Μεταίχμιο, 2011. Ήταν υπεύθυνος της σειράς “Ανθολόγος Ερμής” των εκδόσεων “Ερμής”, ιδρυτικό μέλος της Ένωσης Συγγραφέων Δυτικής Μακεδονίας και μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Έφυγε από τη ζωή το Νοέμβριο του 2012, μετά από εξάμηνη μάχη με τον καρκίνο.
Share this
ΠΗΓΗ TIMESNEWS







