Νίνα Κοκκαλίδου-Ναχμία: Απ’ όλα

Share this
ΝΙΝΑ ΚΟΚΚΑΛΙΔΟΥ-ΝΑΧΜΙΑ
Απ’ όλα
ΤΟ ΕΙΔΕ να κυλάει μέσα στ’ αυτοκίνητα. Γυάλισαν τα μάτια του. Είκοσι ολόκληρες δραχμές. Σ’ ένα στρόγγυλο ασημένιο νόμισμα.
Ανάσανε βαθιά. Στεκόταν από ώρα έξω από το σουβλατζίδικο. Αυτό το μικρό μαγαζί, με δυο τρία σκαμνιά στο πεζοδρόμιο, εκεί στην αγορά. Έρχονταν οι εργάτες, οι μικροπουλητάδες, έπιναν τη μπύρα τους, κι έτρωγαν το σουβλάκι, το σουτζουκάκι, πάνω στο λαδόχαρτο. Κι ήταν, λέει, αυτό το λαδόχαρτο… Να το, στριφογυρίζει στις ρόδες.
Πάω στοίχημα, μονολόγησε ο άνθρωπος, πάω στοίχημα, γράμματα. Έλα, γύρνα, κορώνα γράμματα ό,τι να ‘ναι, κάτσε στη γη να περάει το ρεύμα να σε πιάσω.
Φυσούσε αέρας. Και το ‘παιζε το εικοσάρι. Πότε χτυπούσε στη μια ρόδ πότε στην άλλη. Έτρεξε κι αυτός, καθώς τ’ αυτοκίνητα, μπλοκαρισμένα, αργοσάλευαν κι έπαιζαν με την τύχη του. Να το πάλι. Ένας κύκλος μόνο ασημένιος. Κόλλησε στο πλευρό του Φοξ Βάγκεν. Μπα… πώς κόλλησε! Το Φοξ Βάγκεν έκανε λίγο αριστερά να προσπεράσει. Στάθηκε κι ο άνθρωπος. Ξελαιμιάστηκε να κοιτάζει μη και χάσει την πορεία του νομίσματος. Έριξε μια ματιά πίσω του. Οι εργάτες, με τα λασπωμένα κασκέτα, έτρωγαν. Οι μικροπουλητάδες καθάριζαν, με τη μπουκιά του φρέσκου ψωμιού, τη σάλτσα απ’ τα σουτζουκάκια, μαζί με τ’ αλατοπίπερο, τη μουστάρδα, τη ρίγανη, το ζουμί απ’ τη ντομάτα. Τη γλύκα όλη δηλαδή. Το στομάχι του έκανε ένα “γκλου” κι ανέβηκε στο στόμα. Το μάτι του βούρκωσε απ’ την προσπάθεια να πιάσει το εικοσάρι. Παρά λίγο να τον πατήσει μια μερσεντές. Τον βρίσανε. Το ‘χασε το νόμισμα, πάει. Χάιδεψε τα μάτια του μηχανικά. Μ΄πως και δεν ήταν στη θέση τους. σκούπισε τα σαγόνια του που είχε κολλήσει το λαδόχαρτο με τ’ αλατοπίπερο, τη μουστάρδα, τη ρίγανη, το ζουμί με τα σουτζουκάκια, τα σουβλάκια, τις ντομάτες. Μ’ ένα εικοσάρι έπαιρνε ένα σουβλάκι, ζεστό ζεστό, χωμένο σ’ ένα ζεστό φραντζολάκι. Θα τ’ ακουμπούσε στον πάγκο. Θα ρουφούσε μυρουδιά ως να το ετοιμάσει γρήγορα γρήγορα ο μάστορας. Θα τον ρωτούσε:
Απ’ όλα;
Απ’ όλα, θ’ απαντούσε και θα ξεροκατάπινε ξελιγωμένος, με το σάλιο να ανεβοκατεβαίνει στο στόμα. Σίγουρος πια θα παρακολουθούσε τις κινήσεις του μάστορα. Πώς κουνάει τ’ αλατοπίπερο, πώς πασαλείβει τη μουστάρδα, πώς πασπαλίζει τη ρίγανη, πώς βουτάει με τα πασαλειμμένα από ζουμιά δάχτυλά του τη ντομάτα και ρωτάει στο τέλος:
Θες και κρεμμύδι και μπούκοβο;
Ούτε να μιλήσει δε μπορεί. Κουνάει το κεφάλι.
Κρεμμύδι. Άκου λέει, το τρως με την τελευταία μπουκιά ψωμιού το κρεμμύδι και λίγο μπούκοβο για νοστιμιά.
Να το. Πάλι φάνηκε. Πέρασε το φανάρι. Ο ήλιος το χτυπάει. Λάμπει. Τώρα είναι στο καπό του Φίατ. Στέκεται πάνω στο καπό. Επιτέλους. Ευτυχώς πάλι μποκαρίστηκαν τ’ αυτοκίνητα. Μεσημέρι βλέπεις. Πάει όλος ο κόσμος σπίτι του για φαγητό. Μπύρα; Δεν πειράζει μωρέ. Ας μην πιει μπύρα. Θα τον βλάψει κιόλας. Ύστερα από την ξενηστικομάρα που έχει. Πότε έφαγε για τελευταία φορά… Φαγητό κανονικό. Σε τραπέζι. Με πιάτο μπροστά του γεμάτο. Α, ναι, όταν τον κέρασε στο μαγέρικο ο φίλος του ο βουβός. Τον κέρασε φασουλάδα και πιάστηκε, και στυλώθηκε. Ας είναι καλά ο βουβός. Έχει τη δουλίτσα του και βγάζει το φαγάκι του. Κολλάει όλα τα σπασμένα, σε μια πόρτα δίπλα στο μαγέρικο, στη στοά της αγοράς. Και τώρα να πάει απ’ την πίσω μεριά της αγοράς και να τον ιδεί ο βουβός, θα του κάνει νόημα να κάτσει να μοιραστούν το φαΐ του, ή θα παραγγείλει απ’ το μαγέρικο καμιά μακαρονάδα. Δεν πειράζει, έστω και χωρίς σάλτσα και χωρίς τυρί. Όχι. Δεν περνάει σήμερα. Ντρέπεται. Δεν περνάει σήμερα από πουθενά. Ούτε από την αδερφή του. Βαρέθηκε κι εκείνη. Σάματις αυτός φταίει που δε μπορεί να στεριώσει δραχμή. Η λεγάμενη φταίει. Τι πήγε κι έμπλεξε μαζί της. Δυο μεροκάματα τη βδομάδα δουλεύει. Προς ώρας, είπε τ’ αφεντικό. Άμα φτιάξουν τα πράματα θα δουλεύει όλη τη βδομάδα. Και τότε θα τρώει το Τουλάκι, θα τρώει κι ο ίδιος. Θα πίνει και μπύρα. Ντάλα μεσημέρι μια μπύρα, δίπλα στη λαδόκολλα με τ’ αλατοπίπερο, τη μουστάρδα, τη ρίγανη… Κι ούτε πια η Βούλα η αδερφή του να τον κοιτάζει στα μάτια και το κατωσάγονό της να τρέμει.
Δεν το καταλαβαίνεις πως δεν πάει άλλο! Αυτή η γυναίκα σ’έφαγε ολόκληρον. Του είπε προχτές. Με τι μούτρα να περάσει απ’ το σπίτι. Έχει οικογένεια κι αυτή. Δουλεύει κοπτοράπτρια, δουλεύει κι ο άντρας της, έχουν τέσσερα παιδιά, τα δυο τα σπουδάζουν, πώς να της φορτώνεται όλη την ώρα.
Περνάει το τετράγωνο. Λαχάνιασε. Πάει το ‘χασε το εικοσάρι. Σχεδόν του ‘ρθε να κλάψει. Δαγκώθηκε. Ήταν κάπως πιο μακριά από το σουβλατζίδικο. Ούτε καν διέκρινε τους εργάτες με τα λασπωμένα καπέλα. Τους μικροπουλητάδες. Τ’ αστεία τους. Τα “εβίβα” τους. Το πλατάγισμα της γλώσσας. Το τρίξιμο του χαρτιού… της λαδόκολλας που σφουγγαριζότανε από τις ζεστές μπουκιές ψωμιού ίσαμε… εκατό δράμια η μια. Τι είναι εκατό δράμια ψωμί ζεστό, ποτισμένο μάλιστα με… Μια πίκρα ανέβηκε στο στόμα του. Έφτυσε με τρόπο πίσω από το καλάθι σκουπιδιών του Δήμου. Σκούπισε το στόμα του. Ο αέρας είχε δυναμώσει. Έτρεχε κι αυτός στην άσφαλτο. Έπαιζε με τα φύλλα των δέντρων. Κι αυτός ο αέρας τον εκνεύριζε. Άσε που θα ‘πιανε δουλειά στο λιμάνι σίγουρα, έστω για μια δυο μέρες, να βοηθήσει στο ξεφόρτωμα μιας μαούνας που θα ‘ρχόταν απ’ τη Χίο. Με τέτοιον αέρα όμως πού να πιάσει μαούνα κατά δω. Και τώρα τι γίνεται; Πισωγύρισε. Το ‘χασε το εικοσάρι. Σίγουρα θα κύλησε σε κάποιον υπόνομο. Αυτοί οι υπόνομοι είναι ένα κι ένα για να καταπίνουν εικοσάρια. Κι αυτά τ’ αφιλότιμα κυλάνε λες κι έχουν πατίνια. Κυλάνε και πάνε να χωθούνε όπου υπάρχει τρύπα. Όχι. Να το, να το… εκεί πάνω στο Φοξ Βάγκεν. Στο καπό… στο καπό. Φανάρι κόκκινο. Στάση. Τρέχει… μια στιγμή… Παρακαλεί. Μην τσουλίσεις. Κάνει λίγα βήματα μπρος. Ξεδιακρίνει το σουβλατζίδικο. Σηκώνει το χέρι. Έφτασα. Μην κλείσεις! Μην σου τελειώσουν! Όλα! Περίμενε. Πηδάει μέσα απ’ τ’ αυτοκίνητα. Φυσάει πιο δυνατά ο αέρας τώρα. Ξεκινάει το Φοξ Βάγκεν κι αυτός αρπάζεται απ’ το καπό. Φωνάζει ο κόσμος:
Τον άνθρωπο! Τον άνθρωπο! Πρόλαβε, το ‘πιασε το εικοσάρι. Το έχωσε στη χούφτα του. Τον ταλαιπώρησε τόσο πολύ. Ένιωσε πως τον σηκώνουν. Τον σέρνουν. Προς το σουβλατζίδικο. Κάτι έπαθε το πόδι του κι ο ώμος του. Θα μου δώσουν να φάω σκέφτηκε, πριν χάσει τις αισθήσεις του.
Στο σταθμό πρώτων βοηθειών του άνοιξαν τη σφιγμένη γροθιά. Πασαλειμμένο με αίμα, ήταν φωλιασμένο ένα στρόγγυλο ασημένιο φύλλο από τις λεύκες του δρόμου.
- Νίνα Κοκκαλίδου-Ναχμία, Δια χειρός. Εκδόσεις Παρατηρητής. Θεσσαλονίκη 1987.
Η Νίνα Κοκκαλίδου-Ναχμία γεννήθηκε στον Πύργο της Ηλείας το 1920. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση και δημοσίευσε τα πρώτα της κείμενα το 1945. Δέκα χρόνια αργότερα εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και έμεινε ως το τέλος της ζωής της. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος στον ηλεκτρονικό και έντυπο τύπο και ασχολήθηκε με το διήγημα,το μυθιστόρημα και το παιδικό βιβλίο. Πέθανε στις 12 Ιουνίου του 2002.
Share this
ΠΗΓΗ TIMESNEWS







