ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Σωτήρης Δημητρίου: Πολύδροσο Θεσπρωτίας

ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Πολύδροσο Θεσπρωτίας

ΚΟΥΚΟΥΛΩΘΗΚΕ με την κουβέρτα και μαζεύτηκε. Του ’ρθε να κλάψει, μα ήξερε απ’ άλλες φορές πως δεν μπορούσε. Μαζεύτηκε κόμπος η στενοχώρια στο λαιμό, να τον πνίξει.

“Έλα πάρε με, έλα πάρε με”, άρχισε να μονολογεί σιγανά, με βόγκο.

Επίκληση στη μάνα. Χρόνια πεθαμένη. Δε βρέθηκε τρόπος να τη φέρουν στην Ελλάδα.

Την έθαψαν εκεί – ένα προάστιο-γκέτο, είκοσι χιλιόμετρα απ’ το Μόναχο.

Αχνά τη θυμόταν. Μήπως τη χόρτασε; Μέχρι τα εφτά του, που ’ταν στο χωριό με τους παππούδες, ερχόνταν κάνα Πάσχα και του ’φερναν βαριά γυαλιστερά σκαρπίνια.

Μετά το πήραν μαζί τους στη Γερμανία.

Δεν έπιασε το μεταφύτεμα. Ένα μανουσάκι της πλαγιάς στην παγωμένη ομίχλη.

Ένα δυο χρόνια το φίλησε; Μετά πέθανε. Ο πατέρας αμίλητος. Χανόταν τις νύχτες στις μπιραρίες, κι αυτός σκεφτόταν, μέχρι το πρωί, το γερμανικό σχολείο. Την περιφρόνηση.

Να μπορούσε, κάνε, να κλάψει.

Στην αρχή αναπολούσε το χωριό μα γρήγορα το λησμόνησε. Όχι γιατί μπήκε κάτι καλύτερο στη ζωή του, αλλά γιατί ένα γκρίζο τα σκέπασε όλα.

Δεν το τελείωσε το σχολείο. Το ’βαλε ο πατέρας – λαθραία – στη λάντζα μιας ελληνικής ταβέρνας.

Άρχισε να καπνίζει, να παίρνει χάπια, σιρόπια και κυρίως, επειδή ήταν εύκολο κι αποτελεσματικό, κόκα κόλα με ζάχαρη.

Του πρήζονταν τα χέρια και το πρόσωπο, μα έφευγε από μέσα του όσο κρατούσε η επίδραση.

Ο πατέρας παντρεύτηκε μια Γερμανίδα. Βλοσυρή. Δεν τον χώνεψε.

Έφτασε σε ηλικία και τον έστειλε στην πατρίδα να κάνει τη θητεία του.

“Το χρέος σου”, του ’πε.

Στο στρατό ξεπλήρωσε όλα του τα χρέη στην πατρίδα. Λάρισα-Κοζάνη-Κως, μετά Γκαντζολία πάνω στη Ροδόπη. Μισητοί τόποι. Τον κορόιδευαν κι οι συνάδελφοι “Βούπερταλ”.

Στη Γερμανία, Έλληνας – λέξη φτυσιά για τους ντόπιους – στην Ελλάδα, αποξενωμένος.

Μόλις απολύθηκε, πού αλλού; Στην καρδιά της πατρίδας. Στην ονειρεμένη, ανθισμένη Αθήνα. Στο χωριό οι παππούδες είχαν πεθάνει κι ο πατέρας ρίζωσε στη Γερμανία.

“Κοίτα να βολευτείς αυτού”, του τηλεφώνησε. Κουβέντες της βλοσυρής.

Έρημος στην ερημιά. Νοίκιασε σ’ ένα γκέτο στην πλατεία Βάθης ένα δωματιάκι κι όποτε δε δούλευε – το συνηθισμένο – σε οικοδομή, ήταν διαρκώς ξάπλα και τραγούδαγε, το μόνο που του χάρισε η ζωή ώς τα τώρα. Ένα τραγούδι που θυμόταν απ’ το χωριό.

Άιντε, Μάρω, στο πηγάδι, άιντε για νερό,

καρτεράτε με, αδελφούλες, για να ζαλωθώ…

Μαρία λέγανε τη μάνα του.

Γύρναγε με τις ώρες στους δρόμους, στα πάρκα, στις πλατείες, γιατί ξεχνιόταν κάπως μες στην κίνηση. Τις νύχτες στην κάμαρη, όμως, έπεφτε όλη η πόλη, όλα τα ντουβάρια της να τον πλακώσουν, και τότε έπινε κόκα κόλα με ζάχαρη.

Αφέθηκε τελείως. Το δωμάτιο βρόμαγε κι άρχισε να παραμιλά στους δρόμους. Στεκόταν στις βιτρίνες και κοίταζε με φόβο την παράξενη φιγούρα του και τη μούντζωνε, μαζί με τα πράγματα.

Ιδίως όταν έβλεπε ανθρώπους, ντυμένους με λούσο, περιφρονητικούς, να τον κοιτάζουν μ’ αηδία, τον έπιανε τρόμος και εμετός. Πατρίδα. Πατρίδα.

Η μοναξιά, με τον καιρό, τον αφάνισε.

Ζήταγε πληροφορίες για ανύπαρκτους δρόμους, πήγαινε στα εμπορικά της Αθηνάς κι έκανε ψεύτικα παζάρια, ρώταγε συνέχεια την ώρα. Μόνο και μόνο για να συνομιλήσει.

Τελευταία απευθυνόταν στον οίκτο των ανθρώπων, ζητώντας λεφτά και τσιγάρο.

Κείνο το βράδυ ένιωσε πως έφτασε στο απροχώρητο. Είχε σημάδια απ’ το μεσημέρι, που το κορμί του τιναζόταν μόνο του κι είχε τρομερή ταχυπαλμία. Μέχρι το βράδυ κρατήθηκε με βαθιές ανάσες.

Τη νύχτα έγινε ένας σβώλος κάτω απ’ την κουβέρτα, να μη βρει πέρασμα ο πανικός, και παρακάλαγε τρέμοντας να ’ρθεί να τον πάρει η μάνα του.

“Άιντε, Μάρω, στο πηγάδι…” άρχισε να ψελλίζει κι άξαφνα ένα φωτάκι άναψε μέσα του. Μια ύστατη άμυνα του σώματος. Χαλάρωσε κι ανακουφίστηκε. Θα πάει εκεί που αγάπησε αυτή. Εκεί που αγάπησε για λίγο κι αυτός. Θα πάει στο χωριό. Θα μιλήσει μ’ ανθρώπους που τη γνώρισαν. Θα του μιλήσουν γι’ αυτήν. Θα τη νιώσει τα μάτια τους, που την είδαν. Θα τους παρακαλέσει και για δουλειά. Τίποτα. Οτιδήποτε. Βοσκός για ξεροκόμματο. Θα διορθώσει και το πατρικό.

Του ’ρθε έξαψη. Έφερε στο μυαλό του όσα διέσωσε απ’ τη σκληρή παιδική άνοιξη, κι άρχισε ν’ αρεντεύει στις πλαγιές, να κυλιέται στα ζεστά χορτάρια και στις μαργαρίτες, να του ζουζουνίζει και να του βωδιάζει η μέλισσα κι ο λεμονανθός.

Σηκώθηκε, άγρια μεσάνυχτα, κι άρχισε να τακτοποιεί το δωμάτιο, να πλένει τις κουβέρτες. Να μην αφήσει πίσω του βρόμικα. Θα φύγει! Θα φύγει! Θα γίνει πουλάκι! Ω ζωή, καρτέρα τον.

Έβγαλε τις κουβέρτες στο σύρμα να στεγνώσουν. Του ’ρθε στο μυαλό πως έπρεπε να κουρέψει το κεφάλι του, για να μη γυρίσει πίσω.. Πήρε ένα μπικ ξυρίσματος και ξύρισε τα μαλλιά του, άτσαλα, τόπους τόπους. Χαράματα, έκανε τα ρούχα του και τις κουβέρτες του μπόγο και κίνησε για το σταθμό υπεραστικών λεωφορείων στον Κηφισό.

Δεν είχε λεφτά αλλά θα ζήταγε απ’ τους ανθρώπους, χωρίς ντροπή. Είχε σκοπό. Λίγοι από λύπηση, οι πιο πολλοί από φόβο, του ’διναν κάτι κέρματα.

Έφτασε και πάει στα εκδοτήρια εισιτηρίων.

“Πάω στο Πολύδροσο Θεσπρωτίας.”

“Θα πάτε στους Φιλιάτες κι από εκεί θα πάρετε τοπικό λεωφορείο.”

“Πόσο κάνει;”

“Δυο εξακόσιες.”

Απλώνει τα κέρματα πάνω στο γκισέ κι άρχισε να μετράει.

“Εδώ βρήκες να μετρήσεις; Άντε πιο πέρα, χριστιανέ μου”, του κάνει η υπάλληλος.

300, 305, 325, 327. Δεν υπήρχαν άλλα. Δν μπορεί. Άρχισε να τα μετράει πάλι. Τα ’βγαλε 320. Μούδιασε στα μηνίγγια και του ’ρθε σκοτούρα.

Πήρε τον μπόγο και με κομμένα πόδια άρχισε να ψάχνει για το λεωφορείο της Θεσπρωτίας. Το βρήκε κι άρχισε να μαλάζει τις ρόδες. Μπήκε μέσα και μύριζε βαθιά. Να μπορούσε, τουλάχιστον, να κλάψει. Πήγε στο φαρμακείο του σταθμού και ζήτησε σιρόπι. Ο φαρμακοποιός ήθελε συνταγή.

Να σου πάρω ένα μάλμπορο, κάνε” λέει και πιάνει το πακέτο απ’ το γραφείο.

Όταν πήρε ν’ ανηφορίζει για την πλατεία Βάθης, είχε μουσγκώσει κι είχαν γιομίσει οι δρόμοι κίτρινα φώτα, βουητό κι ανθρώπους σκεφτικούς.

  • Σωτήρης Δημητρίου, Ντιάλιθ’ ιμ, Χριστάκη. Διηγήματα. Εκδόσεις Κέδρος. Αθήνα 1990.

Ο Σωτήρης Δημητρίου (1955-) γεννήθηκε στην Πόβλα Θεσπρωτίας. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Το έργο του έχει τιμηθεί με το βραβείο διηγήματος της εφημερίδος “Τα Νέα” (1987), δύο φορές με το βραβείο διηγήματος του περιοδικού “Διαβάζω” (η τελευταία το 2002 για το βιβλίο του “Η βραδυπορία του καλού”), μία φορά με το βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (2013), ενώ το μυθιστόρημά του “Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου” ήταν υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας. Κείμενά του έχουν μεταφερθεί πολλές φορές στον κινηματογράφο, σε ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους (“Αμέρικα” του Σάββα Καρύδα, “Απ’ το χιόνι” του Σωτήρη Γκορίτσα, “Τα οπωροφόρα της Αθήνας” του Νίκου Παναγιωτόπουλου, κ.ά.)

Εργογραφία:
– “Ψηλαφήσεις”, ποιήματα, Δωδώνη, 1985,
– “Ντιάλιθ’ ιμ, Χριστάκη”, διηγήματα, Ύψιλον, 1987· 2η έκδ. Κέδρος, 1990, 4η έκδ. 1998,
– “Ένα παιδί από τη Θεσσαλονίκη”, διηγήματα, Κέδρος, 1989, 4η έκδ. 1998,
– “Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου”, μυθιστόρημα, Κέδρος, 1993, 9η έκδ. 1998,
– “Η φλέβα του λαιμού”, διηγήματα, 1998, 4η έκδ. 1999· βραβείο διηγήματος περιοδικού “Διαβάζω” 1999,
– “Η βραδυπορία του καλού”, διηγήματα, Πατάκης, 2001· βραβείο διηγήματος περιοδικού “Διαβάζω” 2002,
– “Τους τα λέει ο Θεός”, μυθιστόρημα, Μεταίχμιο, 2002,
– “Τα οπωροφόρα της Αθήνας”, αφήγημα, Πατάκης, 2005,
– “Σαν το λίγο το νερό”, μυθιστόρημα, Ελληνικά Γράμματα, 2007,
– “Τα ζύγια του προσώπου”, διηγήματα, Πατάκης, 2009,
– “Η σιωπή του ξερόχορτου”, νουβέλα, Πατάκης, 2011,
– “Το κουμπί και το φόρεμα”, διηγήματα, Πατάκης, 2012· βραβείο διηγήματος Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη Ακαδημίας Αθηνών, 2013

(www.biblionet.gr)

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

Related Posts