ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Φώτης Κόντογλου: Μοιρολόγι

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

Μοιρολόγι

Μοιρολογώ την κουρσεμένη πατρίδα μου, τ’ Αϊβαλί της Μικράς Ασίας και μαζί τη ζεστή φωλιά μου, το υποστατικό που ζούσα αποτραβηγμένος. Ήταν ένα βραχόβουνο, μια χερσόνησο, που μ’ αφήσανε κληρονομιά οι μπαρμπάδες μου· είχανε ζήσει και πεθάνει απάνου κει πάππου-προσπάππου, καλογέροι οι πιο πολλοί. Ζήσανε ήσυχα και φυσικά, έχοντας τα πρόβατά τους, τα χωράφια τους, τ’ αμπέλια τους και το ‘να και τ’ άλλο τους. Δεν είναι τώρα καλή στιγμή κ’ εύκαιρη θέση για να πω το τι ήτανε αυτό το νησί, τι λογής ζωή περνούσανε οι ανθρώποι του, τι ομορφιές πέρα από κάθε φαντασία το στολίζανε, τι ανθρώποι της στεριάς και της θάλασσας το κατοικούσανε, τις παράξενες ιστορίες τους, τις φουρτούνες, τις ανεμοζάλες που το δέρνανε – και την αθόλωτη ευτυχία πο’βγανε απ’ όλα του. Τώρα, στο μοιρολόγι που γράφω, κλαίγω για το χαμό του, μα το πόσο πονώ, καταλαβαίνω πως δε θα μπορέσω να το πω με λόγια ποτές μου.

ΤΙ ΝΑ ΣΗΜΕΙΩΣΩ ΣΤΟ ΧΑΡΤΙ χωρίς να κατρακυλήσει κ’ ένα ζεματιστό δάκρυ, να λιώσει τα ψηφιά; Τ’ όνομά σου;Ή κατά πού έπεφτε η αγιασμένη μεριά, πού βρίσκοσουν μια φορά, απάνου στην απέραντη επιφάνεια της γης; Σα βάζω με το νου τις χρυσές μέρες σου που χαθήκανε, πιάνεται η καρδιά μου. Ήτανε όνειρο μαθές; Ήτανε πλάνεμα μαγικό; Τι είναι λοιπόν αυτός ο κόσμος; Ρωτώ ύστερ’ από τόσους και τόσους που το ρωτήξανε. Αγαπημένη γωνιά! Αγιασμένο βουνό! Δεν ήσουνα εσύ πατέρας μου και μητέρα μου και κάθε αγάπη μου; Πώς ξεμάκρυνες από μένα κ’ έσβησες, που μήτε το μάτι μου πια να σε ξεδιαλύνει; Όσο ήτανε χειμώνας, διασκέδαζα την πίκρα μου για το χαμό σου Ίσως-ίσως να ‘τανε μουδιασμένη κ’ η καρδιά μου απ τα χιόνια. Μα τώρα που πρασινίσανε τα βουνά, τώρα που βελάζουνε τ΄ αρνιά λίγο πιο πέρα απ’ το ρημητήρι μου και τα πουλιά τραγουδάνε το Μάη, ε, ε, τώρα άνοιξε και μέσα μου μια καυτερή πληγή, που με βασανίζει χωρίς έλεος. Συλλογιέμαι την άνοιξη στα δικά μας βραχοβούνια και τρέχουνε τα μάτια μου. Ωστόσο ξέρω πως γιορτάζεις κ’ εσύ με μυρουδιές και με πρασινάδες, όπως γιορτάζουυνε όλα τα βουνά του κόσμου. Τα πάντα λησμονούν, μόνο η καρδιά τ’ ανθρώπου θυμάται και ματώνει.

Σήμερα στάθηκα μπροστά στο ξαφνικό ξύπνημα της φύσης σαν μπροστά σ’ ένα ανεπάντεχο θαύμα. Ο χειμώνας μας μιλά με άλλη γλώσσα. Είναι σαν άντρας με αυστηρά συνήθια. Οι καιροί του είναι θυμωμένοι κι ολοένα ο βοριάς χτυπιέται με τη νοτιά. Σήμερα φυσά μπάτης. Όλα αλλάξανε, σα να ‘ναι μάγια στη μέση. Άραγες -συλλογίζουμαι- θαν έχω τη δύναμη να ζω, σα θα γεράσω, απάνου σε τούτη τη γης, που είναι άσωστη η νιότη της και περαστικά τα γερατειά της;

Μα δεν είμαι τάχα γέρος εγώ μακριά σου, πολυαγαπημένο μου βουνό; Μοναδικό βουνό, ανάμεσα σ’ όλα τα βουνά! Από πού να τραβήξω για να βρω τη φωλιά μου; Κατά το βοριά ή κατά τον πουνέντε ή κατά τ’ οστριογάρμπι; Ο κορυδαλλός πετά χαρούμενος στον αγέρα κ’ η γλυκιά λαλιά του ακούγεται δίχως να φαίνεται πάν’ απ’ τα χωράφια, λες και τραγουδά κανένας άκακος άγγελος μέσ’ απ’ τον ουρανό. Κείνος ξέρει καλά πως η φωλιά του είναι σε ασφάλεια και πως θα γυρίσει να τη βρει. Μα εγώ είμαι ορφανός και δίχως ελπίδα. Περπατώ ανάμεσα σε λουλούδια, τ’ αγεράκι μουρμουρίζει γλυκά μέσα στα φύλλα, κάτ’ απ’ τα δέντρα πέφτει ένας πράσινος ίσκιος και λούζει το κάθε τι· μα εγώ έχω αιώνιον χειμώνα. Η καρδιά μου είναι σαν το μαγικό κείνο τριαντάφυλλο, που λένε πως ανοίγει μόνο μια φορά.

Ο ήλιος τραβά το δρόμο του κ’ οι μέρες μου σώνουνται. Αυτό μου κάνει καλό, γιατί οι μέρες που σώνουνται είναι μαύρες νύχτες. Σιγά-σιγά αγιάζει η ψυχή μου και πάγω στην ανάπαψη του Κυρίου. Δε με φραίνουνε πια τα επίγεια λουλούδια, που τα μαραίνει έτσι μ’ ένα φύσημα τ’ αγριοβόρι. Δε ζώνω το κεφάλι μου με μυρτιά, που ζει μονάχα μια μέρα. Όλα τούτα είναι φαρμακερά πιοτά, που δροσίζουνε την καρδιά μου για μια στιγμή, για να της ανοίξουνε  αγιάτρευτες πληγές. Τράβα μπρος, λαμπερό άστρο! Αν κάποτες στάθηκα τόσο φτυχισμένος, που να πιθυμώ να μην είναι οι γύροι σου έτσι γλήγοροι, τώρα βλέπω καλά πως ο κακομοίρης θνητός έχει μόνο ένα λιμάνι σωτηρίας.: κείνο που πας κι αράζεις κ’ εσύ  κάθε βράδυ. Από κει πέρα ίσως ξανοίξουνε τα μάτια του να γλυκοχαράζει μιαν αυγή αιώνια κι άφθαρτη.

  • Φώτης Κόντογλου, Το Αϊβαλί η πατρίδα μου. Εκδόσεις Άγκυρα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΕΔΩ:

ΠΗΓΗ TIMESNEWS

Related Posts