Αντον Παύλοβιτς Τσέχοφ: Η στέπα | Η ιστορία ενός ταξιδιού (απόσπασμα)

Anton Chekhov in the White Dacha in Yalta
Η στέππα
Η ιστορία ενός ταξιδιού
Степь (История одной поездки)
ΑΠΟ ΤΟ Ν., κωμόπολη του νομού Ζ., ξεκίνησε ένα πρωινό του Ιουλίου, με μεγάλο σαματά, μια παλιά καρότσα, που τα καθίσματά της ήτανε κουρελιασμένα, χωρίς σούστες. Ήτανε μια παμπάλαια καρότσα από κείνες που συναντάει κανείς και σήμερα στους αγροτικούς δρόμους της Ρωσίας, γεμάτες μεταπράτες, εμποροϋπάλληλους και φτωχούς παπάδες. Με την παραμικρή κίνηση στρίγγλιζε κι έκανε τρομαχτικό θόρυβο, κι ο κουβάς που ήτανε δεμένος στο πίσω μέρος βροντολογούσε το ίδιο κι αυτός. Απ’ όλο αυτό το σαματά και τα κουρέλια που κρεμόντουσαν τριγύρω από το μαδημένο της σώμα, εύκολα καταλάβαινες πόσο παλιά ήτανε και πόσο γρήγορα θα διαλυότανε.
Με την καρότσα ταξιδεύανε δυο κάτοικοι του Ν. Ο έμπορος Ιβάν Ιβάνιτς Κουζμιτσόβ, ξουρισμένος, με γυαλάκια και ψαθάκι,που έμοιαζε πιο πολύ με δημόσιο υπάλληλο παρά με έμπορο. Κι ο πάτερ Χριστόφορος Συριίσκι, εφημέριος της εκκλησιάς του Αγίου Νικόλα, μικρόσωμο γεροντάκι, με μακριά μαλλιά και γκρίζα λινά ράσα, με πλατύγυρο ψηλό καπέλο και με πολύχρωμο κεντημένο πλατύ ζουνάρι. Ο πρώτος, που έδειχνε να τον τυραννάει κάποια έγνοια, κουνούσε ξαφνικά το κεφάλι να διώξει τη νύστα που του ερχότανε. Και στο πρόσωπό του η στεγνή έκφραση του επιχειρηματία άλλαζε με την έκφραση του ευχαριστημένου ανθρώπου, που μόλις αποχαιρέτησε τους δικούς του και ήπιε γενναία. Ο δεύτερος πάλι με μάτια που αστράφτανε κοίταζε έκπληκτος το γύρω κόσμο – χαρά Θεού… και χαμογελούσε μ’ ένα πλατύ χαμόγελο που λες κι έφτανε ίσαμε το καπέλο του. Το πρόσωπό του κατακόκκινο διατηρούσε πάντα την ίδια έκφραση. Κι οι δυο τους, κι ο Κουζμιτσόβ κι ο πάτερ Χριστόφορος, πηγαίνανε να πουλήσουνε μαλλί. Αποχαιρετήσανε τους δικούς τους αφού φάγανε γενναία το πρωινό τους, γλύκισμα με καϊμάκι. Και παρ’ όλο που ήτανε πολύ πρωί το τσούξανε γερά… Κι είχανε τώρα θαυμάσια διάθεση.
Εκτός από τους δυο που περιγράψαμε και τον αμαξά Ντενίσκα, που ακούραστος χτυπούσε τα δυο ζωηρά άλογα, στην καρότσα βρισκότανε ακόμα ένας επιβάτης – ένα αγοράκι εννιά χρονώ, με ηλιοκαμένο πρόσωπο και κλαμένα μάτια. Ήτανε ο Εγκόρουσκα, ανεψιός του Κουζμιτσόβ. Με την άδεια του θείου του και τις ευλογίες του πάτερ Χριστόφορου πήγαινε να γραφτεί στο Γυμνάσιο. Η μητέρα του, η Όλγα Ιβάνοβνα, χήρα δημοσίου υπαλλήλου κι αδερφή του Κουζμιτσόβ, που θαύμαζε τους μορφωμένους και σύχναζε στην υψηλή κοινωνία, παρακάλεσε τον αδερφό της που πήγαινε να πουλήσει μαλλί να πάρει μαζί του τον Εγκόρουσκα και να τον γράψει στο Γυμνάσιο. Και τώρα το παιδί μην καταλαβαίνοντας πού και γιατί πήγαινε, καθόταν δίπλα στο Ντενίσκα, κρατούσε τον αγκώνα του μην πέσει και χοροπηδούσε όπως η τσαγέρα στη φωτιά. Κι όπως τρέχανε πολύ γρήγορα, το κόκκινο πουκάμισό του φούσκωνε σαν μπαλόνι στην πλάτη και το καινούργιο του ταξιδιωτικό καπέλο με το πράσινο παγωνίσιο φτερό γλιστρούσε κάθε λίγο πότε στα μάτια του και πότε στο σβέρκο του. Το παιδί ένιωθε πολύ δυστυχισμένο και του ‘ρχότανε να κλαίει.
Όταν η καρότσα περνούσε μπροστά από τη φυλακή, ο Εγκόρουσκα πρόσεξε τους φρουρούς που περπατούσανε αργά, κοντά στον ψηλό άσπρο τοίχο, είδε τα μικρά σιδερόφραχτα παράθυρα, το σταυρό που άστραφτε στη στέγη και θυμήθηκε πως πριν μια βδομάδα, την ημέρα της Παναγιάς του Καζάν, ήρθε στην εκκλησιά της φυλακής με τη μανούλα. Και κάποτε πάλι, το Πάσχα, ήρθε με τη μαγείρισσα τη Λουντμίλα και τον Ντενίσκα και φέρανε τσουρέκια, αυγά, πίτες και ψητό. Οι φυλακισμένοι τους ευχαριστούσανε και κάνανε το σταυρό τους κι ένας απ’ αυτούς χάρισε στον Εγκόρουσκα κουμπιά για μανικέτια από καλάι που τα είχε κάνει μοναχός του.
Το παιδί κοιτούσε τα γνώριμα μέρη, μα η σιχαμένη καρότσα προσπερνούσε και τ’ άφηνε όλα πίσω της. Μετά τη φυλακή αφήσανε πίσω τους τα καπνισμένα σιδεράδικα, ύστερα το φροντισμένο, καταπράσινο νεκροταφείο, μαντρωμένο με κισσό. Πίσω από τον τοίχο του προβάλανε οι άσπροι σταυροί και τα μνημεία, που κρυμμένα μέσα στις βυσσινιές φαντάζανε από μακριά σαν άσπροι λεκέδες. Ο Εγκόρουσκα θυμήθηκε πως όταν ανθίζανε οι βυσσινιές, αυτοί οι άσπροι λεκέδες ανακατευόντανε με τ’ άνθη της βυσσινιάς κι από μακριά ήτανε όλα τότε σαν μια άσπρη θάλασσα. Μα όταν πάλι τα βύσσινα ωριμάζανε, τα μνημεία και οι σταυροί γεμίζανε με βούλες κατακόκκινες σαν αίμα. Πίσω από τη μάντρα, κάτω από τις βυσσινιές, κοιμότανε νύχτα-μέρα ο πατέρας του Εγκόρουσκα κι η γιαγιά η Ζηναΐδα Δανίλοβνα. Όταν πέθανε η γιαγιά , την βάλανε σε μια μακριά στενή κάσα και της σκεπάσανε με δυο νομίσματα τα μάτια, που δε θέλανε να κλείσουνε. Προτού πεθάνει, ήτανε ζωηρή και του έφερνε από την αγορά φρέσκα κουλουράκια, πασπαλισμένα με παπαρουνόσπορο, μα τώρα κοιμάται, κοιμάται…
Πίσω από το νεκροταφείο καπνίζανε τα εργοστάσια που βγάζανε τούβλα. Από τις χαμηλές καλαμένιες σκεπές έβγαιναν μεγάλες τουλούπες πηχτός μαύρος καπνός κι ανέβαινε αργά-αργά προς τα πάνω. Ο ουρανός πάνω από τα εργοστάσια και το Νεκροταφείο ήτανε σκοτεινός κι οι μεγάλοι ίσκιοι από τις τουλούπες του καπνού πέφτανε στον κάμπο και στη δημοσιά. Ανάμεσα στον καπνό, κοντά στις χαμηλές στέγες και τις καλύβες, πηγαινοερχόντανε άνθρωποι και άλογα πασπαλισμένοι με κόκκινη σκόνη. Έπειτ’ από τα εργοστάσια, τέλειωνε η πόλη κι άρχιζαν τα χωράφια. Ο Εγκόρουσκα γύρισε, είδε για τελευταία φορά την πόλη, έκρυψε το πρόσωπο στον αγκώνα του Ντενίσκα και ξέσπασε σ’ένα πικρό κλάμα.
- Ε, δε χόρτασες να κλαις, κλαψιάρη, είπε ο Κουζμιτσόβ. Πάλι κλαις, σαλιάρικο! Αν δεν θες να ‘ρθεις, μείνε! Κανένας δε σε παίρνει με το ζόρι!
- Ησύχασε, ησύχασε, παιδί μου Εγκόρ, ησύχασε… μουρμούρισε ο πάτερ Χριστόφορος. Ησύχασε, αδελφέ… Να ευχαριστείς το Θεό… Δεν πας για το κακό σου, για καλό σου πας. Η μόρφωση είναι φως, όπως λένε, κι η αμάθεια σκοτάδ. Έτσι είναι.
- Θέλεις να γυρίσεις πίσω; ρώτησε ο Κουζμιτσόβ.
- Θέ… Θέλω… απάντησε ο Εγκόρουσκα κλαίγοντας.
- Να γυρίσεις! Άδικα πας έτσι κι αλλιώς εφτά βέρστια μακριά για να φας το νιανιά σου…
- Ησύχασε, ησύχασε, αδελφέ… συνέχισε ο πάτερ Χριστόφορος. Να ευχαριστείς το Θεό… Έτσι ακριβώς πήγαινε κι ο Λομονόσοβ με τους ψαράδες. Κι όμως έγινε ξακουστός σ’ όλη την Ευρώπη. Η μόρφωση όταν συνδυάζεται με την πίστη δίνει καρπούς θεάρεστους. Πώς το λέει κι η προσευχή; Εις δόξαν του Δημιουργού, εις παρηγορίαν των γονέων, εις όφελος της εκκλησίας και της πατρίδος… Έτσι.
- Υπάρχει πολλών λογιώ όφελος… είπε ο Κουζμιτσόβ, καπνίζοντας το φτηνό του τσιγάρο. Άλλος σπουδάζει είκοσι χρόνια χωρίς καμιά προκοπή.
- Σωστά.
- Σ’ άλλους η μόρφωση είναι πολύ χρήσιμη κι άλλους τους ζαλίζει το μυαλό μονάχα. Η αδερφή μου είναι μια γυναίκα που δε νιώθει. Τα θέλει όλα ανώτερα κι ευγενικά και θέλει να γίνει ο Εγκόρουσκα σοφός. Και δεν καταλαβαίνει πως εγώ με τη δουλειά μου θα μπορούσα να κάνω τον Εγκόρουσκα ευτυχισμένο σ’ όλη του τη ζωή. Κι εγώ σας λέω, άμα γίνουν όλοι σοφοί κι ευγενείς, τότε ποιος θα κάνει το εμπόριο και ποιος θα σπέρνει το σιτάρι. Όλοι θα πεθάνουμε από την πείνα.
- Αν όμως όμως πάλι όλοι γίνουνται έμποροι κι όλοι σπέρνουνε στάρι, τότε κανένας δε θα μορφωθεί.
Και σίγουρα κι οι δυο, πως είπανε κάτι σημαντικό, ο Κουζμιτσόβ και ο πάτερ Χριστόφορος, πήρανε ύφος σοβαρό και ξεροβήξανε.
Ο Ντενίσκα, που άκουγε τη συζήτηση και δεν καταλάβαινε τίποτα, τίναξε το κεφάλι κι αφού ανασηκώθηκε έδωσε μια καμτσικιά στα δυο άλογα. Γίνηκε σιωπή.
Στο μεταξύ μπροστά στα μάτια των ταξιδιωτών απλώθηκε πια ο πλατύς απέραντος κάμπος, τριγυρισμένος από μιαν αλυσίδα λόφους. Οι λόφοι αυτοί, ο ένας πίσω από τον άλλον, ενώνουνταν σ’ ένα ύψωμα που τραβούσε δεξιά από το δρόμο και έσβηνε στον ορίζοντα σ’ ένα γαλάζιο μακρινό βάθος. Πας-πας και δε μπορείς να καταλάβεις πούθε αρχίζουν και πού τελειώνουν…
Ο ήλιος πρόβαλε πια πίσω από την πόλη κι έκανε τη δουλειά του αθόρυβα. Στην αρχή πρόβαλε μακριά, εκεί που ενώνεται ο ουρανός με τη γη, κοντά σε κάτι αρχαίους τύμβους και στον ανεμόμυλο που μοιάζει από μακριά μ’ ένα μικρό ανθρωπάκι που κουνάει τα χέρια του.
Ύστερα σύρθηκε πάνω στη γη μια πλατιά χτυπητή κίτρινη λουρίδα και σ’ ένα λεπτό μια όμοια λουρίδα έλαμψε κάπως κοντύτερα, σύρθηκε δεξιά κι αγκάλιασε τους λόφους. Κάτι ζεστό άγγιξε την πλάτη του Εγκόρουσκα κι η λουρίδα το φως που κρυφοζύγωνε από πίσω χύμηξε πάνω από την καρότσα και τ’ άλογα, όρμησε κι ενώθηκε με τις άλλες λουρίδες, και ξαφνικά ολόκληρη η πλατιά στέπα τίναξε από πάνω της την πρωινή καταχνιά, χαμογέλασε κι αστραφτοκόπησε με τη δροσιά.
Η θερισμένη σίκαλη, τα αγριόχορτα, το άγριο καναβούρι, θολά από την κάψα, κοκκινωπά και μισοπεθαμένα, πλυμένα τώρα από την πρωινή δροσιά και το χάδι του ήλιου ξαναζωντανέψανε για να ξανανθίσουν. Πάνω από το δρόμο, τιτιβίζοντας χαρούμενα πετούσανε τα σπουργίτια και μέσα στα χορτάρια τρέχανε σφυρίζοντας οι τυφλοπόντικοι. Κάπου αριστερά κλαψουρίζανε αγριοπούλια. Ένα κοπάδι πέρδικες, τρομαγμένο από την καρότσα, πέταξε κατά τους λόφους μ’ ένα μαλακό “τρρρ. Τα τζιτζίκια, οι ακρίδες και τα τριζόνια αρχίσανε στο χορτάρι τη μονότονη μουσική τους.
Δεν πέρασε πολλή ώρα κι η δροσιά εξατμίστηκε, ο αγέρας έπηξε κι η στέπα ξεγελασμένη ξαναπήρε την καταθλιπτική όψη που είχε τον Ιούλιο. Τα χόρτα έγειραν, η ζωή σταμάτησε. Οι φλογισμένοι λόγοι, γκριζοπράσινοι, που φαίνονταν από μακριά ξεθωριασμένοι, οι σβησμένες σκιές κι η πεδιάδα, μακρινή σαν οίχλη, με τον ουρανό σαν αναποδογυρισμένο πάνω της που στη τέπα τη γυμνή από δάση και βουνά φαίνεται φοβερά βαθύς και διάφανος, παρουσιαζότανε τώρα ατέλειωτη, πετρωμένη από την ανία…
Τι πλήξη και μελαγχολία! Η καρότσα τρέχει, μα ο Εγκόρουσκα βλέπει όλο τα ίδια και τα ίδια, τον ουρανό, τη στέπα, τους λόφους… Στο χορτάρι η μουσική σώπασε. Τα σπουργίτια πετάξανε κι οι πέρδικες δε φαίνουνται. Πάνω από το χορτάρι που γέρνει μαραμένο, πετάνε οι γερανοί , μην έχοντας τι άλλο να κάνουν. Μοιάζουνε τόσο ανάμεσά τους όλοι που κάνουνε τη στέπα ακόμα πιο μονότονη. Ένας γυπαετός πετάει χαμηλά πάνω στο χώμα κουνώντας τα φτερά του ρυθμικά. Ξαφνικά σταμάτησε στον αγέρα σα να σκέφτηκε τις πίκρες της ζωής, κι ύστερα τίναξε τα φτερά του και σα σαΐτα όρμησε πάνω από τη στέπα. Μα δεν καταλαβαίνεις ούτε γιατί πετάει, ούτε και τι ζητάει. Και πέρα μακριά κουνάει τα φτερά του ο μύλος…
Μια κάποια ποικιλία είναι κανένα άσπρο κουφάρι ή μερικά χαλίκια που προβάλλουν μέσα στα αγριόχορτα. Για μια στιγμή μεγαλώνει κάποια γκρίζα κοτρόνα που μοιάζει χωριάτισσα, μια ξερή ιτιά προβάλλει ένα γαλάζιο κλαδί, ένας τυφλοπόντικας περνάει το δρόμο κι ύστερα πάλι μπροστά στα μάτια τα ξερά χόρτα, οι λόγοι, οι γερανοί…
Όμως να, δόξα τω Θεώ, κι ένα συναπάντημα, ένα κάρο με δεμάτια. Πάνω ψηλά είναι ένα κορίτσι ξαπλωμένο. Νυσταγμένο, τσακισμένο από τη ζέστη, σηκώνει το κεφάλι και βλέπει τους ταξιδιώτες. Ο Ντενίσκα την κοιτάει σαν χαζός – τ’ άλογα πλησιάζουν τις μουσούδες στα δεμάτι και τα τραβούνε, η καρότσα τρίζει και φιλιέται με το κάρο. Και τ αγκαθερά στάχυα σκουπίζουν το καπέλο του πάτερ Χριστόφορου.
- Έϊ, χοντρή! Πάνω στον κόσμο πέφτεις, φωνάζει ο Ντενίσκα. Τι πρησμένη μούρη είναι αυτή, σαν να είσαι πεθαμένη!
Το κορίτσι χαμογελά νυσταγμένο και κάτι μουρμουρίζει. Κι ύστερα πάλι ξαπλώνει… Μα να, πάνω στο λόφο φάνηκε μια μοναχική λεύκα. Ποιος να τη φύτεψε και γιατί βρέθηκε εδώ – μόνο ο Θεός το ξέρει. Από το λυγερό κορμό της και το θαυμάσιο πράσινο φύλλωμά της, δύσκολο να τραβήξεις τα μάτια. είναι άραγε ευτυχισμένο το ωραίο τούτο δέντρο; Το καλοκαίρι η κάψα, το χειμώνα η παγωνιά κι οι μπόρες, το φθινόπωρο οι τρομαχτικές νύχτες, το σκοτάδι, που δε βλέπεις ούτε ακούς τίποτε, εκτός από το θυμωμένον αγέρα που βουίζει όλη τη νύχτα. Και το κυριότερο να είσαι σ’ όλη σου τη ζωή μόνη, ολομόναχη… Πίσω από τη λεύκα απλώνεται – χτυπητό κίτρινο χαλί – από την κορυφή ώς το δρόμο, το ώριμο σιτάρι. Πάνω στο λόφο το σιτάρι είναι θερισμένο και το ‘χουνε μαζέψει σε δεμάτια. Μα κάτω, κοντά στο δρόμο, θερίζουνε ακόμα… Έξι θεριστάδες, ο ένας πλάι στον άλλον, με τα δρεπάνια στο χέρι, κάνουνε όλοι μαζί την ίδια κίνηση και τα δρεπάνια τους αστράφτουνε στον ήλιο χαρούμενα και ρυθμικά μ’ ένα βζβζβζ. Από την κίνηση των γυναικών που δένουν τα δεμάτια κι από τα πρόσωπα των θεριστάδων, κι από τη λάμψη που βγάζουν τα δρεπάνια είναι ολοφάνερο πως η ζέστη τους ψήνει και τους σκάει. Ένας μαύρος σκύλος με τη γλώσσα έξω τρέχει προς την καρότσα έτοιμος να τη γαβγίσει, μα σταματάει στα μισά και κοιτάει αδιάφορα τον Ντενίσκα που τον φοβερίζει με το κνούτο. Κάνει πολλή ζέστη για να γαβγίσει! Μια χωριάτισσα ανασηκώνεται, κρατάει με τα δυο της χέρια την πονεμένη μέση της και παρακολουθεί το κόκκινο πουκάμισο του Εγκόρουσκα. Να της άρεσε το κόκκινό του χρώμα ή θυμήθηκε τα παιδιά της; Στέκεται πολλήν ώρα ακίνητη και κοιτάει ξωπίσω τους…
Μα να που πάει, πέρασε και το σιτάρι. Πάλι απλώνεται η φλογισμένη στέπα, οι λιοψημένοι λόφοι, ο καφτερός ουρανός. Πάλι πετάει ο γυπαετός πάνω από τον κάμπο. Μακριά όπως και πριν κουνάει πάντα τα φτερά του ο μύλος και πάλι μοιάζει μικρό ανθρωπάκι που κουνάει τα χέρια. Βαριέσαι να τόνε βλέπεις και λες πως ποτές δεν θα τόνε φτάσεις, πως τρέχει μακιά από την καρότσα.
Ο πάτερ Χριστόφορος κι ο Κουζμιτσόβ σωπαίνουνε. Ο Ντενίσκα βαράει αδιάκοπα τα άλογα και τα φοβερίζει χουγιάζοντας πότε-πότε. Ο Εγκόρουσκα δεν έκλαιγε πια, κοίταζε αδιάφορα γύρω του. Η ζέστη κι η πλήξη της στέπας τον τσάκισαν. του φαίνεται πως ταξιδεύει από πολύν καιρό και πως από καιρό του ψήνει ο ήλιος την πλάτη. Δεν είχανε κάνει ούτε δέκα βέρστια ακόμα κι έλεγε μέσα του: “Πότε πια θα ξεκουραστούμε!” Από το πρόσωπο του θείου έσβησε σιγά-σιγά η ευχαρίστηση κι απόμεινε μονάχα η έγνοια της δουλειάς.. Και το ξουρισμένο αδύνατο πρόσωπό του, ιδιαίτερα όταν φοράει τα γυαλιά του, και η μύτη και τα τσουλούφια του είναι σκονισμένα, παίρνει το ύφος αυστηρού ιεροεξεταστή.
Ο πάτερ Χριστόφορος βλέπει πάντα γύρω του με θαυμασμό και έκπληξη τον κόσμο του Θεού και χαμογελάει. Σιωπηλός σκεφτότανε κάτι χαρούμενο και το καλόκαρδο χαμόγελό του αποξεχάστηκε πάνω στο πρόσωπό του. Έμοιαζε σαν να πέτρωσε μέσα στο μυαλό του από τη ζέστη η χαρούμενη σκέψη του.
- Τι λες Ντενίσκα, θα τα προφτάσουμε σήμερα τα κάρα; ρώτησε ο Κουζμιτσόβ.
Ο Ντενίσκα κοίταξε τον ουρανό, ανασηκώθηκε από τη θέση του, μαστίγωσε τ’ άλογα κι ύστερα απάντησε:
- Αν θέλει ο Θεός, ίσαμε το βράδυ θα τα προλάβουμε.
Ακούστηκαν γαβγίσματα. Έξι τεράστια τσοπανόσκυλα, σαν να παραμόνευαν, όρμησαν ξαφνικά πάνω στην καρότσα, ουρλιάζοντας τρομαχτικά. Όλα μαζί, εξαιρετικά αγριεμένα, με τα μαλλιαρά τους κεφάλια και μάτια κόκκινα σαν αίμα, τριγυρίσανε την καρότσα και σπρώχνοντας το ένα το άλλο με ζήλο, αρχίνησαν ένα βραχνιασμένο μουγκρητό. Γεμάτα μίσος, ήτανε έτοιμα να σπαράξουνε τα άλογα, την καρότσα και τους ανθρώπους…
Ο Ντενίσκα που του άρεσε να χτυπάει και να πειράζει τα σκυλιά βρήκε την ευκαιρία και με μιαν άγρια έκφραση στο πρόσωπο άρχισε να τα χτυπάει με το κνούτο. Τα σκυλιά αγριέψανε ακόμα πιο πολύ και τ’ άλογα καλπάζανε σαν τρελά. Ο Εγκόρουσκα που μόλις κρατιότανε στο κάθισμα , κοίταζε τα σκυλιά στα μάτια και τα δόντια και καταλάβαινε πως αν πέσει κάτω θα τον κάνανε κομμάτια. Δεν ένιωθε κανένα φόβο, έμοιαζε αγριεμένος όσο κι ο Ντενίσκα και λυπότανε που δεν είχε στα χέρια του κι αυτός ένα κνούτο.
Η καρότσα έφτασε ένα κοπάδι πρόβατα.
- Ε, στάσου – φώναξε ο Κουζμιτσόβ – κράτα! Τπρρ!…
Ο Ντενίσκα έγειρε πίσω μ’ όλο του το σώμα και κράτησε τα άλογα. Η καρότσα σταμάτησε.
- Έλα δω, φώναξε ο Κουζμιτσόβ στον τσοπάνο. Κράτα τα καταραμένα τα σκυλιά σου!
Ο γερο-τσοπάνος, κουρελής και ξυπόλητος, μ’ ένα ζεστό σκούφο, με βρώμικο τσουβάλι στη μέση του και μ’ ένα γάντζο στη μακριά του αγκλίτσα – πανάρχαια πρωτόγονη φιγούρα – καθησύχασε τα σκυλιά και βγάζοντας το σκούφο του πλησίασε την καρότσα. Ένας άλλος τσοπάνος όμοιος – το ίδιο πρωτόγονη φιγούρα – στεκότανε ακίνητος στην άλλη άκρη του κοπαδιού και κοίταζε αδιάφορα ους ταξιδιώτες.
- Ποιανού είναι το κοπάδι; ρώτησε ο Κουζμιτσόβ
- Του Βαρλάμοβ! απάντησε δυνατά ο γέρος.
- Του Βαρλάμοβ! επανέλαβε κι ο άλλος από την άλλη άκρη του κοπαδιού.
- Πέρασε χτες το βράδυ από δω ο Βαρλάμοβ ή όχι;
- Όχι, όχι… Πέρασε ο παραγιός του. Έτσι είναι…
- Τράβα!
Η καρότσα κύλησε πάνω στο δρόμο και οι τσοπάνηδες μαζί με τ’ άγρια σκυλιά τους έμειναν πίσω.
Ο Εγκόρουσκα κοίταζε ανόρεχτα μπροστά του τη γαλάζια μακρινή απόσταση που τόνε χώριζε απ΄το μύλο και του φάνηκε πως ο μύλος που κουνούσε τα φτερά του ερχότανε καταπάνω τους. Άρχισε να μεγαλώνει, – μεγάλωσε τόσο που πιάσανε να διακρίνουνται και τα δυο τα φτερά του. Το ένα ήτανε παλιό μπαλωμένο, μα το άλλο ήτανε καινούργιο από ξύλο που άστραφτε στον ήλο. Η καρότσα τραβούσε ίια κι ο μύλος του φάνηκε τώρα πως άρχισε να φεύγει προς τ’ αριστερά. Κι όσο προχωρούσανε τόσο ο μύλος πήγαινε όλο πιο αριστερά, μα δε χανότανε από τα μάτια του.
- Καλός αγέρας φυσάει για το γιο του Μπόλτβα, είπε ο Ντενίσκα.
- Γιατί δεν φαίνεται το αρχοντικό του ακόμα;
- Είναι εκεί πίσω από τη ρεματιά…
Δεν άργησε να φανεί και το αρχοντικό του Μπόλτβα κι ο αγέρας εξακολουθούσε να φυσάει κι ο Εγκόρουσκα νόμιζε πως το γυαλιστερό φτερό του μύλου του έγνεφε ακόμα. Τι μάγος!
II
Προς το μεσημέρι η καρότσα γύρισε δεξιά, προχώρησε σιγά-σιγά και σταμάτησε. Ο Εγκόρουσκα άκουσε ένα σιγαλό, χαϊδευτικό κελάρυσμα κι ένιωσε στο πρόσωπο ένα δροσερό απαλό αεράκι. Από το λόφο που ήταν όλο ένας τεράστιος βράχος , μέσα από ένα σωλήνα από ζαμπούκο, που κάποιος άγνωστος ευεργέτης είχε τοποθετήσει, έτρεχε σαν λεπτή κλωστή το νερό. Έπεφτε στη γη διάφανο και χαρούμενο κι άστραφτε στον ήλιο σιγοκελαρύζοντας και σα να γνώριζε τη δύναμή του κυλούσε με ορμή κάπου προς τ’ αριστερά. Όχι μακριά από το λόφο το μικρό ρυάκι απλωνότανε σαν ένα μεγάλο τέλμα που το νερό του το έπινε η διψασμένη γης και του έκοβε την ορμή του. Μα λίγο πιο κάτω φαίνεται πως συναντούσε κάποιο άλλο ρυάκι, γιατί καμιά εκατοστή μέτρα περίπου από το λόφο πρασίνιζαν πυκνές φουντωτές φυλλωσιές, που από μέσα τους όταν πλησίαζε η καρότσα σηκώθηκαν τρεις μπεκ΄τσες τσιρίζοντας.
Οι ταξιδιώες βολεύτηκαν δίπλα στο ρυάκι να ξεκουραστούνε και να ταΐσουν τ’ άλογα. Ο Κουζμιτσόβ, ο πάτερ Χριστόφορος κι ο Εγκόρουσκα καθίσανε κάτω στην αραιά σκιά που έριχνε η καρότσα και τα λυμένα άλογα, πάνω σ’έναν κετσέ κι αρχίνησαν να κολατσίζουν. Η ευχάριστη σκέψη που είχε πήξει από τη ζέστη στο μυαλό του πάτερ Χριστόφορου, αφού τούτος ήπιε νερό κι έφαγε ένα αυγό, έγινε χάδι στα μάτια του για τον Εγκόρουσκα. Έφαγε κι ύστερα του είπε:
-Κι εγώ ο ίδιος, αδελφέ, σπούδαζα. Από πολύ μικρόν ο Θεός έβανε μέσα μου αντίληψη και κατανόηση. Έτσι που όταν ήμουνα σαν κι εσένα με φέρανε παράδειγμα για τους άλλους και ήμουν παρηγοριά για τους γονείς και τους δασκάλους μου με τη σοφία μου. Δεν ήμουν ακόμα δεκαπέντε χρόνων όταν μιλούσα λατινικά κι έγραφα στίχους λατινικά, όπως και ρωσικά. Θυμάμαι ήμουν παπαδοπαίδι και βαστούσα την πατερίτσα του Μητροπολίτη Χριστοφόρου. Κάποτε, μετά τη λειτουργία, το θυμάμαι σαν και τώρα, την ημέρα της ονομαστικής εορτής του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου Παύλοβιτς – ευλογημένος να ‘ναι, με πρόσεξε που τον βοηθούσα ν’ αλλάξει τ’ άμφιά του μέσα στο ιερό, με κοίταξε και με ρώτησε: “Puer bonr quam appellaris” [Πώς σε λένε καλό μου παιδί;]. Κι εγώ απάντησα: “Christoforus sum”. Κι αυτός ξανάπε: “Ergo cognominati sumus”, δηλαδή είμαστε συνονόματοι… Ύστερα με ρώτησε λατινικά “Τίνος είσαι” κι εγώ του απάντησα πάλι λατινικά πως είμαι γιος του διάκου Συριίσκι από το χωριό Λεμπεντίσκογε. Βλέποντας την ετοιμότητά μου και τη μόρφωσή μου ο σεβασμιώτατος με ευλόγησε και μου είπε: “Γράψε στον πατέρα σου πως εγώ δεν θα σ’ αφήσω και θα σ’ έχω υπό την προστασία μου”. Οι δεσποτάδες και οι παπάδες που ήτανε στο ιερό και μας άκουσαν να μιλάμε λατινικά απόρησαν πολύ κι όλοι με επαινούσαν κι εκφράζανε την ευχαρίστησή τους. Δεν είχα ακόμα μουστάκι, κι όμως, αδελφέ μου, διάβαζα και λατινικά και ελληνικά και γαλλικά κι ήξερα φιλοσοφία, μαθηματικά, πολιτική ιστορία και όλες τις επιστήμες. Μου έδωσε ο Θεός καταπληκτική μνήμη. Τύχαινε να διαβάσω κάτι δυο φορές και το μάθαινα απόξω. Οι καθηγητές μου κι οι προστάτες μου με θαύμαζαν κι ήταν βέβαιοι πως θα γενόμουνα ένας σοφός, φωστήρας της ε Εκκλησίας. Έτσι κι εγώ σκεφτόμουνα να ταξιδέψω, να πάω στο Κίεβο και να συνεχίσω τις σπουδές μου, μα οι γονείς μου δε θέλησαν. “Σ’ όλη σου τη ζωή, έλεγε ο πατέρας μου, θα σπουδάζεις, κι εμείς έως πότε θα σε περιμένουμε”. Όταν άκουσα αυτά τα λόγια, παράτησα τις σπουδές κι έπιασα δουλειά. Η αλήθεια είναι πως δεν σπούδασα, όμως δεν παράκουσα τους γονείς μου, έμεινα κοντά τους έως τα γερατειά τους και τους έθαψα με κάθε τιμή. Η υπακοή είναι ανώτερη κι από τη νηστεία κι από την προσευχή!
- Μου φαίνεται πως τώρα πια τις ξέχασες όλες τις επιστήμες, έκανε ο Κουζμιτσόβ.
- Πώς να μην τις ξεχάσω; Δόξα να ‘χει ο ύψιστος, πάτησα τα ογδόντα. Από φιλοσοφία και ρητορική κάτι θυμάμαι, τις γλώσσες όμως και τα μαθηματικά τα ξέχασα ολότελα.
Ο πάτερ Χριστόφορος έκλεισε τα μάτια κι είπε σιγανά:
- Τι είναι ον; Το ον είναι κάτι αυτοτελές που έχει ίδιον τρόπον υπάρξεως.
Κούνησε το κεφάλι του και γέλασε ευχαριστημένος
- Πνευματική τροφή! είπε. Πραγματικά, η ύλη τρέφει το σώμα και η πνευματική τροφή την ψυχήν.
- Η επιστήμη για τις επιστήμες, στέναξε ο Κουζμιτσόβ, μα αν δεν βρούμε τον Βαρλάμοβ τότε να ιδούμε τι θα μας κάνει η επιστήμη.
- Ο άνθρωπος δεν είναι βελόνα, θα τονέ βρούμε. Κάπου δω θα τριγυρνάει κι αυτός.
Μετάφραση από τα ρωσικά: Ευτυχία Παμπούκη
Λογοτεχνική απόδοση: Έφη Πλιάτσικα-Πανσελήνου
Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Νέα Εστία, τεύχος 785, 15 Μαρτίου 1960
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΕΔΩ:
ΠΗΓΗ TIMESNEWS








