Η ποίηση της “πολλαπλασιαστικής ευαισθησίας” και της “λυρικής αφαίρεσης”
Κική Δημουλά, Το τελευταίο σώμα μου
- Του Τάκη Καρβέλη*

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΥΛΑ, από τις πρώτες κιόλας συλλογές, καθορίζει και το στίγμα της: ποίηση του εσωτερικού χώρου, που ξεκινάει από το ασήμαντο, το καθημερινό, για να εστιάσει στη σκοτεινή περιοχή η ύπαρξης, εκεί όπου τελείται η πραγματική ζωή. Με δυο βασικά πόλους, τον αρνητικό, που είναι το ασήμαντο και καθημερινό, και τον θετικό, που είναι η πραγματική ζωή, ό,τι τελείται και συμβαίνει μέσα μας, θα συνεχίσει να γράφει ώς την τελευταία ποιητική της συλλογή, Το τελευταίο σώμα μου. Το ίδιο ισχύει και για την ποιητική της γραφή. Με συγγένειες βασικά προς τους ποιητές της υπαρξιακής αγωνίας, θ’ ακροβατήσει ανάμεσα στις ξένες και τη δική της φωνή. Η ακροβασία αυτή θα διατηρηθεί ώς τη συλλογή Ερήμην (1958), που ολοκληρώνει την πρώτη φάση της ποίησής της. Τη δεύτερη φάση, την ουσιαστικότερη και περισσότερο προσωπική, θα καλύψουν οι δυο επόμενες ποιητικές της συλλογές Επί τα ίχνη (1963) και Το λίγο του κόσμου (1971). Μια τρίτη φάση, που βρίσκεται σε εξέλιξη, άρχισε με την πρόσφατη ποιητική της συλλογή Το τελευταίο σώμα μου (1981).
Ο Έλιοτ στο δοκίμιό του Donne in Our Time διατύπωσε την άποψη ότι ο κάθε ποιητής οφείλει να ξεχωρίσει κάποιον ποιητή ή ποιητική σχολή, που απέναντί τους τρέφει μια ιδιαίτερη συμπάθεια και που εξαιτίας τους μπορεί να καλλιεργήσει το ταλέντο του. (Βλ. W. Fowlie, “Μπωντλαίρ και Έλιοτ: εκφραστές της εποχής τους”, περ. Δοκιμασία, τεύχ. 10, σελ. 263). Η επιλογή αυτή, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, δεν σημαίνει ότι γίνεται μόνο συνειδητά. Ο ποιητής, ανάλογα με τις προδιαθέσεις του, την κάνει πολλές φορές ασυνείδητα. Ήδη ο Αντρέας Καραντώνης, γράφοντας για την ποιητική συλλογή Ερήμην, μίλησε για το “καβαφικά πεζό και καθαρευουσιάνικο αυτό γράψιμο, το αποστειρωμένο, επίτηδες θα ‘λεγες, από κάθε δροσιά κι από κάθε ήχο μουσικής, από κάθε δυνατότητα λυρικής υποβολής”. Η ποίηση του Καβάφη επηρέασε πολλαπλά και πολλές φορές γόνιμα τη νεοελληνική ποίηση. Ανάμεσα στους ποιητές που ακολούθησαν τα ίχνη της καβαφικής γραφής – και που μας ενδιαφέρουν – είναι και οι Γ. Βαφόπουλος και Τ. Παπατσώνης, ο πρώτος με περισσότερη αμεσότητα και ακαμψία, ο δεύτερος με πλουσιότερη γονιμότητα και ευκαμψία. Μέσα στον ίδιο χώρο κινήθηκε κι η ποίηση της Κικής Δημουλά. Στο σύντομο αυτό σημείωμα θα προσπαθήσω να επισημάνω τη σταδιακή της πορεία προς την τελείωση της προσωπικής της γραφής.
Όπως είναι φυσικό, όσο η ποιητική γραφή προσπαθεί να συμβαδίσει μ’ άλλες συγγενικές φωνές, είναι δύσκολο να ισορροπήσει. Η έλλειψη ισορροπίας είναι εμφανής και στην πρώτη φάση της ποίησης της Κ. Δημουλά, όπου, εν σπέρματι βέβαια, κυοφορείται η μελλοντική της ποίηση. Θα συναντήσουμε, καταρχήν, το γνώριμο γράψιμό της: πεζό και στεγνό απογυμνωμένο από κάθε λυρική φόρτιση, με αποκλίσεις προς την καθαρεύουσα και την αφαιρετική σύλληψη:
ΕΡΗΜΗΝ
Σημειώθηκε χθες
διόγκωση της ματαιότητας.
Αυτό, φυσικά,
κανείς δεν το αντιλήφθηκε.
Κανείς απ’ τους ελάχιστους “πλησίον μου”.
Μονάχα εγώ
που όρθια μπρος στο μεσίστιο μέλλον μου
σε μια στάση ανήμπορη αλλά κόσμια,
άφησα να διαφύγει από το χώρο μου
ένα ολόκληρο απόγευμα,
σε μια ρευστότητα αθεράπευτη,
γνωστή,
αλλ’ επιδεινωμένη
(Ερήμην)

Έχουμε εδώ τα βασικά χαρακτηριστικά της ποιητικής γραφής της Κικής Δημουλά, όχι μόνο σ’ αυτή τη φάση: αυστηρή οργάνωση του ποιήματος και γραμμική ανέλιξή του· στάση (βιωματικά) καβαφική· γλώσσα γυμνή από κάθε λυρική φόρτιση· στίχοι-κλειδιά, όπου αρθρώνονται φειδωλά τα πρώτα μοτίβα της ποιητικής της γραφής (διόγκωση της ματαιότητας – σε μια ρευστότητα αθεράπευτη· στίχοι που παίζουν το ρόλο του συναισθηματικού φορτιστή και σηματοδότη του ποιήματος). Στην πρώτη, βέβαια, φάση η ισορροπία δεν διατηρείται πάντοτε σε κάποια ισοζυγία. Τα ποιήματα ή ακολουθούν πιστά τα πρότυπά τους (λ.χ. το δεύτερο μέρος της συλλογής Έρεβος) ή διατηρούν τις εξωτερικές επικαλύψεις τους, χωρίς τους αντίστοιχους εσωτερικούς κραδασμούς, και, καμιά φορά, εγγίζουν τα όρια του εμφανώς ευρηματικού και διανοητικού, όπως λ.χ. στο ποίημα:
ΑΓΓΕΛΙΕΣ
διατίθεται απόγνωση
εις αρίστην κατάστασιν,
και ευρύχωρον αδιέξοδον.
Σε τιμές ευκαιρίας.
Ανεκμετάλλευτον και εύκαρπον
έδαφος πωλείται
ελλείψει τύχης και διαθέσεως.
Και χρόνος
αμεταχείριστος εντελώς.
Πληροφορίαι: Αδιέξοδον.
Ώρα: Πάσα.
(Ερήμην)
Στη συλλογή Επί τα ίχνη και πιο πολύ Το λίγο του κόσμου η ποίηση της Κ. Δημουλά γίνεται πιο εσωτερική. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, πως παύει καμιά φορά να καταφύγει στη σύνθεση στίχων που, όσο κι αν κάποτε περιέκλειαν το στοιχείο της πρωτοτυπίας, με τη συχνή χρήση αποδυναμώνονται. Επισημαίνω ενδεικτικά τη χρήση αφηρημένων εννοιών θηλυκού ή ουδέτερου γένους και στίχων που καταλήγουν, με πλάγια γράμματα, σε φράσεις δηλωτικές διάφορων καταστάσεων· τη συσσώρευση, προπάντων, τυποποιημένων στίχων, όπως λ.χ. “ετοιμάζει βροχή ο ουρανός / και ο συγκρατημός” (“Miltawn των 100 mg” από Το λίγο του κόσμου). “Συρτός χορός των σκοταδιών στην Ευριπίδου / κι οι γύψινες γιρλάντες των σπιτιών / χάνουν το σχέδιό τους και το ψάχνουν / μ’ ένα μυστήριο αχ που αναστενάζεται”. (“Απορία Θεού” από Το λίγο του κόσμου).
Εκείνο όμως που βαραίνει σ’ αυτές τις δυο συλλογές είναι πως με την ποίησή της η Κ. Δημουλά, ενώ διατήρησε τα βασικά της χαρακτηριστικά, προσπαθεί να αποτυπώσει μέσα από τις πιο συνηθισμένες εικόνες της καθημερινής ζωής όχι μόνο την ένταση της εσωτερικής διάθεσης, αλλά και τις διαθλάσεις της. Η συνεχής εναλλαγή ανάμεσα τον κόσμο του συγκεκριμένου και του εσωτερικού θα εξακολουθήσει (λ.χ. “Λερώνει τους απάνω δρόμους ένα βρώμικο σύννεφο / η καθαρή ψυχή κάτω αναβάλλεται πάλι”)· τώρα όμως ο στίχος κατορθώνει να μετεωρίζεται, με την ίδια λιτότητα, σε μια κατάσταση διάχυτη και να δημιουργεί την επιδιωκόμενη έκσταση και έξαρση, όπως στο ποίημα:
ΤΑ ΔΕΜΕΝΑ
Η θάλασσα του Σκαραμαγκά είναι δεμένη,
πηχτή. Από τα πετρελαιοφόρα
βγαίνει μαύρος καπνός ακινησίας.
Ας πούμε πως υπάρχεις.
Η διαδρομή ξεχειλώνει κρεμασμένη στο βλέμμα.
Λερώνει τους απάνω δρόμους ένα βρώμικο σύννεφο,
η καθαρή ψυχή κάτω αναβάλλεται πάλι.
Ας πούμε πως υπάρχεις.
Το άλογο θα μεείνει δεμένο στο δέντρο.
Στο μυαλό μου πολλοί τέτοιοι κόμποι,
πολλά τέτοια δεσίματα.
Ας πούμε πως υπάρχεις.
Στου αυτοκινήτου τον καθρέφτη
κοιτάζεται ένα ξεροπήγαδο.
Στη γη εδώ-εκεί κάτι φρεσκοσκαμμένο.
Η ίδια φροντίδα
για τους νεκρούς και για τους σπόρους.
Η γη αναρριγεί.
Ας πούμε πως υπάρχεις.
……………………………………………………..
(Το λίγο του κόσμου)
Αν θα ‘θελε κανείς να επισημάνει συνοπτικά μερικά από τα βασικά χαρακτηριστικά της ποίησής της πριν από τη συλλογή Το τελευταίο σώμα μου, θα μπορούσε να ξεχωρίσει τα εξής: α) Αυστηρή οργάνωση του ποιήματος και προοδευτική ανέλιξή του. β) Στάση, βιωματικά, καβαφική και γλώσσα μικτή, με καθαρευουσιάνικους ακκισμούς, και γυμνή από κάθε έκδηλη συναισθηματική φόρτιση. γ) Διαλεκτική ανάπτυξη του ποιήματος, που ξεκινά συνήθως από το συγκεκριμένο, το υλικό, για να καταλήξει στο αφηρημένο, το εσωτερικό. Σ’ αυτή τη διαλεκτική εναλλαγή του είναι που παίζεται, και κερδίζεται ή χάνεται, το ποίημα. Τεχνική που, κατά την άποψή μου, αφορμάται από την ποίηση του Παπατσώνη· εντούτοις, με την πάροδο του χρόνου και από συλλογή σε συλλογή καλλιεργήθηκε συστηματικά από την Κική Δημουλά και κατέληξε σε προσωπικό επίτευγμα και άθλο. Αν η γραφή αυτή αποφεύγει την ψυχρότητα και λειτουργεί ποιητικά, αυτό, νομίζω, οφείλεται στους μηχανισμούς της “πολλαπλασιαστικής ευαισθησίας” και της “λυρικής αφαίρεσης”. με τον πρώτο όρο εννοώ το πώς η Κ. Δημουλά κατορθώνει, αφορμώμενη από τα πιο ασήμαντα ερεθίσματα, να προκαλεί τη γέννηση του ποιήματος και να το αναπτύσσει με μια δημιουργική προσθετική ικανότητα. Με το δεύτερο, το πώς και πάλι κατορθώνει, στις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ποίησής της, να προχωρεί συμφύροντας τον εξωτερικό κόσμο με τον εσωτερικό, αποτυπώνοντας τις πιο λεπτές αποχρώσεις (βλ. και το απόσπασμα από το ποίημα “Τα δεμένα”).
Η συλλογή Το τελευταίο σώμα μου έρχεται σαν απολογισμός, σαν ένα καταστάλαγμα και κοίταγμα προς το παρελθόν, που έχει χαθεί, και το μέλλον, που μένει απόκρυφο: Το προανάκρουσμα γίνεται με το πρώτο ποίημα “Πανκλάμα”. Βασικό μοτίβο του: η αίσθηση του χρόνου που φεύγει,η προετοιμασία γι’ αυτό που έρχεται. Το ποίημα, ισορροπημένο εσωτερικά, αφήνει ακόμη ρωγμές και στις φωνές της καθαρής ποίησης: “Τι συμβαίνει; …ετοιμάζω μεγάλο ταξίδι./ Με τις ίδιες κινήσεις που κάνει κανείς / όταν μένει. / Στη βαθιά μακρινή αλλαγή μου πηγαίνω… ετοιμάζουν μεγάλο αμφορέα οι στάχτες”. Το ίδιο κλίμα θα διατηρηθεί και στα υπόλοιπα ποιήματα. Τα ερεθίσματα παραμένουν σχεδόν πάντοτε τα ίδια: η θλιμμένη επιστροφή των παραθεριστών στην Αθήνα, ένα άγαλμα γυναίκας, οι πορτοκαλιές της Σπάρτης και τα ερείπια του Μυστρά, παλιές φωτογραφίες, εικόνες θαλασσινές ή τοπιογραφίες, η μετάπτωση των εποχών κτλ. Η αντίδραση σ’ αυτά τα ερεθίσματα θα εξακολουθήσει να γίνεται με ον ίδιο πάντοτε τρόπο, όχι όμως και την ίδια τεχνική. Όπως σημείωσα και πιο πάνω, ο υλικός κόσμος αποτελεί για την Κ. Δημουλά το έναυσμα που κινητοποιεί τον ψυχικό της κόσμο και γίνεται ποίηση με την ιδιάζουσα χρήση της “πολλαπλασιαστικής ευαισθησίας” και της “λυρικής αφαίρεσης”. Αυτή η γνώριμη ποιητική της γραφή σε ορισμένα ποιήματα διατηρείται, ενώ σε άλλα διαφοροποιείται. Σ’ αυτή τη δεύτερη κατηγορία ποιημάτων η εσωτερική, ισορροπημένη και γεμάτη ευαισθησία γραφή αντικαθίσταται από την ειρωνεία (λ.χ. “Το πλησιέστερο”), από παραθέσεις αντίθετων ή ομόηχων λέξεων (“ηρεμούν ερημώνοντας όλα”, “απ’ το πολύ κούμπωνε ξεκούμπωνε / την προφύλαξη, την επιφύλαξη / τη διαφύλαξη κούμπωνε ξεκούμπωνε”), από τυποποιημένους ή κορεσμένους από τη χρήση στίχους (“βραχυκυκλώνεται το σώσον / τρομάζει μια μικρή λιποψυχία στο παράθυρο / αφήνει αργά το κουρτινάκι της να πέσει”, “εγώ, όταν θα μεγαλώσω / θα γίνω Σπτέμβριος, έλεγε ο Αύγουστος”).
Η ποιητική γραφή της Κικής Δημουλά είναι ήδη αποκρυσταλλωμένη στην προηγούμενη συλλογή της Το λίγο του κόσμου. Με Το τελευταίο σώμα μου η Κ. Δημουλά βρέθηκε σ’ ένα αποφασιστικό και κρίσιμο για την ποίησή της μεταίχμιο. Σ’ αυτό το μεταίχμιο δεν κατατάσσω το χώρο μέσα στον οποίο κινήθηκε ώς τώρα κι εξακολουθεί ακόμα να κινείται. Παρέμεινε σχεδόν αναλλοίωτος και περιστράφηκε πάντοτε, αγνοώντας την επικαιρότητα και τις τρομακτικές εμπειρίες της, γύρω από τα αιώνια προβλήματα του ανθρώπου, που είναι συνυφασμένα με το χρόνο, την καθημερινή τριβή και φθορά, έτσι όπως αυτή συμβαίνει γύρω και μέσα μας. Πιο πολύ όμως έχω στο νου μου την ποιητική της γραφή, που τη βλέπω να μπαίνει σε μια δοκιμασία από τη στιγμή που ξεπέρασε τα όρια της ισορροπίας που είχε κατακτήσει μ τις δυο προηγούμενες ποιητικές της συλλογές.
- Η ποίηση της “πολλαπλασιαστικής ευαισθησίας” και της “λυρικής αφαίρεσης”. Κική Δημουλά, το τελευταίο σώμα μου (εκδ. Κείμενα, Αθήνα 1981)· Διαβάζω, τεύχ. 48, 1981· Τάκης Καρβέλης, Δεύτερη ανάγνωση. Δοκίμια (εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1984).

*Ο Τάκης Καρβέλης (1925-2017) γεννήθηκε στο Αιτωλικό Μεσολογγίου. Φοίτησε στο Μαράσλειο Διδασκαλείο και στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε στη μέση εκπαίδευση από το 1953 ως το 1984, ως φιλόλογος, γενικός επιθεωρητής και σχολικός σύμβουλος. Υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων, της οποίας διετέλεσε Γενικός Γραμματέας επί σειρά ετών (1986-1992). Ήταν συνεκδότης του γιαννιώτικου περιοδικού “Δοκιμασία” και μέλος της συντακτικής επιτροπής των “Κειμένων Νεοελληνικής Λογοτεχνίας”, γυμνασίου και λυκείου. Δημοσίευσε τις συλλογές ποιημάτων, “Σήματα” (1956), “Κατάθεση” (1966), “Μετάφραση” (1972), “Γραφή παρανόμων” (1977), “Η μνήμη μισοφέγγαρο” (1983), “Δεν είναι ο περσινός καιρός” (1988), “Αλλαγή σκηνικού” (1991), “Τα ποιήματα της μικρής Ρεζεντά” (1995), “Στην άβυσσο της λήθης” (2002), “Κατάθεση 1956-2002” (2004), “Των αφανών” (2011). Επίσης, τις μελέτες “Η νεότερη ποίηση. Θεωρία και πράξη” (1983), “Δεύτερη ανάγνωση” (1984), “Δεύτερη ανάγνωση 2” (1991), “Κωσταντίνος Χατζόπουλος, ο πρωτοπόρος” (1998), “Μίνως Ζώτος” (2000), “Δεύτερη ανάγνωση 3” (2001), “Η γενιά του 1880” (2003), “Πολύτροπος αρμονία: Η κατά Κάλβον πολύτροπος αρμονία της ποίησης του Ελύτη” (2007). Μετάφρασε πραγματείες του Ιωάννου του Χρυσοστόμου (1974) και τον διάλογο του Λουκιανού, “Λούκιος ή όνος” (1982). Το 1999, τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου-Κριτικής για το βιβλίο του “Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, ο πρωτοπόρος”, ενώ το 2016 τιμήθηκε με το Βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του. Έφυγε από τη ζωή στις 18 Ιανουαρίου 2017.
ΠΗΓΗ TIMESNEWS







